Άγιος Θεόδωρος ο Στρατηλάτης και η δύναμη της πίστης
Η Εκκλησία τιμά τον Άγιο Θεόδωρο τον Στρατηλάτη στις 8 Φεβρουαρίου μαζί με άλλους αγίους. Διορισμένος διοικητής της Ηράκλειας από τον αυτοκράτορα Λικίνιο, ο Θεόδωρος κήρυττε ανοιχτά τον Χριστό και οδήγησε πολλούς στην πίστη.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Η Εκκλησία τιμά τον Άγιο Θεόδωρο τον Στρατηλάτη στις 8 Φεβρουαρίου μαζί με άλλους αγίους.
- Διορισμένος διοικητής της Ηράκλειας από τον αυτοκράτορα Λικίνιο, ο Θεόδωρος κήρυττε ανοιχτά τον Χριστό και οδήγησε πολλούς στην πίστη.
- Κάλεσε τον Λικίνιο στην Ηράκλεια και έπειτα έσπασε τα χρυσά και αργυρά είδωλα του αυτοκράτορα και μοίρασε τα κομμάτια στους φτωχούς.
- Αφού αρνήθηκε να θυσιάσει στους θεούς, υπέμεινε βασανιστήρια, φυλάκιση και σταύρωση.
- Άγγελος ελευθέρωσε και θεράπευσε τον Θεόδωρο κατά τη νύχτα, και αυτό οδήγησε τους απεσταλμένους του αυτοκράτορα και πολλούς άλλους να πιστέψουν στον Χριστό.
- Ο Θεόδωρος δέχτηκε τον αποκεφαλισμό και ζήτησε από τον υπηρέτη του Ουάρο να καταγράψει το μαρτύριό του και να μεταφέρει το σώμα του στα Ευχάιτα.
- Η ομιλία συνδέει τα βάσανα του Θεοδώρου με την κραυγή του Χριστού από τον Σταυρό και διδάσκει ότι ο Θεός παραμένει κοντά σε όσους νιώθουν εγκαταλελειμμένοι.
- Η υπομονή μέσα στις δυσκολίες ενισχύει την πίστη και προετοιμάζει τους πιστούς να λάβουν μεγαλύτερα πνευματικά χαρίσματα.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 19 παράγραφοι
8 του μηνός Φεβρουαρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου του Στρατηλάτου, του Αγίου Προφήτου Ζαχαρίου, των Αγίων Μαρτύρων Μάρθας και Μαρίας των αδελφών και του Οσίου Λυκαρίωνος, Αγίων Μαρτύρων Νικηφόρου και Στεφάνου, Αγίων Μαρτύρων Φιλαδέλφου και Πολυκάρπου, Αγίου Μακαρίου Επισκόπου Πάφου και του Αγίου Περγέτου.
Ο Μεγαλομάρτυς του Χριστού Θεόδωρος ήταν κατά τους χρόνους του βασιλέα Λικινίου, στις αρχές του τετάρτου μετά Χριστόν αιώνος. Ο Άγιος Θεόδωρος καταγόταν από τα Ευχάιτα της Γαλατίας της Μικράς Ασίας, κατοικούσε δε στην πόλη Ηράκλεια του Ευξείνου Πόντου. Υπερέβαλε πολλούς κατά το κάλλος της ψυχής, την ωραιότητα του σώματος και κατά τη δύναμη των λόγων. Ήταν τόσο φρόνιμος, γνωστικός και εύγλωττος, ώστε τον ονόμαζαν βρυορρήτορα, δηλαδή βρύση της ρητορικής, και όλοι ήθελαν να αποκτήσουν τη φιλία του. Ο βασιλέας Λικίνιος τον διόρισε αρχιστράτηγο και του έδωσε την πόλη της Ηράκλειας να την εξουσιάζει, μη γνωρίζοντας ότι ήταν χριστιανός. Ο δε Άγιος, καθώς έλαβε την εξουσία,
κήρυττε τον Χριστό Θεό αληθινό και πολλοί από τους ειδωλολάτρες έγιναν χριστιανοί. Ο βασιλέας, ο οποίος τον καιρό εκείνο έμενε στην Νικομήδεια, καθώς άκουσε τα περί του Αγίου, λυπήθηκε πολύ, αλλά προσποιούμενος άγνοια, του απέστειλε επιστολές, τον επαινούσε και τον προσκαλούσε να πάει στην Νικομήδεια για να γράψουν διαταγές σχετικές με τη λατρεία των θεών, να θυσιάζουν σε αυτούς και να γίνουν παράδειγμα στο λαό. Την επιστολή αυτή την έστειλε ο βασιλέας με επιφανείς ανθρώπους στον Άγιο. Ο δε Θεόδωρος, καθώς είδε τους βασιλικούς ανθρώπους, τους δέχθηκε, τους τίμησε και τους φιλοξένησε. Μετά μερικές μέρες...
Ο Θεόδωρος έστειλε απάντηση στο βασιλέα, με την οποία, επικαλούμενος αναταραχή από τους χριστιανούς και κίνδυνο επαναστάσεως στην πόλη, τον παρακαλούσε να μεταβεί εκείνος στην Ηράκλεια για να ειρηνεύσει ο κόσμος και με παρρησία να προσφέρουν τη θυσία τους. Ο βασιλέας, καθώς διάβασε το γράμμα του Αγίου, χάρηκε πολύ, διότι νόμισε ότι ο Άγιος φροντίζει για τα είδωλα. Εκείνος όμως έγραψε αυτά που προαναφέρθηκαν για δυο λόγους, αφενός μεν για να μαρτυρήσει εκεί στην Ηράκλεια και να αγιάσει την πατρίδα του, αφετέρου δε για να στηρίξει στην ευσέβεια με το μαρτύριό του τους χριστιανούς. Ο βασιλέας με πολύ στρατό και τα είδωλα των μεγαλυτέρων θεών του αναχώρησε για την Ηράκλεια, μη γνωρίζοντας ποιος ήταν ο σκοπός του Αγίου.
Ο Άγιος δε, προσευχόμενος κατά τη νύχτα, είδε σαν να χάλασε η σκεπή του σπιτιού στο οποίο έμενε και φλόγα μεγάλη ανέβαινε και κατέβαινε από τον ουρανό και φωνή ακούστηκε η οποία έλεγε: «Έχε θάρρος, Θεόδωρε, διότι εγώ είμαι μαζί σου». Έτσι ο Άγιος κατάλαβε ότι ήταν καιρός να μαρτυρήσει. Προσευχήθηκε και ζήτησε από τον Κύριο να τον δυναμώσει για να μαρτυρήσει για το όνομά του. Υποδέχτηκε τον βασιλέα με τιμές καθώς έπρεπε. Ο βασιλέας ευχαριστημένος επαίνεσε τον Άγιο, εγκωμίασε τον τόπο και τον λαό και στο τέλος προέτρεψε τον Θεόδωρο να θυσιάσει στα είδωλα, να δει ο λαός και να γνωρίσει ότι είναι φίλος των μεγάλων θεών και του βασιλέα.
Ο Άγιος ζήτησε από τον τελευταίο να του δώσει τα χρυσά και αργυρά είδωλα για να θυσιάσει τάχα σε αυτά κατ' ιδίαν και όταν διέταζε, να θυσιάσει και δημοσίως. Όταν άκουσε αυτά ο βασιλέας, χάρηκε πολύ και έδωσε τα είδωλα στον Άγιο.
Εκείνος, όταν τα πήρε, πήγε στο σπίτι του και κατά τη νύχτα τα σύντριψε σε μικρά κομμάτια και τα μοίρασε στους φτωχούς. Μετά δύο μέρες προσκάλεσε ο βασιλέας τον Άγιο να εκτελέσει εκείνα που υποσχέθηκε. Ενώ δε έλεγε ο βασιλέας αυτά, παρουσιάστηκε κάποιος εκατόνταρχος ονόματι Μαξέντιος, ο οποίος αποκάλυψε ότι την προηγούμενη ημέρα είδε τη χρυσή κεφαλή της θεάς Αρτέμιδος στα χέρια ενός πτωχού. Όταν δε τον ρώτησε πού τη βρήκε,
είπε ότι του την είχε χαρίσει ο Θεόδωρος. Ο Άγιος επιβεβαίωσε τη μαρτυρία του εκατόνταρχου, προσθέτοντας στον βασιλέα: «Καλώς συνέτριψα αυτούς, διότι οι θεοί σου ούτε τον εαυτό τους δεν μπόρεσαν να βοηθήσουν. Πώς θα μπορέσουν λοιπόν να βοηθήσουν εμάς;» Ο βασιλέας, καθώς άκουσε αυτά, ταράχτηκε, λυπήθηκε, θύμωσε, άλλαξε το πρόσωπό του και πρόσταξε να τεντώσουν τον Άγιο σε τέσσερα μέρη και να τον χτυπήσουν, να τον μαστιγώσουν στη ράχη, την κοιλιά, το λαιμό. Μετά, τον έξυσαν και τον έκαψαν με λαμπάδες. Κατόπιν έτριψαν τις πληγωμένες και καμένες σάρκες του με τούβλα και κεραμίδια και έτσι τον έριξαν στη φυλακή, ασφάλισαν τα πόδια του στο τιμωρητικό ξύλο και τον άφησαν νηστικό επτά μέρες.
Όμως ο Άγιος όλα τα υπέμεινε για την αγάπη του Χριστού και βασανιζόμενος δεν έλεγε άλλο παρά μόνο το «Δόξα σοι ο Θεός μου». Πέρασε λοιπόν ο Άγιος εκείνες τις επτά ημέρες πεινασμένος και διψασμένος και μόνο η χάρη του Θεού τον δυνάμωνε. Μετά, πρόσταξε ο βασιλέας και έβγαλαν τον Άγιο από τη φυλακή, προσπάθησε με κολακίες να τον μεταπείσει και τον προέτρεψε να θυσιάσει στους ψευδοθεούς. Ο Άγιος όμως του αποκρίθηκε: «Δεν είναι δυνατόν να αρνηθώ το όνομα του Χριστού, του αληθινού Θεού,
εάν ήθελες μου δώσει χαρίσματα, αλλά κι αν ήθελες με κατακόψεις σε λεπτά κομμάτια, πάλι δεν θα μπορούσες να με αποκόψεις από τον Χριστό μου». Καθώς άκουσε αυτά ο βασιλέας, διέταξε να στήσουν σταυρό έξω από την πόλη,
να σταυρώσουν εκεί τον Άγιο. Οδήγησαν λοιπόν οι στρατιώτες τον Θεόδωρο στον τόπο του μαρτυρίου και εκεί κάρφωσαν τα χέρια και τα πόδια του στο σταυρό. Εκεί προξένησαν και άλλα βασανιστήρια στον Άγιο, τα οποία υπέμεινε με γενναιότητα, προσευχόμενος δε είπε: «Κύριε, Κύριε, ο Θεός μου, Συ προείπες σε μένα ότι θα είσαι μαζί μου, τώρα δε γιατί με εγκατέλειψες; Να, τώρα έφτασε καιρός βοηθείας. Βοήθησέ με, διότι κι εγώ για σένα πάσχω όλα αυτά, για την αγάπη σου παρέδωσα το σώμα μου σε τέτοιες τιμωρίες». Λέγοντας αυτά ο Άγιος είδε κάποιον υπηρέτη του ονόματι Ούαρο που έκλαιγε και έγραφε το μαρτύριό του και του είπε με χαμηλή φωνή: «Παιδί μου Ούαρε, μην αφήσεις την εργασία σου.
Υπόμενε μέχρι που να γράψεις όλο το μαρτύριό μου». Μετά, ο μάρτυς σιώπησε εντελώς. Έμεινε τη νύχτα στο σταυρό. Κατά το μεσονύκτιο, άγγελος Κυρίου ελευθέρωσε τον Άγιο από το σταυρό και όλον τον έκανε υγιή. Έπειτα του είπε: «Ίσθι χαίρων, Θεόδωρε, στρατιώτη του Χριστού, θάρρος και να δυναμώνεσαι με το όνομα του Χριστού του αληθινού Θεού. Να, μαζί σου είναι ο Θεός, και γιατί είπες ότι σε εγκατέλειψε; Τέλειωσε τον δρόμο του μαρτυρίου σου και θα έλθεις προς τον Κύριο για να λάβεις το στέφανο που σου ετοιμάστηκε». Αυτά είπε ο άγγελος και αμέσως έγινε άφαντος. Ο δε Άγιος, καθώς είδε τον εαυτό του ελευθερωμένο, άρχισε να ψάλλει και να ευλογεί το Θεό. Όταν δε ξημέρωσε,
ο Λικίνιος, νομίζοντας ότι ο Άγιος είχε πεθάνει, έστειλε δύο υπηρέτες του, τον Αντίοχο και τον Πατρίκιο, για να σηκώσουν το σώμα του Αγίου και να το ρίξουν στη θάλασσα, για να μην το πάρουν οι χριστιανοί και το έχουν για αγιασμό τους. Πήγαν λοιπόν οι δύο απεσταλμένοι και όταν είδαν το θαύμα, τον Άγιο κάτω από το σταυρό, σώο και να ευχαριστεί το Θεό, είπαν με μεγάλη φωνή: «Μέγας ο Θεός των χριστιανών» και στον Άγιο: «Σε παρακαλούμε, μάρτυς του Χριστού, δέξου και εμάς, διότι και εμείς χριστιανοί είμαστε». Όχι δε μόνο αυτοί οι δύο πίστευσαν στον Χριστό κατά την ώρα εκείνη, αλλά και άλλοι ογδόντα πέντε. Καθώς έμαθε αυτό ο βασιλέας, έστειλε τον ανθύπατο Κέστη με πολλούς στρατιώτες για να θανατώσουν τον Άγιο.
Όταν πήγαν και αυτοί και είδαν ζωντανό τον Άγιο, πίστευσαν και αυτοί. Αλλά και μεγάλο πλήθος άλλων ανθρώπων που έτρεξαν τη μέρα εκείνη πίστευσαν στο Χριστό τον αληθινό Θεό. Τότε ένας στρατιώτης, ονόματι Λέανδρος, πήγε και είπε στον βασιλέα: «Γνώριζε, βασιλέα πολύχρονε, ότι όλος ο λαός της Ηράκλειας άφησε τα είδωλα και πιστεύει στο λεγόμενο Χριστό από τις μαγείες του πλάνου Θεοδώρου». Καθώς άκουσε αυτά ο Λικίνιος και βλέποντας ότι η πόλη ήταν ταραγμένη, πρόσταξε άλλους στρατιώτες να πάνε και να αποκεφαλίσουν τον Άγιο. Πολλοί χριστιανοί που βρίσκονταν εκεί εμπόδιζαν τους στρατιώτες. Ο Άγιος μόλις και ησύχασε τους χριστιανούς λέγοντας: «Αδελφοί μου χριστιανοί,
μην οργίζεστε κατά του βασιλέα Λικινίου, διότι αυτός είναι υπηρέτης του πατρός του, διαβόλου. Εγώ δεν πρέπει να απέλθω προς τον αγαπημένο μου Χριστό;» Λέγοντας αυτά ο Άγιος έκανε το σταυρό του σε όλο του το σώμα, προς δε τον ταχυγράφο του Ούαρο είπε: «Παιδί μου, να μην αμελήσεις να γράψεις το μαρτύριό μου και την ημέρα της τελειώσεώς μου. Μετά δε το θάνατό μου, να πάρεις το σώμα μου και να το πας στα Ευχάιτα, την πατρίδα μου». Χαίρε λοιπόν και ευφραίνου και πίστευε στον Χριστό. Κατόπιν έσκυψε και ο στρατιώτης τον απεκεφάλισε. Ευσεβείς χριστιανοί πήραν το σώμα του Αγίου και με λαμπάδες και θυμιάματα το πήγαν στα Ευχάιτα, καθώς ο μάρτυς πρόσταξε. Πολλά δε θαύματα έγιναν,
έγιναν κατά τις ημέρες εκείνες με τις πρεσβείες του Αγίου.
Αύτη εστίν η νίκη η νικήσασα τον κόσμο, η πίστις ημών. Αυτή είναι η νίκη που νίκησε τον κόσμο, η πίστη μας. Η πίστη σαν παραδοχή του Λόγου του Θεού, αλλά και σαν εμπιστοσύνη στην πρόνοια, τη φροντίδα Του για μας. Η βεβαιότητα ότι πάντα είμαστε στο στόχαστρο της αγάπης Του. Ιδού μεθ' υμών ειμι πάσας τας ημέρας, ιδιαίτερα τις δύσκολες ημέρες και τις κρίσιμες ώρες, τότε που φαίνεται ότι είμαστε εγκαταλελειμμένοι από όλους, όπως την ώρα της Σταυρώσεως και των αφόρητων πόνων του Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου.
Την ώρα που υπάρχει η μεγαλύτερη δυσκολία, την ώρα που φαίνεται όλοι να μας έχουν εγκαταλείψει, ακόμη και ο ίδιος ο Θεός, είμαστε πλησιέστερα από κάθε άλλη φορά προς τον Πάσχοντα Κύριο, ο οποίος πάνω στο σταυρό του ανέκραξε το «Ο Θεός μου, ο Θεός μου, εις τι εγκατέλιπές με;» και δεν μπορεί παρά την ώρα αυτή να μας περιβάλλει με ιδιαίτερη συμπάθεια και με αυτή την έννοια όχι απλώς να είναι κοντά μας, αλλά να μας κρατά στην αγκαλιά του. Ου γαρ έχομεν αρχιερέα μη δυνάμενον συμπαθήσαι ταις ασθενείαις ημών, πεπειρασμένον δε κατά πάντα καθ' ομοιότητα χωρίς αμαρτίας. Διότι έχουμε αρχιερέα, ο οποίος μπορεί να συμπαθήσει στις ασθένειες και τις ταλαιπωρίες μας, καθώς έχει πειραστεί καθ' όλους τους τρόπους, εξ ολοκλήρου όμοια με μας, χωρίς να αμαρτήσει.
Είναι η ώρα των μεγάλων και ιδιαιτέρων ευλογιών. Δηλαδή, όταν ο Θεός δεν επεμβαίνει και αφήνει εμάς, με τον αγώνα ή την υπομονή μας, να ξεπεράσουμε τη δυσκολία. Όσο περισσότερο εμείς αγωνιζόμαστε, τόσο μεγαλύτερο μισθό θα έχουμε, τόσο δοκιμότεροι θα γίνουμε, τόσο δεκτικότεροι για μεγαλύτερα χαρίσματα. Ο χρόνος της εδώ παροικίας μας είναι χρόνος πνευματικής εμπορίας. Ο Θεός θέλει να γίνουμε πνευματικοί μεγαλέμποροι. Εμείς ας μην αδικήσουμε τον εαυτό μας.
Αγγλική μετάφρασηEN · 19 παράγραφοι
On February 8, our Church commemorates Saint Theodore the Stratelates, the Great Martyr; the Holy Prophet Zechariah; the holy martyrs Martha and Mary, who were sisters, and Venerable Lykarion; the holy martyrs Nikephoros and Stephen; the holy martyrs Philadelphos and Polycarp; Saint Makarios, Bishop of Paphos; and Saint Pergetos.
The great martyr of Christ, Theodore, lived during the reign of Emperor Licinius, in the early fourth century after Christ. Saint Theodore came from Euchaita in Galatia, in Asia Minor, and lived in the city of Heraclea on the Black Sea. He surpassed many in beauty of soul, physical appearance, and power of speech. He was so wise, discerning, and eloquent that people called him a fountain of rhetoric, and everyone wanted his friendship. Emperor Licinius appointed him commander in chief and gave him authority over Heraclea, unaware that he was a Christian. Once the Saint had received this authority,
he proclaimed Christ as the true God, and many pagans became Christians. The emperor, who was then living in Nicomedia, heard about the Saint and was deeply troubled. Pretending to know nothing, he sent Theodore letters praising him and inviting him to Nicomedia. There, they would issue orders concerning the worship of the gods, offer sacrifices to them, and set an example for the people. The emperor sent this letter to the Saint through men of high standing. When Theodore saw the imperial envoys, he welcomed them, honored them, and gave them hospitality. After a few days...
Theodore sent a reply to the emperor. Claiming that the Christians were causing unrest and that the city was in danger of revolt, he asked the emperor to come to Heraclea himself. Then the people could be brought to peace, and they could offer their sacrifice openly. When the emperor read the Saint’s letter, he was delighted, thinking Theodore was looking after the idols. But Theodore had written this for two reasons: to bear witness through martyrdom there in Heraclea and sanctify his homeland, and to strengthen the Christians in the faith through his martyrdom. The emperor set out for Heraclea with a large army and the idols of his chief gods, unaware of the Saint’s purpose.
As the Saint prayed one night, he saw what seemed to be the roof of the house where he was staying break open. A great flame rose and descended from heaven, and a voice said, “Take courage, Theodore, for I am with you.” The Saint understood that the time had come for his martyrdom. He prayed and asked the Lord to strengthen him to bear witness to His name. He welcomed the emperor with the honors due to him. Pleased, the emperor praised the Saint and spoke highly of the place and its people. Finally, he urged Theodore to sacrifice to the idols, so the people would see that he was a friend of the great gods and of the emperor.
The Saint asked the emperor to give him the gold and silver idols so that he could supposedly sacrifice to them in private first, and then in public whenever the emperor ordered it. Delighted to hear this, the emperor gave him the idols.
Theodore took them home, smashed them into small pieces during the night, and distributed the pieces to the poor. Two days later, the emperor summoned the Saint to do what he had promised. While the emperor was speaking, a centurion named Maxentios appeared. He reported that the previous day he had seen the golden head of the goddess Artemis in the hands of a poor man. When he asked the man where he had found it,
the man said that Theodore had given it to him. The Saint confirmed the centurion’s account and told the emperor, “I did well to smash them. Your gods could not even help themselves. How, then, could they help us?” Hearing this, the emperor was shaken. Grief and anger changed his expression, and he ordered the Saint to be stretched out by his four limbs and beaten, and to be scourged across his back, stomach, and neck. Then they scraped his body and burned him with torches. After that, they rubbed bricks and roof tiles against his wounded, burned flesh. They threw him into prison, fastened his feet in the stocks, and left him without food for seven days.
But the Saint endured it all for love of Christ. As he was tortured, he said nothing except, “Glory to You, my God.” He spent those seven days hungry and thirsty, sustained only by the grace of God. Then the emperor ordered him brought out of prison. He tried to win him over with flattery and urged him to sacrifice to the false gods. But the Saint answered, “I cannot deny the name of Christ, the true God,
even if you were to offer me gifts. And even if you cut me into tiny pieces, you still could not separate me from my Christ.” On hearing this, the emperor ordered a cross to be set up outside the city
and the Saint to be crucified there. The soldiers led Theodore to the place of his martyrdom and nailed his hands and feet to the cross. They inflicted further torments on him there, which he bore bravely. Then he prayed, “Lord, Lord, my God, You told me beforehand that You would be with me. Why, then, have You abandoned me now? Now is the time for help. Help me, for I suffer all this for Your sake. For love of You, I have given my body over to these torments.” As he said this, the Saint saw a servant of his named Uaros, weeping and writing down the account of his martyrdom. He said to him softly, “My child Uaros, do not stop your work.
Stay until you have written the whole account of my martyrdom.” Then the martyr fell completely silent. He remained on the cross through the night. At midnight, an angel of the Lord freed the Saint from the cross and healed him completely. The angel said, “Rejoice, Theodore, soldier of Christ. Take courage and draw strength from the name of Christ, the true God. God is with you. Why did you say He had abandoned you? Complete the course of your martyrdom, and you will come to the Lord to receive the crown prepared for you.” With that, the angel vanished. Seeing himself freed, the Saint began to sing hymns and bless God. When day came,
Licinius, thinking the Saint was dead, sent two of his servants, Antiochos and Patrikios, to take down his body and throw it into the sea. He did not want the Christians to take it and receive a blessing from it. The two men went and saw the miracle: the Saint was beneath the cross, unharmed and giving thanks to God. They cried out, “Great is the God of the Christians!” Then they said to the Saint, “We beg you, martyr of Christ, receive us too, for we are Christians as well.” These two were not the only ones who came to believe in Christ at that moment; another eighty-five believed too. When the emperor learned of this, he sent the proconsul Kestes with many soldiers to kill the Saint.
But when they arrived and saw the Saint alive, they too came to believe. A great crowd of others who came running that day also believed in Christ, the true God. Then a soldier named Leandros went to the emperor and said, “Know this, long-lived emperor: all the people of Heraclea have abandoned the idols and believe in the one called Christ because of the magic of that deceiver Theodore.” Hearing this and seeing the city in turmoil, Licinius ordered other soldiers to go and behead the Saint. Many Christians who were there tried to stop them. The Saint managed to calm them, saying, “My Christian brothers and sisters,
do not be angry with Emperor Licinius, for he serves his father, the devil. Should I not go to my beloved Christ?” With these words, the Saint made the sign of the Cross over his whole body. Then he said to Uaros, who was recording his words, “My child, be sure to write the account of my martyrdom and the day of my death. After I die, take my body to Euchaita, my homeland.” Rejoice, then, be glad, and believe in Christ. The Saint bowed his head, and the soldier beheaded him. Devout Christians took his body to Euchaita with candles and incense, as the martyr had instructed. Many miracles took place
during those days through the prayers of the Saint.
“This is the victory that has overcome the world: our faith.” Yes, our faith is the victory that has overcome the world. Faith means accepting the Word of God and trusting in His providence, in His care for us. It is the certainty that we are always held in the gaze of His love. “Behold, I am with you always”—especially on difficult days and at critical moments, when it seems everyone has abandoned us, as Saint Theodore the Great Martyr felt amid the Crucifixion and his unbearable pain.
When hardship is at its worst, when it seems everyone has abandoned us, even God Himself, we are closer than ever to the suffering Lord. On His Cross He cried out, “My God, my God, why have You forsaken me?” At such a moment, He cannot help but surround us with special compassion. In that sense, He is more than close to us: He holds us in His arms. “For we do not have a high priest who cannot sympathize with our weaknesses, but one who has been tempted in every way as we are, yet without sin.” We have a high priest who can sympathize with our weaknesses and hardships, because He has been tempted in every way, just as we have, without committing sin.
This is a time of great and special blessings: when God does not intervene, but lets us overcome hardship through our struggle and patient endurance. The more we struggle, the greater our reward, the more our faith is proven, and the more ready we become to receive greater spiritual gifts. Our time here as sojourners is a time for spiritual trading. God wants us to become great traders in spiritual things. Let us not deprive ourselves of that.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
02 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ\08 02.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.