Άγιοι Αθανάσιος και Ιωάσαφ των Μετεώρων
Ορφανός από μικρός, ο Αθανάσιος, βαπτισμένος Ανδρόνικος, δραπέτευσε από αιχμαλωσία και συνέχισε τις σπουδές του στη Θεσσαλονίκη. Αφού επισκέφθηκε το Άγιον Όρος και ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη και την Κρήτη, επέστρεψε στο Άθως για να μάθει από έμπειρους γέροντες.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Ορφανός από μικρός, ο Αθανάσιος, βαπτισμένος Ανδρόνικος, δραπέτευσε από αιχμαλωσία και συνέχισε τις σπουδές του στη Θεσσαλονίκη.
- Αφού επισκέφθηκε το Άγιον Όρος και ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη και την Κρήτη, επέστρεψε στο Άθως για να μάθει από έμπειρους γέροντες.
- Διωγμένοι από το Άθως εξαιτίας επιδρομών, ο Αθανάσιος και ο γέροντάς του Γρηγόριος εγκαταστάθηκαν ανάμεσα στους βράχους των Μετεώρων.
- Ο Αθανάσιος ίδρυσε κοινότητα στον ψηλότερο βράχο, έχτισε εκκλησίες και έδωσε στους μοναχούς κανόνες για κοινή ζωή και προσευχή.
- Ο Ιωάσαφ, που γεννήθηκε Ιωάννης και ήταν κληρονόμος θρόνου της Θεσσαλίας, συνάντησε τον Αθανάσιο στα Μετέωρα και παραιτήθηκε από την εξουσία για να γίνει μοναχός.
- Γνωστός για την ταπεινοφροσύνη και την υπακοή του, ο Ιωάσαφ διαδέχθηκε τον Αθανάσιο και στήριξε τη μονή με οικοδομικές εργασίες και ανακαινίσεις.
- Η επιλογή του Ιωάσαφ αποτελεί παράδειγμα της παραβολής του μαργαρίτη: για να αναζητήσουν τη Βασιλεία του Θεού, οι πιστοί πρέπει να εκτιμούν τη θεία χάρη πάνω από τα υπάρχοντα και να δίνουν στον Θεό ολόκληρη την καρδιά τους.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 14 παράγραφοι
Θεοφόρος πατέρας μας, Αθανάσιος ο Μετεωρίτης, γεννήθηκε στη Νέα Πάτρα, τη σήμερα ονομαζόμενη Υπάτη της Φθιώτιδας, περί το 1305 και ονομάστηκε κατά το Άγιο Βάπτισμα Ανδρόνικος. Και η μεν μητέρα του απέθανε κατά τον τοκετό, ο δε πατέρας του αναπαύτηκε κι αυτός λίγο αργότερα, αφήνοντας τον γιο του στον αδερφό του, ο οποίος τον ανέτρεφε ως γνήσιό του παιδί και φρόντισε να σπουδάσει τα ιερά γράμματα.
Η Νέα Πάτρα καταλήφθηκε από τους Φράγκους, αιχμαλωτίστηκε και ο μικρός Ανδρόνικος. Κατόρθωσε όμως να δραπετεύσει. Μετά δε από πολλή περιπλάνηση, συνάντησε τον εξόριστο θείο του, με τον οποίο πήγαν στη Θεσσαλονίκη και κατέφυγαν στη Μονή του Ακαπνίου.
Ο θείος του, υποφέροντας από αρθρίτιδα, τελεύτησε μέσα στο μοναστήρι. Ο Ανδρόνικος, ποθώντας να εξακολουθήσει τις σπουδές του, άφησε τη Μονή και κατέφυγε στην πόλη της Θεσσαλονίκης, όπου ως ακροατής, επειδή δεν είχε να πληρώνει, παρακολουθούσε τα ελληνικά μαθήματα με επιμέλεια, η οποία κίνησε την προσοχή και τη συμπάθεια των διδασκάλων. Του επέτρεψαν λοιπόν να καταταχθεί μεταξύ των τακτικών μαθητών. Ένας δε από αυτούς τους διδασκάλους του έκαμνε και ιδιαίτερες παραδόσεις, θεωρώντας καθήκον του να συντελέσει στην περαιτέρω πνευματική ανάπτυξη νέου τέτοιας ευφυΐας και φιλοτιμίας για μάθηση. Μετά την αποπεράτωση των σπουδών του, πήγε στο Άγιον Όρος. Εκεί συνομίλησε με πατέρες...
Έλαβε την ευχή τους. Δεν του επετράπη όμως να μείνει εκεί, διότι ήταν πολύ νέος και αγένειος. Έτσι έφυγε από εκεί και πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου συναναστράφηκε λόγιους και θεοσεβείς άνδρες και μετά έπλεψε στην Κρήτη. Εκεί, ενάρετος Κρητικός του προσέφερε φιλοξενία, επιδόθηκε δε στη διδασκαλία διαφόρων νέων. Αλλά ο νους του προσελκυόταν από τα ήσυχα μέρη του Αγίου Όρους. Πήγε λοιπόν εκεί και αρχικά έμεινε για λίγο στη σκήτη του Μαγουλά και μετά ανέβηκε στη θέση Μηλέα, η οποία βρίσκεται πολύ ψηλά στον Άθω. Έμεινε εκεί κοντά στους γέροντες Γρηγόριο και Μωυσή, επωφελούμενος από την πνευματική τους πείρα και τις αρετές τους.
Εχθρικές επιδρομές, οι οποίες στην εποχή εκείνη συχνά τάραζαν το Άγιον Όρος, έκαμναν πολλούς μοναχούς να ζητούν άσυλο ησυχίας σε άλλα μέρη. Έτσι έκαναν και οι τρεις συγκάτοικοι, από τους οποίους ο Γρηγόριος και ο Αθανάσιος, όπως μετονομάστηκε κατά τη λήψη του μοναχικού σχήματος ο Ανδρόνικος, πήγαν στη Θεσσαλονίκη και μετά στη Βέροια, αργότερα δε αποφάσισαν να μεταβούν στους Σταγούς της Θεσσαλίας, όπου η σημερινή Καλαμπάκα
υψώνονται οι γνωστοί τεράστιοι βράχοι των Μετεώρων, απρόσιτοι στους ανθρώπους, καταφύγια των γυπών μόνων και των κοράκων. Στον τόπο αυτό, η αρετή και των δύο, μαζί και η ευγλωττία και η διδακτικότητα του Αθανασίου, προκάλεσαν μεγάλη συμπάθεια βαθύ σεβασμό εκ μέρους των κατοίκων. Τους παρεκάλεσαν λοιπόν να μείνουν κοντά τους, το οποίο και έγινε. Αλλά οι οφθαλμοί του Αθανασίου ελκύονταν πάντα από τους υψηλούς βράχους και ποθούσε να στήσει εκεί πάνω την κατοικία του. Τις σκέψεις του συμμερίστηκε και ο Γρηγόριος και έστησαν την κατοικία τους σε έναν από τους βράχους εκείνους. Πολλοί από τους γύρω κατοίκους συνέρεαν σε αυτούς και ωφελούνταν πνευματικά. Εκεί ήρθαν κοντά τους και άλλοι αδελφοί. Αργότερα ο Γέροντας Γρηγόριος, εξαιτίας κάποιας επέμβασης των αρχόντων του τόπου, αναχώρησε και πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου, εξαντλημένος από την αρρώστια του, την υδρωπικία και τα γηρατιά,
τελεύτησε, αφήνοντας πολλούς μαθητές. Ο Αθανάσιος ανέβηκε στον υψηλότερο βράχο, τον οποίο ονόμασε Μετέωρο. Εκεί ήρθαν πολλοί και τον παρακαλούσαν να τους δεχθεί. Εκείνος δε, που αγαπούσε την ησυχία, μόνο λίγους δέχτηκε, στους οποίους και παρέδωσε ακριβείς κανόνες τηρήσεως κοινοβιακής ζωής. Επίσης, ανήγειρε, ευτρέπισε και τελείωσε Ναό της Θεομήτορος και του Σωτήρος Χριστού. Ο ίδιος δε, ασκώντας την άκρα ησυχία, αξιώθηκε, ανεβαίνοντας με τις αρετές, να φτάσει στο ύψος της θεωρίας και μεγάλα χαρίσματα να λάβει από τον Θεό, όπως της προφητείας και των θαυμάτων.
Λοιπόν, αφού έζησε όλο τον χρόνο της επίγειας ζωής του και με κάθε επιμέλεια φρόντισε και ασφάλισε την πνευματική ζωή των μοναχών και αδελφών του, σε ηλικία εβδομήντα οκτώ ετών αρρώστησε από τη χολή του και μετά σαράντα περίπου μέρες, αφού όλους τους ασπάστηκε πνευματικώς και με ευχές τους ευλόγησε, απήλθε προς τον Κύριο, τον οποίο επόθησε, και συγκαταλέχτηκε στους χορούς των Αγίων Πατέρων. Πολλά δε θαύματα και μετά την κοίμησή του έκανε. Συνασκητής του εν λόγω Οσίου Αθανασίου υπήρξε ο Όσιος Ιωάσαφ ο Βασιλέας. Γεννήθηκε περί τα μέσα του 14ου αιώνος. Πατέρας του ήταν ο σερβικής καταγωγής από Ελληνίδα μητέρα γεννημένος, ευλαβέστατος και χριστιανικότατος δεσπότης της Ηπείρου και Θεσσαλίας, Συμεών Ούρεσης, και μητέρα του η Θωμαΐς. Έλαβε δε ο όσιος κατά το Άγιο Βάπτισμα το όνομα Ιωάννης. Από την παιδική του ηλικία, ο χαριτώνυμος αυτός Ιωάννης αποστρεφόταν τον κόσμο και τα τερπνά του κόσμου αυτού, έχοντας διαρκώς τον νου του στραμμένο προς τον Θεό και τίποτε άλλο δεν φανταζόταν παρά τα αιώνια αγαθά, τα οποία από καταβολής κόσμου ετοίμασε ο Θεός για τους αγαπώντας Αυτόν. Ήταν τακτικότατος στην παρακολούθηση των ιερών ακολουθιών της Εκκλησίας, συχνά επισκεπτόταν ιερά μοναστήρια, ποθώντας να συναναστρέφεται ονομαστούς πατέρες
να μαζεύει ως ακούραστη μέλισσα το μέλι των πνευματικών αρετών. Κατά το έτος 1371, ο πατέρας του Συμεών απέθανε και αυτός από το Άγιον Όρος όπου βρισκόταν ήρθε στα Τρίκαλα, την πρωτεύουσα του κράτους του, για να αναλάβει τον θρόνο. Κάνοντας περιοδεία στη Θεσσαλία και τα άλλα μέρη της επικράτειάς του, πήγε στα Μετέωρα όπου γνωρίστηκε με τον Όσιο Αθανάσιο. Οι δύο άνδρες συνδέθηκαν με ισχυρή αμοιβαία φιλία και εκτίμηση, με αποτέλεσμα να προτιμήσει ο Ιωάννης αντί της βασιλικής πορφύρας το πτωχικό ράσο του μοναχού. Αφού παραχώρησε λοιπόν τον θρόνο στον συγγενή του Αλέξιο Άγγελο Φιλανθρωπηνό, και υποτάχτηκε στον Όσιο Αθανάσιο, ενδύθηκε δε το αγγελικό σχήμα, παίρνοντας το όνομα Ιωάσαφ στο μοναστήρι του Σωτήρος και της Παναγίας του κατεξοχήν Μετεώρου, στην οποία μέχρι σήμερα τιμάται ως πατέρας και κτίτορ αυτού και για τις εξαιρετικές υπηρεσίες τις οποίες πρόσφερε σε αυτή και για την αρετή του. Διάφορες επιγραφές που διατηρούνται μέχρι σήμερα στη Μονή μαρτυρούν τις δωρεές και τις δαπάνες του Οσίου Ιωάσαφ για την ανακαίνιση και επέκταση των υπαρχόντων τότε ιερών ναών και άλλων κτισμάτων και την ανοικοδόμηση νέων, όπως κελιών, δεξαμενών και νοσοκομείου. Λόγω όμως των κατά την εποχή εκείνη συχνών επιδρομών των Τούρκων
ο Όσιος Ιωάσαφ αναγκάστηκε το 1394 να καταφύγει μαζί με άλλους συνασκητές του στο Άγιον Όρος, από όπου όμως, μόλις αποκαταστάθηκε η σχετική ηρεμία, κατά το έτος 1401, επανήλθε στον προσφιλή του βράχο. Ο Όσιος Ιωάσαφ υπήρξε πνεύμα λεπτό και ανώτερο. Η υπακοή του προς τον πνευματικό του πατέρα και την αδελφότητα ήταν παροιμιώδης και η ταπεινοφροσύνη του θαυμαστή. Η δε ολόψυχη συμμετοχή του στην αυστηρή κοινοβιακή ζωή τον κατέστησε σεβαστό και ποθητό τοις πάσι. Γι' αυτό και ο πνευματικός του πατέρας και ηγούμενος του Μετεώρου, Όσιος Αθανάσιος, με τη γνώμη όλων των άλλων πατέρων τον κατέστησε διάδοχό του. Μετά την επιστροφή του από το Άγιον Όρος, ο μακάριος Ιωάσαφ παρέμεινε στον προσφιλή βράχο, επιδιδόμενος σε διαρκή προσευχή και σκληρούς ασκητικούς αγώνες, μέχρι που ο Κύριος τον κάλεσε το 1423 στην απόλαυση των αιωνίων αγαθών
τα οποία από την παιδική ηλικία πόθησε. Η τίμια κάρα και διάφορα αντικείμενά του αποθησαυρίζονται στο Μετέωρο, το δε εγκόλπιό του Ευαγγέλιο στην Εθνική Βιβλιοθήκη.
Εντυπωσιακή η περίπτωση του σήμερα εορταζομένου Οσίου Ιωάσαφ, ο οποίος έρχεται με το παράδειγμά του, με το ότι προτίμησε τη μοναχική ζωή ακόμη και από το υπέρτατο πολιτικό αξίωμα του βασιλέα και την ανάλογη ζωή των ανακτόρων. Λοιπόν, έρχεται λοιπόν να μας υπενθυμίσει την παραβολή που μας είπε ο Κύριος, την παραβολή του πολύτιμου μαργαρίτου, κατά την οποία η Βασιλεία του Θεού ομοιάζει με το πολύτιμο μαργαριτάρι, το οποίο όταν βρήκε κάποιος, πούλησε ό,τι είχε και έτσι το αγόρασε. Για να αποκτήσουμε λοιπόν τη Βασιλεία του Θεού, που είναι η Χάρη του Θεού, για να γίνουμε μέτοχοι της σωτηρίας, δύο πράγματα χρειάζονται. Πρώτο,
να κάνουμε τη σωστή αξιολόγηση, να εκτιμήσουμε αυτή τη χάρη, αυτή τη θεϊκή δωρεά ως το πολυτιμότερο πράγμα στον κόσμο. Και δεύτερο, το οποίο είναι συνέπεια του προηγουμένου, είναι το να κάνουμε το παν για να την αποκτήσουμε. Να μη διστάσουμε να θυσιάσουμε οτιδήποτε άλλο όσο πολύτιμο και αν φαίνεται, ή μάλλον θα πρέπει να θυσιάσουμε, να εγκαταλείψουμε όλα τα άλλα προκειμένου να αποκτήσουμε τον ένα, τον πράγματι ανεκτίμητο θησαυρό. Και μακάρι αυτοί που το κατορθώνουν, μακάρι όσοι όχι μόνο τοπικά αλλά και ψυχικά, προπαντός ψυχικά, κατά την επιθυμία απομακρύνονται από καθετί άλλο που δεν είναι ο Θεός
να αποκτήσουν τον Θεό. Όσοι όμως, για διαφόρους λόγους, δεν μπορούμε τοπικά να απομακρυνθούμε, να εγκαταλείψουμε πολλά απαραίτητα για την παρούσα ζωή αγαθά, τουλάχιστον πνευματικά θα πρέπει να αποδεσμευτούμε από αυτά, ώστε όλη μας η επιθυμία, όλη η καρδιά μας να είναι δοσμένη στον Θεό. Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας και εξ όλης της ισχύος. Μόνο τότε γινόμαστε άξιοι Αυτός να μας εμπιστευθεί τον Εαυτό Του, να μας κάνει μετόχους της Βασιλείας Του.
Αγγλική μετάφρασηEN · 14 παράγραφοι
Our God-bearing father Saint Athanasios of Meteora was born in Nea Patra, now called Ypati in Phthiotis, around 1305. At Holy Baptism he was named Andronikos. His mother died in childbirth, and his father also reposed shortly afterward. He left his son in the care of his brother, who raised the boy as his own and saw to it that he studied the sacred writings.
When the Franks captured Nea Patra, young Andronikos was taken captive too. He managed to escape. After much wandering, he found his uncle, who had been driven into exile. Together they went to Thessaloniki and took refuge in the Monastery of Akapniou.
His uncle suffered from arthritis and died in the monastery. Andronikos wanted to continue his studies, so he left for the city of Thessaloniki. Unable to pay, he attended Greek lessons as a listener. He applied himself so diligently that he won the attention and affection of his teachers, who admitted him as a regular student. One of them even gave him private lessons. He felt it was his duty to help a young man of such intelligence and eagerness to learn develop further. After completing his studies, Andronikos went to the Holy Mountain. There he spoke with the fathers...
He received their blessing, but they did not let him stay because he was still very young and beardless. So he went to Constantinople, where he spent time with learned and devout men, and then sailed to Crete. There, a virtuous Cretan offered him hospitality, and Andronikos taught a number of young people. Yet his nous, his spiritual mind, was drawn to the quiet places of the Holy Mountain. He returned and stayed briefly at the skete of Magoulas. Then he climbed to Milea, high on Mount Athos, where he lived near the elders Gregory and Moses and benefited from their spiritual experience and virtues.
At that time, hostile raids often disturbed the Holy Mountain, driving many monks to seek a place of inner stillness elsewhere. The three companions did the same. Gregory and Andronikos, who had received the name Athanasios when he became a monk, went first to Thessaloniki and then to Veria. Later they decided to go to Stagoi in Thessaly, where present-day Kalambaka stands.
There rise the immense, familiar rocks of Meteora, inaccessible to people and home only to vultures and crows. The virtues of both men, together with Athanasios’s eloquence and gift for teaching, won the people’s affection and deep respect. They asked the two men to remain nearby, and they did. But Athanasios’s eyes kept turning toward the high rocks, and he longed to make his home up there. Gregory shared his wish, and they settled on one of the rocks. Many people from the surrounding area came to them and were spiritually edified. Other brothers also joined them there. Later, because of an intervention by the local rulers, Elder Gregory left for Constantinople. Worn down by dropsy and old age, he reposed there.
He left behind many disciples. Athanasios climbed the highest rock and named it Meteoron. Many came and begged him to receive them. But because he loved hesychia, inner stillness, he accepted only a few and gave them precise rules for living together as monks. He also built and completed a church dedicated to the Theotokos and Christ the Savior. Through a life of profound inner stillness, he was counted worthy, as he grew in virtue, to reach the height of theoria, divine vision, and to receive great gifts from God, including prophecy and the working of miracles.
After spending his earthly life carefully tending and safeguarding the spiritual life of his fellow monks, Athanasios fell ill with a disorder of the gallbladder at the age of seventy-eight. About forty days later, he gave each of them a spiritual farewell, blessed them with his prayers, and departed to the Lord whom he loved. He was numbered among the company of the Holy Fathers, and he worked many miracles even after his repose. His fellow ascetic was Saint Joasaph the King. Joasaph was born around the middle of the fourteenth century. His father was Simeon Uroš, the deeply devout Christian ruler of Epirus and Thessaly, who was of Serbian descent and born to a Greek mother. His mother was Thomaïs. At Holy Baptism, Joasaph was named John. From childhood, John, whose very name speaks of grace, turned away from the world and its pleasures. His nous, his spiritual mind, was always directed toward God, and he thought only of the eternal blessings God had prepared from the foundation of the world for those who love Him. He attended the Church’s sacred services faithfully and often visited monasteries, longing to spend time with renowned fathers...
...and, like a tireless bee, gather the honey of their spiritual virtues. In 1371, his father Simeon died. John came from the Holy Mountain to Trikala, the capital of his realm, to take the throne. While traveling through Thessaly and other parts of his territory, he went to Meteora and met Saint Athanasios. A strong mutual friendship and respect grew between them. John came to prefer the poor cassock of a monk to royal purple. He handed the throne to his relative Alexios Angelos Philanthropenos and placed himself under Saint Athanasios’s guidance. At the monastery of the Savior and the Most Holy Theotokos on the great rock of Meteoron, he took the monastic habit and the name Joasaph. To this day he is honored there as a father and founder, both for his virtue and for all he did for the monastery. Inscriptions still preserved there record Saint Joasaph’s gifts and expenditures for renovating and enlarging its churches and other buildings, and for building new cells, cisterns, and a hospital. But Turkish raids were frequent at the time...
...and in 1394 Saint Joasaph was forced to seek refuge on the Holy Mountain with other fellow ascetics. Once a measure of peace returned, he went back to his beloved rock in 1401. Saint Joasaph had a gentle and noble spirit. His obedience to his spiritual father and the brotherhood was renowned, and his humility was remarkable. His wholehearted part in their strict common life made him respected and loved by all. So, with the agreement of all the other fathers, his spiritual father and abbot of Meteoron, Saint Athanasios, appointed him as his successor. After returning from the Holy Mountain, blessed Joasaph remained on his beloved rock, devoting himself to constant prayer and demanding ascetic labors, until the Lord called him in 1423 to enjoy the eternal blessings...
...that he had longed for since childhood. His honored skull and various belongings are preserved at Meteoron, while the Gospel book he carried with him is kept in the National Library.
The example of Saint Joasaph, whom we commemorate today, is striking. He chose the monastic life over even the highest office of a king and the comforts of palace life. He reminds us of the parable the Lord told about the pearl of great price. In that parable, the Kingdom of God is like a precious pearl. When a man found it, he sold everything he owned and bought it. To gain the Kingdom of God, which is the grace of God, and to share in salvation, two things are needed. First...
...we must see its true value. We must treasure this grace, this divine gift, above everything else in the world. Second, because we value it so highly, we must do everything we can to gain it. We must not hesitate to sacrifice anything else, however precious it may seem. Indeed, we must give up everything else to gain the one truly priceless treasure. Blessed are those who manage to do this. Blessed are those who turn away from everything that is not God, whether by leaving it behind physically or, above all, by letting go of their desire for it...
...so that they may gain God. As for those of us who, for various reasons, cannot leave our surroundings and give up the many things needed for this life, we must at least free our hearts from attachment to them. Then all our desire, our whole heart, can be given to God. ‘You shall love the Lord your God with all your heart and with all your strength.’ Only then are we worthy for Him to entrust Himself to us and make us sharers in His Kingdom.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
04 ΑΠΡΙΛΙΟΥ\20 04 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.