Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Άγιος Θαλελαίος: Θεραπεία, μαρτύριο και η υγεία της ψυχής

Μεγαλωμένος σε χριστιανική οικογένεια στη Φοινίκη, ο Άγιος Θαλελαίος σπούδασε ιατρική και φρόντιζε ιδιαίτερα τους φτωχούς. Θεράπευε τους ανθρώπους χωρίς αμοιβή, κήρυττε τον Χριστό και αναζητούσε τη θεραπεία τόσο του σώματος όσο και της ψυχής.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων20 Μαΐου19:02Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Μεγαλωμένος σε χριστιανική οικογένεια στη Φοινίκη, ο Άγιος Θαλελαίος σπούδασε ιατρική και φρόντιζε ιδιαίτερα τους φτωχούς.
  • Θεράπευε τους ανθρώπους χωρίς αμοιβή, κήρυττε τον Χριστό και αναζητούσε τη θεραπεία τόσο του σώματος όσο και της ψυχής.
  • Η ομιλία διηγείται θεραπείες από δάγκωμα φιδιού, απώλεια του λόγου, δαιμονική βάσανο και τύφλωση, μέσω της πίστης στον Χριστό και του Σημείου του Σταυρού.
  • Αφού οδήγησε πολλούς στην πίστη στην Έδεσσα, ο Θαλελαίος ραβδίστηκε και εξορίστηκε κατά τη διάρκεια του διωγμού των Χριστιανών.
  • Στην Κιλικία υπέμεινε περαιτέρω βασανιστήρια, επέζησε από το να αφεθεί στη θάλασσα χωρίς κουπιά και έμεινε αβλαβής ανάμεσα σε λέοντες, πριν αποκεφαλιστεί στις 20 Μαΐου.
  • Η μαρτυρία του οδήγησε άλλους να πιστέψουν στον Χριστό και να μετάσχουν στο μαρτύριο.
  • Η ομιλία καταλήγει ότι η φροντίδα για τις σωματικές ασθένειες πρέπει να συνδυάζεται με τη μετάνοια, που θεραπεύει την ψυχή για την αιώνια ζωή.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 19 παράγραφοι

του Χριστού. Θαλέλεος καταγόταν από το Λίβανο της Φοινίκης, από γένος λαμπρό. Γιος του αρχιερέως των χριστιανών Βερουκείου, ανατράφηκε εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου, έμαθε τα θεία και ιερά γράμματα. Και όταν έφτασε στην κατάλληλη ηλικία, πόθησε να μάθει την ιατρική τέχνη ως αναγκαιότερη και φιλανθρωπότερη από όλες τις άλλες τέχνες και αφού βρήκε ένα άριστο γιατρό και θεοσεβέστατο, σε λίγο καιρό την έμαθε στην εντέλεια, καθώς ήταν ευφυής. Ήταν δε ο νέος αυτός θεοσεβέστατος και στόλιζε την ψυχή του με όλες τις αρετές και με κάθε θεάρεστο έργο. Δεχόταν στο σπίτι του και περιποιούνταν με αγάπη και ανέπαυε κάθε λογής άνθρωπο, ξένο και εντόπιο. Ήταν προς όλους φιλόξενος.

Ιδιαίτερα συμπαθούσε και σπλαχνιζόταν τους πτωχούς και περισσότερο τους φρόντιζε. Την ασθένεια δε και τους πόνους τους, τους λογάριαζε σαν να ήταν δικοί του. Αγωνιζόταν με κάθε τρόπο να τους περιποιείται και να τους γιατρεύει από τις αρρώστιές τους. Και τόση ευσπλαχνία είχε ο ευλογημένος σε εκείνους που είχαν ανάγκη από βοήθεια, ώστε δεν περίμενε να τον γυρέψουν εκείνοι, αλλά έτρεχε αυτός σ' εκείνους, τους βοηθούσε σε κάθε ανάγκη που είχαν και τους γιατρεύε δωρεάν, χωρίς χρήματα και χωρίς δώρα. Διότι κοντά στη φιλανθρωπία και την ευσπλαχνία είχε και την ακτημοσύνη και δεν ήθελε ποτέ να αποκτήσει αργύρια ούτε κανένα άλλο πράγμα του κόσμου αυτού. Έτσι θεάρεστα ζώντας, αξιώθηκε να αποκτήσει και αποστολικά χαρίσματα και κήρυττε με θάρρος το όνομα του Χριστού.

Με αυτό μόνο, χωρίς γιατρικά και χωρίς έμπλαστρα, γιατρεύε κάθε ασθένεια, φροντίζοντας με πολλή επιμέλεια να φέρει στην ευσέβεια όλους τους ειδωλολάτρες και να τους κάνει χριστιανούς. Γι' αυτό δεν ξεχώριζε ανάμεσα στους πιστούς και τους απίστους, αλλά όλους τους θεράπευε και όσοι πρόστρεχαν σ' αυτόν γιατρεύονταν κατά το σώμα, αλλά και κατά την ψυχή. Παρακαλούσε το Θεό για όλους, για μεν τους χριστιανούς για να μετανοήσουν και να διορθώσουν τα σφάλματά τους, για δε τους ειδωλολάτρες να αφήσουν την πλάνη και να πιστέψουν στο Χριστό. Έλεγχε δε εκείνους που δεν συμπονούσαν τους απίστους στις συμφορές και τις ασθένειές τους. Έχοντας πολύ ζήλο για την ευσέβεια, αγωνιζόταν με διαφόρους τρόπους να εξαλείψει την πλάνη των ειδώλων. Γι' αυτό πήγαινε τη νύχτα

έκοβε τα ψηλά δέντρα του Λιβάνου, στα οποία μαζεύονταν οι ειδωλολάτρες και έκαμναν τις θυσίες στους θεούς τους και μόλυναν τις ψυχές και τα σώματά τους. Κάποια φορά δάγκωσε φίδι φαρμακερό έναν άνθρωπο στο στήθος και από το δηλητήριο του φιδιού σάπιζε το στήθος και οι πλευρές του και κινδύνευε να πεθάνει. Γι' αυτό πήγε στους γιατρούς και, εξοδεύοντας ό,τι είχε και δεν είχε, δεν βρήκε καμιά θεραπεία, απελπίστηκε εντελώς και περίμενε το θάνατο. Βρέθηκε όμως πρόθυμος γιατρός ο Άγιος για να τον γιατρέψει, μόνο ζήτησε από αυτόν να πιστεύσει στο Χριστό και καθώς ο ασθενής ομολόγησε ότι πιστεύει αδίστακτα στον Χριστό εάν θεραπευθεί, ο Άγιος έβαλε το δεξί του χέρι στο στήθος του και σφραγίζοντάς το με το σημείο του Ζωοποιού Σταυρού,

γιάτρεψε και δεν έμεινε κανένα σημάδι από το πάθος του. Λοιπόν ευχαριστούσε πολύ τον Άγιο και δόξαζε τον Θεό για τη διπλή θεραπεία που έλαβε και στο σώμα και στην ψυχή. Άλλη φορά πάλι αρρώστησε ένας γιατρός από σοβαρή ασθένεια και έχασε τη φωνή του. Δεν μπορούσε καθόλου να μιλήσει. Οι συγγενείς του, απελπισμένοι από κάθε γιατρό και γιατρικό, πρόστρεξαν στον Άγιο, έφεραν τον ασθενή και τον έριξαν μπροστά του, παρακαλώντας τον να τον γιατρέψει. Τότε ο εύσπλαχνος Θαλέλεος πλησίασε σε αυτόν και του είπε: «Εάν θέλεις τη γιατριά σου, είναι ανάγκη να πιστεύσεις στον Χριστό και αμέσως ο Χριστός θα σε θεραπεύσει». Ακούοντας αυτά ο ασθενής πρόσπεσε στα πόδια του,

έκανε νεύμα πως πιστεύει στο Χριστό με όλη του την ψυχή, μόνο να τύχει τη θεραπεία του. Και ω του θαύματος, αμέσως ήλθε η Θεία Χάρις σ' αυτόν, λύθηκε ο δεσμός της γλώσσας του και μιλούσε όπως και προηγουμένως. Από τότε περπατούσε ο Άγιος σε όλη την πολιτεία, γυρεύοντας να βρει κανένα ασθενή ή κανένα πτωχό πεινασμένο ή κανένα πλανεμένο στην ασέβεια,

να θεραπεύσει ψυχικώς και σωματικώς. Μια γυναίκα που είχε δαιμόνιο και την πείραζε, πήγε στο σπίτι του Αγίου, του διηγήθηκε τη συμφορά της και τον παρακαλούσε να την ελευθερώσει από το πονηρό και ακάθαρτο πνεύμα και αμέσως το δαιμόνιο την έριξε κατά γης και την σπάραξε. Ο δε Άγιος, βλέποντάς την που βασανιζόταν έτσι από το δαιμόνιο, τη σπλαχνίστηκε, σφραγίζοντάς την στο μέτωπο με το σημείο του Τιμίου Σταυρού, επικαλέστηκε το όνομα του Ιησού Χριστού και, ω του θαύματος, αμέσως την άφησε το δαιμόνιο και έφυγε. Αφού δε η γυναίκα ελευθερώθηκε από το ακάθαρτο πνεύμα, έτρεχε με χαρά μεγάλη στο σπίτι της κηρύττοντας μεγαλόφωνα τα μεγαλεία του Θεού. Στο δρόμο της είδε ένα τυφλό γνώριμό της και του είπε: «Τι κάθεσαι εδώ χωρίς όφελος; Δεν άκουσες πως βρίσκεται εδώ ένας γιατρός θαυμαστός που γιατρεύει όλους τους αρρώστους παραδόξως και τα δαιμόνια διώχνει και τα σώματα των ανθρώπων ελευθερώνει από τη λέπρα και από κάθε άλλη πληγή και σε όλους δίνει τη σωτηρία και κανένα δώρο δεν θέλει να πάρει, αλλά διδάσκει και παραγγέλλει στους ανθρώπους τα καλά έργα και όλους τους ασθενείς που προστρέχουν σ' αυτόν τους

δέχεται και τους αναπαύει, δίδει δε σε όλους την γιατριά. Έλα λοιπόν κι εσύ να σε πάω σ' αυτόν για να λάβεις την γιατριά σου». Αυτά τα λόγια είπε η γυναίκα στον τυφλό και τον πήγε στον Άγιο. Εκείνος του είπε: «Πίστευσε στον Χριστό, το Δημιουργό της Φύσεως, και θα λάβεις την γιατριά των ματιών σου». Ο τυφλός είπε: «Πιστεύω με όλη μου την ψυχή στον Χριστό, μόνο να δω το φως των οφθαλμών μου». Και πιάνοντας τα τρισμακάρια χέρια του Αγίου, τα έβαλε στα μάτια του και αμέσως έλαβε το φως του και δοξάζοντας τον Θεό ήταν μαζί με τον Άγιο. Με όλα αυτά διαδόθηκε η φήμη του Αγίου σε όλο τον κόσμο και έτρεχαν από παντού οι άρρωστοι σ' αυτόν και θεραπεύονταν σωματικά αλλά και ψυχικά. Ο μακάριος Θαλέλεως

έχοντας ζήλο Θεού πήγαινε από τόπο σε τόπο για να γιατρεύει, περισσότερο όμως για να κηρύττει το όνομα του Χριστού και να φέρνει πολλούς στην ευσέβεια. Έτσι πήγε και στην Έδεσσα της Συρίας και με αφορμή την ιατρική έκανε πολλούς να πιστεύσουν στον Χριστό. Αλλά ο μισόκαλος διάβολος, μη υποφέροντας να βλέπει την πίστη του Χριστού να αυξάνει, κίνησε μερικούς πονηρούς ανθρώπους και πήγαν στον εξουσιαστή του τόπου εκείνου, Τιβεριανό, και τον πρόδωσαν. Τον καιρό εκείνο βασίλευε ο Νουμεριανός, ο οποίος κίνησε μεγάλο διωγμό κατά των χριστιανών και έστειλε σε όλη του την επικράτεια διαταγές να θανατώνονται οι χριστιανοί και να εξαλειφθεί το όνομα του Χριστού. Έτσι και ο Τιβεριανός, ακούοντας για τον Άγιο Θαλέλεο πως κήρυττε το όνομα του Χριστού,

αμέσως στρατιώτες και τον έφεραν μπροστά του, πρόσταξε δε να τον δείρουν με σφοδρότητα. Μετά, νομίζοντας ότι δεν ήταν στα καλά του, τον απέλυσε διώχνοντάς τον από την περιοχή την οποία εξουσίαζε. Έφυγε από εκεί ο Άγιος και πήγε στα μέρη της Κιλικίας όπου και εκεί με αφορμή την ιατρική κήρυττε το όνομα του Χριστού. Γι' αυτό μερικοί ειδωλολάτρες τον διέβαλαν στον άρχοντα Θεόδωρο, ο οποίος, αφού τον συνέλαβε και τον ανάκρινε, πρόσταξε στρατιώτες του να δείρουν τον μάρτυρα με ωμά βούνευρα. Ο γενναίος του Χριστού στρατιώτης έμενε ανίκητος και σαν να μην αισθανόταν κανένα πόνο υπέμεινε ανδρεία τις πληγές και τα βάσανα για την πολλή αγάπη την οποία είχε προς το Θεό, διακήρυξε δε

γιάτρευε τους αρρώστους όχι με κάποια άλλη δύναμη, αλλά με το όνομα του Ιησού Χριστού και με το σημείο του Ζωοποιού Σταυρού. Μάλιστα δε συμβούλευσε τον άρχοντα και του είπε: «Άκουσέ με, ω εξουσιαστά, αν θέλεις το καλό σου πίστευσε στον Χριστό, τον Αληθινό Θεό, και τότε θα γνωρίσεις την ευσπλαχνία του και τη φιλανθρωπία του και τη δύναμή του που γιατρεύει όχι μόνο τις σωματικές αρρώστιες αλλά και τις ψυχικές των αμαρτωλών, διότι θέλει και ποθεί να σωθούν όλοι οι άνθρωποι». Ενώ όμως ο Μάρτυς έλεγε αυτά και πολλά άλλα και ο λαός άκουγε τα σωτηριώδη λόγια του με πόθο πολύ, και όλοι, άναψε ο τύραννος από το θυμό και όρμησε κατά πάνω του για να τον κακοποιήσει με τα ίδια του τα χέρια. Και ω των θαυμασίων σου, Χριστέ Βασιλεύ.

Ξεράθηκαν αμέσως και τα δυο του τα χέρια και έμειναν ανενέργητα. Μ' όλο αυτό δεν σωφρονίστηκε αλλά πρόσταξε τους στρατιώτες να βασανίσουν τον μάρτυρα με κάθε τρόπο. Έτσι άρχισαν να τον βασανίζουν με σιδερένια νύχια, με φωτιά, με μαχαίρια, με διάφορα βασανιστήρια. Αλλά ο Μάρτυς τα δεχόταν όλα με μεγάλη ανδρεία και χαρά, διότι είχε το Χριστό μαζί του και του ελάφρωνε όλους τους βασανισμούς. Αν και πληγώθηκε με αναρίθμητες πληγές σε όλο του το κορμί και ξεσχίστηκε με τα σιδερένια νύχια και κατακάηκε από τη φωτιά, με όλα αυτά στεκόταν ανδρείος και στερεός στον λογισμό και καταφρονώντας κάθε λογής βασανιστήριο είπε στον τύραννο: «Εγώ επαινούσα προηγουμένως τις νίκες των άλλων ανδρείων,

τώρα που είμαι στον πόλεμο, πώς είναι δυνατόν να ρίψω τα άρματα του Χριστού μου και να μην νικήσω; Ο Χριστός δεν δίδει τα χαρίσματά Του στους δειλούς και αμελείς, ούτε στεφανώνει εκείνους που κοιμούνται. Το κάψιμο της φωτιάς σου μου φαίνεται παιχνίδι, διότι με δροσίζει η δρόσος του Σωτήρος μου. Είμαι έτοιμος να προσφέρω στο Χριστό το σώμα μου, επειδή χρεωστώ να το θυσιάσω για Αυτόν, καθώς και Εκείνος θυσιάστηκε για μένα». Μετά, με προσταγή του κριτού, βάλανε τον μάρτυρα σε μια βάρκα και τον άφησαν μόνο του μέσα στη θάλασσα. Όμως αυτή με γαλήνη τον έβγαλε στο γυαλό κοντά στη χώρα των Αιγών. Ο κριτής πρόσταξε και τον πήγαν πάλι μπροστά του. Πολλοί ειδωλολάτρες και μάλιστα οι γιατροί που φθονούσαν τον Άγιο

τις γιατριές που έκαμνε, φώναζαν εναντίον του μάρτυρος και παρακινούσαν τον κριτή να τον θανατώσει. Εκείνος δε πρόσταξε και τον έριξαν σε τέσσερα φοβερά λιοντάρια για να τον καταξεσχίσουν. Αλλά ο Θεός των δυνάμεων δεν τον άφησε ούτε τότε αβοήθητο, αλλά έκανε τα θηρία εκείνα ήμερα σαν αρνιά και στέκονταν κοντά στον μάρτυρα κουνώντας τις ουρές και παίζοντας. Ο δε τύραννος, καταντροπιασμένος, απορούσε και δεν ήξερε τι να κάνει. Τέλος έπιασε τη γραφίδα και έγραψε την απόφαση να αποκεφαλιστεί. Έτσι και έγινε και τελειώθηκε ο πολυάθλος Μάρτυς του Χριστού Θαλέλεως στις 20 του μηνός Μαΐου και έλαβε του μαρτυρίου τον στέφανο. Τότε και άλλοι πολλοί, βλέποντας την ανδρεία,

υπομονή και τα θαύματα του Αγίου Μάρτυρος πίστευσαν και αυτοί στον Κύριό μας Ιησού Χριστό και μαρτύρησαν με τον υπέρ Χριστού θάνατο, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο μακάριος διδάσκαλος του Αγίου Θαλελαίου στην ιατρική τέχνη, ο στρατιώτης Αλέξανδρος και ο Αστέριος, Στερονάς, Φιλέγριος, Τιμόθεος και η Θεοδούλη και η Μακαρία και πολλοί άλλοι, με τις πρεσβείες των οποίων είθε να αξιωθούμε κι εμείς της Βασιλείας των Ουρανών.

Λοιπόν, σήμερα την Ιερή Μνήμη του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Θαλελαίου, ο οποίος υπάγεται στην ομάδα των Αγίων Αναργύρων, των Αγίων δηλαδή εκείνων της Εκκλησίας μας, οι οποίοι ήταν γνώστες της ιατρικής τέχνης. Όμως κοντά σ' αυτό το φυσικό προσόν είχαν από το Θεό και το χάρισμα να θεραπεύουν θαυματουργικά διάφορες ασθένειες, έκαναν δε τούτο χωρίς μισθό, δωρεάν, εξού και ανάργυροι. Είναι δε αξιοπρόσεκτο ότι ο Άγιος Θαλέλεος ζητούσε ως βασική προϋπόθεση της θεραπείας των αρρώστων του την πίστη τους στον Χριστό και αυτό ήταν ο τελικός του στόχος, το να πιστέψουν στον Χριστό.

Ο Άγιος πολύ περισσότερο από τη θεραπεία του σώματος επιδίωκε τη θεραπεία της ψυχής. Αυτό δε ακριβώς νομίζουμε ότι θα πρέπει να προσέξουμε, αλλά και να επιδιώξουμε κι εμείς. Παρουσιάζουμε διάφορες αρρώστιες, λιγότερο ή περισσότερο σοβαρές, και επιδιώκουμε τη θεραπεία, την απαλλαγή από αυτές με την βοήθεια των γιατρών και των φαρμάκων ή και τη χάρη του Θεού, τη μεσιτεία των Αγίων. Κανείς δεν μας εμποδίζει από κάτι τέτοιο, αλλά καλό είναι να σκεπτόμαστε ότι από τη θεραπεία και την υγεία του σώματος, πολύ περισσότερο αξία έχει η θεραπεία και η υγεία της ψυχής. Η αρρώστια του σώματος και αν δεν θεραπευτεί εδώ,

πάλι θα είναι προσωρινή, διότι θα καταλυθεί και θα σταματήσει με το θάνατο, όλα δε τα σώματα, άφθαρτα και αθάνατα θα αναστηθούν κατά τη Δευτέρα του Χριστού Παρουσία και τέτοια θα παραμείνουν για πάντα. Αυτό το δώρο της αφθαρσίας και της αθανασίας των σωμάτων το χάρισε σε όλους μας η Ανάσταση του Χριστού. Τι θα γίνει όμως με την πνευματική αρρώστια της ψυχής και τον πνευματικό της θάνατο, εάν δεν προλάβουμε να θεραπευθούμε με τη μετάνοια από τα πάθη και φύγουμε αθεράπευτοι από τη ζωή αυτή, δηλαδή στην κατάσταση του πνευματικού θανάτου; Αυτός ο πνευματικός θάνατος θα είναι ατελεύτητος. Εάν για την αποθεραπεία από τις σωματικές αρρώστιες, οι οποίες όπως είπαμε

ή άλλως είναι προσωρινές, ξοδεύουμε τόσα και καταβάλλουμε τόσες φροντίδες, δεν θα έπρεπε αν όχι μεγαλύτερες τουλάχιστον την ίδια προσοχή και μέριμνα να επιδείξουμε για τη μετάνοια, την πνευματική μας αποθεραπεία από την οποία θα εξαρτηθεί το αιώνιο μέλλον μας;

Αγγλική μετάφρασηEN · 19 παράγραφοι

of Christ. Thalelaios came from Lebanon in Phoenicia, from a distinguished family. The son of Beroukios, the chief priest of the Christians there, he was raised in the instruction and guidance of the Lord and learned the sacred writings. When he reached the proper age, he longed to study medicine, which he considered the most necessary and compassionate of all the arts. He found an excellent and devout physician and, being gifted, soon mastered it. This young man was deeply devoted to God. He adorned his soul with every virtue and every work pleasing to God. He welcomed all kinds of people into his home, strangers and locals alike, caring for them with love and giving them rest. He was hospitable to everyone.

He felt particular compassion for the poor and cared for them most of all. He regarded their sickness and pain as though they were his own. He did everything he could to tend them and heal their illnesses. So great was this blessed man's compassion for those in need that he did not wait for them to seek him out. He went to them, helped with whatever they needed, and treated them freely, accepting neither money nor gifts. Along with his kindness and compassion, he lived without possessions. He never wanted silver or any other thing of this world. Living in this way, pleasing to God, he was counted worthy to receive apostolic gifts, and he proclaimed the name of Christ boldly.

Through that name alone, without medicines or ointments, he healed every illness. He also took great care to bring all the idol worshippers to faith and make them Christians. So he made no distinction between believers and unbelievers, but healed everyone. Those who came to him were healed in body and in soul. He prayed to God for them all: that the Christians might repent and correct their faults, and that the idol worshippers might leave their error behind and believe in Christ. He rebuked those who showed no compassion for unbelievers in their misfortunes and illnesses. With great zeal for the faith, he sought in various ways to put an end to the error of idol worship. For this reason, he would go out at night

and cut down the tall trees of Lebanon where the idol worshippers gathered to offer sacrifices to their gods, defiling both soul and body. Once, a poisonous snake bit a man on the chest. Its venom caused his chest and sides to decay, and his life was in danger. He went to physicians and spent everything he had, but found no cure. In despair, he waited for death. The Saint, however, was ready to heal him. He asked only that the man believe in Christ. When the sick man declared that he would believe in Christ without doubt if he were healed, the Saint placed his right hand on the man's chest and marked it with the Sign of the life-giving Cross,

and healed him. No trace of his affliction remained. The man thanked the Saint fervently and glorified God for the twofold healing he had received, in both body and soul. On another occasion, a physician fell seriously ill and lost his voice. He could not speak at all. His relatives, having lost hope in every physician and medicine, came to the Saint. They brought the sick man and laid him before him, begging him to heal him. Then the compassionate Thalelaios came near and said, “If you wish to be healed, you must believe in Christ, and Christ will heal you at once.” Hearing this, the sick man fell at his feet

and made a sign that he believed in Christ with all his soul, if only he could be healed. And what a wonder! Divine grace came upon him immediately. His tongue was freed, and he spoke as he had before. From then on, the Saint walked throughout the city, looking for anyone who was sick, anyone poor and hungry, or anyone led astray into unbelief,

so that he might heal them in soul and body. A woman tormented by a demon came to the Saint's house. She told him of her suffering and begged him to free her from the evil and unclean spirit. At once the demon threw her to the ground and convulsed her. Seeing her suffer so, the Saint was moved with compassion. He marked her forehead with the Sign of the precious Cross and called upon the name of Jesus Christ. And what a wonder! The demon immediately left her and fled. Freed from the unclean spirit, the woman ran home with great joy, proclaiming aloud the mighty works of God. On her way, she saw a blind man she knew and said, “Why are you sitting here without help? Have you not heard that a wondrous physician is here? He heals all the sick in extraordinary ways, drives out demons, and frees people's bodies from leprosy and every other affliction. He offers salvation to all and asks for no gift. He teaches people to do good works, and every sick person who comes to him, he

welcomes and comforts, giving healing to everyone. Come, then, and let me take you to him so that you may be healed.” With these words, the woman led the blind man to the Saint. He said to him, “Believe in Christ, the Creator of nature, and your eyes will be healed.” The blind man answered, “I believe in Christ with all my soul, if only I may see the light with my eyes.” Taking the Saint's thrice-blessed hands, he placed them on his eyes and immediately received his sight. Glorifying God, he stayed with the Saint. Through all these events, the Saint's fame spread far and wide. Sick people came to him from everywhere and were healed in body and soul. Blessed Thalelaios

was filled with zeal for God and went from place to place to heal people, but still more to proclaim the name of Christ and bring many to the faith. He went to Edessa in Syria, where his work as a physician led many to believe in Christ. But the devil, who hates all that is good, could not bear to see faith in Christ growing. He stirred up some wicked men, who went to Tiberianos, the ruler of that region, and denounced the Saint. At that time Numerian was emperor. He began a great persecution of Christians and sent orders throughout his dominion that Christians be put to death and the name of Christ wiped out. So when Tiberianos heard that Saint Thalelaios was proclaiming the name of Christ,

he immediately sent soldiers to bring him before him and ordered them to beat him severely. Then, thinking Thalelaios was not in his right mind, he released him and drove him out of the region he governed. The Saint left and went to Cilicia. There, too, his work as a physician gave him an opportunity to proclaim the name of Christ. Some idol worshippers therefore denounced him to the ruler, Theodore. Theodore had him arrested and questioned, then ordered his soldiers to beat the martyr with rawhide whips. Yet this brave soldier of Christ remained unconquered. As though he felt no pain, he endured the blows and torments courageously because of his great love for God. He also declared that he

healed the sick through no other power than the name of Jesus Christ and the Sign of the life-giving Cross. He even counseled the ruler, saying, “Listen to me, ruler. If you want what is good for you, believe in Christ, the true God. Then you will know His compassion, His love for mankind, and His power to heal not only bodily illnesses but also the spiritual illnesses of sinners. For He wills and desires that all people be saved.” As the martyr said this and much more, the people listened eagerly to his words of salvation. The tyrant, however, was inflamed with anger and rushed at him to harm him with his own hands. And how wondrous are Your works, Christ our King!

Both his hands immediately withered and became useless. Even this did not bring him to his senses. He ordered the soldiers to torture the martyr in every way. They began to torment him with iron claws, fire, knives, and many other tortures. But the martyr accepted it all with great courage and joy, for Christ was with him and eased his suffering. Though countless wounds covered his body, though iron claws tore his flesh and fire burned him, he stood firm and courageous in his resolve. Scorning every kind of torture, he said to the tyrant, “Before, I praised the victories of other brave men.

Now that I am in the battle myself, how could I throw down the weapons of my Christ and fail to win? Christ does not give His gifts to the cowardly and careless, nor does He crown those who sleep. Your fire feels like a game to me, for the dew of my Savior refreshes me. I am ready to offer my body to Christ. I owe Him that sacrifice, just as He sacrificed Himself for me.” Then, by the judge's order, they put the martyr in a boat and left him alone at sea. But the sea was calm and brought him ashore near the city of Aegae. The judge ordered him brought before him again. Many idol worshippers, especially the physicians who envied the Saint

for the healings he performed, shouted against the martyr and urged the judge to put him to death. So the judge ordered him thrown to four fearsome lions to be torn apart. But the God of hosts did not leave him without help even then. He made the beasts gentle as lambs, and they stood beside the martyr, wagging their tails and playing. The tyrant, utterly humiliated, was at a loss and did not know what to do. At last he took up his pen and wrote the sentence of beheading. And so it was done. Thalelaios, the much suffering martyr of Christ, completed his martyrdom on May 20 and received the martyr's crown. Then many others, seeing his courage,

his patient endurance, and the miracles of the holy martyr, also believed in our Lord Jesus Christ and suffered death for Christ. Among them were the blessed man who had taught Saint Thalelaios medicine, the soldier Alexander, and Asterios, Steronas, Philegrios, Timothy, Theodoule, Makaria, and many others. Through their intercessions, may we too be counted worthy of the Kingdom of Heaven.

Today, then, we commemorate Saint Thalelaios the Great Martyr. He belongs to the Holy Unmercenaries, those saints of our Church who knew the art of medicine. Alongside that natural skill, God gave them the gift of miraculously healing various illnesses. They did this freely, without payment; that is why they are called Unmercenaries. It is striking that Saint Thalelaios asked his patients to believe in Christ as the essential condition for their healing. This was his ultimate aim: that they might believe in Christ.

The Saint sought the healing of the soul far more than the healing of the body. This, I think, is exactly what we should take to heart and seek for ourselves. We suffer from various illnesses, some more serious than others, and we seek to be cured and freed from them with the help of physicians and medicines, or through the grace of God and the intercessions of the Saints. No one prevents us from doing so. But we should remember that the healing and health of the soul are worth far more than the healing and health of the body. Even if bodily illness is not healed here,

it is still temporary, for death will bring it to an end. At the Second Coming of Christ, all bodies will rise incorruptible and immortal, and so they will remain forever. The Resurrection of Christ has given us all this gift of bodily incorruptibility and immortality. But what will happen to the spiritual illness and death of the soul if we do not heal the passions through metanoia, through repentance, before we depart this life? What if we leave it unhealed, still in a state of spiritual death? That spiritual death will have no end. If, to recover from bodily illnesses which, as we have said,

are temporary one way or another, we spend so much and devote so much care, should we not give at least as much attention and care, if not more, to metanoia, to repentance and our spiritual healing, on which our eternal future depends?

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

05 ΜΑΪΟΥ\20 05 eid.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα