Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Άγιοι Ιλαρίων και Ανούβ: αγιότητα και μετάνοια

Ο Ιλαρίων ο Νέος εγκατέλειψε οικογένεια και πλούτο για να γίνει μοναχός, ασκώντας υπακοή, ταπείνωση και προσευχή. Αφού υπηρέτησε στη Μονή των Δαλμάτων, έγινε ηγούμενός της και οδήγησε την αδελφότητα στο θέλημα του Χριστού.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων6 Ιουνίου14:25Περισσότεροι άγιοι
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Ο Ιλαρίων ο Νέος εγκατέλειψε οικογένεια και πλούτο για να γίνει μοναχός, ασκώντας υπακοή, ταπείνωση και προσευχή.
  • Αφού υπηρέτησε στη Μονή των Δαλμάτων, έγινε ηγούμενός της και οδήγησε την αδελφότητα στο θέλημα του Χριστού.
  • Ο Ιλαρίνων υπερασπίστηκε την τιμή των αγίων εικόνων παρά τη φυλάκιση, τους ξυλοδαρμούς και την εξορία επί εικονομάχων αυτοκρατόρων.
  • Μετά την αποκατάσταση των εικόνων επί αυτοκράτειρας Θεοδώρας, επέστρεψε στη μονή του και συνέχισε να καθοδηγεί τους μοναχούς της.
  • Ο Ανούβ ο Θαυματουργός περιέγραψε την αφοσίωσή του στον Θεό, τη ζωή στην έρημο και ένα όραμα αγίων που δοξολογούν τον Θεό.
  • Η ομιλία διδάσκει ότι οι χριστιανοί τιμούν τους αγίους μιμούμενοι αυτούς μέσω προσευχής, εγκράτειας και μετάνοιας.
  • Μοναχοί, μάρτυρες και χριστιανοί που ζουν στον κόσμο έχουν τον ίδιο σκοπό: να προοδεύουν προς τον Χριστό με τη χάρη του Θεού.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 16 παράγραφοι

Εορταζόμενος Όσιος Ιλαρίων ο Νέος, άκμασε κατά τον ένατο αιώνα, καταγόταν δε από την Καππαδοκία. Ο πατέρας του ονομαζόταν Πέτρος και ήταν προμηθευτής του άρτου των ανακτόρων, η δε μητέρα του ονομαζόταν Θεοδοσία. Και οι δύο διακρίνονταν για την ευσέβειά τους, την οποία φρόντισαν να μεταδώσουν και στον γιο τους. Ο Όσιος εκπαιδεύτηκε με επιμέλεια στα εκκλησιαστικά γράμματα. Όταν δε έγινε είκοσι ετών, εγκατέλειψε, κατά τον λόγο του Ευαγγελίου, πατέρα, μητέρα, οικία, πλούτο και όλα τα του κόσμου και έγινε μοναχός στο μοναστήρι της Κωνσταντινουπόλεως, το καλούμενο του Ξηρονησίου. Μετά πήγε στη Μονή των Δαλμάτων

έλαβε το μέγα και αγγελικό σχήμα, δηλαδή έγινε μεγαλόσχημος. Εκεί έκανε δέκα χρόνια τηρώντας υπακοή και ταπείνωση, ζώντας την κατά Θεόν ησυχία και εργαζόμενος στον κήπο του μοναστηριού. Αφού καθάρισε την ψυχή του από τα πάθη και τη λάμπρυνε με τις άγιες αρετές, η χάρη του Θεού κατασκήνωσε πλούσια σε αυτόν και αξιώθηκε με την προσευχή του να θεραπεύσει δαιμονισμένο νέο. Τότε ο ηγούμενος του μοναστηριού τον έκανε ιερέα, αν και αυτός, ταπεινά φρονώντας, δεν το ήθελε. Επειδή οι αδελφοί της Μονής εκείνης των Δαλμάτων τον επαινούσαν και διακήρυτταν τις αρετές του, ο Ιλαρίων, για να αποφύγει τους επικίνδυνους για την ταπείνωση και την ψυχή επαίνους,

αποφάσισε και έφυγε, χωρίς να πει ότι θα επέστρεφε, και πήγε στη Μονή των Καθαρών. Οι αδελφοί του Μοναστηριού των Δαλμάτων, βλέποντας ότι παρατεινόταν η απουσία του, άρχισαν να ανησυχούν και να τον αναζητούν. Έμαθαν τελικά ότι ήταν στο Μοναστήρι των Καθαρών, αλλά δεν μπόρεσαν να τον πείσουν να επιστρέψει. Η γνήσια όμως αγάπη δεν υπομένει μόνον, αλλά και επιμένει. Γι’ αυτό απευθύνθηκαν στον τότε Πατριάρχη, τον Άγιο Νικηφόρο, ο οποίος με συγκίνηση και χαρά είδε μοναχούς να αγωνίζονται να επαναφέρουν κοντά τους τον καλύτερό τους. Ο Πατριάρχης ανέφερε αυτό στον βασιλέα Νικηφόρο. Ο Όσιος, υπακούοντας στις προτροπές του Πατριάρχου και του βασιλέως,

επέστρεψε στο μοναστήρι του και έγινε ηγούμενος και αρχιμανδρίτης. Πέρασε οκτώ χρόνια ποιμαίνοντας ο Όσιος χριστομίμητα την αδελφότητα. Κάθε ατομικό θέλημα ήταν εξορισμένο και όλοι ακολουθούσαν το θέλημα του Χριστού.

Όμως το 813 βασίλευσε ο Λέων ο Πέμπτος ο Αρμένιος και άρχισε πόλεμο κατά των αγίων εικόνων. Τότε, μεταξύ των μοναστηριών τα οποία πρωτοστάτησαν στην υπέρ της ευσεβείας αντίδραση, ήταν και η Μονή των Δαλμάτων. Ο αυτοκράτορας διέταξε τον ηγούμενο Ιλαρίωνα να παρουσιαστεί ενώπιόν του και τον πίεσε με διάφορους λόγους και απειλές να μην προσκυνεί τις άγιες εικόνες. Όμως ο πιστός καλόγερος δεν πτοήθηκε από το αυτοκρατορικό σκήπτρο. Με θάρρος είπε στον βασιλέα ότι ασεβεί και ότι με τον κατά των αγίων εικόνων πόλεμο αδικούσε την Εκκλησία και άσκοπα τάρασσε το κράτος. Ο αυτοκράτορας θύμωσε και τον έριξε στη φυλακή. Μετά την παρέλευση αρκετού χρόνου, τον κάλεσε και πάλι, του επανέλαβε τους ίδιους λόγους, αλλά και πάλι απέτυχε. Μετά τον παρέδωσε στον ομόφρονά του Πατριάρχη Θεόδοτο τον Μελισσηνό για να τον μεταπείσει εκείνος. Επειδή όμως και αυτός δεν εισακούστηκε από τον Όσιο, πρόσταξε και τον έκλεισαν σε σκοτεινή φυλακή. Μετά τον περιόρισαν επανειλημμένως σε μοναστήρια που ανήκαν στους εικονομάχους

τον υπέβαλαν σε στερήσεις και ταλαιπωρίες πολλές, τον έβαλαν δε και σε κοινές φυλακές. Το 820 ο Λέων ο Αρμένιος θανατώθηκε μέσα στον ναό εκείνο όπου για πρώτη φορά είχε ρίψει κατά της γης την εικόνα του Χριστού και τον διαδέχθηκε ο Μιχαήλ ο Τραυλός, οπότε ο Όσιος Ιλαρίων ελευθερώθηκε. Όταν όμως βασίλευσε ο γιος του Τραυλού, Θεόφιλος ο Εικονομάχος, κατά το 829, μάζεψε όλους τους υπέρ των αγίων εικόνων ομολογητές και τους φυλάκισε. Τότε και ο Όσιος Ιλαρίων, όταν εξετάστηκε αν πείθεται στη βασιλική προσταγή και ήλεγξε τον Θεόφιλο, δέχθηκε πολλούς ραβδισμούς στη ράχη.

Εξορίστηκε στο νησί Αφουσία. Εκεί ο Όσιος, αφού έσκαψε και έκανε μικρό κελί, με προσευχή του δε έκανε να αναβλύσει νερό από τη γη, πέρασε οκτώ χρόνους. Μετά τον θάνατο του Θεοφίλου, η σύζυγός του Θεοδώρα πρωτοστάτησε στην αποκατάσταση της Ορθοδοξίας και την αναστήλωση των ιερών εικόνων. Τότε όλοι οι ομολογητές της Ορθοδοξίας με τιμές πήγαν στη Βασιλεύουσα και καθένας επέστρεψε στη θέση και το έργο του. Τότε και ο Όσιος Ιλαρίων επέστρεψε από τον τόπο της εξορίας και ανέλαβε πάλι το μοναστήρι του, όπου και διέλαμψε με θαύματα.

Εκεί άλλα τρία χρόνια, θεάρεστα καθοδηγώντας τους μαθητές του, έτσι απήλθε προς τον Κύριο σε ηλικία 70 ετών.

Επίσης, σήμερα εορταζόμενο Όσιο Ανούβ, τον Σημειοφόρο, κάποτε επισκέφτηκαν οι Αββάδες Σούρος, Ησαΐας και Παύλος. Στη συνάντηση που είχαν ανέφερε ο Όσιος Ανούβ και τα εξής σημαντικά: ότι δηλαδή αφ’ ότου άρχισε να ονομάζει το όνομα του Δεσπότου Χριστού, δεν βγήκε ψέμα από το στόμα του, και ότι δεν επεθύμησε άλλο στον κόσμο παρά μόνο τον Θεό. Ύπνος και άνεση μέρα και νύχτα ήταν γι’ αυτόν ο Θεός. Ακόμη, ότι αφού αναχώρησε στην έρημο δεν έφαγε τροφή ανθρωπίνη, αλλά εκείνη που του έφερνε Άγγελος Κυρίου, και ότι όσα ζήτησε από τον Θεό όλα του τα έδωσε.

Επίσης, ότι κάποτε ήλθε σε έκσταση και είδε πολλές μυριάδες αγίων που ήταν κοντά στον Θεό. Χορούς μαρτύρων, τάγματα δικαίων, τάξεις οσίων και ασκητών, και όλοι με μελωδική φωνή και άρρητη ευφροσύνη ανυμνούσαν τον Θεό. Ακόμη, ότι είδε τον σατανά να παραδίδεται στο πυρ το αιώνιο μαζί με όλους τους υπηρέτες του. Είπε δε και πόση αγαλλίαση μέλλουν να έχουν στον Παράδεισο όσοι εκπληρώνουν τις εντολές του Κυρίου. Έτσι, μετά τρεις μέρες, ο Όσιος Ανούβ παρέδωσε την ψυχή του στα χέρια του Θεού και οι πατέρες οι οποίοι προαναφέρθηκαν άκουσαν τους ύμνους των αγγέλων οι οποίοι παρέλαβαν την αγία του ψυχή.

Ευχαριστώ.

Πολλοί είναι οι όσιοι, δηλαδή οι άγιοι μοναχοί, τους οποίους εορτάζει η Εκκλησία μας και σχεδόν δεν υπάρχει μέρα που να μην αναφέρεται στο συναξάρι της κάποιος Όσιος, και μας τους προβάλλει προς μίμηση, καθώς εορτή Αγίου, μίμησις Αγίου. Δηλαδή εορτάζουμε και τιμάμε καθώς πρέπει τους Αγίους όταν προσπαθούμε να τους μιμηθούμε. Είναι δυνατόν όμως ένας Όσιος, ένας Ασκητής, όπως ο Όσιος Ανούβ που προαναφέρθηκε, να έχει κάποια σχέση και κάποια σημασία για τον χριστιανό που βρίσκεται και ζει στον κόσμο και προπαντός στη σύγχρονη εποχή; Πολλοί, δικαιολογώντας τη διάθεσή τους να ζουν κατά το θέλημά τους,

τις ορέξεις τους, τραβούν μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ αυτών και των μοναχών και ισχυρίζονται ότι η προσευχή, η νηστεία και γενικότερα η εγκράτεια και η άσκηση είναι για τους καλογήρους, για τους αφιερωμένους στον Θεό και όχι τόσο για μας.

Ο στόχος για όλους τους χριστιανούς είναι, ή μάλλον πρέπει να είναι, ένας και κοινός: ο Χριστός και η χριστοποίησή μας, το να αποκτήσουμε όλη τη ζωή του Χριστού, τις αρετές του Χριστού. Βέβαια, ο καθένας μας ξεκινά από διαφορετικό σημείο και με διαφορετικές προϋποθέσεις, επομένως και οι πορείες που θα ακολουθηθούν δεν θα είναι πανομοιότυπες. Ωστόσο...

Γενική κατεύθυνση είναι μία, προς τον Χριστό, και η γενική μέθοδος για να φτάσει ο αμαρτωλός άνθρωπος στον στόχο αυτό είναι μία και αυτή είναι της μετανοίας. Και μετάνοια σημαίνει στην πράξη άσκηση, δηλαδή προσπάθεια του ανθρώπου με τη χάρη του Θεού να απελευθερωθεί από τη δουλεία στα κτίσματα, από τη δουλεία στο εγώ και γενικά από οτιδήποτε δεν είναι ο Θεός, και στροφή ολοκληρωτική και δόσιμο ολοκληρωτικό στον Θεό, που είναι η μόνη πηγή της αληθινής, της θεϊκής ζωής, και αγώνας να ζήσουμε αυτή τη ζωή του Θεού. Αυτός ο αγώνας στην πιο καθαρή και πιο έντονη του μορφή, σε καιρό ειρήνης για την Εκκλησία, είναι ο Μοναχισμός.

Τη μετάνοια σε περίοδο διωγμών, κατά τρόπο δραματικό, με το μαρτύριό τους έζησαν οι Άγιοι Μάρτυρες. Σε αυτό το ίδιο εκκλησιαστικό, ορθόδοξο και σωτήριο ρεύμα της μετανοίας και της ασκήσεως πρέπει και ο εν τω κόσμω χριστιανός να είναι ενταγμένος, σε αυτό να μένει και σε αυτό κατά δύναμη να προχωρεί, ώστε να φτάσει στο ένα και μακάριο τέλος, που είναι ο Χριστός.

Αγγλική μετάφρασηEN · 16 παράγραφοι

Today we celebrate Saint Hilarion the New. He lived in the ninth century and came from Cappadocia. His father, Peter, supplied bread to the imperial palace, and his mother was named Theodosia. Both were known for their devotion to God, which they took care to pass on to their son. Hilarion studied the writings of the Church diligently. At the age of twenty, following the word of the Gospel, he left father, mother, home, wealth, and everything of this world. He became a monk at the monastery in Constantinople called Xeronisios. Later he went to the Monastery of Dalmatos.

There he received the great and angelic schema, becoming a great schema monk. For ten years he lived in obedience and humility, practicing hesychia, inner stillness before God, and working in the monastery garden. He cleansed his soul of the passions and made it radiant with holy virtues. God’s grace dwelt richly in him, and he was granted the grace to heal a young man possessed by a demon through his prayer. The abbot then made him a priest, though Hilarion, in his humility, did not want this. When the brothers at the Monastery of Dalmatos began praising him and speaking of his virtues, Hilarion wanted to escape praise that threatened his humility and his soul.

He decided to leave, giving no word that he would return, and went to the Monastery of Katharoi. As his absence stretched on, the brothers at Dalmatos grew worried and began searching for him. They eventually learned where he was, but could not persuade him to return. True love, though, does more than endure; it persists. So they appealed to the Patriarch of the time, Saint Nikephoros. He was moved and delighted to see monks striving to bring their finest brother back among them. The Patriarch brought the matter to Emperor Nikephoros. At the urging of the Patriarch and the emperor, Hilarion obeyed.

He returned to his monastery and became its abbot and archimandrite. For eight years he shepherded the brotherhood in the likeness of Christ. Each monk set aside his own will, and all followed the will of Christ.

But in 813 Leo V the Armenian became emperor and began a campaign against the holy icons. The Monastery of Dalmatos was among the first monasteries to resist in defense of the faith. The emperor ordered Abbot Hilarion to appear before him and tried, with arguments and threats, to make him stop venerating the holy icons. The faithful monk was not intimidated by imperial power. He boldly told the emperor that he was acting impiously: his campaign against the holy icons was wronging the Church and needlessly disturbing the empire. The emperor grew angry and threw him into prison. After some time he summoned Hilarion again, repeated the same arguments, and failed again. He then handed him over to the Patriarch Theodotos Melissenos, who shared his views, hoping he would change Hilarion’s mind. When Hilarion would not listen to him either, Theodotos ordered him shut in a dark prison. After that, Hilarion was repeatedly confined in monasteries belonging to the iconoclasts.

They subjected him to many hardships and deprivations and also placed him in common prisons. In 820 Leo the Armenian was killed in the very church where he had first thrown an icon of Christ to the ground. Michael the Stammerer succeeded him, and Saint Hilarion was released. But when Michael’s son, Theophilos the Iconoclast, became emperor in 829, he gathered up and imprisoned all who confessed the veneration of the holy icons. Hilarion too was questioned about whether he would obey the imperial command. When he rebuked Theophilos, he received many blows from rods across his back.

He was exiled to the island of Aphousia. There Hilarion dug a small cell for himself, and through his prayer water sprang from the ground. He spent eight years there. After Theophilos died, his wife, Empress Theodora, led the restoration of Orthodoxy and the holy icons. Those who had confessed the Orthodox faith were then brought with honor to Constantinople, and each returned to his place and work. Hilarion also returned from exile and again took charge of his monastery, where he became renowned for miracles.

He spent another three years there, guiding his disciples in a way pleasing to God. Then he departed to the Lord at the age of seventy.

Today we also celebrate Saint Anoub the Wonderworker. Once the abbots Souros, Isaiah, and Paul visited him. During their meeting, Saint Anoub told them these remarkable things: from the time he began to call upon the name of Christ the Master, no lie had come from his mouth, and he had desired nothing in the world but God. God was his rest and comfort, day and night. He also said that after going into the desert, he ate no food given him by human beings, only what an angel of the Lord brought him, and that God had granted everything he had asked of Him.

He also told them that once, in a vision, he saw countless saints near God: choirs of martyrs, ranks of the righteous, and gatherings of holy monastics and ascetics. All praised God with beautiful voices and joy beyond words. He also saw Satan being cast into eternal fire with all his servants. And he spoke of the great gladness awaiting in Paradise those who keep the Lord’s commandments. Three days later, Saint Anoub gave up his soul into God’s hands. The fathers who had visited him heard the hymns of the angels as they received his holy soul.

Thank you.

The Church celebrates many holy monastics. Hardly a day passes without one appearing in the Synaxarion, and the Church holds them up for us to imitate. For to celebrate a saint is to imitate that saint. We truly honor the saints when we try to follow their example. But can a holy monastic and ascetic like Saint Anoub have any relevance for a Christian living in the world, especially today? Many people, seeking to justify their desire to live according to their own will,

and to follow their own appetites, draw a dividing line between themselves and monastics. They claim that prayer, fasting, self-restraint, and ascesis, or ascetic discipline, are for monks and those dedicated to God, and less so for the rest of us.

The goal for every Christian is, or rather ought to be, one and the same: Christ. We are to become like Christ, making His life and His virtues our own. Of course, each of us begins from a different place and under different circumstances, so our paths will not be identical. And yet...

The direction is the same for everyone: toward Christ. And the path by which a sinful person reaches that goal is metanoia, repentance. In practice, repentance means ascesis, or ascetic discipline: with God’s grace, we struggle to free ourselves from bondage to created things, to our own ego, and to everything that is not God. We turn and give ourselves wholly to God, the only source of true, divine life, and strive to live that life. In times of peace for the Church, monasticism expresses this struggle in its clearest and most intense form.

In times of persecution, the holy martyrs lived out repentance in a dramatic way through their martyrdom. Christians who live in the world must take part in this same life of the Church, this Orthodox and saving way of repentance and ascesis. We must remain in it and advance in it as far as we are able, until we reach the one blessed goal: Christ.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

06 ΙΟΥΝΙΟΥ\06 06 eid.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα