Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Άγιος Ζωτικός, Άγιος Γελάσιος και η αγάπη προς τον Θεό

Ο Άγιος Ζωτικός ήλθε από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη και υπηρέτησε επί Μεγάλου Κωνσταντίνου. Όταν άτομα με λέπρα καταδικάζονταν να πνιγούν, ο Ζωτικός χρησιμοποίησε αυτοκρατορικό χρυσάφι για να τα σώσει και να τα στεγάσει στο Ελεών.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων31 Δεκεμβρίου15:59Περισσότεροι άγιοι
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Ο Άγιος Ζωτικός ήλθε από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη και υπηρέτησε επί Μεγάλου Κωνσταντίνου.
  • Όταν άτομα με λέπρα καταδικάζονταν να πνιγούν, ο Ζωτικός χρησιμοποίησε αυτοκρατορικό χρυσάφι για να τα σώσει και να τα στεγάσει στο Ελεών.
  • Μετά την ανάρρηση του Κωνστάντιου Β', ο Ζωτικός έσωσε επίσης την κόρη του αυτοκράτορα, όταν προσβλήθηκε από λέπρα.
  • Κατηγορούμενος ότι προκάλεσε λιμό, ο Ζωτικός έδειξε στον αυτοκράτορα τους ανθρώπους που είχε σώσει, αποκαλώντας τους πολύτιμα κοσμήματα.
  • Ο εξαγριωμένος αυτοκράτορας διέταξε τη θανάτωση του Ζωτικού, έπειτα μετανόησε και ίδρυσε νοσοκομείο για τους λεπρούς.
  • Ο Άγιος Γελάσιος έδειξε αποστασιοποίηση και συγχώρηση όταν ένας αδελφός έκλεψε το βιβλίο των Γραφών του, με αποτέλεσμα ο αδελφός να μετανοήσει.
  • Η ομιλία διδάσκει ότι η θέωση επιτυγχάνεται με τη χάρη του Θεού και την πλήρη κοινωνία μαζί Του μέσω της αγάπης.
  • Διακρίνει τη θυσιαστική αγάπη για όλους τους ανθρώπους από την κτητική προσκόλληση, καλώντας σε ολόψυχη αγάπη προς τον Θεό.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 16 παράγραφοι

Ζωτικός έζησε κατά τους χρόνους του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο οποίος βασίλευσε από το 306 μέχρι το 337 μετά Χριστόν. Καταγόταν από την Παλαιά Ρώμη και από οικογένεια ευγενή, η οποία φρόντισε να τον αναθρέψει με πολλή ευσέβεια και λαμπρά παιδεία. Επειδή δε ήταν ευφυής και φρόνιμος, κλήθηκε από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο και πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου τιμήθηκε από εκείνον με το αξίωμα του μαγιστριανού. Κατά την εποχή δε εκείνη, μαζί με τον Άγιο αυτό Ζωτικό, πήγαν από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη και άλλοι άρχοντες, οι οποίοι κλήθηκαν από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο.

Λοιπόν, κατά τον καιρό εκείνο, παρουσιάστηκε στην Κωνσταντινούπολη η αρρώστια της λέπρας. Επειδή δε αυτή θεωρούνταν μεταδοτική, έκανε νόμο ο βασιλέας ότι όποιος προσβληθεί από την αρρώστια αυτή να ρίχνεται στη θάλασσα, για να μην τη μεταδώσει και σ' άλλους. Το νόμο αυτό δεν υπέφερε όχι μόνο να φυλάξει, αλλά ούτε καν να ακούσει ο συμπαθής και φιλάδελφος Ζωτικός. Γι' αυτό, καθώς άναψε από το θείο ζήλο και την αδελφική αγάπη, πήγε στο βασιλέα και του είπε: «Ας δώσει ο βασιλέας σε μένα, το δούλο του, πολύ χρυσάφι, για να αγοράσω με αυτό μαργαριτάρια και πολύτιμους λίθους, εις δόξαν και τιμή του κράτους του, επειδή εγώ έχω μεγάλη εμπειρία σ' αυτά». Ο βασιλέας, νομίζοντας ότι

πράγματι για πολύτιμα μέταλλα και πολύτιμους λίθους ομιλεί, πρόσταξε να του δοθεί όσο χρυσάφι ήθελε. Αφού πήρε λοιπόν το χρυσάφι αυτό, ο θεοφιλής και φιλάδελφος και των εντολών του Θεού δοκιμότατος εργάτης Ζωτικός βγήκε από το παλάτι με χαρά. Και τι έκανε; Βρίσκοντας τους δημίους, οι οποίοι έπαιρναν τους λεπρούς με την άδεια του επάρχου της πόλεως και τους έριχναν στη θάλασσα, έδινε σε αυτούς αρκετό χρυσάφι και έτσι, λυτρώνοντας τους λεπρούς από τον πνιγμό της θαλάσσης, τους έπαιρνε και τους μετέφερε πέρα από το Βυζάντιο σε ένα βουνό το οποίο ονομαζόταν κατά την εποχή εκείνη Ελεών. Και εκεί, αφού κατασκεύασε σκηνές και καλύβες, ανέπαυε αυτούς τους λεπρούς.

Η θεοφιλής πραγματεία, την οποία έκαμνε ο Άγιος, δεν μπόρεσε να κρυφθεί από τους πολλούς, διότι οι λεπροί ήταν πολλοί και τα χρήματα τα οποία δίνονταν κάθε μέρα από τον βασιλέα ήταν πάρα πολλά. Έτσι, από τα πολλά αυτά έξοδα, νόμιζαν οι πολλοί ότι πρόκειται να ακολουθήσει η πείνα στην Κωνσταντινούπολη. Αφού δε απήλθε προς τον Κύριο ο Μέγας Κωνσταντίνος κατά το έτος 337, έλαβε τη βασιλεία ο γιος του Κωνστάντιος, ο οποίος δεν πολιτευόταν με ευσέβεια και ορθόδοξα, επειδή ακολουθούσε την αίρεση του Αρείου. Γι' αυτό και πολλούς Ορθοδόξους τους τιμώρησε, διότι δεν δέχονταν την κακοδοξία εκείνη. Αυτός δε ο Κωνστάντιος αποστρεφόταν και τον μακάριο Ζωτικό,

ήταν ορθόδοξος, αν και τον ευλαβούνταν για την αγάπη την οποία του έδειχνε ο πατέρας του, Μέγας Κωνσταντίνος. Λαμβάνοντας όμως ευλογοφανή αφορμή από την ενέργεια αυτή του Ζωτικού, είχε έχθρα εναντίον του, νομίζοντας ότι δι' αυτού θα μεταδιδόταν δήθεν σε όλη την πόλη η ασθένεια της λέπρας. Συνέβη δε να προσβληθεί από την ασθένεια της λέπρας και η θυγατέρα του βασιλέα, η οποία παραδόθηκε από τον ίδιο τον πατέρα της στον έπαρχο της πόλεως για να τη ρίξει στη θάλασσα. Αλλά ο Άγιος Ζωτικός, δίνοντας τη συνηθισμένη πληρωμή στους δημίους, εξαγόρασε τη θυγατέρα του βασιλέα και τη συναρίθμησε με τους υπόλοιπους λεπρούς. Επειδή δε ακολούθησε κατά συγχώρηση Θεού

στην Κωνσταντινούπολη η αναμενόμενη πείνα και η πόλη στερήθηκε τις προς το ζην αναγκαίες τροφές, ο βασιλέας ζήτησε να μάθει για ποια αιτία έγινε η πείνα εκείνη. Οι δε συκοφάντες βρήκαν ευκαιρία και διέβαλαν στον βασιλέα τον μακάριο Ζωτικό και βεβαίωναν ότι αυτός ήταν η αιτία της πείνας, διότι μοίραζε στους λεπρούς, οι οποίοι ήταν πλήθος αναρίθμητο, άφθονες τροφές και εξυπηρετούσε τις υπόλοιπές τους ανάγκες. Ο βασιλέας πείστηκε από κακοπροαίρετους ανθρώπους και πρόσταξε να τον συλλάβουν. Όταν έμαθε αυτό ο Άγιος, πήγε κρυφά στο βασιλικό παλάτι και παρουσιάστηκε στον αυτοκράτορα. Ο βασιλέας του είπε ειρωνικά: «Ήλθε, ω μαγιστριανέ,

πλοίο το οποίο έφερε τους μαργαρίτες, τους πολυτίμους λίθους;» Ο Όσιος αποκρίθηκε: «Ναι, βασιλεύ, ήλθε και, αν γνωρίζεις, έλα με τον δούλο σου για να δεις αυτά». Αμέσως τότε ο βασιλέας, χωρίς να αργοπορήσει, ακολούθησε τον Όσιο. Ο δε μακάριος Ζωτικός πήγε μπροστά και είπε στους λεπρούς αδελφούς να βγουν από τις καλύβες τους μαζί με τη θυγατέρα του βασιλέα, βαστάζοντας αναμμένες λαμπάδες στα χέρια τους για να τον προϋπαντήσουν. Ο αυτοκράτορας, όταν έφτασε στον τόπο εκείνο του Ελαιώνος και βλέποντας τους λεπρούς με τις αναμμένες λαμπάδες, θαύμασε για το μεγάλο τους πλήθος και ρώτησε: «Ποιοι είναι αυτοί;» Τότε ο Ζωτικός αποκρίθηκε: «Αυτοί, βασιλεύ, είναι οι υπέρτιμοι λίθοι,

οι λαμπροί μαργαρίτες, τους οποίους εγώ με πολύ κόπο αγόρασα». Όταν άκουσε αυτά ο βασιλέας και, νομίζοντας ότι ο Ζωτικός έκανε το πράγμα αυτό για να τον εμπαίξει, άναψε από το θυμό και αμέσως πρόσταξε να δέσουν τον Όσιο πίσω από άγρια μουλάρια και τρέχοντας να τον σέρνουν, ώστε να κατακοπούν τα μέλη του σώματός του. Τα μουλάρια λοιπόν, καθώς τα έδερναν και τα κατακεντούσαν, με τον βίαιο και ορμητικό δρόμο τους έσυραν και κατακρήμνισαν τον Άγιο από το βουνό στον κατήφορο. Έτσι τα μέλη του Αγίου Ζωτικού διασκορπίστηκαν εδώ και εκεί, και έτσι ο Άγιος παρέδωσε την αγία του ψυχή στα χέρια του Θεού και ακολούθησαν διάφορα θαύματα,

τα οποία βλέποντας ο βασιλέας μετενόησε. Με συντετριμένη καρδία, με στεναγμούς και δάκρυα πικρά παρακαλούσε τον Κύριο να του γίνει ίλεως, φωνάζοντας ότι από άγνοια ενήργησε. Αμέσως τότε πρόσταξε να ενταφιαστεί το σώμα του μάρτυρος με πολλή επιμέλεια και πολύτιμα. Να κτιστεί δε με βασιλικά έξοδα ευρύχωρη οικία και μεγάλο νοσοκομείο για την ανάπαυση των λεπρών, το οποίο προίκισε με πολλά κτήματα και άλλα πολλά εισοδήματα. Το τίμιο λείψανο του Αγίου Ζωτικού από τότε δεν πάβει να θαυματουργεί με τη χάρη του φιλανθρώπου Θεού.

Εορτάζεται, καθώς προαναφέρθηκε, και ο Όσιος Γελάσιος, για τον οποίο αναφέρεται το εξής περιστατικό, το οποίο είναι χαρακτηριστικό της άκρας απροσπάθειας την οποίαν είχε. Ο Όσιος αυτός είχε ένα βιβλίο το οποίο περιείχε την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη και το οποίο είχε αφήσει στην εκκλησία για να το διαβάζουν οι αδελφοί. Είχε δε αυτό αξία 18 νομισμάτων. Αυτό το βιβλίο κάποιος ξένος αδελφός το έκλεψε, ο δε Όσιος Γελάσιος, αν και κατάλαβε τον κλέφτη, δεν τον κυνήγησε. Εκείνος δε που έκλεψε το βιβλίο πήγε στην πόλη και ζητούσε να το πουλήσει δεκαέξι νομίσματα. Εκείνος όμως ο οποίος ήθελε να το αγοράσει,

το πήρε για να το εξετάσει. Κατά συγκυρία δε πήγε και το έδειξε στον ίδιο τον Αββά Γελάσιο, ζητώντας να τον πληροφορήσει για την αξία του. Ο Αββάς, βλέποντας το κλεμμένο βιβλίο, προσποιήθηκε ότι δεν γνώριζε τίποτε και είπε στον άνθρωπο: «Καλό είναι και αγόρασέ το στην τιμή την οποία ζητεί». Αφού εκείνος επέστρεψε στον κλέφτη, του είπε: «Έδειξα το βιβλίο στον Αββά Γελάσιο και μου είπε δεν αξίζει όσο το ζητάς». Ο κλέφτης είπε: «Δεν σου είπε τίποτα άλλο ο γέροντας;» Αποκρίθηκε ο άνθρωπος: «Όχι». Έτσι ο κλέφτης κατανύχθηκε από την ανεξικακία του γέροντα και είπε: «Δεν θέλω πλέον να το πουλήσω». Έτσι το πήρε το βιβλίο, πήγε στον Όσιο Γελάσιο

και τον παρακαλούσε να το δεχθεί. Ο Όσιος όμως δεν ήθελε να το πάρει. Εκείνος που το έκλεψε είπε: «Εάν δεν το πάρεις, εγώ δεν έχω ανάπαυση». Τότε του είπε ο Όσιος: «Εάν δεν αναπαύεσαι, να, το παίρνω». Έτσι από το έργο αυτό του γέροντα ωφελήθηκε ο αδελφός που έκλεψε μέχρι το τέλος της ζωής του. Ευχαριστώ.

Της ζωής του ανθρώπου είναι η θέωσή του, το να γίνει ο άνθρωπος όμοιος με το Θεό κατά την αρετή και την αφθαρσία και αθανασία. Τη θέωση αυτή την κάνει μόνο η χάρη του Θεού. Επιτυγχάνεται μόνο με την πλήρη κοινωνία με το Θεό και αυτή η κοινωνία με τον Κύριο γίνεται με την αγάπη. Αγάπη. Για να είναι πλήρης η κοινωνία με το Θεό, πρέπει και η αγάπη προς το Θεό να είναι πλήρης και τελεία. Γι' αυτό ο Κύριος είπε: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου, εξ όλης της καρδίας σου, και εξ όλης της ψυχής σου, και εξ όλης της διανοίας σου, και εξ όλης της ισχύος σου». Δεν πρέπει να υπάρχει κανένα κενό, κανένα έλλειμμα, κάτι έστω μικρό που να αποξενώνει από το Θεό.

Η αγάπη προς το Θεό να είναι ολοκληρωτική και καθόλου κολοβωμένη. Αυτό το κολόβωμα στην αγάπη του Θεού γίνεται όταν η αγάπη στρέφεται έστω μερικώς σε κάτι άλλο που δεν είναι ο Θεός. Είτε αυτό είναι κάποιο αντικείμενο είτε κάποιο πρόσωπο. Αυτή η αγάπη προς αυτά που δεν είναι ο Θεός, με την οποία προσκολλόμαστε σε αυτά και δενόμαστε με αυτά, ονομάζεται στην ασκητική γλώσσα προσπάθεια. Προσπάθεια, πάθος προς κάτι, παθολογική αγάπη προς κάτι, έρωτας προς κάτι που δεν είναι ο Θεός. Μα καλά, θα ρωτήσει κάποιος, δεν πρέπει να αγαπάμε τους ανθρώπους; Αυτό δεν διδάσκει η Εκκλησία; Πρέπει να κάνουμε μια απαραίτητη διευκρίνηση. Η λέξη αγάπη έχει...

δύο έννοιες. Η μία είναι της θυσίας. Αγαπώ κάποιον σημαίνει θυσιάζομαι για χάρη του. Αγάπη με αυτή την έννοια μπορούμε και πρέπει να έχουμε προς όλους, και προς το Θεό και προς τους ανθρώπους. Αυτή είναι πράξη ελευθερίας. Η άλλη έννοια της αγάπης είναι εκείνη της επιθυμίας, του έρωτα. Με αυτή προσκολλόμαστε και δενόμαστε με αυτό που αγαπάμε. Τέτοια αγάπη πρέπει να έχουμε μόνο στο Θεό. Οι Άγιοι είχαν μόνο το θείο έρωτα. Οι άλλοι έρωτες υπάρχουν μεν στον πεπτωκότα άνθρωπο, πρέπει όμως να ξεπεραστούν, να υποκατασταθούν από την πνευματική αγάπη, την αγάπη ως θυσία. Να απαλλαγούμε από τις δεσμεύσεις τους

να μπορούμε να δοθούμε ολοκληρωτικά στο Θεό.

Αγγλική μετάφρασηEN · 16 παράγραφοι

Zoticus lived in the time of Constantine the Great, who reigned from AD 306 to 337. He came from Old Rome and a noble family, which raised him in deep piety and gave him an excellent education. Because he was intelligent and prudent, Constantine the Great summoned him to Constantinople and honored him with the rank of magistrian. At that time, other officials whom Constantine had summoned also traveled from Rome to Constantinople with Saint Zoticus.

Now, in those days, leprosy appeared in Constantinople. Because it was thought to be contagious, the emperor made a law that anyone who contracted it was to be thrown into the sea, so the disease would not spread. The compassionate Zoticus, who loved his brothers and sisters, could not bear either to obey this law or even to hear of it. Burning with divine zeal and love for his fellow people, he went to the emperor and said, “Let the emperor give me, his servant, a great deal of gold. I can use it to buy pearls and precious stones for the glory and honor of his realm, for I have much experience in these matters.” The emperor thought that

Zoticus really was speaking of precious metals and stones, and ordered that he be given as much gold as he wanted. Zoticus, who loved God and his fellow people and faithfully carried out God’s commandments, took the gold and left the palace rejoicing. And what did he do? He found the executioners who, with the city prefect’s permission, were taking people with leprosy and throwing them into the sea. He paid the executioners generously and rescued those people from drowning. Then he took them beyond Byzantium to a mountain called Eleon in those days. There he built tents and huts where they could find rest.

The work Saint Zoticus was doing out of love for God could not remain hidden. There were many people with leprosy, and the sums of money he received from the emperor each day were very large. Seeing these expenses, many thought famine would follow in Constantinople. After Constantine the Great departed to the Lord in 337, his son Constantius took the throne. Constantius did not rule with piety or in the Orthodox faith, for he followed the heresy of Arius. He punished many Orthodox Christians because they refused to accept that false teaching. Constantius also disliked blessed Zoticus,

who was Orthodox, though he respected him because of the affection his father, Constantine the Great, had shown him. But Zoticus’s work gave Constantius a pretext for hostility: he imagined that Zoticus would spread leprosy throughout the city. Then the emperor’s own daughter contracted leprosy. Her father handed her over to the city prefect to be thrown into the sea. But Saint Zoticus paid the executioners as he usually did, rescued the emperor’s daughter, and brought her among the others with leprosy. Then, as God permitted,

the expected famine came to Constantinople, and the city lacked the food needed to live. The emperor asked what had caused it. Slanderers seized the opportunity to accuse blessed Zoticus. They insisted he was responsible because he gave abundant food to the countless people with leprosy and provided for their other needs. Persuaded by these malicious people, the emperor ordered his arrest. When the saint heard this, he went secretly to the imperial palace and appeared before the emperor. The emperor said to him sarcastically, “Has the ship arrived, magistrian,

the one carrying the pearls and precious stones?” The venerable Zoticus replied, “Yes, emperor, it has arrived. Come with your servant, if you wish to see them.” The emperor followed him at once. Blessed Zoticus went ahead and told the brothers and sisters with leprosy, including the emperor’s daughter, to come out of their huts with lighted lamps in their hands to meet him. When the emperor reached Mount Eleon and saw the great crowd holding lamps, he was astonished and asked, “Who are these people?” Zoticus answered, “These, emperor, are the most precious stones,

the shining pearls that I bought with so much effort.” The emperor took this as mockery and flew into a rage. He immediately ordered Zoticus to be tied behind wild mules and dragged at a run until his body was torn apart. The mules were whipped and prodded, and in their violent rush they dragged the saint down the mountainside. Saint Zoticus’s limbs were scattered here and there, and he surrendered his soul into God’s hands. Then various miracles followed,

and when the emperor saw them, he repented. With a broken heart, sighs, and bitter tears, he begged the Lord to have mercy on him, crying out that he had acted in ignorance. He immediately ordered that the martyr’s body be buried with great care and honor. At imperial expense, he had a spacious residence and a large hospital built for the care of people with leprosy, endowing it with many estates and other sources of income. From that time on, the precious relics of Saint Zoticus have continued to work miracles through the grace of God, who loves mankind.

As mentioned earlier, we also commemorate Saint Gelasius. The following incident shows how completely free he was from attachment. He had a book containing the Old Testament and the New Testament, which he had left in the Church for the brothers to read. It was worth eighteen coins. A visiting brother stole it. Although Saint Gelasius knew who the thief was, he did not pursue him. The man who stole the book went into the city and tried to sell it for sixteen coins. But the man who wanted to buy it

took it to examine it. As it happened, he showed it to Abba Gelasius himself and asked what it was worth. Seeing his stolen book, the abba pretended to know nothing and told him, “It is a good book. Buy it for the price he asks.” When the man returned to the thief, however, he said, “I showed the book to Abba Gelasius, and he told me it is not worth what you are asking.” The thief asked, “Did the elder say anything else?” “No,” the man replied. The thief was moved to compunction by the elder’s refusal to hold a grudge. “I no longer want to sell it,” he said. So he took the book to Saint Gelasius

and begged him to accept it. But the saint did not want to take it. The man who had stolen it said, “If you do not take it, I will have no peace.” Then the saint replied, “If you have no peace, here, I will take it.” Through this act of the elder, the brother who had stolen the book was edified for the rest of his life. Thank you.

The goal of human life is theosis, divinisation: for a person to become like God in virtue, freedom from corruption, and immortality. Only the grace of God brings about this theosis. It is attained through full communion with God, and this communion with the Lord comes through love. Love. For communion with God to be complete, our love for God must also be full and perfect. That is why the Lord said, “You shall love the Lord your God with all your heart, with all your soul, with all your mind, and with all your strength.” There must be no gap, no lack, nothing, however small, that draws us away from God.

Our love for God must be wholehearted, with nothing held back. It becomes incomplete when even part of our love turns toward something other than God, whether an object or a person. In the language of ascetic discipline, the kind of love that makes us cling to these things and binds us to them is called attachment: a passion for something, a disordered love, a longing for something other than God. But someone may ask, “Should we not love other people? Is that not what the Church teaches?” We need to make an essential distinction. The word love has...

two meanings. One is sacrifice. To love someone means to give of yourself for that person. We can and should have this kind of love for everyone, for God and for other people. It is an act of freedom. The other meaning of love is desire, an ardent longing that makes us cling to and become bound to what we love. We should have that kind of love only for God. The Saints had only this longing for God. Other longings do exist in fallen human beings, but we must overcome them and replace them with spiritual love, love expressed in sacrifice. We must be freed from the bonds they create

so that we can give ourselves wholly to God.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

12 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ\31 12 eid.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα