Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Άγιοι Λέων και Αγαπητός: πίστη και υπακοή

Ο Λέων εξελέγη Επίσκοπος Ρώμης το 440 και υπερασπίστηκε την Ορθόδοξη πίστη έναντι του Μανιχαϊσμού και του Πελαγιανισμού. Η επιστολή του προς τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας βοήθησε να διατυπωθεί ότι ο Χριστός είναι ένα πρόσωπο σε δύο φύσεις.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων18 Φεβρουαρίου12:35Περισσότεροι άγιοι
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Ο Λέων εξελέγη Επίσκοπος Ρώμης το 440 και υπερασπίστηκε την Ορθόδοξη πίστη έναντι του Μανιχαϊσμού και του Πελαγιανισμού.
  • Η επιστολή του προς τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας βοήθησε να διατυπωθεί ότι ο Χριστός είναι ένα πρόσωπο σε δύο φύσεις.
  • Ο Αγαπητός Συνάδων ασκούσε νηστεία, προσευχή και ταπεινή διακονία ως νεαρός μοναχός στην Καππαδοκία.
  • Στρατολογημένος από τον Λικίνιο, ο Αγαπητός συνέχισε την ασκητική του ζωή και έγινε ομολογητής κατά τον διωγμό των χριστιανών.
  • Αφού θεράπευσε με προσευχή έναν υπηρέτη του αυτοκράτορα, απαλλάχθηκε από τη στρατιωτική θητεία και αργότερα έγινε Επίσκοπος Συνάδων.
  • Η ομιλία αφηγείται τα χαρίσματά του θεραπείας και προφητείας, μεταξύ των οποίων την αλλαγή της πορείας ενός ποταμού που απειλούσε καλλιεργήσιμη γη.
  • Επιστρέφοντας στη διδασκαλία του Λέοντα, ο ομιλητής εξηγεί ότι ο Χριστός είναι πλήρως Θεός και πλήρως άνθρωπος, και προτρέπει τους πιστούς να ευθυγραμμίζουν ελεύθερα το θέλημά τους με το θέλημα του Θεού ως οδό σωτηρίας και θέωσης.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 12 παράγραφοι

Λέων έζησε κατά τους χρόνους των αυτοκρατώρων Θεοδοσίου του Δευτέρου, Μαρκιανού και Λέοντος. Για δε την υπερβολική του σωφροσύνη και καθαρότητα και το ειλικρινές και άμεμπτο της ζωής του, χειροτονήθηκε από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος Επίσκοπος της Παλαιάς Ρώμης, κατά το έτος 440 μ.Χ.

Υπήρξε ένας από τους μεγάλους προμάχους και υποστηρικτές της Ορθοδόξου Πίστεως. Στην Ιταλία αφάνισε εντελώς τις αιρέσεις των Μανιχαίων και των Πελαγιανών. Κατά την Τετάρτη Οικουμενική Σύνοδο, η οποία συγκροτήθηκε από τους 640 πατέρες, οι οποίοι συνήλθαν το 451 στη Χαλκηδόνα, απέναντι από την Κωνσταντινούπολη, πρόσφερε μεγάλη υπηρεσία στη διατύπωση της Ορθόδοξης Αλήθειας με την ενεργή και πεφωτισμένη συμμετοχή του. Απέστειλε σε αυτή τέσσερις αντιπροσώπους του. Η δε επιστολή την οποία απηύθυνε στη Σύνοδο εκείνη καθόριζε με ακρίβεια την αλήθεια, τη σχετική με το ένα πρόσωπο και τις δύο φύσεις και ουσίες του Χριστού. Η επιστολή εκείνη ακούστηκε με ευχαρίστηση και ενθουσιασμό από τα μέλη της Συνόδου και από το Βασιλέα Μαρκιανό, χρησίμευσε δε πάρα πολύ για τη διεξαγωγή των συζητήσεων και τη διατύπωση των όρων, δηλαδή της δογματικής διδασκαλίας πάνω στο θέμα που την απασχολούσε, αλλά και κατόπιν στις έριδες που για κάποιο καιρό ακόμη εξακολουθούσαν να υπάρχουν.

Σχετικά με τις αιρέσεις των μονοφυσιτών και των μονοθελητών, η επιστολή εκείνη ήταν ένα από τα λαμπρότερα και ισχυρότερα όπλα με τα οποία συντρίβονταν οι πλάνοι. Ο Άγιος Λέων παρέμεινε στην παρούσα ζωή μέχρι το 471 και, αφού έλαμψε ως φωστήρας με τις αρετές, σε γήρας βαθύ εκδήμησε προς τον Κύριο. Ευχαριστώ.

Άγιος Αγαπητός, του οποίου τη μνήμη επίσης σήμερα η Εκκλησία μας επιτελεί, άκμασε κατά τους χρόνους του Βασιλέα Λυκινίου, που βασίλευσε κατά τις αρχές του Τετάρτου μετά Χριστόν αιώνος. Καταγόταν από την Καππαδοκία και ήταν γιος χριστιανών γονέων. Όταν ήταν νέος πήγε σε ένα από τα μοναστήρια της περιοχής που είχε πολλούς μοναχούς, από τους οποίους συνέλεξε διάφορες αρετές, όπως η μέλισσα συλλέγει το μέλι από τα διάφορα άνθη. Έγινε δόκιμος εργάτης των εντολών του Κυρίου και καταδαπανούσε το σώμα του με νηστεία, αγρυπνία και γενικότερη εγκράτεια. Προθυμότατος της υπηρεσίας ήταν πάντων έσχατος και πάντων διάκονος.

Τους μοναχούς θεωρούσε και τους ονόμαζε Κυρίους. Έτσι αξιώθηκε να λάβει από το Θεό τη χάρη των θαυμάτων. Με μόνη την προσευχή του φόνευσε δράκοντα και γιάτρεψε κάποια παρθένο που ταλαιπωρούνταν από ασθένεια, και έτσι όλοι τον θαύμαζαν και όλοι τον αγαπούσαν. Όταν ο βασιλέας Λυκίνιος έμαθε για τον Άγιο αυτό ότι ήταν ανδρείος κατά το σώμα, τον πήρε παρά τη θέλησή του και τον κατέταξε στις στρατιωτικές τάξεις. Ο δε Άγιος και εκεί ακόμη δεν αμελούσε τους ασκητικούς του αγώνες, και τις στρατιωτικές του υπηρεσίες εκτελούσε ανελλιπώς και τη συνηθισμένη άσκηση έκαμνε. Θεράπευε όχι μόνο ανίατες και θανατηφόρες αρρώστιες στους ανθρώπους, αλλά και στα ζώα με μόνη την παρουσία του.

Δε, κατά τον καιρό εκείνο, είδε ο Άγιος να τιμωρούν αυστηρά για την πίστη τους τους καλλίνικους μάρτυρες Βικτορίνο, Δωρόθεο, Θεόδουλο και Αγρίπα, θέλησε και αυτός να γίνει κοινωνός του μαρτυρίου τους. Και ναι μεν δεν έγινε μάρτυρας, έγινε όμως ομολογητής, διότι ενώ χτυπήθηκε με ακόντιο, διαφυλάχθηκε αβλαβής για τη σωτηρία πολλών. Όταν ο Λυκίνιος πέθανε και ο Μέγας Κωνσταντίνος ανέλαβε όλη τη βασιλεία των Ρωμαίων, συνέβη το ακόλουθο γεγονός. Κάποιος από τους καλύτερους υπηρέτες του αυτοκράτορα δαιμονίστηκε από ακάθαρτο πνεύμα, φώναζε δε και καλούσε κατόνομα τον Άγιο αυτό Αγαπητό. Γι' αυτό ο βασιλέας τον έφερε στο παλάτι και μόλις εκείνος προσευχήθηκε...

διώχτηκε ο δαίμονας και ο υπηρέτης θεραπεύτηκε. Ο δε Άγιος δεν ζήτησε άλλη χάρη από τον βασιλέα παρά το να απαλλαγεί από τη στρατιωτική υπηρεσία και να πάει στην αγαπητή του ησυχία. Ο δε βασιλέας συγκατάνευσε σε αυτό αμέσως. Αφού δε ο Άγιος επέστρεψε στην ησυχία, ο Επίσκοπος της Πόλεως Συνάου, που πληροφορήθηκε τα χαρίσματά του, τον προσκάλεσε και επιμένοντας πολύ τον χειροτόνησε ιερέα. Αναδείχθηκε δε λειτουργός του Θεού τελείως σύμφωνος με τα χαρακτηριστικά εκείνα τα οποία θαυμάσια έγραψε ο Απόστολος Παύλος. Ήταν ο δάσκαλος και ο πατέρας που φώτιζε με το λόγο και εποικοδομούσε με το παράδειγμά του, παρηγορώντας, στηρίζοντας, ενεργώντας το κατά δύναμη

και το υπέρ δύναμη. Μετά το θάνατο του επισκόπου του, ο μέγας αυτός Αγαπητός χειροτονήθηκε επίσκοπος Συνάου με ψήφο του Θεού και τη σύμφωνη γνώμη του κλήρου και του λαού. Ο Άγιος ως αρχιερέας έκανε ακόμη μεγαλύτερα θαύματα. Αξιώθηκε δε και προφητικού χαρίσματος. Έτσι, κάποια γυναίκα που είχε ακούσει για τον Άγιο, θέλοντας να λάβει την ευλογία του, πήγε σ' αυτόν. Βλέποντάς την δε εκείνος, της είπε όλα όσα είχε κάνει από την παιδική της ηλικία, νουθετώντας την δε, την ωφέλησε πνευματικά. Του επισκόπου Σιλανδαίων Δαμιανού τα χωράφια κατέστρεφε κατά το χειμώνα ποτάμι που έτρεχε παραδίπλα. Ο Άγιος με προσευχή του άλλαξε το ρεύμα του ποταμού

έτσι έπαυσαν να βλάπτονται τα χωράφια. Πολλά ακόμη θαύματα έκανε με τη χάρη του Θεού ο Άγιος. Ακόμη και ανίατες αρρώστιες θεράπευσε με μόνο το λόγο του και με μόνη τη σκιά του σώματός του. Καλώς λοιπόν και θεοφιλώς αφού έζησε ο θαυματουργός αυτός Αγαπητός, πλήρης ημερών αναπαύθηκε εν Κυρίω.

Επανέλθουμε στον Άγιο Λέοντα, Πάπα της Ρώμης, ο οποίος έζησε κατά τον 5ο μετά Χριστόν αιώνα, δηλαδή πολύ πριν από το σχίσμα των Εκκλησιών. Ήταν Ορθοδοξότατος και όπως προαναφέρθηκε, η συμβολή του στη διατύπωση του Ορθοδόξου Δόγματος στην Τετάρτη Οικουμενική Σύνοδο ήταν σημαντικότατη. Η σχετική του επιστολή συνοψίζεται στο «Δύο Φύσεις και Ουσίες εις Έν Πρόσωπον». Ο αληθινός Θεός, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, προσέλαβε την ανθρώπινη φύση από την Παναγία μας, την οποία ένωσε με το πρόσωπό του χωρίς καμιά διαίρεση, αδιαιρέτως, χωρίς καμιά σύγχυση, ασυγχήτως, χωρίς καμιά τροπή

της φύσεως, ατρέπτως. Ο Χριστός ήταν και τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Η ανθρώπινη φύση του, χωρίς να αλλάξει και να γίνει κάτι άλλο, ήταν κοινωνός, μετείχε στις θείες ιδιότητες και έτσι θεώθηκε. Αυτό δε γινόταν καθώς το φυσικό ανθρώπινο θέλημα του Κυρίου πάντοτε ακολουθούσε το Θεϊκό και πάντοτε υποτασσόταν στο Θεϊκό. Αυτά σημαίνουν ότι ο Θεός δεν εξαφανίζει και δεν καταστρέφει τον άνθρωπο αλλά τον θεώνει και έτσι τον σώζει.

Να γίνει όμως αυτό πρέπει να μην υπάρχει καμιά εναντίωση, αλλά ο άνθρωπος με το αυτεξούσιό του, με την ελευθερία του να δίνει την πλήρη συγκατάθεσή του. Υπάρχει η πλήρης υπακοή. Όπως ο Κύριος έλεγε, «Ου ποιώ το θέλημα το εμόν, δηλαδή το ανθρώπινο, αλλά το θέλημα του πέμψαντός με Πατρός, δηλαδή το θεϊκό». Έτσι και εμείς να λέμε και να το ζούμε συνεχώς: «Δεν κάνω το δικό μου θέλημα, αλλά του Θεού». Έτσι να ανοίγουμε την ύπαρξή μας στη χάρη του Θεού για να υποστούμε την καλή αλλοίωση και να πάθουμε την θέωση που είναι η ευδοκία, το πρώτο και άριστο θέλημα του Θεού και η δική μας σωτηρία.

Αγγλική μετάφρασηEN · 12 παράγραφοι

Leo lived during the reigns of the emperors Theodosius II, Marcian, and Leo. Because of his exceptional self-control and purity, and the sincerity and blamelessness of his life, he was ordained bishop of Old Rome by the grace of the Holy Spirit in the year 440.

He was one of the great defenders of the Orthodox faith. In Italy he brought the heresies of the Manichaeans and Pelagians to an end. At the Fourth Ecumenical Council, where 640 fathers gathered in Chalcedon, across from Constantinople, in 451, he greatly helped to express the Orthodox truth through his active and enlightened participation. He sent four representatives to the Council. The letter he addressed to it set out precisely the truth concerning the one person and the two natures and essences of Christ. The members of the Council and Emperor Marcian received it with joy and enthusiasm. It proved especially valuable in their discussions and in formulating the doctrinal definition on the matter before them. It also helped in the disputes that continued for some time afterward.

In the disputes over the heresies of the Monophysites and Monothelites, that letter was one of the clearest and strongest means of refuting their errors. Saint Leo remained in this life until 471. Having shone like a beacon through his virtues, he departed to the Lord at a great age. Thank you.

Saint Agapetus, whose memory our Church also celebrates today, flourished during the reign of Emperor Licinius, at the beginning of the fourth century after Christ. He came from Cappadocia and was the son of Christian parents. As a young man, he went to a monastery in the region that had many monks. From them he gathered many virtues, as a bee gathers honey from different flowers. He became a faithful worker of the Lord’s commandments and wore down his body through fasting, keeping vigil, and self-restraint in all things. Always eager to serve, he made himself last of all and servant of all.

He regarded the monks as his masters and addressed them that way. So God granted him the grace to work miracles. Through prayer alone he killed a dragon and healed a young woman who was suffering from an illness. Everyone admired him and loved him. When Emperor Licinius heard that the saint was physically strong, he took him against his will and enlisted him in the army. Even there, the saint did not neglect his ascetic struggles. He faithfully carried out his military duties while continuing his usual ascesis, his ascetic discipline. By his presence alone, he healed illnesses in both people and animals, even those thought incurable or fatal.

At that time, the saint saw the victorious martyrs Victorinus, Dorotheus, Theodulus, and Agrippa being severely punished for their faith, and he too wanted to share in their martyrdom. He did not become a martyr, but he did become a confessor of the faith: although he was struck with a spear, he was kept unharmed for the salvation of many. After Licinius died and Constantine the Great became ruler of the entire Roman Empire, the following happened. One of the emperor’s most valued servants became possessed by an unclean spirit. He cried out, calling Saint Agapetus by name. So the emperor brought Agapetus to the palace, and as soon as he prayed...

the demon was driven out and the servant was healed. The saint asked the emperor for only one favor: release from military service, so that he could return to his beloved hesychia, his life of inner stillness. The emperor agreed at once. After the saint returned to that life of stillness, the bishop of Synaus heard about his gifts. He summoned Agapetus and, after much insistence, ordained him a priest. He proved to be a servant of God who fully lived up to the qualities so beautifully described by the Apostle Paul. He was a teacher and a father who enlightened people with his words and built them up through his example, comforting and strengthening them, doing all that lay within his power...

and even more than seemed possible. After his bishop died, this great Agapetus was ordained bishop of Synaus, chosen by God and with the agreement of the clergy and the people. As bishop, the saint worked even greater miracles. He was also granted the gift of prophecy. A woman who had heard of him went to receive his blessing. When he saw her, he told her everything she had done since childhood. He then counseled her, and she was spiritually edified. Every winter, a nearby river flooded the fields of Damian, bishop of Silandus. Through his prayer, the saint changed the river’s course...

and the fields were no longer damaged. By God’s grace, the saint performed many other miracles. He even healed incurable illnesses by his word alone and by the mere shadow of his body. Having lived well and in a way pleasing to God, Agapetus the wonderworker rested in the Lord at a ripe old age.

Let us return to Saint Leo, Pope of Rome. He lived in the fifth century after Christ, long before the schism between the Churches. He was thoroughly Orthodox, and as we have said, his contribution to the formulation of Orthodox doctrine at the Fourth Ecumenical Council was of great importance. His letter can be summed up in these words: “Two natures and essences in one person.” The true God, the second person of the Holy Trinity, took human nature from our Most Holy Theotokos and united it to His person without any division, indivisibly; without any confusion, unconfusedly; and without any change...

in either nature, unchangeably. Christ was both fully God and fully human. His human nature did not change into something else. It shared in the divine attributes and was thus brought into theosis, divinisation. This happened as the Lord’s natural human will always followed and was always obedient to His divine will. All this means that God does not erase or destroy the human person. He brings the human person into theosis, and in this way saves him.

For this to happen, there must be no resistance. A person must freely give full consent, with complete obedience. As the Lord said, “I do not do my own will”—that is, His human will—“but the will of the Father who sent me”—that is, the divine will. So let us continually say, and live by these words: “I do not do my own will, but God’s.” In this way, we open our whole being to the grace of God, so that we may undergo a good transformation and experience theosis, divinisation. This is God’s good pleasure, His first and highest will, and our salvation.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

02 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ\18 02 eid.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα