Άγιοι Ευσέβιος, Ζήνων και Ζηνάς: πιστοί μέχρι θανάτου
Ο Ευσέβιος, επίσκοπος Σαμοσάτων, υπερασπίστηκε την ορθόδοξη διδασκαλία απέναντι στον αρειανισμό την εποχή του Κωνστάντιου Β'. Αρνήθηκε να υποχωρήσει όταν απειλήθηκε με την απώλεια του χεριού του και υπέμεινε διωγμό επί Ιουλιανού και εξορία επί Ουάλη.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Ο Ευσέβιος, επίσκοπος Σαμοσάτων, υπερασπίστηκε την ορθόδοξη διδασκαλία απέναντι στον αρειανισμό την εποχή του Κωνστάντιου Β'.
- Αρνήθηκε να υποχωρήσει όταν απειλήθηκε με την απώλεια του χεριού του και υπέμεινε διωγμό επί Ιουλιανού και εξορία επί Ουάλη.
- Μετά την επιστροφή του στην έδρα του, ο Ευσέβιος αντιτάχθηκε στον αρειανισμό και δέχθηκε θανάσιμο χτύπημα από μια αρειανή γυναίκα το 379· πριν πεθάνει, την συγχώρεσε.
- Οι επιστολές του Βασιλείου του Μεγάλου μαρτυρούν την αγάπη και τον σεβασμό του για τον Ευσέβιο.
- Ο Ζήνων μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς και ελευθέρωσε τους δούλους του, ενώ ο Ζηνάς επέλεξε να μείνει μαζί του ως αδελφός εν Χριστώ.
- Και οι δύο ομολόγησαν τον Χριστό ενώπιον του ειδωλολάτρη έπαρχου Μάξιμου, υπέμειναν φυλάκιση και βασανιστήρια και αποκεφαλίστηκαν.
- Η σταθερότητά τους καλεί τους χριστιανούς να προτιμούν τον Χριστό από την άνεση και τον φόβο, αναζητώντας τη χάρη του Θεού με ταπείνωση και υπομονή.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 12 παράγραφοι
Ιερομάρτυς Ευσέβιος έζησε κατά τους ταραγμένους χρόνους της Εκκλησίας, κατά τους οποίους βασίλευε ο Κωνστάντιος, ο γιος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, και υπεστήριζε την αίρεση του Αρείου. Επιζητήθηκε τότε και για κάποιο καιρό επιτεύχθηκε να επικρατήσει στη χρήση του συμβόλου της πίστεως η λέξη «ομοιούσιος» αντί της λέξεως «ομοούσιος». Και συγχρόνως, ο Κωνστάντιος, μη γνωρίζοντας χαλινό της βασιλικής εξουσίας, καταδίωκε αμείλικτα τους συμμάχους και συναθλητές του Αγίου Αθανασίου του Μεγάλου. Τότε καταδιώχθηκε και ο Άγιος αυτός Ευσέβιος, ο οποίος ήταν επίσκοπος Σαμοσάτων της Συρίας, κοντά στον Εφράτη ποταμό. Ζηλωτής διάπυρος της Ορθοδόξου Πίστεως,
με πολλή ανδρεία ψυχής και καταφρόνηση των παρόντων, επιδίωκε την πρόοδο της ευσεβίας και την επικράτηση της ορθοδοξίας. Χαρακτηριστικό δε υπήρξε το περιστατικό κατά το οποίο, όταν τον απείλησε ο βασιλέας ότι θα του έκοβε το δεξί χέρι, εκείνος άπλωσε και τα δυο του χέρια, θέλοντας να δείξει ότι μετά χαράς δεχόταν και των δυο την εκκοπή, παρά να προδώσει την ευσέβεια. Ο Κωνστάντιος απέθανε το Νοέμβριο του 361. Τον διαδέχτηκε δε ο εξάδελφός του Ιουλιανός. Είναι γνωστό ότι επ' αυτού έπαυσε πρόσκαιρα ο κατά των Ορθοδόξων Επισκόπων διωγμός, επαναλήφθηκε όμως ακολούθως από τον Αποστάτη εκείνον βασιλέα, ο οποίος ονειρεύτηκε την αναζωογόνηση και αποκατάσταση της ειδωλολατρίας.
Στον κατατρεγμό που άρχισε τότε συμπεριελήφθηκε και ο Σαμοσάτων Ευσέβιος. Τα ίδια και χειρότερα εξακολούθησαν και επί του αυτοκράτορα Ουάλεντος, ο οποίος βασιλεύοντας την Ανατολή ανέλαβε την με κάθε τρόπο υποστήριξη των Αριανών.
Ο Ευσέβιος όχι μόνο διώχθηκε από το θρόνο του, αλλά και εξορίστηκε κοντά στο Δούναβι, μεταξύ των Γότθων, όπου ζούσε ζωή μαρτυρική. Μετά το θάνατο του Ουάλεντος, επανήλθε ο Άγιος στην επισκοπή του. Αλλά η Αριανή αίρεση εξακολουθούσε να έχει τους φανατικούς της οπαδούς και ο Ορθόδοξος Ιεράρχης ασχολήθηκε πρωτίστως στο να καταπολεμήσει την αίρεση και να αποκαταστήσει στην επαρχία του το Ορθόδοξο φρόνημα. Η ενέργειά του αυτή εξαγρίωσε τους Αριανούς για την επιτυχία της. Κάποια δε μέρα, μια γυναίκα που ακολουθούσε την εν λόγω αίρεση πήρε μια κεραμίδα από κάποια στέγη και, ενώ περνούσε ο Άγιος έξω από το σπίτι της, τον κτύπησε δυνατά στο κεφάλι και από το κτύπημα εκείνο θανατώθηκε ο ιεράρχης κατά το έτος 379. Πριν δε αποθάνει, συγχώρησε τη γυναίκα που τον φόνευσε, μιμούμενος τον Δεσπότη Χριστό και τον Πρωτομάρτυρα Στέφανο. Με τον Άγιο αυτόν Ευσέβιο είχαν αλληλογραφία κορυφαίοι πατέρες της Εκκλησίας. Έτσι ο Μέγας Βασίλειος σε επιστολή του γράφει προς αυτόν ότι του ήταν πολύ ενδιαφέρον το να αξιώνεται με γράμματα να ομιλεί με τη θεοσέβειά του
ζητούσε δε για τον εαυτό του τις προσευχές του Ευσεβίου και ήταν τόση η προς τον Ευσέβιο στοργή και οικειότητα του μεγάλου ιεράρχου της Καισαρείας, ώστε σε άλλη του επιστολή εκφράζει προς αυτόν την υπερβολή της συμφοράς του από το ότι στερήθηκε τη μητέρα του, μόνη της ζωής του παραμυθία. Γενικώς, σε πολλές επιστολές του ο Άγιος Βασίλειος μαρτυρεί ότι ο Ευσέβιος ήταν από τους αγιότερους και αθλητικότερους ιεράρχες, άξιος του σεβασμού ανδρών οι οποίοι υπήρξαν στύλοι και καυχήματα της Εκκλησίας.
Οι επίσης σήμερα εορταζόμενοι Άγιοι Μάρτυρες, Ζήνων και Ζηνάς, κατάγονταν από τη Φιλαδέλφεια της Αραβίας, άκμασαν δε κατά τις αρχές του τετάρτου μετά Χριστόν αιώνος, στους χρόνους κατά τους οποίους, πριν από τη βασιλεία του Μεγάλου Κωνσταντίνου, εξακολουθούσε ο μανιακός κατά της Εκκλησίας διωγμός. Και ο μεν Ζήνων ήταν πλούσιος χριστιανός, όχι μόνο σε χρήμα αλλά και σε ευσέβεια. Ο δε Ζηνάς ήταν δούλος του, αλλά σαν χριστιανός και αυτός ήταν μάλλον αδελφός του, με την αγάπη η οποία συνέδεε τα μέλη της Εκκλησίας.
Ο Ζήνων, έχοντας πολύ τον πόθο να μαρτυρήσει για το Χριστό, πούλησε και μοίρασε στους πτωχούς την περιουσία του, χάρισε δε την ελευθερία σε όλους τους δούλους του. Από αυτούς όμως, ο Ζηνάς δεν θέλησε να αφήσει τον πρώην κύριό του και τον παρακάλεσε θερμά να τον κρατήσει κοντά του. Όταν δε στη Φιλαδέλφεια ο ειδωλολάτρης έπαρχος Μάξιμος μεγάλωνε τον κατά των χριστιανών διωγμό, ο Ζήνων παρουσιάστηκε σ' αυτόν και τον έλεγξε διότι αγωνιζόταν για μάταια πράγματα, δηλαδή για τη λατρεία των αψύχων ειδώλων και την εξάλειψη της χριστιανικής πίστεως, της οποίας τον θρίαμβο πιστοποιούσε η ιστορία τριών αιώνων. Ο έπαρχος, αντί άλλης απαντήσεως, υπέβαλε τον μάρτυρα σε πολλούς και δυνατούς ραβδισμούς και στη συνέχεια τον φυλάκισε. Όταν έμαθε αυτό ο Ζηνάς, πήγε στον έπαρχο για να τον παρακαλέσει να αφήσει ελεύθερο τον κύριό του, αλλά εκείνος περιορίστηκε στο να διατάξει και αυτού τη φυλάκιση.
Μετά από μερικές μέρες οδηγήθηκαν και οι δυο μάρτυρες μπρος στον έπαρχο, όπου με πολλή παρρησία επανέλαβαν τη χριστιανική τους ομολογία. Ακολούθησαν τα συνηθισμένα κατά των χριστιανών βασανιστήρια. Οι Άγιοι έμειναν με τη χάρη του Θεού αβλαβείς και ακλόνητοι στην πίστη τους προς το Χριστό. Τέλος, τους απεκεφάλισαν και έτσι έλαβαν οι μακάριοι του μαρτυρίου τους στεφάνους.
Θανάτου και δώσω σοι τον στέφανον της ζωής. Εκείνο που χαρακτηρίζει τη ζωή, τον αγώνα των Αγίων της Εκκλησίας μας και ιδιαίτερα των Αγίων Μαρτύρων είναι η μέχρι τέλους, μέχρι θανάτου πίστη, εμμονή, παραμονή τους στο Χριστό. Με αυτή την άκαμπτη σταθερότητά τους έδειχναν πάνω στην πράξη και όχι απλώς με λόγια ότι προτιμούσαν πάνω από όλα το Χριστό. Έτσι γίνονταν άξιοι του Χριστού, της χάριτος του Χριστού, της ζωής του Χριστού, του Παραδείσου.
Εμείς στην καθημερινή μας ζωή κάνουμε τον πνευματικό μας αγώνα και κάθε στιγμή κρινόμαστε. Βρισκόμαστε μπροστά σε δύο: στο Χριστό,
σε όλα τα άλλα που δεν είναι ο Χριστός, και καλούμαστε να διαλέξουμε μεταξύ αυτών. Καλούμαστε, σαν χριστιανοί, να προτιμήσουμε τον Σωτήρα μας. Μέχρι ένα ορισμένο σημείο πάμε καλά. Πέρα όμως από αυτό εγκαταλείπουμε τον Χριστό. Συνήθως από αγάπη για τις ηδονές και αναπαύσεις και για το φόβο του θανάτου. Είμαστε πιστοί στον Χριστό, αλλά όχι μέχρι θανάτου. Έτσι βλέπουμε πόσο αγαπάμε τον Χριστό. Έτσι φαίνεται ότι τελικά άλλα πράγματα βάζουμε πάνω από τον Χριστό και έτσι φαίνεται η διαφορά μας από τους Αγίους. Βέβαια, η μέχρι θανάτου αγάπη και πίστη προς τον Κύριο είναι δώρο της Χάριτος του Θεού, χωρίς την οποία
δεν μπορεί να σταθεί στον πνευματικό αγώνα. Ωστόσο και η δική μας συμβολή είναι απαραίτητη. Η συναίσθηση της αδυναμίας μας, δηλαδή η ταπείνωση από τη μια μεριά, και η κατά το δυνατόν αποφυγή των ηδονών και η υπομονή στους πόνους και τους κόπους της καθημερινής ζωής νομίζουμε ότι θα μας βοηθήσουν να αποκτήσουμε τη χάρη της μέχρι θανάτου πίστεως, που είναι επιλογή ζωής.
Αγγλική μετάφρασηEN · 12 παράγραφοι
The hieromartyr Eusebius lived during troubled times for the Church. Constantius, the son of Constantine the Great, was emperor and supported the heresy of Arius. At that time, some sought to replace the word “consubstantial,” meaning “of one essence with the Father,” in the Creed with “of like essence.” For a time, they succeeded. Constantius wielded his imperial power without restraint and relentlessly persecuted the allies and fellow defenders of Saint Athanasius the Great. Among those persecuted was Saint Eusebius, bishop of Samosata in Syria, near the Euphrates. He was a fervent defender of the Orthodox faith.
With great courage and little concern for worldly things, he worked to strengthen devotion to God and uphold the Orthodox faith. Once, when the emperor threatened to cut off his right hand, Eusebius held out both hands. He showed that he would gladly lose them both rather than betray the faith. Constantius died in November 361 and was succeeded by his cousin Julian. The persecution of Orthodox bishops briefly ceased under Julian, but this apostate emperor later resumed it. He dreamed of reviving and restoring pagan worship.
Eusebius of Samosata was caught up in the persecution that began then. The same hardships, and worse, continued under Emperor Valens, who ruled the East and supported the Arians by every means at his disposal.
Eusebius was driven from his see and exiled near the Danube, among the Goths, where he lived a life of suffering. After Valens died, the saint returned to his diocese. But the Arian heresy still had zealous followers, so the Orthodox bishop devoted himself above all to opposing it and restoring the Orthodox faith among his people. His success enraged the Arians. One day, as the saint passed her house, a woman who followed that heresy took a roof tile and struck him hard on the head. He died from the blow in the year 379. Before he died, he forgave the woman who had killed him, following the example of Christ our Master and Stephen the Protomartyr. Leading Fathers of the Church corresponded with Saint Eusebius. Basil the Great wrote to him that it meant a great deal to be counted worthy, through their letters, to speak with a man so devoted to God.
Basil also asked Eusebius to pray for him. The great bishop of Caesarea felt such affection and closeness toward Eusebius that, in another letter, he told him of his overwhelming sorrow at losing his mother, the one consolation of his life. Throughout his letters, Saint Basil bears witness that Eusebius was among the holiest and most steadfast of bishops, worthy of the respect of men who were pillars and a source of glory for the Church.
The holy martyrs Zeno and Zenas, whom we also commemorate today, came from Philadelphia in Arabia. They lived in the early fourth century, before the reign of Constantine the Great, while the furious persecution of the Church continued. Zeno was a Christian rich in both money and devotion to God. Zenas was his slave, but as a fellow Christian he was more truly his brother, joined to him by the love that bound the members of the Church together.
Zeno longed to bear witness to Christ through martyrdom. He sold his property and gave the proceeds to the poor, and he freed all his slaves. Zenas, however, did not want to leave his former master and earnestly asked to stay with him. When Maximus, the pagan prefect of Philadelphia, intensified the persecution of Christians, Zeno went before him. He rebuked the prefect for striving after empty things: the worship of lifeless idols and the destruction of the Christian faith, whose triumph was attested by three centuries of history. In place of an answer, the prefect had the martyr beaten severely with rods and then imprisoned him. When Zenas heard what had happened, he went to the prefect to plead for his master’s release. The prefect simply ordered that Zenas be imprisoned too.
A few days later, both martyrs were brought before the prefect, where they boldly confessed their Christian faith once again. The usual tortures inflicted on Christians followed. By the grace of God, the saints remained unharmed and unshaken in their faith in Christ. At last they were beheaded, and so these blessed men received the crowns of martyrdom.
“Be faithful unto death, and I will give you the crown of life.” What marks the lives and struggles of the saints of our Church, especially the holy martyrs, is that they remained faithful to Christ to the very end, even to death. Through their unwavering steadfastness, they showed by their deeds, and not merely by words, that they chose Christ above everything else. In this way, they became worthy of Christ, of His grace and His life, and of Paradise.
In our daily lives, we carry on our spiritual struggle, and every moment brings a choice. Before us are Christ
and everything else that is not Christ, and we are called to choose between them. As Christians, we are called to choose our Savior. Up to a certain point, we do well. But beyond that point, we abandon Christ, usually because we love pleasures and comforts or fear death. We are faithful to Christ, but not unto death. This shows us how much we love Him. It shows that, in the end, we put other things above Christ, and it reveals how we differ from the saints. Of course, love and faithfulness to the Lord even unto death are gifts of God’s grace, without which
no one can stand firm in the spiritual struggle. Yet our own part is necessary too. We believe that recognizing our weakness, and thus having humility, together with avoiding pleasures as far as we can and showing patient endurance through the pains and labors of daily life, will help us receive the grace of faithfulness unto death. That is a choice for life.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
06 ΙΟΥΝΙΟΥ\22 06 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.