Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Οι Άγιοι Αυξέντιος και Αβραάμ: άσκηση και αγάπη προς τους εχθρούς

Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη των Αγίων Αυξεντίου και Αβραάμ στις 14 Φεβρουαρίου, μαζί με άλλους αγίους. Ο Αυξέντιος άφησε το αξίωμά του στο αυτοκρατορικό παλάτι της Κωνσταντινουπόλεως για να ακολουθήσει προσευχή και ασκητική ζωή σε βουνό κοντά στη Θάλασσα του Μαρμαρά.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων14 Φεβρουαρίου15:41Περισσότεροι άγιοι
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη των Αγίων Αυξεντίου και Αβραάμ στις 14 Φεβρουαρίου, μαζί με άλλους αγίους.
  • Ο Αυξέντιος άφησε το αξίωμά του στο αυτοκρατορικό παλάτι της Κωνσταντινουπόλεως για να ακολουθήσει προσευχή και ασκητική ζωή σε βουνό κοντά στη Θάλασσα του Μαρμαρά.
  • Σεβαστός για την αγιότητα και τη θεολογική του γνώση, παρέστη στη Σύνοδο της Χαλκηδόνος και επιβεβαίωσε τις αποφάσεις της.
  • Έδινε πνευματικές συμβουλές στους επισκέπτες, μοίραζε τα δώρα τους στους φτωχούς και καθοδηγούσε μια γυναικεία μοναστική κοινότητα που ιδρύθηκε κοντά στο καταφύγιό του.
  • Ο Αβραάμ ασκήθηκε με σκληρή άσκηση και ταξίδεψε σε ένα ειδωλολατρικό χωριό κοντά στον Λίβανο, όπου οι κάτοικοι τον κακομεταχειρίστηκαν.
  • Όταν οι φοροεισπράκτορες απείλησαν τους κατοίκους, ο Αβραάμ πλήρωσε τους φόρους τους. Συγκινημένοι από το έλεός του, έγιναν χριστιανοί και τον παρακάλεσαν να τους υπηρετήσει ως ιερέας.
  • Αργότερα επίσκοπος, ο Αβραάμ συνδύασε προσωπική λιτότητα με γενναιόδωρη φιλοξενία. Η ομιλία καταλήγει ότι η αγάπη προς τους εχθρούς και η αντίσταση στη φιλαυτία ανοίγουν την καρδιά στον Θεό και στους άλλους.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 17 παράγραφοι

14 του μηνός Φεβρουαρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη του Αγίου Αυξεντίου του εν τω όρει, του Οσίου Μάρονος, του Οσίου Αβράμου, του Αγίου Ιερομάρτυρος Φιλίμωνος Επισκόπου Γάζης, του Αγίου Νεομάρτυρος Νικολάου του Εξηχθείως της Κορινθίας, του Αγίου Οσιομάρτυρος Δαμιανού του Νέου και του Αγίου Νεομάρτυρος Γεωργίου του Ράπτου, του Μυτιληναίου, του καλουμένου Παϊζάνου.

Ο Αυξέντιος, του οποίου σήμερα τη μνήμη η Εκκλησία μας επιτελεί, έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Μικρού στην Κωνσταντινούπολη, έχοντας το αξίωμα του σχολαρίου, δηλαδή του φρουρού του παλατιού. Οι βιογράφοι του λέγουν ότι διακρινόταν για τη σωματική του δύναμη, την ευπρέπεια του ήθους, την επιείκεια και κάθε άλλη αρετή. Ενώ ακόμη ζούσε στη Βασιλεύουσα, συναναστρεφόμενος θεοφιλείς και φιλαρέτους άνδρες και κάποιο μοναχό ονόματι Ιωάννη, ζούσε ζωή ασκητική, επιδιδόμενος σε προσευχές και ολονύκτιες δεήσεις, νηστείες και κάθε άλλη εγκράτεια με δάκρυα και κατάνυξη, και έτσι κατοικούσε σε αυτόν πλούσια η Χάρη του Θεού, ώστε να έχει εξουσία

να διώχνει ακάθαρτα δαιμόνια. Έτσι και έχοντας τον πόθο του Θεού, εγκατέλειψε τη βασιλική αυλή, το πλήθος των φίλων και γενικώς τα κοσμικά και τράπηκε προς τη μοναχική ζωή. Αποσύρθηκε στο όρος που είναι απέναντι από το μικρό νησί που ονομάζεται Οξία της θάλασσας του Μαρμαρά και εκεί ζούσε με τη θεοφιλή μελέτη και άσκηση και με ωφέλιμες νουθεσίες προς εκείνους που τον επισκέπτονταν ζητώντας τις ψυχοσωτήριες συμβουλές του. Όταν μετά το θάνατο του Θεοδοσίου και επί του διαδόχου του Μαρκιανού συγκροτήθηκε το 451 η Τετάρτη Οικουμενική Σύνοδος στη Χαλκηδόνα, ο Αυξέντιος, αν και απλός μοναχός, προσκλήθηκε να παραστεί. Και αυτό διότι

πολλή εκτίμηση είχαν προς την αγιότητά του, τον πλούτο και την ακρίβεια των θεολογικών του γνώσεων, και διότι γνώριζαν ότι η φήμη της αρετής του εξασκούσε μεγάλη επιρροή στα πλήθη των μοναχών, του κλήρου και του λαού, και ο Άγιος επισφράγισε τις αποφάσεις της Αγίας αυτής Συνόδου. Στο ασκητήριο του Αυξεντίου, οι καθημερινά προσερχόμενοι, μεταξύ των οποίων ήταν πολύ πλούσιοι, έφεραν άφθονες τροφές και διάφορα άλλα δώρα. Αλλά εκείνος για τον εαυτό του χρησιμοποιούσε μόνο τον απαραίτητο άρτο, καθώς και λίγο λάδι και κερί για την εκκλησία του. Τα υπόλοιπα τα μοίραζε στους πτωχούς που ήταν τακτικοί και καθημερινοί, ξέροντας ότι από το στόμα του θα λάμβαναν την τροφή της ψυχής,

από τα χέρια του τη συντήρηση του σώματος. Πολλές φορές μάλιστα συνέβαινε να ανεβαίνουν μερικοί ανυπόδητοι και με ράκη, να κατεβαίνουν φορώντας ενδυμασίες σχεδόν πολυτελείς. Τους τα έδινε ο όσιος, στον οποίο τα έφεραν άνθρωποι που μετανοούσαν του επίσημου κόσμου ή και γυναίκες πλούσιες που ζητούσαν με τις αγαθοεργίες τους να εξαγνίσουν τον αμαρτωλό τους εαυτό. Ο πολύς σεβασμός προς τον Αυξέντιο έγινε αιτία να ιδρυθεί στους πρόποδες του όρους γυναικείο ησυχαστήριο και την πρώτη αφορμή την έδωσε μια γυναίκα που ονομαζόταν Στεφανία, η οποία είχε χρηματίσει ακόλουθος της ευσεβούς βασίλισσας Πουλχερίας. Η ευσεβής ψυχή της δεν βρήκε την ανάπαυση στη μεγαλοπρέπεια

και την ακατάπαυστη ταραχή της ανακτορικής ζωής και επιθύμησε να αποσυρθεί σε ησυχαστικό μέρος. Τη διάθεση αυτή τη συμμερίστηκαν κι άλλες από τον πλούσιο κόσμο ως επί το πλείστον, και νεότερες και πιο ηλικιωμένες. Όλες μαζί ίδρυσαν κάποιο είδος μοναστηριού στους πρόποδες του όρους στο οποίο ασκούνταν ο Όσιος, υπό την πνευματική καθοδήγηση του οποίου ετέθησαν. Ο Αυξέντιος ήταν τότε πολύ ηλικιωμένος και με κλονισμένη την υγεία του, έδινε όμως τις σοφές του συμβουλές προς αυτές με πολλή συγκίνηση, διότι έβλεπε να ζητούν τον ασφαλή λιμένα της πίστεως πλάσματα του Θεού, τα οποία προηγουμένως κινδύνευαν στους σκοπέλους και τις τρικυμίες του κόσμου. Όμως και ο όσιος ως άνθρωπος

κάποτε θα αποθάνει. Περιέπεσε λοιπόν σε σύντομη αρρώστια, όλο δε τον χρόνο της ασθένειάς του τον κατανάλωσε σε ευχαριστίες προς τον Θεό και σε συμβουλές προς τους άνδρες και τις γυναίκες που αποτελούσαν το πνευματικό του ποίμνιο. Κατόπιν εγκατέλειψε την πρόσκαιρη αυτή ζωή και μετέβη προς την άφθαρτη και αιώνια επί της βασιλείας του ευσεβούς και φιλοχρίστου βασιλέως Λέοντος του Μεγάλου, κατά την 14η Φεβρουαρίου. Τον κήδευσαν κληρικοί και μοναχοί που έτρεξαν με πολύ σεβασμό και ευγνωμοσύνη, καθώς σε αυτόν όφειλαν κατά πολύ τη στερέωση της ευσέβειάς τους και την παρηγοριά τους σε μέρες θλίψεων και δοκιμασιών. Με πολύ πένθος και δάκρυα θερμά ακολούθησαν και οι μοναχές,

θρηνώντας τον πνευματικό τους πατέρα και αισθανόμενες αληθινή ορφάνια μετά τον αποχωρισμό του. Το δε τίμιο του λείψανο, με τη χάρη του Θεού που είχε, έγινε πηγή ιαμάτων και φυγαδευτήριο δαιμόνων.

Ο Όσιος Αβραάμις, του οποίου τη μνήμη επίσης σήμερα η Εκκλησία μας επιτελεί, έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Μεγάλου, δηλαδή κατά τον τέταρτο μετά Χριστόν αιώνα. Καταγόταν δε από την πόλη Κύρο της Αντιοχίας, στην οποία γεννήθηκε, ανατράφηκε και συνέλεξε τον πλούτο της ασκητικής πολιτείας και αρετής, ζώντας με μεγάλη νηστεία, αγρυπνίες και ολονύκτιες στάσεις.

Έμαθε ότι κοντά στο όρος Λίβανος υπήρχε κάποιο χωριό γεμάτο είδωλα, πήγε εκεί και αφού νοίκιασε κάποιο σπίτι, κάθισε ησυχάζοντας τρεις μέρες. Κατά την τέταρτη μέρα, ενώ έβγαινε ήσυχα, τον έπιασαν, τον κατάχωσαν σε ένα λάκκο, μετά δε τον ανάγκαζαν να φύγει.

Όμως τότε ήρθαν εκεί οι εισπράκτορες φόρων, έδερναν άσπλαχνα τους κατοίκους, ζητώντας από αυτούς να πληρώσουν τους βασιλικούς φόρους. Ο δε Όσιος Αβράμης σπλαχνίστηκε τους εχθρούς και διώκτες του και έδωσε τους φόρους εκείνων και έτσι τους γλίτωσε από τους δαρμούς. Εκείνοι, βλέποντας αυτό, θαύμασαν τη φιλανθρωπία του Οσίου και εξαιτίας αυτού έγιναν χριστιανοί, έκτισαν εκκλησία και τον ανάγκαζαν να γίνει ιερέας τους. Ο Όσιος χειροτονήθηκε ιερέας και έμεινε εκεί τρία χρόνια και αφού τους οδήγησε και τους στερέωσε στην ευσέβεια, ξαναγύρισε στο ασκητικό του κελί, αφήνοντας εκεί ως αντικαταστάτη του άλλον ιερέα. Με τέτοια λοιπόν θεάρεστα έργα

έχοντας διαλάμψει, ο Όσιος έγινε Επίσκοπος Καρών, η οποία ήταν πόλη της Παλαιστίνης γεμάτη από είδωλα. Πήγε λοιπόν εκεί με μύριους κόπους και με τη θεόπνευστη διδασκαλία του έφερε τους κατοίκους στην ευσέβεια μέσα σε λίγο χρόνο και τους πρόσφερε στον Κύριο. Τους δίδασκε δε πρώτα με τα έργα, διότι όλο τον καιρό κατά τον οποίο ήταν αρχιερέας, ούτε άρτο έτρωγε, ούτε όσπρια, ούτε χόρτα μαγειρεμένα, αλλά μόνο κάποια λαχανικά, πικρίδες, μακεδονίσια και μερικά άλλα όμοια χόρτα ωμά, έπινε δε και λίγο νερό. Ενώ όμως ο Όσιος καταξήραινε τη σάρκα του με τις νηστείες και γενικότερα την εγκράτεια, για τους ξένους όμως ετοίμαζε και πρόσφερε

εκλεκτούς άρτους, κρασί, ψάρια, λαχανικά. Καθόταν δε και αυτός μαζί στην τράπεζα και μοίραζε στον καθένα από τα φαγητά, έδινε τα ποτήρια και τα λοιπά, μιμούμενος τον ομώνυμό του Αβραάμ, ο οποίος με διάφορα διακονούσε τους ξένους. Αυτός δε καθόλου δεν έτρωγε από αυτά. Ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος, καθώς άκουσε για τον Όσιο, θέλοντας να τον δει, τον κάλεσε στην Κωνσταντινούπολη, και όταν έφτασε, τον ασπάστηκε και την τραχιά εκείνη κάπα τη θεωρούσε πολυτιμότερη από τη δική του βασιλική αλουργίδα. Στο παλάτι τιμούσαν και οικέτευαν εκείνον που καλά καλά δεν γνώριζε την ελληνική γλώσσα. Όταν ο Όσιος σε λίγο πέθανε, ο βασιλέας θέλησε να τον ενταφιάσουν εκεί, καθώς δε έμαθε ότι είναι πρέπον

του ποιμένα το σώμα να αποδίδεται στο ποίμνιο, τον προέπεμψε με μεγάλες τιμές μαζί με όλους τους άρχοντες και το λαό για τις Καρές, την έδρα της Επισκοπής του Οσίου.

Στο συναξάρι του σήμερα εορταζομένου Οσίου Αβράμου δεν αναφέρεται ούτε θεραπεία κάποιας ανίατης αρρώστιας, ούτε εκδίωξη δαιμόνων, ούτε κάποιο άλλο θαύμα. Όμως θα μπορούσε να λεχθεί ότι στην περίπτωσή του έχουμε ένα ή μάλλον πολλά και μεγαλύτερα θαύματα. Και αυτό είναι η μεταστροφή των καρδιών πολυάριθμων ειδωλολατρών, ο φωτισμός τους με το φως της πίστεως και η εκδίωξη των δαιμόνων της ειδωλολατρείας. Εκείνο δε που ήταν καταλύτης στη μεταστροφή αυτή ήταν η αγάπη και μάλιστα η αγάπη προς τους εχθρούς. Ας θυμηθούμε το περιστατικό με τους φοροεισπράκτορες, κατά το οποίο ο Όσιος στο μίσος των διωκτών και παρ' ολίγον φονέων του

απάντησε με τη μεγάλη εκείνη ευεργεσία. «Και ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστίν; Και γαρ οι αμαρτωλοί τους αγαπώντας αυτούς αγαπώσιν. Πλην αγαπάτε τους εχθρούς υμών, και αγαθοποιείτε και δανείζετε μηδέν απελπίζοντες. Και έσται ο μισθός υμών πολύς και έσεσθε υιοί Υψίστου, ότι Αυτός χρηστός εστίν επί τους αχαρίστους και πονηρούς». Αυτή η θεομίμητη αγάπη συγκίνησε τους ειδωλολάτρες, κατάλαβαν ότι έχουν μπροστά τους κάτι το πολύ διαφορετικό, το οποίο θα άξιζε να γίνει και δικό τους κτήμα. Το δεύτερο δε που συγκινεί και το οποίο συμβαδίζει και ενισχύει το πρώτο,

η ασκητικότητα, η κακοπάθεια. Όταν κανείς είναι φίλαυτος, δεν μπορεί να αγαπά τον άλλο, να θυσιάζεται για τον άλλον. Με την άσκηση χτυπά κανείς τη φιλαυτία, απελευθερώνεται από τον εγωισμό του και έτσι μπορεί να προσφέρεται στο Θεό και στους αδελφούς. Ο άνθρωπος κινείται μεταξύ δύο σημείων. Το ένα είναι η αγάπη στον εαυτό του και το άλλο η αγάπη προς τον άλλον. Όσο περισσότερο πλησιάζει στην αγάπη προς τον εαυτό του, τόσο περισσότερο απομακρύνεται από την αγάπη προς τους άλλους. Και αντίστροφα, όσο περισσότερο απομακρύνεται από την προς εαυτόν αγάπη, τόσο πλησιάζει προς την αγάπη για το Θεό και τους ανθρώπους.

Αγγλική μετάφρασηEN · 17 παράγραφοι

On February 14, our Church commemorates Saint Auxentius of the Mountain, Venerable Maron, Venerable Abraham, Saint Philemon, the bishop of Gaza and a hieromartyr, Saint Nicholas of Exechi in Corinthia, a new martyr, Saint Damian the New, a monastic martyr, and Saint George the Tailor of Mytilene, a new martyr also known as Paizanos.

Auxentius, whom our Church commemorates today, lived in Constantinople during the reign of Emperor Theodosius the Younger. He held the rank of scholarius, a palace guard. His biographers say that he was known for his physical strength, his upright character, his gentleness, and every other virtue. Even while living in the imperial city, he kept company with men who loved God and virtue, including a monk named John. He lived an ascetic life, devoting himself to prayer and all-night supplication, fasting and every form of self-restraint, with tears and katanyxis, or compunction. God’s grace dwelt so richly in him that he had the power

to drive out unclean demons. Longing for God, he left the imperial court, his many friends, and worldly life behind, and turned to monastic life. He withdrew to a mountain across from the small island called Oxeia in the Sea of Marmara. There he lived in prayerful study and ascesis, or ascetic discipline, and gave helpful counsel to those who came seeking guidance for the salvation of their souls. After Theodosius died, the Fourth Ecumenical Council was convened at Chalcedon in 451 under his successor, Marcian. Though Auxentius was only a monk, he was invited to attend. This was because

he was held in great esteem for his holiness and for the depth and precision of his theological knowledge. People also knew that his reputation for virtue carried great influence among monks, clergy, and laity. The saint affirmed the decisions of that holy Council. Those who came each day to Auxentius’s hermitage, including some very wealthy people, brought plenty of food and other gifts. He kept only the bread he needed, along with a little oil and wax for his church. He gave everything else to the poor, who came regularly, knowing that from his lips they would receive food for their souls,

and from his hands, what they needed to sustain their bodies. Sometimes people climbed the mountain barefoot and in rags, then came down wearing clothes that were almost luxurious. The venerable saint gave them garments brought to him by repentant people of high standing and by wealthy women who sought, through acts of charity, to cleanse themselves of sin. The great respect people had for Auxentius led to the founding of a women’s hesychasterion, a hermitage, at the foot of the mountain. It began with a woman named Stephania, who had served the devout Empress Pulcheria. Her devout soul had found no rest amid the splendor

and constant turmoil of palace life, and she longed to withdraw to a place of stillness. Other women, mostly from wealthy families, both younger and older, shared her desire. Together they founded a kind of monastery at the foot of the mountain where the venerable saint lived his ascetic life, and placed themselves under his spiritual guidance. By then Auxentius was very old and his health was failing. Still, he gave them wise counsel with deep feeling. He saw these children of God seeking the safe harbor of faith after facing the reefs and storms of worldly life. Yet the venerable saint, being human,

would one day die. He fell ill for a short time and spent all of it giving thanks to God and counseling the men and women of his spiritual flock. Then, on February 14, during the reign of the devout emperor Leo the Great, who loved Christ, he left this passing life for the incorruptible and eternal one. Clergy and monks came to bury him with great respect and gratitude. They owed much of their strength in the faith, and much of their comfort in days of sorrow and trial, to him. The nuns, too, followed with deep mourning and warm tears,

grieving for their spiritual father and feeling truly orphaned by his departure. Through the grace of God that rested upon him, his precious relic became a source of healing and drove demons away.

Venerable Abraham, whom our Church also commemorates today, lived in the time of Emperor Theodosius the Great, in the fourth century after Christ. He came from the city of Cyrrhus near Antioch. There he was born and raised, and there he gathered the riches of ascetic life and virtue through strict fasting, vigils, and nights spent standing in prayer.

He learned of a village near Mount Lebanon that was full of idols. He went there, rented a house, and spent three days in quiet. On the fourth day, as he went out peacefully, the villagers seized him, buried him in a pit, and then tried to force him to leave.

Just then, tax collectors arrived and beat the villagers mercilessly, demanding payment of the imperial taxes. Venerable Abraham took pity on the very people who had persecuted him. He paid their taxes and saved them from the beatings. Astonished by his mercy, they became Christians, built a church, and urged him to become their priest. Abraham was ordained a priest and stayed with them for three years. After leading them into the faith and strengthening them in it, he returned to his ascetic cell, leaving another priest in his place. Having become known through such works pleasing to God,

the venerable saint became bishop of Carrae, a city in Palestine full of idols. He went there through countless hardships, and in a short time his teaching, inspired by God, brought the people to the faith and offered them to the Lord. He taught them first by his deeds. Throughout his time as bishop, he ate neither bread nor beans nor cooked greens, but only a few raw vegetables and wild greens, including chicory and Macedonian greens, and he drank a little water. Yet while he wore down his own body through fasting and self-restraint, for his guests he prepared and served

fine bread, wine, fish, and vegetables. He sat at the table with them, serving each person food and passing the cups, following the example of Abraham, whose name he bore and who cared for his guests in many ways. But he himself ate none of it. When Emperor Theodosius heard of the venerable saint, he summoned him to Constantinople to meet him. On Abraham’s arrival, the emperor embraced him and regarded his rough cloak as more precious than his own royal purple robe. At the palace, they honored and sought the counsel of a man who barely knew Greek. When the venerable saint died soon afterward, the emperor wanted him buried there. But when he learned that it was fitting

for a shepherd’s body to be returned to his flock, he sent Abraham back with great honors, accompanied by all the officials and the people, to Carrae, the seat of his bishopric.

In the account of Venerable Abraham, whom we celebrate today, there is no mention of an incurable illness being healed, a demon being cast out, or any other miracle. Yet we might say that in his case there was one miracle—or rather, many, and greater ones: the change of heart of countless idol worshippers, their illumination by the light of faith, and the driving out of the demons of idolatry. What brought about this change was love, especially love for enemies. Remember what happened when the tax collectors came. The venerable saint answered the hatred of those who had persecuted him and nearly killed him

with that great act of kindness. “If you love those who love you, what credit is that to you? Even sinners love those who love them. But love your enemies, do good, and lend, expecting nothing in return. Your reward will be great, and you will be children of the Most High, for He is kind to the ungrateful and the wicked.” This love, which follows God’s own example, moved the idol worshippers. They understood that they were seeing something very different, something worth making their own. The second thing that moved them, and went together with and strengthened the first,

was his ascetic life and his willingness to endure hardship. When a person is ruled by self-love, the root passion, he cannot love another or make sacrifices for them. Through ascesis, or ascetic discipline, a person strikes at that self-love and is freed from self-centeredness. Then he can give himself to God and to his brothers and sisters. We move between two points: love of ourselves and love of others. The closer we move toward love of ourselves, the farther we move from love of others. And the farther we move from self-love, the closer we draw to love for God and for other people.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

02 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ\14 02.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα