Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Άγιοι Γαλακτίων και Επιστήμη: Μεταστροφή, άσκηση και μαρτύριο

Στις 5 Νοεμβρίου η Εκκλησία τιμά τους μάρτυρες Γαλακτίωνα και Επιστήμη. Στην Έμεσα, ο μοναχός Ονούφριος δίδαξε την πίστη στη μητέρα του Γαλακτίωνα, Λευκίππη, και τη βάπτισε. Ο σύζυγός της Κλειτοφών μεταστράφηκε αργότερα.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων5 Νοεμβρίου15:10Περισσότεροι άγιοι
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Στις 5 Νοεμβρίου η Εκκλησία τιμά τους μάρτυρες Γαλακτίωνα και Επιστήμη.
  • Στην Έμεσα, ο μοναχός Ονούφριος δίδαξε την πίστη στη μητέρα του Γαλακτίωνα, Λευκίππη, και τη βάπτισε. Ο σύζυγός της Κλειτοφών μεταστράφηκε αργότερα.
  • Ο Γαλακτίων παντρεύτηκε την Επιστήμη, την ενθάρρυνε να βαπτιστεί, και μαζί επέλεξαν να μείνουν εγκρατείς και να δώσουν τα υπάρχοντά τους στους φτωχούς.
  • Ταξίδεψαν στο Όρος Σινά, όπου ο Γαλακτίων έζησε ανάμεσα σε ερημίτες και η Επιστήμη συνδέθηκε με κοινότητα μοναχών.
  • Κατά τη δίωξη επί Δεκίου, στρατιώτες συνέλαβαν τον Γαλακτίωνα, και η Επιστήμη επέλεξε να τον συνοδεύσει και να ομολογήσει τον Χριστό.
  • Και οι δύο υπέστησαν βασανιστήρια και εκτελέστηκαν στις 5 Νοεμβρίου· ο υπηρέτης τους Ευτόλμιος έθαψε τα λείψανά τους.
  • Η διάλεξη κλείνει καλώντας τους Χριστιανούς να αντιμετωπίζουν τον πόνο με υπομονή και ευγνωμοσύνη, ακολουθώντας το παράδειγμα των μαρτύρων και τη συμβουλή του Αββά Βαρσανουφίου και του Αποστόλου Παύλου.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 15 παράγραφοι

Σήμερα, 5 του μηνός Νοεμβρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Γαλακτίωνος και Επιστήμης, των Αγίων Αποστόλων από τους Εβδομήκοντα, Ερμά, Πατρόβα, Λίνου, Γαΐου και Φιλολόγου, Αγίου Μάρτυρος Δομνίνου και των Συναθλητών του, Αγίου Μάρτυρος Τιμοθέου, Θεοφύλου και Θεοτίμου, Αγίου Ιερομάρτυρος Δωροθέου του Πρεσβυτέρου, Αγίου Μάρτυρος Ευσυχίου και Καρτερίου, Αγίου Μάρτυρος Σιλβανού, Αγίου Γρηγορίου Πάπα Αλεξανδρείας του Ομολογητού, των Αγίων Μαρτύρων Κάστορος και Αγαθαγγέλου και του Αγίου Ιωνά Αρχιεπισκόπου Νοβγορόδ του Θαυματουργού, του Ρώσου.

Μάρτυρες Γαλακτίων και Επιστήμη ήταν σύζυγοι. Κατόπιν αναχώρησαν σε τόπο έρημο και ησυχαστικό κοντά στο όρος Σινά και εκεί ζούσαν ζωή ασκητική. Τέλος δε, αξιώθηκαν μαρτυρικού στεφάνου με το να αθλήσουν κατά τις μέρες του Αυτοκράτορα Δεκίου και του ηγεμόνα Σεκούνδου το έτος 250 μετά Χριστόν. Αλλά ας δούμε τα κατ' αυτούς από την αρχή. Στα όρια της Φοινίκης ήταν μια μεγάλη πόλη που ονομαζόταν Έμεσα. Σε αυτή γεννήθηκε και ανατράφηκε ο Κλειτοφών, άνθρωπος πολύ πλούσιος αλλά και πολύ φρόνιμος. Νυμφεύτηκε τη Λευκίππη, όμοια κατά τη σύνεση με αυτόν. Όμως ήταν άτεκνη και πολύ λυπούνταν γι' αυτό. Καθώς ήταν ειδωλολάτρες, παρακαλούσαν τους ψεύτικους θεούς τους

να λύσουν την ατεκνία τους, πράγμα που φυσικά δεν έγινε. Κάποιος ιερομόναχος, ονόματι Ονούφριος, ενάρετος και θερμός ζηλωτής της πίστεως, βρισκόταν σε εκείνη την πόλη, αγωνιζόταν δε τους μεν ειδωλολάτρες να φέρει στην πίστη του Χριστού, τους δε χριστιανούς να τους στηρίζει, καθώς μάλιστα οι άρχοντες τους δίωκαν, κατεξοχήν δε ο διοικητής της πόλεως, Σεκούνδρος. Αυτός λοιπόν, ο ευλαβέστατος Ονούφριος, έκαμνε το φτωχό και πήγαινε στα σπίτια των πλουσίων για να του δώσουν ελεημοσύνη. Όμως όσα του έδιναν, αυτός τα μοίραζε στους πτωχούς, τους οποίους ταυτόχρονα συμβούλευε να μην πιστεύουν στα είδωλα, αλλά στο Χριστό και να υπομένουν με ανδρεία όσα θα επέτρεπε ο Θεός να τους έλθουν από τους ειδωλολάτρες για

αυτή τους την πίστη. Έτσι, κάποια φορά πήγε και στο σπίτι του Κλειτοφώντα. Η Λευκίππη, ιδιαίτερα τη μέρα εκείνη για την ατεκνία της, είχε κλειστεί και δεν άνοιγε την πόρτα του σπιτιού της. Ο άνθρωπος του Θεού επέμενε και τελικά οι υπηρέτες του άνοιξαν και του έβαλαν να φάγει. Καθώς έτρωγε, ήλθε και η Λευκίππη, η οποία στη συζήτηση που έγινε εξέφρασε την αιτία της λύπης της, πρόσθεσε δε ότι δεν βρέθηκε κάποιος Θεός που να τη λυτρώσει από το όνειδος της ατεκνίας της. Ο Ονούφριος άρπαξε την ευκαιρία και της είπε: «Πώς είναι δυνατόν οι ανύπαρκτοι θεοί να σε λυτρώσουν από την ατεκνία; Εάν πιστέψεις στον αληθινό Θεό, αυτός ως Παντοδύναμος μπορεί όχι μόνο να σου δώσει παιδί,

και άλλες μεγάλες χάρες να σου κάνει». Η Λευκίππη, ως γη αγαθή, δέχτηκε τον πρώτο εκείνο σπόρο της πίστεως. Εκδήλωσε την καλή της διάθεση και ο ιερομόναχος την κατήχησε, διδάσκοντάς της τα περί Αγίας Τριάδος, σαρκώσεως του Χριστού, τα περί του Πάθους και της Αναστάσεώς του. Τη συμβούλευσε να ασκεί την ελεημοσύνη και τις άλλες αρετές και προπαντός να λάβει το Άγιο Βάπτισμα για να καθαριστεί από τις αμαρτίες της, της φανέρωσε δε ότι ήταν μοναχός, ότι προσποιούνταν τον επαίτη για να σώσει την ψυχή της και ότι σύντομα και ο σύζυγός της θα γινόταν χριστιανός. Αφού λοιπόν πίστεψε με όλη της την ψυχή και υποσχέθηκε να πραγματοποιήσει όλα όσα θα έπρεπε να κάνει, έφεραν ένα πιθάρι νερό.

Ο Ονούφριος τη βάπτισε. Μετά από λίγες μέρες κατάλαβε η Λευκίππη ότι κυοφορούσε. Όταν δε το είπε στον σύζυγό της, εκείνος θέλησε να ευχαριστήσει τους ψεύτικους θεούς. Τότε εκείνη του αποκάλυψε ότι επρόκειτο για ευεργεσία του Χριστού και τον προέτρεψε να πιστέψουν σε Αυτόν. Βλέποντας η Λευκίππη ότι ο σύζυγός της δεχόταν να πιστέψει, του ομολόγησε ότι είχε βαπτιστεί και τον παρακίνησε κι αυτός να μην αργήσει να λάβει το Άγιο Βάπτισμα, το οποίο έγινε και πάλι από τον Ονούφριο. Όταν αργότερα γεννήθηκε το παιδί, από αγάπη προς το δάσκαλό τους το ονόμασαν Ονούφριο, εκείνος όμως κατά τη βάπτιση το είπε Γαλακτίωνα. Όταν έγινε ο Γαλακτίων 24 ετών, ο πατέρας του

—η Λευκίππη είχε ήδη κοιμηθεί— θέλησε να τον νυμφεύσει. Βρέθηκε καλή και ωραία νύφη, η Επιστήμη, και ο Γαλακτίων τη δέχθηκε με τη βία, μόνο για να μην γίνει παρήκοος στον πατέρα του. Όμως δεν είχε καμιά σαρκική κοινωνία με τη σύζυγό του, στην οποία ως δικαιολογία προέβαλε το ότι ήταν αβάπτιστη και ως εκ τούτου ακάθαρτη, την προέτρεψε δε να βαπτιστεί, το οποίο και έγινε. Την όγδοη μέρα μετά τη βάπτισή της, η Επιστήμη είδε στον ύπνο της ότι βρέθηκε σε ωραία βασιλικά παλάτια, όπου είδε τρεις χορούς. Ο ένας ήταν άνδρες σεβάσμιοι με μαύρη κόσμια στολή, ο άλλος γυναίκες με παρόμοια μαύρη στολή και ο τρίτος παρθένοι με πολλή λαμπρότητα.

Ρωτώντας η Επιστήμη ποιοι ήταν οι χοροί εκείνοι, έμαθε ότι ο πρώτος ήταν μοναχοί, ο δεύτερος μοναχές και ο τρίτος ήταν εκείνοι που παρέμειναν άγαμοι και φύλαξαν άφθορη την παρθενία τους, γι' αυτό και είχαν τόσο μεγάλη λαμπρότητα. Η Επιστήμη είπε στον άνδρα της το όραμα και συμφώνησαν να φυλάξουν παρθενία μέχρι τέλους της ζωής τους για να κληρονομήσουν εκείνη τη δόξα και ωραιότητα. Έτσι, αφού μοίρασαν όλα τους τα υπάρχοντα στους πτωχούς, συμφώνησαν και αναχώρησαν να πάνε σε τόπο έρημο για να μονάσουν.

Περπάτησαν δέκα μέρες και έφτασαν στο όρος Σινά, όπου βρήκαν δώδεκα ερημίτες. Τους παρεκάλεσαν να τους δεχθούν στη συνοδεία τους. Εκείνοι όμως κράτησαν τον Γαλακτίωνα, την δε Επιστήμη έστειλαν σε ασκητήριο με τέσσερις μοναχές. Ο Γαλακτίων αγωνιζόταν με πολλή νηστεία, με καθημερινή αγρυπνία, αδιάλειπτη προσευχή και πολύ μεγάλη σωφροσύνη. Ο μισόκαλος διάβολος, βλέποντας την τόσο μεγάλη αρετή του Γαλακτίωνος, οργίστηκε και, μη μπορώντας διαφορετικά να τον βλάψει, σκλήρυνε τον βασιλέα κατά των χριστιανών και έστειλε στρατιώτες στο Σινά για να του φέρουν όσους χριστιανούς θα έβρισκαν. Εκείνες τις μέρες είδε η Επιστήμη σε όραμα ότι πήγε με τον Γαλακτίωνα σε παλάτι και τους φόρεσαν πολύτιμο στεφάνι. Οι στρατιώτες, όταν πήγαν στο όρος, συνέλαβαν μόνο τον Γαλακτίωνα και κάποιον άλλο μοναχό, οι άλλοι δε έφυγαν.

Έμαθε αυτό η Επιστήμη, παρεκάλεσε και πήρε την ευλογία για να ακολουθήσει τον Γαλακτίωνα, για να του γίνει συνοδοιπόρος στη θλίψη, στα βασανιστήρια, ενδεχομένως και στο θάνατο. Έτρεξε και πρόφτασε τον Γαλακτίωνα και τον παρακαλούσε να μαρτυρήσουν μαζί για το Σωτήρα Χριστό. Αυτό. Έτσι, τη συνέλαβαν και αυτοί οι στρατιώτες και την πήγαιναν μαζί με τον Άγιο Γαλακτίωνα, ο οποίος τη νουθετούσε να μη δειλιάσει στα προσωρινά βασανιστήρια. Ενώπιον του άρχοντα στον οποίο παρουσιάστηκαν, ο Άγιος δήλωσε με θάρρος ότι είναι μοναχός και ότι ονομάζεται Χριστιανός από τον Χριστό, τον οποίο προσκυνεί ως τον μόνο αληθινό Θεό. Τότε πρόσταξε ο τύρανος να τον δέσουν και να τον δέρνουν αλύπητα με βούνευρα.

Βλέποντας τούτο η Επιστήμη, πόνεσε η ψυχή της και έλεγξε το δικαστή ως άσπλαχνο. Ο τύρανος διέταξε να τη δέρουν ανελεήτως και οι υπηρέτες απάνθρωπα τη βασάνιζαν. Η Αγία υπέμεινε τις πληγές με αγαλλίαση, προείπε ότι για την πράξη αυτή τους βασανιστές ανέμενε αιώνια αλλά και πρόσκαιρη τιμωρία. Και πράγματι, κατά θεία δίκη, όλοι όσοι βρίσκονταν κοντά στον άρχοντα τυφλώθηκαν. Αυτό δε έγινε πρώτον μεν προς δόξαν της μάρτυρος, δεύτερον δε προς σωτηρία αυτών που την βασάνιζαν, διότι η τύφλωση των σωματικών οφθαλμών τους συγκλόνισε, φώτισε τα μάτια της ψυχής τους, τους έφερε σε θεογνωσία και ομολόγησαν το Χριστό Θεό αληθινό. Μόνο ο τύραννος έμεινε στο σκοτάδι της απιστίας.

Διέταξε μυτερά καλάμια να τα καρφώσουν στα νύχια τους, μετά δε να τους κόψουν τα χέρια, τα πόδια και τις γλώσσες τους. Όλα τα υπέμειναν οι Άγιοι με γενναιότητα αλλά και ευχαριστία. Ευχαριστία, διότι τους αξίωνε ο Κύριος να υποφέρουν τόσα και τόσα για την αγάπη Του. Μετά δόθηκε η τελευταία εναντίον τους απόφαση, να κόψουν με το ξίφος τις τίμιες τους κεφαλές, το οποίο και έγινε την 5η Νοεμβρίου και ενώ ο Γαλακτίων ήταν 30 και η Επιστήμη 16 ετών. Ο πιστός τους δούλος Ευτόλμιος τόλμησε και πήρε τα σεβάσμιά τους λείψανα και τα ενταφίασε με την πρέπουσα τιμή εις δόξαν του Αγίου Τριαδικού Θεού.

Προηγουμένως τον Άγιο Γαλακτίωνα και την Αγία Επιστήμη με πολλή υπομονή να υφίστανται τα πολλά και μεγάλα βασανιστήρια. Όμως η υπομονή τους αυτή δεν ήταν κακομοίρικη, μοιρολατρική. Δεν είπαν: «Ε, τι να κάνουμε, αφού δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς, ούτε να αρνηθούμε την πίστη μας, ούτε να αποφύγουμε τα βασανιστήρια, ας υπομείνουμε». Όχι, φαίνεται ότι δεν έβλεπαν και δεν ζούσαν τα βασανιστήρια σαν αναπόφευκτο, αναγκαίο κακό, αλλά σαν ευλογία, σαν μέσο για να δείξουν την αγάπη τους προς το Χριστό και να κερδίσουν τον Παράδεισο. Σ' αυτό συνέβαινε αυτό που λέγει ένα τροπάριο της Εκκλησίας μας, ότι δηλαδή οι μάρτυρες άρπαζαν τα βάσανα ως θησαυρούς.

Γι' αυτό και ευχαριστούσαν το Θεό γι' αυτά. Και εμείς στη ζωή αυτή έχουμε θλίψεις και βάσανα. Άλλος λιγότερα, άλλος περισσότερα. Πότε μεγαλύτερα, πότε μικρότερα. Η συμβουλή των πατέρων μας είναι να τα σηκώνουμε με υπομονή αλλά και ευχαριστία. Εάν μάθουμε να τα βλέπουμε όπως οι Άγιοι Μάρτυρες, ως θησαυρούς, τότε και ελαφρότερα θα γίνονται, αλλά και η πνευματική ωφέλεια θα είναι μεγάλη. Γι' αυτό ο Αββάς Βαρσανούφιος μας συμβουλεύει: «Είτε εν θλίψεσιν, είτε εν ανάγκαις και στενοχωρίαις, είτε εν ασθενείαις και κόποις σωματικοίς, εν πάσι τοις επερχομένοις, ευχαρίστησον τω Θεώ».

Γαρ εστί η αμέριμνος ζωή του ανθρώπου του Θεού. Γι' αυτό και ο Απόστολος Παύλος μας προτρέπει: «Εν παντί ευχαριστείτε».

Αγγλική μετάφρασηEN · 15 παράγραφοι

Today, November 5, our Church commemorates the holy martyrs Galaktion and Episteme; the holy Apostles of the Seventy Hermas, Patrobas, Linus, Gaius, and Philologus; the holy martyr Domninus and his fellow martyrs; the holy martyrs Timothy, Theophilus, and Theotimus; the holy hieromartyr Dorotheus the Priest; the holy martyrs Eusechius and Carterius; the holy martyr Silvanus; Saint Gregory, Pope of Alexandria and Confessor; the holy martyrs Castor and Agathangelus; and Saint Jonah, Archbishop of Novgorod, the Russian wonderworker.

The martyrs Galaktion and Episteme were husband and wife. Later they went to a secluded place near Mount Sinai, where they lived an ascetic life. In the end, they were counted worthy of the crown of martyrdom during the reign of Emperor Decius and the rule of the governor Secundus, in the year 250 AD. But let us hear their story from the beginning. Near the borders of Phoenicia stood a great city called Emesa. Cleitophon was born and raised there. He was very wealthy, but also very wise. He married Leucippe, who was his equal in good judgment. She could not have children, however, and this caused her great sorrow. Since they worshipped idols, they prayed to their false gods

to end their childlessness, but of course nothing happened. A virtuous hieromonk named Onuphrius, a fervent defender of the faith, was living in that city. He worked to bring idol worshippers to faith in Christ and to strengthen Christians, especially since the rulers were persecuting them, above all the city’s governor, Secundus. This devout Onuphrius would pretend to be poor and go to the houses of the wealthy to ask for alms. Whatever they gave him, he distributed to the poor. At the same time, he urged them to believe in Christ rather than idols, and to bear courageously whatever God might permit the idol worshippers to bring upon them because of

their faith. One day, he came to Cleitophon’s house. Leucippe was especially distressed about her childlessness that day. She had shut herself in and would not open the door. The man of God persisted until the servants opened it and gave him something to eat. While he was eating, Leucippe came in. As they talked, she told him why she was so sorrowful. She added that she had found no god who could free her from the shame of being childless. Onuphrius seized the opportunity and said to her, “How can gods who do not exist free you from childlessness? If you believe in the true God, He is almighty and can give you a child

and grant you many other great blessings.” Like good soil, Leucippe received that first seed of faith. Seeing her openness, the hieromonk instructed her about the Holy Trinity, the Incarnation of Christ, and His Passion and Resurrection. He advised her to give alms and cultivate the other virtues, and above all to receive Holy Baptism so that she might be cleansed of her sins. He also told her that he was a monk, that he had pretended to be a beggar to save her soul, and that her husband would soon become a Christian too. She believed with all her soul and promised to do everything that was needed. Then they brought a large jar of water.

Onuphrius baptized her. A few days later, Leucippe realized she was expecting a child. When she told her husband, he wanted to thank the false gods. She explained that this was a blessing from Christ and urged him to believe in Him. When she saw that he was willing, she told him she had been baptized and encouraged him to receive Holy Baptism without delay. Onuphrius baptized him as well. When the child was born, they named him Onuphrius out of love for their teacher, but at his Baptism, Onuphrius named him Galaktion. When Galaktion turned twenty-four, his father

—Leucippe had already fallen asleep in the Lord—wanted him to marry. A good and beautiful bride was found for him, Episteme. Galaktion agreed only reluctantly, so as not to disobey his father. He had no marital relations with his wife, however. He told her it was because she had not been baptized and was therefore unclean, and he urged her to be baptized. She did so. On the eighth day after her Baptism, Episteme dreamed that she was in a beautiful royal palace, where she saw three groups of people. The first was made up of venerable men in modest black clothing; the second, women dressed in the same way; and the third, virgins radiant with glory.

Episteme asked who they were and learned that the first group were monks, the second were nuns, and the third were people who had remained unmarried and preserved their virginity. That was why they shone so brightly. She told her husband about the vision, and they agreed to remain celibate for the rest of their lives, so that they might inherit that glory and beauty. Then they gave all their possessions to the poor and set out together for a secluded place where they could live the monastic life.

After walking for ten days, they reached Mount Sinai and found twelve hermits. They asked to join their community. The hermits kept Galaktion with them and sent Episteme to a hermitage with four nuns. Galaktion devoted himself to rigorous fasting, daily vigils, unceasing prayer, and great self-restraint. The devil, who hates all that is good, saw Galaktion’s great virtue and became enraged. Unable to harm him any other way, he hardened the emperor’s heart against the Christians. The emperor sent soldiers to Sinai to bring back any Christians they found. In those days, Episteme had a vision: she and Galaktion entered a palace, where precious crowns were placed on them. When the soldiers came to the mountain, they arrested only Galaktion and one other monk. The rest escaped.

When Episteme learned what had happened, she asked for and received a blessing to follow Galaktion and share his suffering, his tortures, and perhaps even his death. She ran after him, caught up with him, and begged that they might be martyred together for Christ the Savior. So the soldiers arrested her too and led her away with Saint Galaktion. He encouraged her not to lose heart in the face of these passing torments. Brought before the ruler, the saint boldly declared that he was a monk and that he bore the name Christian because of Christ, whom he worshipped as the only true God. The tyrant then ordered him bound and beaten mercilessly with oxhide whips.

When Episteme saw this, she was deeply pained and rebuked the judge for his cruelty. The tyrant ordered her beaten without mercy, and his servants tortured her inhumanly. The saint endured the blows with gladness. She foretold that her tormentors would face both eternal and earthly punishment for what they were doing. And indeed, by divine judgment, everyone near the ruler was struck blind. This happened, first, for the glory of the martyr and, second, for the salvation of those who tortured her. The loss of their physical sight shook them, opened the eyes of their souls, and brought them to the knowledge of God. They confessed Christ as the true God. Only the tyrant remained in the darkness of unbelief.

He ordered sharp reeds driven under their nails, and then ordered their hands, feet, and tongues cut off. The saints endured it all with courage and gratitude. They were grateful because the Lord had counted them worthy to suffer so much for love of Him. Then came the final sentence: their honored heads were to be cut off with a sword. This took place on November 5, when Galaktion was thirty years old and Episteme was sixteen. Their faithful servant Eutolmius dared to take their venerable remains and bury them with fitting honor, to the glory of the Holy Triune God.

We have seen Saint Galaktion and Saint Episteme endure so many terrible tortures with patient endurance. Yet they did not endure them in helpless resignation. They did not say, “Well, what else can we do? We cannot deny our faith, and we cannot escape the torture, so we must endure it.” No. They seem to have seen and experienced their suffering as a blessing, as a way to show their love for Christ and gain Paradise. They lived what a hymn of our Church says: the martyrs seized their sufferings as treasures.

That is why they thanked God for them. We too have sorrows and hardships in this life. Some have fewer, others more; sometimes they are greater, sometimes smaller. Our fathers counsel us to bear them with patient endurance and gratitude. If we learn to see them as the holy martyrs did—as treasures—they will become easier to bear, and we will receive great spiritual benefit. That is why Abba Barsanuphius advises us: “Whether in tribulations, in need and hardship, or in sickness and bodily toil, give thanks to God for everything that comes upon you.”

For this is the life of the person of God, free from anxious care. That is why the Apostle Paul urges us: “Give thanks in everything.”

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

11 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ\05 11.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα