Οι άγιοι Ευλάμπιος και Ευλαμπία: Μαρτύριο και ζωή εν Χριστώ
Στις 10 Οκτωβρίου η Εκκλησία τιμά τα αδέλφια Ευλάμπιο και Ευλαμπία, τους διακόσιους μάρτυρες που μαρτύρησαν μαζί τους, και άλλους αγίους. Ο Ευλάμπιος έφυγε από τη Νικομήδεια επί βασιλείας του αυτοκράτορα Μαξιμιανού και έπειτα επέστρεψε για να κηρύξει τη χριστιανική πίστη, παρά τους διωγμούς.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Στις 10 Οκτωβρίου η Εκκλησία τιμά τα αδέλφια Ευλάμπιο και Ευλαμπία, τους διακόσιους μάρτυρες που μαρτύρησαν μαζί τους, και άλλους αγίους.
- Ο Ευλάμπιος έφυγε από τη Νικομήδεια επί βασιλείας του αυτοκράτορα Μαξιμιανού και έπειτα επέστρεψε για να κηρύξει τη χριστιανική πίστη, παρά τους διωγμούς.
- Μετά τη σύλληψή του, υπέμεινε ξυλοδαρμούς και άλλα βασανιστήρια, ενώ προσευχόταν στον Χριστό και καταδίκαζε τα είδωλα.
- Με εντολή του Ευλαμπίου ένα είδωλο διαλύθηκε σε κομμάτια· σύμφωνα με την αφήγηση, πολλοί από όσους το είδαν πίστεψαν στον αληθινό Θεό.
- Η Ευλαμπία συνοδεύει τον αδελφό της, ομολογεί την πίστη της στον Χριστό και υπομένει βασανιστήρια μαζί του.
- Σύμφωνα με την αφήγηση, τα αδέλφια επέζησαν από βραστό νερό και από καμίνι φωτιάς· διακόσιοι θεατές προσηλυτίστηκαν και όλοι τελικά μαρτύρησαν.
- Η ομιλία καλεί τους πιστούς να προσφέρουν ολόκληρη τη ζωή τους στον Χριστό και, μέσω αυτού, να υπηρετούν τον κόσμο.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 13 παράγραφοι
Σήμερα, 10 του μηνός Οκτωβρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Ευλαμπίου και Ευλαμπίας των Αυταδέλφων, των Αγίων Διακοσίων Μαρτύρων των συνανααιρεθέντων μετά του Αγίου Ευλαμπίου, του Οσίου Βασιανού και του Οσίου Θεοφύλου του Ομολογητού.
Οι Άγιοι Μάρτυρες Ευλάμπιος και η αδελφή του Ευλαμπία κατάγονταν από τη μεγαλούπολη Νικομήδεια. Ήταν νέοι, ωραίοι κατά την όψη, περηφανείς κατά το γένος, ζηλωτές της ευσέβειας θερμότατοι. Έζησαν κατά τα τέλη του τρίτου μετά Χριστόν αιώνος, κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Μαξιμιανού, όταν ηγεμόνας στη Νικομήδεια ήταν ο Μάξιμος. Μη υποφέροντας ο Ευλάμπιος να βλέπει το όνομα του αληθινού Θεού να βρίζεται, αναχώρησε από την πόλη και κατοικούσε σε έρημο τόπο, ζωή θεάρεστη, μακριά από κάθε αμαρτία. Κατόπιν, αφού γέμισε η ψυχή του θεϊκό ζήλο, όπως ο ζηλωτής Ηλίας, άφησε την έρημο και πήγε στην πόλη, πρόθυμος με θάρρος να κηρύξει στους ειδωλολάτρες την ευσέβεια για
να λάβει το στεφάνι της αθλήσεως. Όταν είδε πάνω από τις πύλες της πόλεως τα βασιλικά προστάγματα, περιγέλασε τους ματαιόφρονες ειδωλολάτρες. Έτσι οι παρευρισκόμενοι γνώρισαν ότι ήταν χριστιανός και αμέσως τον έδεσαν και τον φυλάκισαν. Αλλά ούτε η φυλακή τον φόβησε ούτε οι προτροπές κατά την ανάκριση που ακολούθησε μετέστρεψαν τη γνώμη του. Τον ξέντυσαν λοιπόν και, αφού τον ξάπλωσαν κατά γης, άρχισαν να τον κτυπούν πολύ δυνατά. Υπέμεινε ο μακάριος Ευλάμπιος με ανδρεία τους ραβδισμούς και καθόλου δεν δίλιασε. Το μαστίγωμα διπλασιάστηκε, αλλά και πάλι ο μάρτυς του Χριστού υπέμενε με ανδρείο φρόνημα. Κατόπιν ο μάρτυς κρεμάστηκε σε ξύλο και κατασκίζονταν οι σάρκες του.
Ο Άγιος με την προσευχή ελάφρωνε τους πόνους του, επικαλούμενος σε βοήθεια τον Αθλοθέτη Κύριο, και τόση υπομονή είχε, ώστε φαινόταν ότι άλλος ήταν ο βασανιζόμενος, ο δε Άγιος ήταν θεατής. Κατόπιν έδεσαν τα δάκτυλα των χεριών και των ποδιών του και τα στρέβλωναν προς τα πίσω για να τα εξαρθρώσουν. Παρόμοια στρέβλωναν και τα χέρια και τα πόδια και τους αγκώνες και τα γόνατα, προκαλώντας φρικτούς πόνους. Παρόλα αυτά το φρόνημα του μάρτυρος παρέμενε άσειστο και η ευψυχία του δεν ελαττώθηκε. Έλεγχε τον τύρανο και κατηγορούσε τους ψευδοθεούς, κήρυττε δε τον μόνο αληθινό και ζωντανό Θεό. Αυτά εξόργισαν ακόμη περισσότερο τον ασεβή. Πρόσταξε να πυρώσουν σιδερένιο κρεβάτι και να απλώσουν επάνω τον Άγιο.
Έγινε αυτό, έκανε το σταυρό του και απλώθηκε στο φοβερό εκείνο όργανο του βασανισμού. Ενώ όμως οι σάρκες κατακαίονταν, αυτός φαινόταν σαν να ήταν σε μαλακό στρώμα και ευχαριστούσε τον Κύριο. Θέλοντας δε να καταδείξει στους ασεβείς την αδυναμία των ψευδοθεών, ζήτησε να τον οδηγήσουν στο ναό των ειδώλων. Εκείνοι, νομίζοντας ότι αποφάσισε να προσκυνήσει, τον οδήγησαν μετά χαράς. Όταν έφτασε ο Άγιος στο βωμό, άγγιξε λίγο το μεγαλύτερο είδωλο λέγοντας: «Σε προστάζω να πέσεις κατά γης και να γίνεις χώμα λεπτότατο». Αμέσως ο λόγος έγινε έργο. Οι παρόντες θαύμασαν και, αφού γνώρισαν την αδυναμία των ειδώλων, πίστεψαν πολλοί στον αληθινό Θεό. Εκείνη την ώρα φάνηκε στο μέσο του πλήθους νεαρή κόρη,
η οποία πήρε από τα χέρια τον Άγιο και είπε: «Εγώ είμαι η αδελφή σου Ευλαμπία, και καθώς μια μητέρα μας γέννησε και μας ανέθρεψε, έτσι είναι πρέπον να λάβουμε ένα θάνατο για την αγάπη του αληθινού Θεού και σωτήρα μας». Ο τύρανος έγινε έξω φρενών, όχι μόνο για τη συντριβή του ειδώλου, αλλά και για την παρρησία της μάρτυρος, την οποία κατηγόρησε ότι ψεύδονταν και ότι δεν ήταν αδελφοί, αλλά ερωμένοι. Τότε η γενναία Ευλαμπία απάντησε: «Άκουσε, ω δικαστά, και μάθε την αλήθεια. Του Χριστού είμαι δούλη, ο Χριστός είναι η ζωή και η αγαλλίαση της ψυχής μου. Προς Αυτόν έχω έρωτα και για Αυτόν σπεύδω να γίνω θυσία. Χάρην τούτου και πυρ ετοίμαζε και θηρία φέρε και τροχούς ετοίμαζε,
ξίφη γυμνά παρουσίαζε και κάθε άλλη βάσανο, για να μάθεις ότι αληθινή αδελφή είμαι του Ευλαμπίου αυτού και κοινή έχω προς αυτόν την πίστη και την αυταπάρνηση». Ο τύρανος, μη υποφέροντας τον έλεγχο, διέταξε να τη δείρουν δυνατά στο πρόσωπο και τόσο τη χτύπησαν, ώστε παραμορφώθηκε η μορφή της και η φωνή της έσβησε. Ο Ευλάμπιος την ενθάρρυνε και αυτή υπέμενε γενναία. Μετά την αποτυχία των ανωτέρω, ο άρχοντας διέταξε να βράσουν νερό σε ένα μεγάλο καζάνι και να τους βάλουν μέσα. Πρώτος μπήκε ο Άγιος και προσκαλούσε την Αγία λέγοντας: «Είσελθε, αγαπητή μου αδελφή, και μη δειλιάζεις καθόλου. Ο Θεός μας στέλνει τη βοήθειά Του. Το καυτό νερό δεν με βλάπτει καθόλου,
μου φαίνεται δροσερό και ευχάριστο». Παίρνοντας θάρρος με τα λόγια αυτά η Ευλαμπία, εισήλθε και αυτή. Παρέμειναν δε και οι δύο αβλαβείς και με πολλή χαρά έψαλαν και ευχαριστούσαν τον Κύριο. Βλέποντας τέτοιο θαύμα, πολλοί από τους ειδωλολάτρες, διακόσιοι τον αριθμό, πίστεψαν στο Χριστό. Αυτό. Κατόπιν δόθηκε διαταγή ο Άγιος να τυφλωθεί. Έγινε κι αυτό, όμως ο πύργος της ομολογίας των αδελφών παρέμεινε ασάλευτος. Ύστερα ο ηγεμόνας διέταξε να κάψουν δυνατά ένα καμίνι και να τους ρίξουν μέσα. Αλλ’ ω του θαύματος, καθώς τους έριξαν, η φλόγα περιστρεφόταν γύρω από τους Αγίους και αυτοί στέκονταν στο μέσο αβλαβείς σαν να ήταν σε δροσερό λιβάδι,
ευχαριστώντας και δοξάζοντας τον Κύριο Ιησού. Τέτοιο μεγάλο θαύμα βλέποντας ο τύρανος εξεπλάγη και, μη γνωρίζοντας πλέον με τι άλλο να τους κάμψει, έδωσε την τελευταία διαταγή: να κόψουν τις άγιες τους κεφαλές. Έτσι ο μεν Άγιος αποκεφαλίστηκε κατά το πρόσταγμα, η δε Ευλαμπία παρέδωσε την άγια της ψυχή στον Δεσπότη Χριστό εν ειρήνη πριν κόψουν την κεφαλή της οι δήμιοι. Αυτά ήταν των αθλητών του Χριστού τα παλέσματα. Τέτοιο μακάριο τέλος είχαν οι φιλόχριστοι. Μαζί τους θανατώθηκαν και οι διακόσιοι, οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, μέσω αυτών πίστεψαν στον Χριστό. Αυτούς οι άγγελοι μακάρισαν, οι Απόστολοι επαίνεσαν, οι Απόστολοι Μακάριοι επαίνεσαν, επαίνεσαν. Οι
μάρτυρες ως συναθλητές υποδέχθηκαν χαίροντας και ο αγωνοθέτης και μισθαποδότης Κύριος Ιησούς, τον οποίο μαρτυρικώς ομολόγησαν, έκανε κοινωνούς της βασιλείας του.
Σήμερα, όπως πάντοτε, οι άνθρωποι δίνονται, προσφέρονται. Συνήθως δίνονται στον εαυτό τους. Δηλαδή, εγωιστικά σκεπτόμενοι και εγωιστικά ενεργώντας, προσπαθούν, κάνουν τα πάντα για να ικανοποιήσουν τον εαυτό τους, να ικανοποιήσουν τα αδιάβλητα ή τα κατηγορημένα πάθη τους. Άλλοι όμως, πότε λιγότερο και πότε περισσότερο, κατορθώνουν και ξεπερνούν τον εαυτό τους και δίνονται στους άλλους ή σε ιδεολογίες ή στην επίτευξη κάποιων κοινωνικών σκοπών και τα παρόμοια. Όμως, όσο καλό, όσο αλτρουιστικό και αν φαίνεται ένα τέτοιο δόσιμο, δεν είναι σωτήριο, δεν είναι εκείνο που μας πρέπει και μας χρειάζεται. Διότι ούτε οι άλλοι ούτε ο εαυτός μας
τα έργα μας είναι η σωτηρία μας. Οι Άγιοι Ευλάμπιος και Ευλαμπία έκαναν κάτι πραγματικά έξυπνο. Έδωσαν τα νιάτα τους, τη ζωή τους, τον εαυτό τους στο Σωτήρα Χριστό και πήραν το Χριστό. Οι Άγιοι δίνονται στο Χριστό και δι’ αυτού στον κόσμο. Έτσι σώζονται και σώζουν ως φορείς και όργανα της χάρητος του Χριστού. Διαφορετικά, ό,τι καλό και να κάνει κανείς, μένει αναξιοποίητο και τελικά άχρηστο. Είθε και εμείς με τις πρεσβείες των σήμερα εορταζομένων Αγίων να δοθούμε ολοκληρωτικά στο Χριστό, να εφαρμόζουμε, να ζούμε στην κάθε στιγμή της ζωής μας και όχι μόνο στη Θεία Λειτουργία το «Τα σα εκ των Σών, Σοι προσφέρομεν
πάντα και διά πάντα».
Αγγλική μετάφρασηEN · 13 παράγραφοι
Today, October 10, our Church commemorates the holy martyrs Eulampius and Eulampia, brother and sister; the two hundred holy martyrs who were put to death with Saint Eulampius; Venerable Bassian; and Venerable Theophilus the Confessor.
The holy martyrs Eulampius and his sister Eulampia came from the great city of Nicomedia. They were young and handsome, of noble birth, and deeply devoted to the faith. They lived toward the end of the third century after Christ, in the reign of Emperor Maximian, when Maximus was governor of Nicomedia. Unable to bear hearing the name of the true God reviled, Eulampius left the city and lived in a deserted place, leading a life pleasing to God and free from sin. Then his soul was filled with divine zeal, like that of the Prophet Elijah. He left the wilderness and returned to the city, ready to proclaim the true faith boldly to the idol worshippers and
receive the crown of martyrdom. When he saw the imperial decrees posted above the city gates, he mocked the foolish idol worshippers. Those present realized he was a Christian and immediately bound him and threw him into prison. But prison did not frighten him, nor did the appeals made during his questioning change his mind. So they stripped him, laid him on the ground, and began to beat him severely. Blessed Eulampius endured the blows bravely and did not falter. They beat him even harder, but the martyr of Christ remained steadfast. Then they hung him on a wooden frame and tore at his flesh.
Through prayer, the Saint eased his pain, calling upon the Lord, who crowns the martyrs, for help. His patient endurance was so great that he seemed to be watching someone else undergo the torture. Then they tied his fingers and toes and twisted them backward to dislocate them. They twisted his arms, legs, elbows, and knees as well, causing terrible pain. Even so, the martyr's resolve remained unshaken, and his courage did not weaken. He rebuked the tyrant, denounced the false gods, and proclaimed the one true and living God. This enraged the godless ruler still more. He ordered an iron bed to be heated red hot and the Saint to be laid upon it.
It was done. The Saint made the sign of the Cross and lay down on that dreadful instrument of torture. Although his flesh was burning, he seemed to be resting on a soft bed, and he gave thanks to the Lord. To show the godless people how powerless their false gods were, he asked to be taken to the temple of the idols. Thinking he had decided to worship them, they gladly led him there. When the Saint reached the altar, he lightly touched the largest idol and said, “I command you to fall to the ground and crumble into the finest dust.” At once, it happened. The people there were amazed. Seeing the powerlessness of the idols, many believed in the true God. At that moment, a young woman appeared in the midst of the crowd,
took the Saint by the hands, and said, “I am your sister Eulampia. Just as one mother gave birth to us and raised us, so it is fitting that we should die together for love of the true God and our Savior.” The tyrant was beside himself, angered both by the destruction of the idol and by the martyr's boldness. He accused her of lying, claiming they were lovers rather than brother and sister. Then the brave Eulampia answered, “Listen, judge, and learn the truth. I am a servant of Christ. Christ is the life and joy of my soul. My love is for Him, and for Him I hasten to offer myself as a sacrifice. So prepare the fire, bring the beasts, ready the wheels of torture,
draw your swords, and bring every other torment. Then you will learn that I truly am this Eulampius's sister and that I share his faith and his willingness to give up everything.” Unable to bear her rebuke, the tyrant ordered her to be struck hard in the face. They beat her so severely that her face was disfigured and she lost her voice. Eulampius encouraged her, and she endured it bravely. When these torments failed, the ruler ordered water to be boiled in a large cauldron and both of them to be put into it. The Saint entered first and called to his sister: “Come in, my dear sister, and have no fear. God is sending us His help. The boiling water does not hurt me at all;
it feels cool and pleasant.” Encouraged by his words, Eulampia entered too. Both remained unharmed, singing with great joy and giving thanks to the Lord. At the sight of this miracle, two hundred idol worshippers believed in Christ. Then the order was given to blind the Saint. This too was done, but the brother and sister stood as firm as a tower in their confession of faith. Next the governor ordered a furnace to be heated fiercely and the two of them thrown inside. But what a miracle! As they were thrown in, the flames swirled around the Saints, while they stood unharmed in the middle, as though in a cool meadow,
giving thanks and glory to the Lord Jesus. The tyrant was astonished by this great miracle. No longer knowing how else to break their resolve, he gave his final order: their heads were to be cut off. The Saint was beheaded as ordered, but Eulampia gave up her holy soul in peace to Christ her Master before the executioners could behead her. Such were the struggles of these athletes of Christ; such was the blessed end of those who loved Him. The two hundred who, as we heard, had come to believe in Christ through them were put to death with them. The angels called them blessed, and the blessed Apostles praised them. The
martyrs welcomed them with joy as fellow athletes, and the Lord Jesus, who presides over the contest and gives the reward, made them sharers in His Kingdom, for they had confessed Him even to martyrdom.
Today, as always, people give themselves to something. Usually they give themselves to their own interests. Thinking and acting selfishly, they do everything they can to satisfy themselves and their passions, whether those passions are blameless or blameworthy. Others, to a greater or lesser degree, manage to rise above themselves and give themselves to other people, to ideologies, or to the pursuit of social goals and the like. Yet however good and selfless such devotion may seem, it does not bring salvation. It is not the offering we need to make. For neither other people nor we ourselves
nor our works are our salvation. Saints Eulampius and Eulampia made a truly wise choice. They gave their youth, their lives, and their whole selves to Christ the Savior, and they received Christ. The Saints give themselves to Christ and, through Him, to the world. In this way they are saved and help save others, as bearers and instruments of Christ's grace. Otherwise, whatever good a person does fails to bear its full fruit and is ultimately in vain. Through the intercessions of the Saints we celebrate today, may we too give ourselves completely to Christ. May we put into practice, in every moment of our lives and not only in the Divine Liturgy, the words: “Your own from Your own we offer to You,
on behalf of all and for all.”
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
10 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ\10 10.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.