Άγιοι Γρηγόριος, Πρόκλος και Δάσιος: πίστη και μαρτυρία
Στις 20 Νοεμβρίου η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Γρηγορίου του Δεκαπολίτη, του Πρόκλου της Κωνσταντινουπόλεως, του μάρτυρα Δασίου και άλλων αγίων. Η μητέρα του Γρηγορίου καλλιέργησε την πίστη του, και αργότερα εκείνος αγκάλιασε τη μοναστική προσευχή, την εργασία και τη φροντίδα για τους φτωχούς.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Στις 20 Νοεμβρίου η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Γρηγορίου του Δεκαπολίτη, του Πρόκλου της Κωνσταντινουπόλεως, του μάρτυρα Δασίου και άλλων αγίων.
- Η μητέρα του Γρηγορίου καλλιέργησε την πίστη του, και αργότερα εκείνος αγκάλιασε τη μοναστική προσευχή, την εργασία και τη φροντίδα για τους φτωχούς.
- Ο Γρηγόριος ταξίδεψε για να υπερασπιστεί τις άγιες εικόνες, διδάσκοντας ότι οι Χριστιανοί τιμούν τα πρόσωπα που απεικονίζονται και όχι τις ίδιες τις εικόνες ως λατρευτά αντικείμενα.
- Στη Θεσσαλονίκη υπηρέτησε ως ιερέας και δάσκαλος· μετά τον θάνατό του αναφέρθηκαν θεραπείες στα λείψανά του και στον τάφο του.
- Ο Πρόκλος, μαθητής του Ιωάννη του Χρυσοστόμου, έγινε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και προσπάθησε να επαναφέρει στην Ορθόδοξη πίστη όσους ήταν πλανεμένοι, με πειθώ και υπομονή.
- Ο Τρισάγιος Ύμνος άρχισε να ψάλλεται κατά το πατριαρχείο του Πρόκλου, το οποίο έληξε με την ειρηνική κοίμησή του το 447.
- Ο Δάσιος επέλεξε να ομολογήσει τον Χριστό αντί να θυσιαστεί στον Κρόνο, και η ομιλία προτρέπει τους ακροατές να αντιμετωπίζουν τις αναπόφευκτες δυσκολίες με υπομονή και ευγνωμοσύνη προς τον Θεό.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 15 παράγραφοι
Σήμερα, 20 του μηνός Νοεμβρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη του Οσίου Γρηγορίου του Δεκαπολίτου, του Αγίου Πρόκλου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, μαθητού του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, του Αγίου Μάρτυρος Δασίου του εν Δοροστόλω, των Αγίων Μαρτύρων Νηρσά Επισκόπου, Ιωσήφ του μαθητού αυτού και Επισκόπου και των συναθλητών τους, των Αγίων Μαρτύρων Ισακείου, Ιωάννου και Σαβωρίου, του Αγίου Μάρτυρος Γεϊθαζέτ και άλλων τριών, των Αγίων Παρθένων Θέκλης, Βαθοά και Δεναχίδος, των Αγίων Μαρτύρων Ευσταθείου, Θεσπεσίου και Ανατολίου και του Αγίου Θεοκτίστου του Ομολογητού.
Ο Όσιος Γρηγόριος έζησε κατά τον 9ο μετά Χριστόν αιώνα, καταγόταν δε από την Ειρηνούπολη της Δεκαπόλεως, γι' αυτό και ονομάστηκε Δεκαπολίτης. Την ευσεβή ανατροφή του την όφειλε πρωτίστως στη μητέρα του Μαρία, η οποία είχε ζωντανή πίστη και φρόντισε για την κατά Θεόν και κατά κόσμον μόρφωσή του. Ο Άγιος σύχναζε στην εκκλησία με πολλή ευλάβεια και όσα λόγια σωτήρια άκουγε τα καρπονόταν ως γνωστικός και φρόνιμος. Ύψωνε το νου του στα ουράνια και μίσησε τελείως τα επίγεια. Απέφευγε δε τα ηδονικά φαγητά.
Πηγαίνοντας σε τόπο ήσυχο, προσευχόταν μόνος με μόνο το Θεό, ζητώντας να τον αξιώσει να γίνει δούλος του γνήσιος. Ήταν δε επιτήδειος και έκανε διάφορα εργόχειρα με τα οποία έβγαζε τα αναγκαία για τη συντήρησή του, τα υπόλοιπα δε έδινε ελεημοσύνη στους πτωχούς. Αργότερα έγινε μοναχός. Απερίσπαστος από τις βιωτικές φροντίδες, επιδιδόταν στην άσκηση, συμπλήρωνε δε τις μελέτες του στα θεολογικά και εκκλησιαστικά ζητήματα που απασχολούσαν και τάρασσαν την εποχή του. Έκανε πολλά ταξίδια για να συμμετάσχει στους αγώνες υπέρ των Αγίων Εικόνων.
Μετέβηκε στην Έφεσο, Ένω, Χριστόπολη, Κόρινθο, Ρήγιο, Ρώμη. Από εκεί πήγε και έμεινε αρκετό χρόνο στη Σικελία και κατόπιν πήγε στη Θεσσαλονίκη και έμεινε στη Μονή του Αγίου Μηνά. Εδώ Από πολλές προτροπές και παρακλήσεις έλαβε το ιερατικό αξίωμα. Στη Θεσσαλονίκη του ανοίχθηκε στάδιο μεγάλων αγώνων για την ορθόδοξη πίστη και ο Γρηγόριος έκανε το καθήκον του με πολύ ζήλο, με κάθε ακρίβεια και ευσυνειδησία. Υπήρξε ο παρήγορος πολλών ψυχών, βοηθός αναρίθμητων πτωχών, πρόθυμος διδάσκαλος των αληθειών της πίστεως και των εντολών του Ευαγγελίου. Προπάντων δε και πάντα φύλαγε με ακρίβεια την Ορθοδοξία, με λόγια και πράξεις, έχοντας γι' αυτή ζήλο μεγάλο και θερμότατο. Δίδασκε όλους με τους λόγους του και με γράμματα να προσκυνούν τις Άγιες Εικόνες και να τις σέβονται σύμφωνα με την παράδοση της Εκκλησίας.
Όχι να τις λατρεύουν αυτές τις ίδιες, αλλά να τις τιμούν σχετικώς, δηλαδή, απονέμοντας στο πρωτότυπο την προσκύνηση. Έτσι πολλούς χριστιανούς και πόλεις ολόκληρες γλίτωσε από την πλάνη αυτή και τους οδήγησε στην Ορθόδοξη Πίστη. Μεταξύ δε όλων των αρετών είχε και την προσευχή ακατάπαυστη, έχοντας το νου πάντοτε στο Θεό προσηλωμένο. Με την καθαρή του προσευχή ομιλούσε με τον μόνο καθαρό και με τους Αγίους Αγγέλους, υμνολογούσε και δόξαζε και απολάμβανε από αυτόν τον κόσμο τον αρραβώνα εκείνης της ανεκλάλητης ηδονής και θείας μακαριότητας. Κατά το τέλος της εδώ ζωής του, πάσχοντας από σοβαρή ασθένεια, πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου προγνώρισε το θάνατό του, και κατά την 20ή του Νοεμβρίου
η μακάρια του ψυχή στους ουρανούς, όπου απολαμβάνει πλουσίως τους καρπούς των αγώνων του. Όταν πήγαιναν να ενταφιάσουν το τίμιο και σεβάσμιό του λείψανο, πλησίασε σε αυτό με πίστη κάποιος ασθενής, ο οποίος δεν μπορούσε να σταθεί καθόλου όρθιος, αλλά έσκυβε χαμηλά στη γη το πρόσωπο. Μόλις άγγισε το φέρετρο, του φάνηκε ότι κάποιος τον άγγιξε από πίσω. Στράφηκε προς εκείνον που ήταν κοντά του και τον ρώτησε αν εκείνος τον είχε αγγίξει, αλλά η απάντηση ήταν αρνητική. Έτσι γνώρισε ότι ήταν η δύναμη του Θεού που επισκίαζε τον Άγιο, η οποία του χάρισε αμέσως τη θεραπεία, και έμεινε όρθιος χωρίς να μείνει ίχνος από την ασθένειά του. Άλλος άρρωστος
βασανιζόταν από ακάθαρτο πνεύμα και καθώς άγγιξε τον τάφο του Αγίου έφυγε αμέσως το δαιμόνιο. Άλλος χριστιανός είχε έντονο σαρκικό πειρασμό, τόσο έντονο πόλεμο που κινδύνευε να πέσει σε απόγνωση. Πήγε στον τάφο του Αγίου, εξομολογήθηκε και με δάκρυα ζήτησε τη βοήθειά του. Αμέσως έπαυσε ο πόλεμος, γλίτωσε του λοιπού από τον πειρασμό, δόξαζε τον Κύριο και ευχαριστούσε τον Άγιο.
Ο Άγιος Πρόκλος, του οποίου τη μνήμη επίσης σήμερα επιτελούμε, υπήρξε αφοσιωμένος μαθητής του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Χειροτονήθηκε διάκονος και μετά πρεσβύτερος επί του Πατριάρχου Αττικού. Διακρινόταν για τη μόρφωση, την αρετή και τη διδακτική του ικανότητα. Το 425 χειροτονήθηκε Επίσκοπος Κυζίκου από τον Άγιο Σισίνιο, όμως λόγω των ανωμαλιών που παρουσιάστηκαν στην επαρχία αυτή, την Επισκοπή κατέλαβε άλλος Επίσκοπος. Μετά από αυτό ο Πρόκλος, χωρίς να δυσφορήσει, εξακολούθησε στην Κωνσταντινούπολη το κηρυκτικό του έργο. Ιδιαίτερα δε κοπίασε για την επιστροφή των αιρετικών στα δόγματα της Ορθοδοξίας. Το 434
πέθανε ο Άγιος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μαξιμιανός και ενώ ακόμη το λείψανό του βρισκόταν στο ναό της Μεγάλης Εκκλησίας και καθώς η απαίτηση όλου του λαού της Βασιλεύουσας ήταν μεγάλη να τον διαδεχθεί ο Πρόκλος, προχειρίστηκε ο τελευταίος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και ανέβηκε στο θρόνο κατά την ημέρα του σωτηρίου πάθους του Κυρίου, δηλαδή κατά τη Μεγάλη Πέμπτη. Βασίλευε δε τότε ο Θεοδόσιος ο Δεύτερος με την αδελφή του Πουλχερία και οι δυο δε ήθελαν την επιτυχία του Πρόκλου και για να ανταποκριθούν στην επίμονη λαϊκή αξίωση αλλά και σαν κάποια επανόρθωση του κακού που έκαναν οι γονείς τους που εξόρισαν το μεγάλο διδάσκαλο του νέου Πατριάρχου και του οποίου μια από τις πρώτες φροντίδες
η ανακομιδή από τα Κόμανα στην Κωνσταντινούπολη του Ιερού Λειψάνου του Χρυσοστόμου. Ο Άγιος αυτός ήταν ορθοδοξότατος και θερμός υπέρ του ορθοδόξου δόγματος αγωνιστής. Ταυτόχρονα όμως ήταν και ξένος προς κάθε φανατισμό, επιεικής και προσηνής προς τους πλανεμένους, έλεγε δε ότι η πλάνη θα πρέπει να αποβάλλεται με την πειθώ και την ανεξικακία. Επί των ημερών του άρχισε να ψάλλεται ο Τρισάγιος Ύμνος της Εκκλησίας. Αφού καλώς πατριάρχησε δώδεκα έτη και τρεις μήνες, ειρηνικά απήλθε προς τον Κύριο κατά το έτος 447.
Ο Άγιος Μάρτυς Δάσιος έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Μαξιμιανού, δηλαδή κατά τα τέλη του τρίτου μετά Χριστόν αιώνος, στην πόλη Δορόστολο, η οποία βρίσκεται κοντά στο Δούναβη ποταμό. Στην πόλη αυτή επικρατούσε η συνήθεια οι ειδωλολάτρες να κάνουν κάθε χρόνο γιορτή στο θεό τους Κρόνο. Τριάντα μέρες πριν από τη μιαρή αυτή γιορτή, διάλεγαν ένα νέο και ωραίο στρατιώτη και τον ετοίμαζαν για θυσία. Τον έντυναν με βασιλικά φορέματα και τον παρακινούσαν να εκπληρώσει κάθε του επιθυμία και τέλος τον έσφαζαν πάνω στο βωμό του Κρόνου. Επειδή τότε έπεσε ο κλήρος να θυσιαστεί ο στρατιώτης αυτός Δάσιος,
οι στρατιώτες του τον προέτρεπαν να εκπληρώσει κάθε του επιθυμία. Ο δε Δάσιος συνέλαβε ένα καλό και φρόνιμο λογισμό και είπε: «Επειδή πρόκειται να πεθάνω, μου είναι καλύτερο να πεθάνω για το Χριστό ως χριστιανός». Παρουσιάστηκε λοιπόν στο δικαστήριο του άρχοντος και ομολόγησε με θάρρος την πίστη του στο Χριστό. Γι' αυτό τιμωρήθηκε σκληρά και τελικά αποκεφαλίστηκε με το ξίφος και έτσι έλαβε ο μακάριος τον στέφανο του μαρτυρίου.
Έξυπνη η σκέψη και η πράξη του Αγίου Δασίου. Έξυπνη από άποψη πνευματική. Με κάτι το οποίο ούτως ή άλλως θα γινόταν, με κάτι το οποίο για κάποιον άλλον θα ήταν απλώς ένα πολύ δυσάρεστο γεγονός, μια ανώφελη πράξη και μια πολύ μεγάλη ζημιά, αυτός με ένα θάνατο κέρδισε όχι απλώς τη ζωή, αλλά την αιώνιο ζωή. Με μια έξυπνη λαβή κέρδισε τον αντίπαλο, κατανίκησε το θάνατο. Το φρόνημά του ήταν το φρόνημα όλων των Αγίων Μαρτύρων, οι οποίοι το κοινόν, δηλαδή το θάνατο, ίδιον ηγησάμενοι και την ανάγκη του θανάτου ποιούντες φιλοτιμίαν έτρεχαν προς το μαρτύριο και κέρδιζαν την αιώνια ζωή.
Εμείς πολλές φορές βρισκόμαστε, αν όχι σε τόσο τραγικές, πάντως σε παρόμοιες δύσκολες και δυσάρεστες καταστάσεις, τις οποίες, εάν χειριστούμε έξυπνα, δηλαδή κατά Θεόν, όχι απλώς θα τις ξεπεράσουμε, αλλά πολύ έχουμε να ωφεληθούμε. Παραδείγματος χάριν, μας έρχεται μια αρρώστια. Έτσι κι αλλιώς θα την υποστούμε. Εάν απλώς προσπαθήσουμε να θεραπευτούμε και έτσι να την ξεπεράσουμε, στο τέλος θα μείνουμε με τα έξοδα και την ταλαιπωρία και τίποτε παραπάνω. Εάν όμως την αντιμετωπίσουμε κατά Θεόν, δηλαδή με υπομονή και ευχαριστία προς το Θεό, τότε το πνευματικό όφελος θα είναι μεγάλο και αυτό που καταρχάς μας φαίνεται κακό
έχει μετατραπεί σε ευλογία. Ο Θεός μας έδωσε μυαλό και ξυπνάδα, όχι απλώς για να βολευόμαστε στη ζωή αυτή, αλλά για να τη χρησιμοποιούμε και να την αξιοποιούμε πνευματικά και να κληρονομήσουμε τη ζωή την αιώνιο.
Αγγλική μετάφρασηEN · 15 παράγραφοι
Today, November 20, our Church commemorates Saint Gregory the Decapolite; Saint Proclus, Archbishop of Constantinople and disciple of Saint John Chrysostom; the holy martyr Dasius of Dorostolon; the holy martyrs Nersas the bishop, his disciple Joseph, who was also a bishop, and their fellow sufferers; the holy martyrs Isacius, John, and Saborius; the holy martyr Geithazet and three others; the holy virgins Thecla, Bathoa, and Denachis; the holy martyrs Eustathius, Thespesius, and Anatolius; and Saint Theoktistos the Confessor.
Saint Gregory lived in the ninth century after Christ. He came from Irenopolis in the Decapolis, which is why he was called the Decapolite. He owed his devout upbringing above all to his mother, Maria. She had a living faith and cared for his education, both in the ways of God and in the things of this world. He attended church with great reverence and, as a thoughtful and discerning young man, took to heart the words of salvation he heard there. He lifted his nous, his spiritual intellect, toward heaven and turned completely away from earthly things. He also avoided rich, indulgent foods.
He would go to a quiet place and pray alone with God, asking to be counted worthy of becoming His true servant. He was skilled with his hands and made various things to earn what he needed to live. Whatever remained, he gave as alms to the poor. Later he became a monk. Free from the cares of daily life, he devoted himself to ascesis, the ascetic discipline, while deepening his study of the theological and Church questions that troubled his age. He made many journeys to take part in the struggle to defend the holy icons.
He traveled to Ephesus, Ainos, Christopolis, Corinth, Rhegium, and Rome. From there he went to Sicily, where he stayed for some time. Then he went to Thessaloniki and lived at the Monastery of Saint Menas. There, after many appeals and requests, he received Holy Orders and became a priest. In Thessaloniki a great struggle for the Orthodox faith lay before him, and Gregory carried out his duty with zeal, care, and a clear conscience. He comforted many souls, helped countless poor people, and willingly taught the truths of the faith and the commandments of the Gospel. Above all, he faithfully upheld Orthodoxy in word and deed, with deep and fervent zeal. In his preaching and writings, he taught everyone to venerate and respect the holy icons according to the tradition of the Church.
He taught them not to worship the icons themselves, but to honor them in relation to their prototype, the person depicted: the veneration shown to an icon passes to that prototype. In this way he saved many Christians, and even whole cities, from this error and led them to the Orthodox faith. Alongside all his other virtues, he prayed without ceasing, keeping his nous, his spiritual intellect, fixed on God. Through his pure prayer he communed with the One who alone is pure and with the holy angels. He sang hymns and gave glory to God, and even in this world he received a foretaste of that inexpressible delight and divine blessedness. Near the end of his earthly life, while suffering from a serious illness, he went to Constantinople, where he foresaw his death. And on November 20,
his blessed soul departed for heaven, where he richly enjoys the fruits of his struggles. As they were about to bury his precious and revered relics, a sick man approached them in faith. He could not stand upright at all, but was bent so low that his face pointed toward the ground. As soon as he touched the coffin, he felt as though someone had touched him from behind. He turned to the person beside him and asked whether he had touched him, but the answer was no. He then understood that it was the power of God overshadowing the Saint. He was healed at once and stood upright, with no trace of his illness remaining. Another sick man
was tormented by an unclean spirit. When he touched the Saint’s tomb, the demon left him at once. Another Christian was struggling with a severe temptation of the flesh, so severe that he was in danger of despair. He went to the Saint’s tomb, confessed, and asked for his help with tears. At once the struggle ceased. Freed from that temptation, he glorified the Lord and thanked the Saint.
Saint Proclus, whom we also commemorate today, was a devoted disciple of Saint John Chrysostom. He was ordained a deacon and then a priest during the patriarchate of Atticus. He was known for his learning, virtue, and gift for teaching. In 425, Saint Sisinnius ordained him bishop of Cyzicus. But because of unrest in that province, another bishop took the see. Proclus bore this without resentment and continued preaching in Constantinople. He worked especially hard to bring those who had fallen into heresy back to the doctrines of Orthodoxy. In 434,
Saint Maximian, Patriarch of Constantinople, died. While his relics were still in the church known as the Great Church, the people of the imperial capital strongly called for Proclus to succeed him. Proclus was appointed Patriarch of Constantinople and took his throne on the day of the Lord’s saving Passion, that is, on Holy Thursday. At that time Theodosius II was reigning with his sister Pulcheria. Both wanted Proclus to succeed, in response to the people’s insistent request and also as some reparation for the wrong their parents had done in exiling the new Patriarch’s great teacher. One of Proclus’s first concerns
was to bring the sacred relics of John Chrysostom from Comana to Constantinople. Proclus was steadfastly Orthodox and an ardent defender of Orthodox doctrine. At the same time, he was free of fanaticism, gentle and approachable toward those in error. He said that error should be overcome through persuasion and forbearance. During his patriarchate, the Trisagion Hymn began to be sung in the Church. After serving well as Patriarch for twelve years and three months, he departed peacefully to the Lord in 447.
The holy martyr Dasius lived during the reign of Emperor Maximian, toward the end of the third century after Christ, in the city of Dorostolon near the Danube River. There, the pagans had a custom of holding a yearly festival for their god Kronos. Thirty days before this unholy festival, they chose a young and handsome soldier and prepared him for sacrifice. They dressed him in royal robes and urged him to satisfy his every desire. Finally, they slaughtered him on the altar of Kronos. When the lot fell to the soldier Dasius,
his fellow soldiers urged him to satisfy every desire. But Dasius had a wise and good thought. He said, “Since I am going to die, it is better for me to die for Christ as a Christian.” So he appeared before the ruler’s court and boldly confessed his faith in Christ. For this he was severely punished and finally beheaded with a sword. Thus the blessed man received the crown of martyrdom.
Saint Dasius showed wisdom in both his thought and his action: spiritual wisdom. He faced something that was going to happen anyway. To someone else, it would have been only a terrible event, a pointless act, and a great loss. But through that one death, Dasius gained life—and more than life, eternal life. With one wise move, he defeated his adversary and conquered death. His outlook was that of all the holy martyrs. They took what is common to everyone, death, and made it their own offering. They made a virtue of its necessity, ran toward martyrdom, and gained eternal life.
We too often find ourselves in difficult and unpleasant situations. They may not be as tragic, but if we handle them wisely—that is, in God’s way—we will do more than get through them: we will be greatly benefited. Suppose, for example, that we fall ill. One way or another, we must endure it. If we simply try to recover and put it behind us, in the end we will have the expense and the hardship, and nothing more. But if we face it in God’s way, with patient endurance and gratitude to God, the spiritual benefit will be great. What at first seems bad to us
will have become a blessing. God gave us intelligence and good sense so that we may use them spiritually and inherit eternal life, as well as find our way through this present life.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
11 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ\20 11.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.