Άγιος Θεοφάνης ο Νέος: μοναχική ζωή και θαύματα
Η ομιλία εορτάζει τον Άγιο Θεοφάνη τον Νέο στις 19 Αυγούστου και διηγείται τα πρώτα χρόνια της ζωής του στα Ιωάννινα. Έγινε μοναχός στη Μονή Δοχειαρίου στο Άγιον Όρος και αργότερα καθοδήγησε την αδελφότητά της ως ηγούμενος.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Η ομιλία εορτάζει τον Άγιο Θεοφάνη τον Νέο στις 19 Αυγούστου και διηγείται τα πρώτα χρόνια της ζωής του στα Ιωάννινα.
- Έγινε μοναχός στη Μονή Δοχειαρίου στο Άγιον Όρος και αργότερα καθοδήγησε την αδελφότητά της ως ηγούμενος.
- Αφού ελευθέρωσε τον ανιψιό του από αιχμαλωσία στην Κωνσταντινούπολη, τον πήγε στο Άγιον Όρος και έπειτα μετακόμισε μαζί του στη Σκήτη του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου κοντά στη Βέροια.
- Έχτισε εκκλησία αφιερωμένη στη Θεοτόκο κοντά στη Βέροια και έπειτα ίδρυσε τη Μονή των Αρχαγγέλων κοντά στη Νάουσα, όπου καθοδηγούσε τους μοναχούς και παρηγορούσε τους τοπικούς χριστιανούς.
- Πριν πεθάνει, ενθάρρυνε τους μοναχούς της Βέροιας να μένουν σταθεροί στην πίστη και την αρετή· τα λείψανά του τιμήθηκαν αργότερα στη Νάουσα.
- Η ομιλία διηγείται θεραπείες και άλλα θαύματα που αποδίδονται στις προσευχές και στα λείψανά του, μεταξύ των οποίων η καταστολή μιας καταιγίδας και η απαλλαγή από λοιμό και ξηρασία.
- Η ζωή και τα θαύματά του οδηγούν σε κάλεσμα να αναζητούμε ολόψυχα τη Βασιλεία του Θεού, να μετανοούμε για την αμέλειά μας και να υπομένουμε τις δυσκολίες της ζωής με πίστη.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 16 παράγραφοι
Σήμερα, 19 του μηνός Αυγούστου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Ανδρέου του Στρατηλάτου και των 2.593 συναγωνιστών του, των Αγίων Μαρτύρων Τιμοθέου, Αγαπίου και Θέκλης, των Αγίων Μαρτύρων Ευτυχιανού του Στρατιώτου και Στρατηγίου και του Οσίου Θεοφάνους του Νέου, του Θαυματουργού.
Ο Νέος γεννήθηκε στα Ιωάννινα κατά τις αρχές του 16ου αιώνος μετά Χριστόν από γονείς ευσεβείς, από τους οποίους και ανατράφηκε εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Κατά την ενηλικίωσή του, εμπνεόμενος από θείο ζήλο, αποχαιρέτησε τα φθαρτά και γήινα και πήγε στο Αγιώνυμο Όρος του Άθωνος. Αφού δε περιήλθε τις εκεί ιερές μονές και τις σκήτες των πατέρων, διάλεξε τη Μονή του Δοχειαρίου, όπου και έγινε μοναχός. Ζούσε με αρετή και οσιότητα, με αγάπη προς τους συνασκητές του πατέρες και αδελφούς της Μονής. Καθώς δε και αυτοί τον αγαπούσαν, τον εξέλεξαν μετά από λίγο ηγούμενο και επιστάτη της ιερής αυτής μονής.
Ποιμαίνοντας δε με σωφροσύνη και θεοφιλώς, αλλά και με το ίδιο του το παράδειγμα διδάσκοντας, έφερε το μοναστήρι σε μεγάλη ακμή, παροτρύνοντας σε πολιτεία θεάρεστη με κάθε είδους ασκητικούς κανόνες τους υπό την εποπτεία του συνασκουμένους μοναχούς, μεταδίδοντας σ' αυτούς τον προς τα θεία διάπυρο ζήλο του. Μετά όμως από κάποιο χρόνο, με τη συνέργεια του μισοκάλου δαίμονος, ο οποίος δεν ανεχόταν να βλέπει τον ιερό εκείνο όμιλο των μοναχών να αγωνίζεται με τις προσευχές και τις νηστείες και με κάθε αρετή να επιτελεί τη μετάνοιά του, αιχμαλωτίστηκε ο επ' αδελφής ανεψιός του Οσίου και οδηγήθηκε από τα Ιωάννινα στην Κωνσταντινούπολη. Όταν το έμαθε αυτό ο Όσιος, θέλοντας να προλάβει τον ψυχικό κίνδυνο του παιδιού, έτρεξε στην Κωνσταντινούπολη
με πολλές υπεράνθρωπες προσπάθειες τον γλίτωσε από την αιχμαλωσία και τον οδήγησε στο Άγιον Όρος, όπου και τον έκανε, αν και πρώιμα, μοναχό. Βλέποντας όμως ότι αναζητούσαν το παιδί και στην Κωνσταντινούπολη και αλλού, για να γλιτώσει το μοναστήρι από κάθε κίνδυνο και βλάβη στην περίπτωση που θα το έβρισκαν σ' αυτό, έκρινε αναγκαίο να φύγει μαζί του από εκεί, καθώς μάλιστα εκβιάστηκε στο να κάνει αυτό από τους πατέρες. Πήγε λοιπόν στη Βέροια και κατέφυγε κρυφά στην εκεί σκήτη του Τιμίου Προδρόμου, στην οποία μάζεψε πολλούς μιμητές της ενάρετης ζωής του, οι οποίοι αυθόρμητα και με πόθο ζητούσαν να γίνουν μοναχοί. Και αφού ανήγειρε περικαλλή ναό επ' ονόματι της Παναχράντου Θεοτόκου,
προχείρισε και άφησε επίτροπο τον ανεψιό του, ο οποίος ήδη ενηλικιώθηκε, αυτός δε πήγε στην πόλη της Ναούσης, κοντά στην οποία, πάνω στο βουνό, έκτισε τον Ιερό Ναό των Αρχαγγέλων και το ομώνυμο μοναστήρι, στο οποίο όχι λίγοι ευσεβείς και ενάρετοι από τα γύρω καθημερινά προσέρχονταν και με πόθο ανταλλάσσοντας το μοναχικό σχήμα αντί όλων των εγκοσμίων αγαθών, γίνονταν αδελφοί του μοναστηριού και συναγωνίζονταν με νηστείες, αγρυπνίες και προσευχές αλλά και με κόπους σωματικών έργων, φιλοτιμούνταν θεάρεστα να φτάσουν στην τελειότητα της αρετής, παίρνοντας άριστο παράδειγμα από τον Όσιο αυτόν Πατέρα, ο οποίος τους ποίμαινε και τους καθοδηγούσε εις νομάς σωτηρίους. Στο μοναστήρι αυτό κατέφευγαν και οι γύρω χριστιανοί
τις δύσκολες περιστάσεις των χρόνων εκείνων και έβρισκαν παρηγοριά. Στη μονή αυτή η ευσέβεια ενισχυόταν και τα πλήθη των πιστών παρέμεναν ακλόνητα στην Ορθοδοξία. Μετά από κάποιο χρόνο επανήλθε στο άλλο μοναστήρι που ήταν στη Βέροια για να επισκεφθεί και από κοντά, για να παροτρύνει περισσότερο στον θεοφιλή αγώνα της σωτηριώδους αρετής τους εκεί ασκουμένους μοναχούς, τους οποίους δεν έπαψε να αγαπά και πατρικά να μεριμνά για αυτούς. Όταν δε έφτασε σε μεγάλη ηλικία, προγνώρισε ότι έφτασε ο χρόνος της τελευτής του. Κάλεσε λοιπόν όλους τους πατέρες του μοναστηριού, τους νουθέτησε καθώς πρέπει σε έναν ενάρετο πνευματικό πατέρα που φροντίζει για την ψυχική σωτηρία των πνευματικών του παιδιών.
Βλέποντάς τους δε να στενοχωρούνται και άφθονα δάκρυα να χύνουν για τη στέρησή του, τους παρηγόρησε και τους δίδαξε αρκετά για τη ζωή και το θάνατο και μάλιστα για την αθανασία της ψυχής, για να στερεωθούν στη θεοσέβεια και την αρετή. Και έτσι παρέδωσε την άγια του ψυχή στα χέρια του Θεού, υμνώντας, ευχαριστώντας και δοξάζοντάς Τον, διότι τον αξίωνε να αποθέσει το φθαρτό σαρκίο και να τον προσλάβει στην αιώνια μακαριότητα, ένθα ουκ έστι λύπη ουδέ στεναγμός, αλλά χαρά και ζωή αγγελική. Το τίμιο του λείψανο, αφού το εναπόθεσαν σε ευπρεπή λάρνακα, το ενταφίασαν στη μονή στην οποία τελεύτησε. Κατόπιν η σεβάσμιά του κάρα μεταφέρθηκε στο μοναστήρι της Ναούσης, στο οποίο σώζεται μέχρι σήμερα,
προχέοντας ποταμούς ιαμάτων, ως ακένωτη πηγή θαυμάτων, τα οποία τελούνται άλλοτε μεν υπέρ εκείνων που με ευλάβεια και εγκάρδια πίστη την κατασπάζονται και επικαλούνται τη βοήθεια και χάρη του Οσίου, άλλοτε δε κατ' εκείνων οι οποίοι κακόβουλα και με θρασύτητα καταφέρονται κατά της ιερής και σεβαστής του μνήμης. Από τα άπειρα θαύματα τα οποία ο Όσιος Θεοφάνης και ενόσω ζούσε και μετά το θάνατό του τέλεσε και από τα οποία δοξάστηκε ως θαυματουργός, θα αναφέρουμε μόνο λίγα. Το πλοίο πάνω στο οποίο επέβαινε ο Όσιος, επιστρέφοντας από την Κωνσταντινούπολη στο Άγιον Όρος, καθώς κινδύνευε να καταποντιστεί λόγω σφοδρής τρικυμίας και καθώς το πλήρωμα είχε χάσει κάθε ελπίδα σωτηρίας,
ο Άγιος αποσύρθηκε και προσευχήθηκε στο Θεό με συντριβή και, αφού επανήλθε, ενθάρρυνε τους επιβάτες λέγοντας «Θαρρείτε, διότι εσώθημεν» και, ω του θαύματος, κατέπαυσε αμέσως η τρικυμία, επήλθε γαλήνη και έπνευσε ούριος άνεμος. Κάποιος άνθρωπος Αγαρηνός ήταν από χρόνια λεπρός, αν δε και κατανάλωσε όλη του την περιουσία στους γιατρούς, δεν μπόρεσε όμως να λάβει τη θεραπεία του πάθους του. Αλλά τελευταία, με την προτροπή φίλων, προσήλθε στη Μονή των Ασωμάτων, νίφθηκε με αγιασμένο νερό, στο οποίο προηγουμένως είχε τοποθετηθεί άγιο λείψανο του Οσίου, και, ω του θαύματος, θεραπεύθηκε εντελώς από τη λέπρα και υγιής γύρισε στη χώρα του, δοξάζοντας τον αληθινό Θεό και τον άξιο του θεράποντα, τον
Όσιο Θεοφάνη, τον αληθινά ανάργυρο γιατρό των ψυχών και των σωμάτων. Άλλος που κατεχόταν από μανιώδη παραφροσύνη θεραπεύτηκε αμέσως μόλις άγγιξε με ευλάβεια την κάρα του Οσίου και επέστρεψε υγιής στο σπίτι του. Στην πόλη της Ναούσης έπεσε κάποτε θανατηφόρος πανώλη, πανούκλα, η οποία θανάτωσε το ένα τρίτο των κατοίκων μέσα σε λίγες μέρες. Ο λαός άρχισε δεήσεις και αγρυπνίες με θρήνους και οδυρμούς, επικαλούμενος ιδιαίτερα τη βοήθεια του Οσίου, που ήταν και πολιούχος της πόλεως, για τη γρήγορη απαλλαγή από τη μάστιγα.
Έγινε λιτανεία της τιμίας του κάρας γύρω από την πόλη και, ω του θαύματος, η φοβερή εκείνη επιδημία αμέσως εξέλιπε και δεν εμφανίστηκε πλέον μετά, με τη χάρη και τις πρεσβείες του Οσίου. Κάποτε έγινε στην πόλη φοβερή ανομβρία και λίγο έλειψε να καταστρέφονταν εντελώς τα σπαρμένα. Οι δε κάτοικοι, στενοχωρημένοι διότι έμελλαν να στερηθούν και αυτά τα αναγκαία προς το ζην, έσπευσαν να επικαλεστούν με δεήσεις και ικεσίες τη βοήθεια του Οσίου. Ενώ δε λιτάνευαν ακόμη στα χωράφια με την τίμια του κάρα, ω του θαύματος, ήλθε βροχή πολλή, η οποία ζωογόνησε την αποξηραμένη φύση. Όλοι δε που είδαν το θαύμα δοξολόγησαν το Θεό και τον Όσιο, ο οποίος αναδείχθηκε παντοτινός και πρόθυμος βοηθός στις δυστυχίες τους. Κάποιος κακόβουλος μπήκε κρυφά στο μοναστήρι
στο οποίο φυλασσόταν το λείψανο του Αγίου και έκλεψε διάφορα χάλκινα αγγεία της μαγειρικής. Αλλά μόλις βγήκε από το μοναστήρι, τα χέρια και τα πόδια του τόσο παρέλυσαν που δεν μπορούσε να προχωρήσει και έμεινε εντελώς ακίνητος. Καθώς όμως ομολόγησε μετάνοια και υποσχέθηκε με ειλικρίνεια στον Όσιο ότι θα επέστρεφε διπλάσιο εκείνο που έκλεψε, ω του θαύματος, απαλλάχτηκε από την παράλυσή του. Κάποια γυναίκα έπασχε από χρόνια από αιμορραγία, μη μπορώντας δε να βρει καμιά θεραπεία, αν και όλη της την περιουσία την κατανάλωσε στους γιατρούς, προσήλθε όμως στο μοναστήρι του Οσίου και αφού με ευλάβεια ασπάστηκε τα ιερά του λείψανα και ήπιε νερό αγιασμένο από το ιερό λείψανο,
αμέσως απαλλάχτηκε από τη δεινή εκείνη αρρώστια και γεμάτη υγεία επέστρεψε χαίροντας στο σπίτι της. Άλλη γυναίκα, η οποία από πολλού κατατρυχόταν από επιληψία, αφού προσήλθε και με εγκάρδια πίστη ακούμπησε την τίμια κάρα του Οσίου, έγινε υγιής. Και όχι μόνον αυτά, αλλά και πολλά άλλα ευεργετήματα και χάρες απολαμβάνουν εκείνοι που καταφεύγουν στον Όσιο Θεοφάνη, απαλλασσόμενοι από κάθε είδους νοσήματα, προσερχόμενοι στην ιερή σορό των λειψάνων του και με ευλάβεια ασπαζόμενοι τη σεβάσμιά του κάρα, και επανέρχονται υγιείς, τα θεία αινώντας και ευλογώντας τον Θεό.
Αναδείχθηκε ως σήμερα εορταζόμενος ο Όσιος Θεοφάνης και τα θαύματα των Αγίων δείχνουν κατά ένα σαφή και εμφανή σε μας τρόπο ότι έχουν και ζουν και μια άλλη ζωή που δεν είναι ανθρώπινη, αλλά θεϊκή. Δείχνουν ότι έχουν μέσα τους το Χριστό, τη Σωτηρία. Αυτή τη ζωή, αυτό το Χριστό, αυτή τη σωτηρία πόθησαν οι Άγιοι και για την απόκτησή της αγωνίστηκαν. Αυτή είναι η Βασιλεία του Θεού και γι' αυτή είπε ο Κύριος, «Ζητείτε πρώτον την Βασιλεία του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού». Αυτή είναι το ένα, το οποίο πραγματικά πάνω από όλα χρειαζόμαστε. «Μάρθα, Μάρθα, περί πολλά μεριμνάς και τυρβάζει.»
Ενός δε εστί χρεία. Κατά βάθος όλοι μας αυτή τη ζωή ποθούμε. Πόσο όμως συνειδητά την ποθούμε και πόσο αγωνιζόμαστε για αυτή; Την έχουμε βάλει ως σκοπό της ζωής μας ή άλλα έχουμε στην καρδιά και στις επιδιώξεις μας; Ο Άγιος Θεοφάνης, όπως και οι άλλοι Άγιοι, έρχονται να μας παρουσιάσουν τη σοβαρότητα με την οποία αντιμετώπισαν το θέμα αυτό της σωτηρίας, την επιμέλεια που έδειξαν και τους κόπους που κατέβαλαν για αυτή, ότι παρόμοια πρέπει και εμείς να αντιμετωπίσουμε το θέμα. Φαίνεται ότι δεν γίνεται διαφορετικά. Τον πολύτιμο Μαργαρίτη, για να τον αγοράσει ο έμπορος της γνωστής παραβολής του Κυρίου, πέπρακεν πάντα όσα είχεν και ηγόρασεν αυτόν.
Όλα όσα είχε και έτσι τον αγόρασε. Εάν εμείς σχεδόν όλα τα δίνουμε για να αποκτήσουμε άλλα, κοσμικά και εφήμερα, και κάτι περισσεύματα ψιλά διαθέτουμε για τον πολύτιμο Μαργαρίτη, πώς θα τον αποκτήσουμε; Τουλάχιστον συνειδητοποιούμε την αμέλειά μας, λυπούμαστε γι' αυτή και υπομένουμε τις ακούσιες θλίψεις της ζωής σαν υποκατάστατα γι' αυτά που δεν κάνουμε με τη θέλησή μας.
Αγγλική μετάφρασηEN · 16 παράγραφοι
Today, August 19, our Church commemorates Saint Andrew the General, the Great Martyr, and his 2,593 fellow martyrs; the holy martyrs Timothy, Agapius, and Thecla; the holy martyrs Eutychian the Soldier and Strategius; and Saint Theophanes the New, the Wonderworker.
Saint Theophanes the New was born in Ioannina in the early sixteenth century to devout parents, who raised him in the instruction and teaching of the Lord. When he came of age, inspired by divine zeal, he left behind the passing things of this earth and went to Mount Athos, the Holy Mountain. After visiting its holy monasteries and the sketes of the fathers, he chose Docheiariou Monastery and became a monk there. He lived in virtue and holiness, with love for the fathers and brothers who shared his ascetic life. They loved him too, and before long they elected him abbot and overseer of the monastery.
He guided the community wisely and in a way pleasing to God, teaching above all by his own example. The monastery flourished under his care. He urged the monks to live as God desired, following every kind of ascetic rule of prayer, and shared with them his burning zeal for the things of God. But after some time, through the work of the demon who hates what is good and could not bear to see that holy company of monks striving in prayer, fasting, every virtue, and repentance, the saint's sister's son was taken captive and brought from Ioannina to Constantinople. When the saint heard, he hurried to Constantinople to protect the boy from danger to his soul.
After extraordinary efforts, he freed him from captivity and took him to Mount Athos, where he made him a monk, young though he was. But people were searching for the boy in Constantinople and elsewhere. To spare the monastery any danger or harm if they found him there, Theophanes decided that they must leave. The fathers, too, pressed him to do so. He went to Veria and secretly took refuge in the Skete of Saint John the Forerunner. There he drew many people who wanted to follow his virtuous life and freely sought, with great longing, to become monks. After building a beautiful church dedicated to the Most Pure Theotokos,
he appointed his nephew, now grown, to oversee it and left him there. Theophanes himself went to Naousa. On the mountain nearby he built a church dedicated to the Archangels and a monastery of the same name. Many devout and virtuous people from the surrounding area came there each day. Longing for the monastic life, they exchanged all worldly goods for the monastic habit and became brothers of the monastery. Together they strove through fasting, vigils, prayers, and physical labor to grow toward perfection in virtue. They had an excellent example in this holy father, who guided them along the paths of salvation. Christians from the surrounding area also sought refuge at the monastery
during the hardships of those years, and there they found comfort. The monastery strengthened their faith and helped the faithful remain steadfast in Orthodoxy. After some time, Theophanes returned to the monastery near Veria to visit its monks and encourage them further in their God-pleasing struggle for the virtue that leads to salvation. He had never ceased to love them and care for them as a father. When he reached old age, he knew beforehand that his death was near. He called together all the fathers of the monastery and instructed them as a virtuous spiritual father should, caring for the salvation of his spiritual children.
Seeing their sorrow and their many tears at the thought of losing him, he comforted them. He taught them about life and death, and especially about the immortality of the soul, so that they would stand firm in devotion to God and in virtue. Then, singing hymns, giving thanks, and glorifying God, he entrusted his holy soul into God's hands. God had counted him worthy to lay aside his mortal body and receive eternal blessedness, where there is no sorrow or sighing, but joy and the life of the angels. His honored body was placed in a fitting coffin and buried at the monastery where he died. Later, his venerable skull was taken to the monastery near Naousa, where it is preserved to this day,
pouring forth streams of healing as an inexhaustible source of miracles. Some of these miracles bless those who venerate it with reverence and heartfelt faith, asking for the saint's help and grace. Others befall those who maliciously and brazenly attack his sacred memory. Of the countless miracles Saint Theophanes worked both during his life and after his death, through which he became known as a wonderworker, we will tell only a few. As he was returning from Constantinople to Mount Athos, the ship carrying him was in danger of sinking in a violent storm. The crew had lost all hope of surviving.
The saint withdrew and prayed to God with a contrite heart. Then he returned and encouraged the passengers, saying, “Take heart, for we are saved.” And, wondrously, the storm stopped at once, the sea grew calm, and a favorable wind began to blow. Another man, a Muslim, had suffered from leprosy for years. He had spent all his possessions on doctors, yet had found no cure. At last, at his friends' urging, he came to the Monastery of the Archangels and washed with blessed water in which a holy relic of the saint had been placed. Wondrously, he was completely healed of his leprosy and returned home in good health, glorifying the true God and His worthy servant,
Saint Theophanes, a healer of souls and bodies who asked for no payment. Another man, afflicted by violent madness, was healed as soon as he reverently touched the saint's skull, and he returned home well. Once, a deadly plague struck Naousa and killed a third of its people within a few days. The people began to offer supplications and keep vigils, weeping and pleading especially for the help of the saint, the city's patron, so that they might soon be freed from the plague.
They carried his venerable skull in procession around the city, and, wondrously, that terrible epidemic immediately came to an end and did not return, through the grace and intercessions of the saint. On another occasion, a severe drought struck the city, and the crops were nearly destroyed. Fearing that they would lose even the food they needed to live, the people hurried to ask the saint's help with prayers and supplications. While they were still carrying his skull in procession through the fields, heavy rain began to fall, bringing the parched land back to life. All who saw the miracle glorified God and praised the saint, who had shown himself their ever-ready helper in times of trouble. Once, a man with evil intentions secretly entered the monastery
where the saint's relic was kept and stole several copper cooking vessels. But as soon as he left the monastery, his hands and feet became so paralyzed that he could not take another step. He remained completely still. When he confessed his wrongdoing and sincerely promised the saint that he would return twice what he had stolen, he was, wondrously, freed from his paralysis. A woman had suffered from bleeding for years. She had spent all her possessions on doctors but found no cure. She came to the saint's monastery, reverently venerated his holy relics, and drank water blessed through contact with one of them.
At once she was freed from that terrible illness and returned home healthy and rejoicing. Another woman, long afflicted by epilepsy, came and touched the saint's venerable skull with heartfelt faith, and she too was healed. These were far from the only blessings. Many others who turn to Saint Theophanes receive his help. They come to the shrine of his holy relics, reverently venerate his skull, and are freed from all kinds of illness. They return home healthy, praising the things of God and blessing God.
Such is Saint Theophanes, whom we celebrate today. The miracles of the saints show us clearly that they have and live another life, a life beyond ordinary human life, a divine life. They show us that they have Christ within them, and in Him, salvation. The saints longed for this life, for Christ and for salvation, and they struggled to attain it. This is the Kingdom of God, of which the Lord said, “Seek first the Kingdom of God and His righteousness.” It is the one thing we truly need above all else. “Martha, Martha, you are anxious and troubled about many things.”
“But one thing is needed.” Deep down, we all long for this life. But how aware are we of that longing, and how hard do we strive for it? Have we made it the purpose of our lives, or do we have other things in our hearts and in our plans? Saint Theophanes and the other saints show us how seriously they took the matter of salvation, how carefully they pursued it, and how much effort they gave to it. We too must take it just as seriously. It seems there is no other way. To buy the pearl of great price, the merchant in the Lord's familiar parable “sold all that he had and bought it.”
All that he had: that is how he bought it. If we give almost everything we have to gain other things, worldly things that soon pass away, and offer only a few spare coins for the pearl of great price, how can we acquire it? At the very least, let us recognize our neglect, grieve over it, and bear the hardships that come to us unbidden as a way of making up for what we fail to do willingly.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
08 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ\19 08.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.