Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Ο Άγιος Θεόδωρος Στρατηλάτης και η πίστη που αντέχει τον πόνο

Ο Άγιος Θεόδωρος, διορισμένος από τον αυτοκράτορα Λικίνιο στρατηγό στην Ηράκλεια, κήρυττε ανοιχτά τον Χριστό και οδήγησε πολλούς στην πίστη. Ο Θεόδωρος κάλεσε τον Λικίνιο στην Ηράκλεια, με σκοπό να ενισχύσει τους εκεί χριστιανούς μέσω του μαρτυρίου του.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων8 Ιουνίου16:01Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Ο Άγιος Θεόδωρος, διορισμένος από τον αυτοκράτορα Λικίνιο στρατηγό στην Ηράκλεια, κήρυττε ανοιχτά τον Χριστό και οδήγησε πολλούς στην πίστη.
  • Ο Θεόδωρος κάλεσε τον Λικίνιο στην Ηράκλεια, με σκοπό να ενισχύσει τους εκεί χριστιανούς μέσω του μαρτυρίου του.
  • Έσπασε τα χρυσά και αργυρά είδωλα του αυτοκράτορα και μοίρασε τα κομμάτια στους φτωχούς, αποκαλύπτοντας την αδυναμία τους.
  • Μετά από βασανιστήρια και φυλάκιση, ο Θεόδωρος αρνήθηκε να απαρνηθεί τον Χριστό και σταυρώθηκε έξω από την πόλη.
  • Η διήγηση αναφέρει ότι ένας άγγελος τον ελευθέρωσε και τον θεράπευσε μέσα στη νύχτα· το θαύμα οδήγησε αυτοκρατορικούς απεσταλμένους, στρατιώτες και πολλούς άλλους να πιστέψουν στον Χριστό.
  • Ο Θεόδωρος δέχτηκε την εκτέλεση, ανέθεσε στον γραμματέα του Ουάρο να καταγράψει το μαρτύριό του και ζήτησε να μεταφερθεί το σώμα του στα Ευχάιτα.
  • Η διάλεξη καταλήγει ότι η πίστη εμπιστεύεται τη φροντίδα του Θεού, ακόμη και όταν ο πόνος κάνει να φαίνεται ότι ο Θεός απουσιάζει, και ότι η υπομονή μπορεί να φέρει πνευματική πρόοδο.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 17 παράγραφοι

Μεγαλομάρτυς του Χριστού Θεόδωρος ήταν κατά τους χρόνους του βασιλέα Λυκινίου, στις αρχές του τετάρτου μετά Χριστόν αιώνος. Ο Άγιος Θεόδωρος καταγόταν από τα Ευχάιτα της Γαλατίας της Μικράς Ασίας, κατοικούσε δε στην πόλη Ηράκλεια του Ευξείνου Πόντου. Υπερέβαλε πολλούς κατά το κάλλος της ψυχής, την ωραιότητα του σώματος και κατά τη δύναμη των λόγων. Ήταν τόσο φρόνιμος, γνωστικός και εύγλωττος, ώστε τον ονόμαζαν βρυορρήτορα, δηλαδή βρύση της ρητορικής, και όλοι ήθελαν να αποκτήσουν τη φιλία του. Ο βασιλέας Λυκίνιος τον διόρισε αρχιστράτηγο και του έδωσε την πόλη της Ηράκλειας να την εξουσιάζει, μη γνωρίζοντας ότι ήταν χριστιανός. Ο δε Άγιος, καθώς έλαβε την εξουσία,

κήρυττε το Χριστό Θεό αληθινό και πολλοί από τους ειδωλολάτρες γίνονταν χριστιανοί. Ο βασιλέας, ο οποίος τον καιρό εκείνο έμενε στη Νικομήδεια, καθώς άκουσε τα περί του Αγίου, λυπήθηκε πολύ, αλλά προσποιούμενος άγνοια, του απέστειλε επιστολές, τον επαινούσε και τον προσκαλούσε να μεταβεί στη Νικομήδεια για να γράψουν διαταγές σχετικές με τη λατρεία των θεών, να θυσιάζουν σε αυτούς και να γίνουν παράδειγμα στο λαό. Την επιστολή αυτή την έστειλε ο βασιλέας με επιφανείς ανθρώπους στον Άγιο. Ο δε Θεόδωρος, καθώς είδε τους βασιλικούς ανθρώπους, τους δέχθηκε, τους τίμησε και τους φιλοξένησε. Μετά μερικές μέρες...

Ο Θεόδωρος έστειλε απάντηση στο βασιλέα, με την οποία, επικαλούμενος αναταραχή από τους χριστιανούς και κίνδυνο επαναστάσεως στην πόλη, τον παρακαλούσε να μεταβεί εκείνος στην Ηράκλεια για να ειρηνεύσει ο κόσμος και με παρρησία να προσφέρουν τη θυσία τους. Ο βασιλέας, καθώς διάβασε το γράμμα του Αγίου, χάρηκε πολύ, διότι νόμισε ότι ο Άγιος φροντίζει για τα είδωλα. Εκείνος όμως έγραψε αυτά που προαναφέρθηκαν για δυο λόγους, αφενός μεν για να μαρτυρήσει εκεί στην Ηράκλεια και να αγιάσει την πατρίδα του, αφετέρου δε για να στηρίξει στην ευσέβεια με το μαρτύριό του τους χριστιανούς. Ο βασιλέας, με πολύ στρατό και τα είδωλα των μεγαλυτέρων θεών του, αναχώρησε για την Ηράκλεια, μη γνωρίζοντας ποιος ήταν ο σκοπός του Αγίου.

Ο δε Άγιος, προσευχόμενος κατά τη νύχτα, είδε σαν να χάλασε η σκεπή του σπιτιού στο οποίο έμενε και φλόγα μεγάλη ανέβαινε και κατέβαινε από τον ουρανό και φωνή ακούστηκε η οποία έλεγε: «Έχε θάρρος, Θεόδωρε, διότι εγώ είμαι μαζί σου». Έτσι ο Άγιος κατάλαβε ότι ήταν καιρός να μαρτυρήσει. Προσευχήθηκε και ζήτησε από τον Κύριο να τον δυναμώσει για να μαρτυρήσει για το όνομά του. Υποδέχτηκε τον βασιλέα με τιμές, καθώς έπρεπε. Ο βασιλέας, ευχαριστημένος, επαίνεσε τον Άγιο, εγκωμίασε τον τόπο και τον λαό και στο τέλος προέτρεψε τον Θεόδωρο να θυσιάσει στα είδωλα, να δει ο λαός και να γνωρίσει ότι είναι φίλος των μεγάλων θεών και του βασιλέα.

Ο Άγιος ζήτησε από τον τελευταίο να του δώσει τα χρυσά και αργυρά είδωλα για να θυσιάσει τάχα σ' αυτά κατ' ιδίαν και, όταν διέταζε, να θυσιάσει και δημοσίως. Όταν άκουσε αυτά ο βασιλέας, χάρηκε πολύ και έδωσε τα είδωλα στον Άγιο.

Εκείνος, όταν τα πήρε, πήγε στο σπίτι του και κατά τη νύχτα τα σύντριψε σε μικρά κομμάτια και τα μοίρασε στους φτωχούς. Μετά δυο μέρες προσκάλεσε ο βασιλέας τον Άγιο να εκτελέσει εκείνα που υποσχέθηκε. Ενώ δε έλεγε ο βασιλέας αυτά, παρουσιάστηκε κάποιος εκατόνταρχος ονόματι Μαξέντιος, ο οποίος αποκάλυψε ότι την προηγούμενη μέρα...

είδε τη χρυσή κεφαλή της θεάς Αρτέμιδος στα χέρια ενός πτωχού. Όταν δε τον ρώτησε πού τη βρήκε, είπε ότι του την είχε χαρίσει ο Θεόδωρος. Ο Άγιος επιβεβαίωσε τη μαρτυρία του εκατόνταρχου, προσθέτοντας στο βασιλέα: «Καλώς συνέτριψα αυτούς, διότι οι θεοί σου ούτε τον εαυτό τους δεν μπόρεσαν να βοηθήσουν. Πώς θα μπορέσουν λοιπόν να βοηθήσουν εμάς;» Ο βασιλέας, καθώς άκουσε αυτά, ταράχτηκε, λυπήθηκε, θύμωσε, άλλαξε το πρόσωπό του και πρόσταξε να τανύσουν τον Άγιο σε τέσσερα μέρη και να τον χτυπήσουν, να τον μαστιγώσουν στη ράχη, την κοιλιά, το λαιμό. Μετά, τον έξυσαν και τον έκαψαν με δάδες. Κατόπιν έτριψαν τις πληγωμένες και καμένες σάρκες του με τούβλα και κεραμίδια και έτσι τον έριξαν στη φυλακή, ασφάλισαν τα πόδια του στο τιμωρητικό ξύλο και τον άφησαν νηστικό επτά μέρες.

Όμως ο Άγιος όλα τα υπέμεινε για την αγάπη του Χριστού και βασανιζόμενος δεν έλεγε άλλο παρά μόνο το «Δόξα σοι, ο Θεός μου». Πέρασε λοιπόν ο Άγιος εκείνες τις επτά ημέρες πεινασμένος και διψασμένος και μόνο η χάρη του Θεού τον δυνάμωνε. Μετά πρόσταξε ο βασιλέας και έβγαλαν τον Άγιο από τη φυλακή. Προσπάθησε με κολακίες να τον μεταπείσει και τον προέτρεψε να θυσιάσει στους ψευδοθεούς. Ο Άγιος όμως του αποκρίθηκε: «Δεν είναι δυνατόν να αρνηθώ το όνομα του Χριστού, του αληθινού Θεού. Όχι εάν ήθελες να μου δώσεις χαρίσματα, αλλά κι αν ήθελες με κατακόψεις σε λεπτά κομμάτια, πάλι δεν θα μπορούσες να με αποκόψεις από το Χριστό μου». Καθώς άκουσε αυτά ο βασιλέας, διέταξε να στήσουν σταυρό έξω από την πόλη

και να σταυρώσουν εκεί τον Άγιο. Οδήγησαν λοιπόν οι στρατιώτες τον Θεόδωρο στον τόπο του μαρτυρίου και εκεί κάρφωσαν τα χέρια και τα πόδια του στο σταυρό. Εκεί προξένησαν και άλλα βασανιστήρια στον Άγιο, τα οποία υπέμεινε με γενναιότητα, προσευχόμενος δε είπε: «Κύριε, Κύριε, ο Θεός μου, Συ προείπες σε μένα ότι θα είσαι μαζί μου. Τώρα δε γιατί με εγκατέλειψες; Να, τώρα έφτασε καιρός βοηθείας. Βοήθησέ με, διότι κι εγώ για σένα πάσχω όλα αυτά, για την αγάπη σου παρέδωσα το σώμα μου σε τέτοιες τιμωρίες». Λέγοντας αυτά ο Άγιος είδε κάποιον υπηρέτη του ονόματι Ούαρο που έκλαιγε και έγραφε τα μαρτύριά του και του είπε με χαμηλή φωνή: «Παιδί μου, Ούαρε, μην αφήσεις την εργασία σου.

Υπόμενε μέχρι που να γράψεις όλο το μαρτύριό μου». Μετά, ο Μάρτυς σιώπησε εντελώς. Έμεινε τη νύχτα στο σταυρό. Κατά το μεσονύκτιο, άγγελος Κυρίου ελευθέρωσε τον Άγιο από το σταυρό και όλον τον έκανε υγιή. Έπειτα του είπε: «Ίθι, να χαίρεις, Θεόδωρε, στρατιώτη του Χριστού, θάρρος και να δυναμώνεσαι με το όνομα του Χριστού, του αληθινού Θεού. Να, μαζί σου είναι ο Θεός, και γιατί είπες ότι σε εγκατέλειψε; Τέλειωσε τον δρόμο του μαρτυρίου σου και θα έρθεις προς τον Κύριο για να λάβεις το στέφανο που σου ετοιμάστηκε». Αυτά είπε ο άγγελος και αμέσως έγινε άφαντος. Ο δε Άγιος, καθώς είδε τον εαυτό του ελευθερωμένο, άρχισε να ψάλλει και να ευλογεί το Θεό. Όταν δε ξημέρωσε,

ο Λυκίνιος, νομίζοντας ότι ο Άγιος είχε πεθάνει, έστειλε δύο υπηρέτες του, τον Αντίοχο και τον Πατρίκιο, για να σηκώσουν το σώμα του Αγίου και να το ρίξουν στη θάλασσα, για να μην το πάρουν οι χριστιανοί και το έχουν για αγιασμό τους. Πήγαν λοιπόν οι δύο απεσταλμένοι και όταν είδαν το θαύμα, τον Άγιο κάτω από το σταυρό, σώο και να ευχαριστεί το Θεό, είπαν με μεγάλη φωνή: «Μέγας ο Θεός των χριστιανών» και στον Άγιο: «Σε παρακαλούμε, Μάρτυς του Χριστού, δέξου και εμάς, διότι και εμείς χριστιανοί είμαστε». Όχι δε μόνο αυτοί οι δύο πίστευσαν στον Χριστό κατά την ώρα εκείνη, αλλά και άλλοι ογδόντα πέντε. Όταν έμαθε αυτό ο βασιλέας, έστειλε τον ανθύπατο Κέστη με πολλούς στρατιώτες για να θανατώσουν τον Άγιο.

Όταν πήγαν και αυτοί και είδαν ζωντανό τον Άγιο, πίστευσαν και αυτοί. Αλλά και μεγάλο πλήθος άλλων ανθρώπων που έτρεξαν τη μέρα εκείνη πίστευσαν στο Χριστό, τον αληθινό Θεό. Τότε ένας στρατιώτης, ονόματι Λέανδρος, πήγε και είπε στον βασιλέα: «Γνώριζε, βασιλέα πολύχρονε, ότι όλος ο λαός της Ηράκλειας άφησε τα είδωλα και πιστεύει στο λεγόμενο Χριστό από τις μαγείες του πλάνου Θεοδώρου». Καθώς άκουσε αυτά ο Λυκίνιος και βλέποντας ότι η πόλη ήταν ταραγμένη, πρόσταξε άλλους στρατιώτες να πάνε και να αποκεφαλίσουν τον Άγιο. Πολλοί χριστιανοί που βρίσκονταν εκεί εμπόδιζαν τους στρατιώτες. Ο Άγιος μόλις και ησύχασε τους χριστιανούς λέγοντας: «Αδελφοί μου χριστιανοί,

μην οργίζεστε κατά του βασιλέα Λυκινίου, διότι αυτός είναι υπηρέτης του πατρός του διαβόλου. Εγώ δεν πρέπει να απέλθω προς τον αγαπημένο μου Χριστό;» Λέγοντας αυτά, ο Άγιος έκανε το σταυρό του σε όλο του το σώμα, προς δε τον ταχυγράφο του Ούαρο είπε: «Παιδί μου, να μην αμελήσεις να γράψεις το μαρτύριό μου και την ημέρα της τελειώσεώς μου. Μετά δε το θάνατό μου, να πάρεις το σώμα μου και να το πας στα Ευχάιτα, την πατρίδα μου. Χαίρε λοιπόν και φρόνου και πίστευε στο Χριστό». Κατόπιν έσκυψε και ο στρατιώτης τον απεκεφάλισε. Ευσεβείς χριστιανοί πήραν το σώμα του Αγίου και με λαμπάδες και θυμιάματα το πήγαν στα Ευχάιτα, καθώς ο Μάρτυς πρόσταξε. Πολλά δε θαύματα

έγιναν κατά τις ημέρες εκείνες με τις πρεσβείες του Αγίου.

Αύτη εστίν η νίκη η νικήσασα τον κόσμον, η πίστις ημών. Αυτή είναι η νίκη που νίκησε τον κόσμο, η πίστη μας. Η πίστη σαν παραδοχή του Λόγου του Θεού, αλλά και σαν εμπιστοσύνη στην πρόνοια, τη φροντίδα Του για μας. Η βεβαιότητα ότι πάντα είμαστε στο στόχαστρο της αγάπης Του. Ιδού, εγώ μεθ' υμών ειμι πάσας τας ημέρας, ιδιαίτερα τις δύσκολες ημέρες και τις κρίσιμες ώρες, τότε που φαίνεται ότι είμαστε εγκαταλελειμμένοι από όλους, όπως την ώρα της Σταυρώσεως και των αφόρητων πόνων του Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου.

Την ώρα που υπάρχει η μεγαλύτερη δυσκολία, την ώρα που φαίνεται όλοι να μας έχουν εγκαταλείψει, ακόμη και ο ίδιος ο Θεός, είμαστε πλησιέστερα από κάθε άλλη φορά προς τον Πάσχοντα Κύριο, ο οποίος πάνω στο σταυρό του ανέκραξε το «Ο Θεός μου, ο Θεός μου, εις τι εγκατέλιπές με;» και δεν μπορεί παρά την ώρα αυτή να μας περιβάλλει με ιδιαίτερη συμπάθεια και με αυτή την έννοια όχι απλώς να είναι κοντά μας αλλά να μας κρατά στην αγκαλιά του. Ου γαρ έχομεν αρχιερέα μη δυνάμενον συμπαθήσαι ταις ασθενείαις ημών, πεπειρασμένον δε κατά πάντα καθ' ομοιότητα χωρίς αμαρτίας. Διότι έχουμε αρχιερέα ο οποίος μπορεί να συμπαθήσει στις ασθένειες και τις ταλαιπωρίες μας, καθώς έχει πειραστεί καθ' όλους τους τρόπους, εξ ολοκλήρου όμοια με μας, χωρίς να αμαρτήσει.

Είναι η ώρα των μεγάλων και ιδιαιτέρων ευλογιών. Δηλαδή, όταν ο Θεός δεν επεμβαίνει και αφήνει εμάς, με τον αγώνα ή την υπομονή μας, να ξεπεράσουμε τη δυσκολία. Όσο περισσότερο εμείς αγωνιζόμαστε, τόσο μεγαλύτερο μισθό θα έχουμε, τόσο δοκιμότεροι θα γίνουμε, τόσο δεκτικότεροι για μεγαλύτερα χαρίσματα. Ο χρόνος της εδώ παροικίας μας είναι χρόνος πνευματικής εμπορίας. Ο Θεός θέλει να γίνουμε πνευματικοί μεγαλέμποροι. Εμείς ας μην αδικήσουμε τον εαυτό μας.

Αγγλική μετάφρασηEN · 17 παράγραφοι

The Great Martyr of Christ, Theodore, lived in the time of Emperor Licinius, at the beginning of the fourth century after Christ. Saint Theodore came from Euchaita in Galatia, in Asia Minor, and lived in the city of Heraclea on the Black Sea. He surpassed many in the beauty of his soul, the grace of his appearance, and the power of his words. He was so wise, discerning, and eloquent that people called him a fountain of eloquence, and everyone wanted his friendship. Emperor Licinius appointed him commander in chief and placed the city of Heraclea under his authority, unaware that he was a Christian. And when the Saint received this authority,

he preached that Christ is the true God, and many idol worshippers became Christians. The emperor, who was then living in Nicomedia, was deeply troubled when he heard about the Saint. Pretending to know nothing of it, he sent Theodore letters praising him and inviting him to Nicomedia. There, they would issue decrees concerning the worship of the gods, offer sacrifices to them, and set an example for the people. The emperor sent this letter to the Saint with prominent men. When Theodore saw the imperial envoys, he welcomed them, honored them, and offered them hospitality. A few days later...

Theodore sent a reply to the emperor. Claiming that the Christians were causing unrest and that the city was in danger of revolt, he begged the emperor to come to Heraclea himself, so that peace might be restored and they could offer their sacrifice openly. When the emperor read the Saint’s letter, he was delighted, for he thought Theodore cared about the idols. But Theodore had written this for two reasons: first, so that he might suffer martyrdom there in Heraclea and sanctify his homeland; and second, so that through his martyrdom he might strengthen the Christians in the faith. The emperor set out for Heraclea with a large army and the idols of his greatest gods, unaware of the Saint’s purpose.

As the Saint prayed during the night, he saw what seemed to be the roof of the house where he was staying breaking apart. A great flame rose and descended from heaven, and a voice was heard saying, “Take courage, Theodore, for I am with you.” The Saint then understood that the time had come for his martyrdom. He prayed and asked the Lord to give him strength to suffer for His name. He welcomed the emperor with all due honor. Pleased, the emperor praised the Saint and spoke highly of the place and its people. At last, he urged Theodore to sacrifice to the idols, so that the people would see and know that he was a friend of the great gods and of the emperor.

The Saint asked the emperor to give him the gold and silver idols, supposedly so that he could sacrifice to them in private and then, whenever the emperor ordered it, in public as well. The emperor was delighted to hear this and gave the idols to the Saint.

Theodore took them home, broke them into small pieces during the night, and distributed the pieces to the poor. Two days later, the emperor summoned the Saint to do what he had promised. While the emperor was speaking, a centurion named Maxentius appeared and revealed that the day before...

he had seen the golden head of the goddess Artemis in the hands of a poor man. When he asked where the man had found it, the man said Theodore had given it to him. The Saint confirmed the centurion’s account and said to the emperor, “I was right to break them, for your gods could not even help themselves. How, then, could they help us?” At this, the emperor was shaken, grieved, and enraged. His face changed, and he ordered the Saint’s limbs to be stretched in four directions. He had him beaten and whipped across his back, belly, and neck. Then they scraped his flesh and burned him with torches. After that, they rubbed his wounded and burned flesh with bricks and roof tiles. They threw him into prison, fastened his feet in the stocks, and left him without food for seven days.

Yet the Saint endured everything for love of Christ. Throughout his torments, he said only, “Glory to You, my God.” He spent those seven days hungry and thirsty, sustained by the grace of God alone. Then the emperor ordered him brought out of prison. He tried to win him over with flattery and urged him to sacrifice to the false gods. But the Saint replied, “I cannot deny the name of Christ, the true God. Even if you offered me gifts, or cut me into tiny pieces, you still could not separate me from my Christ.” When the emperor heard this, he ordered a cross to be set up outside the city

and the Saint to be crucified there. The soldiers led Theodore to the place of martyrdom and nailed his hands and feet to the cross. They inflicted still more torments on him, which he bore bravely. As he prayed, he said, “Lord, Lord my God, You told me that You would be with me. Why have You forsaken me now? This is the hour when I need Your help. Help me, for I suffer all this for Your sake. Out of love for You, I have given my body over to such punishments.” As he said this, the Saint saw a servant of his named Uaros weeping and writing down his sufferings. In a low voice, he told him, “My child Uaros, do not leave off your work.

Keep going until you have written the whole account of my martyrdom.” After this, the Martyr fell completely silent. He remained on the cross through the night. At midnight, an angel of the Lord freed the Saint from the cross and healed him completely. Then the angel said to him, “Go in joy, Theodore, soldier of Christ. Take courage and be strengthened in the name of Christ, the true God. God is with you. Why did you say that He had forsaken you? Complete the course of your martyrdom, and you will come to the Lord to receive the crown prepared for you.” With these words, the angel immediately vanished. Seeing that he was free, the Saint began to sing hymns and bless God. At daybreak,

Licinius, thinking the Saint had died, sent two of his servants, Antiochus and Patricius, to take his body and throw it into the sea, so that the Christians could not take it and receive a blessing through it. The two envoys went and saw the miracle: the Saint was beneath the cross, unharmed and giving thanks to God. They cried out, “Great is the God of the Christians!” And they said to the Saint, “We beg you, Martyr of Christ, accept us too, for we too are Christians.” These two were not the only ones who came to believe in Christ at that hour; another eighty-five believed as well. When the emperor learned of this, he sent the proconsul Cestus with many soldiers to put the Saint to death.

When they arrived and saw the Saint alive, they too believed. A great crowd of other people who came running that day also believed in Christ, the true God. Then a soldier named Leander went to the emperor and said, “Know this, long-lived emperor: all the people of Heraclea have abandoned the idols and believe in this so-called Christ because of the sorcery of Theodore the deceiver.” When Licinius heard this and saw that the city was in turmoil, he ordered other soldiers to go and behead the Saint. Many Christians who were there tried to stop the soldiers. The Saint managed to calm them, saying, “My Christian brothers and sisters,

do not be angry with Emperor Licinius, for he is a servant of his father, the devil. Must I not go to my beloved Christ?” With these words, the Saint made the sign of the Cross over his whole body. Then he said to his scribe Uaros, “My child, do not neglect to write down my martyrdom and the day of my death. After I die, take my body to Euchaita, my homeland. Farewell, then. Be steadfast and believe in Christ.” He bowed his head, and the soldier beheaded him. Devout Christians took the Saint’s body to Euchaita with candles and incense, as the Martyr had instructed. Many miracles

took place in those days through the Saint’s intercessions.

“This is the victory that has overcome the world: our faith.” This is the victory that has overcome the world: our faith. Faith means accepting the Word of God, but also trusting His providence, His care for us. It means being certain that we are always held in the gaze of His love. “Behold, I am with you always”—especially on difficult days and at critical moments, when it seems that everyone has abandoned us, as it seemed during the Crucifixion and the unbearable suffering of the Great Martyr Theodore.

At the moment of greatest difficulty, when it seems that everyone has abandoned us, even God Himself, we are closer than ever to the suffering Lord. From His Cross He cried out, “My God, my God, why have You forsaken me?” At such a moment, He cannot but surround us with particular compassion. In this sense, He does more than stay near us: He holds us in His arms. “For we do not have a high priest who cannot sympathize with our weaknesses, but one who has been tempted in every way as we are, yet without sin.” For we have a high priest who can sympathize with our weaknesses and hardships, because He has been tempted in every way, just as we have, yet without sin.

This is the hour of great and particular blessings: when God does not intervene, but lets us overcome the difficulty through our struggle or our patient endurance. The more we struggle, the greater our reward will be, the more steadfast we will become, and the more ready we will be to receive greater gifts. Our time here as sojourners is a time for spiritual trade. God wants us to become great merchants in spiritual things. Let us not deprive ourselves of that.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

06 ΙΟΥΝΙΟΥ\08 06 eid.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα