Η Αγία Συγκλητική Αλεξανδρείας: ασκητικός αγώνας και πνευματική συμβουλή
Η ανάμνηση της 5ης Ιανουαρίου αφηγείται πώς η Αγία Συγκλητική, με καταγωγή από τη Μακεδονία, αφιερώθηκε στον Χριστό στην Αλεξάνδρεια από μικρή ηλικία. Αρνήθηκε τον γάμο, ασκήθηκε στη νηστεία και αναζήτησε ήσυχη προσευχή, φυλάσσοντας τις σκέψεις και τις επιθυμίες της.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Η ανάμνηση της 5ης Ιανουαρίου αφηγείται πώς η Αγία Συγκλητική, με καταγωγή από τη Μακεδονία, αφιερώθηκε στον Χριστό στην Αλεξάνδρεια από μικρή ηλικία.
- Αρνήθηκε τον γάμο, ασκήθηκε στη νηστεία και αναζήτησε ήσυχη προσευχή, φυλάσσοντας τις σκέψεις και τις επιθυμίες της.
- Μετά τον θάνατο των γονέων της, μοίρασε την περιουσία της στους φτωχούς, φρόντισε την τυφλή αδελφή της και έγινε μοναχή.
- Αντιμετώπισε πνευματικές δοκιμασίες με προσευχή και ασκητική πειθαρχία, μειώνοντας τη νηστεία όταν χρειαζόταν, και δίδαξε την αξία της διάκρισης.
- Καθώς άλλες μοναχές ζητούσαν τη συμβουλή της, δίδασκε ότι η σωτηρία αρχίζει με την αγάπη προς τον Θεό και προς τον πλησίον.
- Στα ογδόντα της χρόνια, υπέμεινε σοβαρή ασθένεια, συνέχισε να ενθαρρύνει τους άλλους και παρότρυνε τις αδελφές να υπομένουν με θάρρος τον πρόσκαιρο πόνο πριν από τον θάνατό της.
- Η ομιλία κλείνει με την προειδοποίησή της κατά της κουτσομπολιού και τη συμβουλή να φυλάμε τόσο τον λόγο όσο και την ακοή μας.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 21 παράγραφοι
Σήμερα, 5 του μηνός Ιανουαρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Θεοπέμπτου και Θεωνά, της Οσίας Συγκλητικής, του Οσίου Γρηγορίου του εν Ακρίτα, του Οσίου Φωστηρίου, του Αγίου Μάρτυρος Άιου, του Αγίου Μάρτυρος Θεοείδου του Αποδημίων, της Οσίας Δομνήνης, της Οσίας Τατιανής και του Αγίου Νέου Οσιομάρτυρος Ρωμανού, του από το Καρπενήσι, ο οποίος μαρτύρησε στο Βυζάντιο κατά το έτος 1694.
Η Συγκλητική καταγόταν από τη Μακεδονία. Οι πρόγονοί της, καθώς άκουσαν τη φιλόθεη και φιλόχριστη γνώμη των Αλεξανδρέων, έφυγαν και πήγαν στην Αλεξάνδρεια. Η οσία αυτή, από τη μικρή της ηλικία, ήταν όλη δοσμένη στον πόθο και την αγάπη του Θεού και φύλαγε τον εαυτό της από τις άτακτες ορμές της φύσεως. Πολλοί νέοι για τον πλούτο και την ωραιότητά της ζητούσαν να την νυμφευθούν και οι γονείς της ακόμη την παρακινούσαν σε γάμο για να αποκτήσουν διαδόχους του γένους τους. Ισόφρων όμως και ανδρεία στο φρόνημα, η Συγκλητική δεν πειθόταν στους λόγους αυτούς των γονέων της, αλλά όταν άκουγε για γάμο σαρκικό, αυτή φανταζόταν το θεϊκό γάμο και παρέβλεπε τους επίγειους νυμφίους,
απέβλεπε μόνο στον ουράνιο νυμφίο Χριστό, τον οποίον αγάπησε με όλη της την ψυχή. Κανένα κοσμικό καλό δεν μπορούσε να διαλύσει τον πόθο της ψυχής της, ούτε τα δάκρυα των γονέων της, ούτε οι παρακλητικοί λόγοι των συγγενών της. Απόφευγε τα κοσμικά λόγια, τις κοσμικές ομιλίες και συμμάζευε το νου της μέσα στο βάθος της καρδιάς της.
Στους ψυχοφελείς λόγους άνοιγε τα ώτα της διανοίας της, για να ακούσει τα λεγόμενα και να τα δεχθεί στην ψυχή της. Δεν αμελούσε δε και την νηστεία, αλλά τόσο την αγαπούσε, ώστε δεν είχε καμιά άλλη αρετή ίση με αυτή, διότι στοχαζόταν ότι αυτή είναι το θεμέλιο και η φύλαξη όλων των άλλων αρετών.
Η μακαρία Συγκλητική επίσης προσπαθούσε να αδυνατίζει το σώμα της, γι' αυτό είχε την ψυχή της δυνατή, διότι κατά τον Απόστολο Παύλο όσο ο έξω άνθρωπος φθείρεται και ασθενεί τόσο ο ένδον ανακαινίζεται. Με τέτοιους λοιπόν αγώνες αγωνιζόταν η Οσία.
Πέθαναν οι γονείς της, πήρε την αδελφή της, η οποία ήταν τυφλή, και πήγε σε έναν τόπο κάποιου συγγενή της, μακριά από την Αλεξάνδρεια, ο οποίος ονομαζόταν Ηρώο. Αφού μοίρασε στους πτωχούς όλη της την περιουσία, προσκάλεσε έναν από τους πρεσβυτέρους και έγινε η μοναχική της κουρά. Όταν μοίραζε τον πλούτο της στους πτωχούς, έλεγε:
Αξιώθηκα να λάβω, και τι άξιο να ανταποδώσω σε εκείνον που μου το χάρισε δεν έχω. Αν οι άνθρωποι ξοδεύουν όλον τον πλούτο τους για να λάβουν ένα πρόσκαιρο αξίωμα του κόσμου τούτου, πόσο μάλλον εγώ για την τόσο μεγάλη χάρη που αξιώθηκα και έγινα μοναχή χρεωστώ να δώσω στον Δεσπότη μου Χριστό μαζί με τα νομιζόμενα υπάρχοντά μου και το σώμα μου, όταν όλα αυτά είναι δικά Του, του γαρ Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής. Με τέτοια λόγια ενδύθηκε η οσία την ταπεινοφροσύνη και ησύχαζε. Η μακαρία Συγκλητική και στις αρχές ακόμη της ασκήσεώς της υπερέβαινε τις άλλες μοναχές, οι οποίες είχαν πολλούς χρόνους την άσκηση, για την πολλή προθυμία και τη ζέση του πνεύματός της. Από την πρώτη της ηλικία μέχρι τη μεσαία όχι μόνο απέφευγε τις συνομιλίες κάθε ανδρός,
και αυτών ακόμη των γυναικών, για να μην δοξάζεται από αυτές για την υπερβολική άσκηση που έκαμνε και για να μην εμποδίζεται στην αρετή και την ησυχία από τις συναναστροφές των αδελφών και τις σωματικές ανάγκες. Η οσία έκοβε τα αγκάθια των παθών μέσω της νηστείας και της προσευχής. Αν βλάσταινε σε αυτή και αύξανε κάποιο πάθος, το έκοβε με διάφορες τιμωρίες και ποικίλους κόπους, παιδεύοντας το σώμα της όχι μόνο με την πείνα αλλά και με τη δίψα. Όταν δε είχε κάποιο πόλεμο με το διάβολο, πρώτα επικαλούνταν το Δεσπότη Χριστό σε βοήθεια μέσω της προσευχής, διότι δεν ευχαριστούνταν να εμποδίσει την ορμή του λέοντος διαβόλου με μόνη την άσκηση, και μαζί με την προσευχή ερχόταν αμέσως ο Κύριος
και έφευγε ο εχθρός. Όμως, πολλές φορές, πολυκαίριζε στον πόλεμο ο εχθρός, ο δε Κύριος την άφηνε να την πολεμεί για να αυξήσει τη γύμναση της ενάρετης ψυχής της. Αυτή δε, καθώς στοχαζόταν ότι η πολυκαιρία του πολέμου προξενεί περισσότερα χαρίσματα, δυναμωνόταν περισσότερο στον κατά του εχθρού αγώνα και όχι μόνον έκρουε το σαρκικό φρόνημα με την ολιγότητα της τροφής, αλλά και έκοβε από τον εαυτό της κάθε δίκαιη ηδονή, διότι έτρωγε ψωμί από πίτυρα και πολλές φορές δεν έπινε καθόλου νερό. Λοιπόν, εφόσον κρατούσε ο πόλεμος, μεταχειριζόταν τέτοια όπλα, φορώντας ως θώρακα την προσευχή και ως περικεφαλαία την πίστη, ενωμένη με την ελπίδα και την αγάπη.
Λοιπόν, με αυτά νικιόταν ο εχθρός και έπαυε ο πόλεμος, τότε και η οσία έδινε άνεση στον εαυτό της από την υπερβολική άσκηση. Μερικοί κατέφθειραν άμετρα και ασυλλόγιστα τον εαυτό τους με τη νηστεία και σαν να παραιτούνταν από τον πόλεμο του εχθρού, αφάνισαν τον εαυτό τους. Όμως η μακαρία Συγκλητική δεν έκανε έτσι, αλλά όλα τα έκαμνε με διάκριση. Και το μεν εχθρό πολεμούσε με την προσευχή και την άσκηση, το δε σώμα της το φρόντιζε πάλι όταν έπαυε ο πόλεμος. Η ζωή λοιπόν της οσίας ήταν αποστολική, επειδή συνίστατο από πίστη και ελεημοσύνη και έλαμπε από αγάπη και ταπεινοφροσύνη. Αυτή η οσία τελείωσε το έργο του λόγου του Ψαλμωδού:
Επάτησε επί την ασπίδα και των βασιλίσκων και όλην τη δύναμη του εχθρού. Αυτή άκουσε καταλλήλως από τον Κύριο: Το «ευ δούλε, αγαθέ και πιστέ, επί ολίγα ης πιστός, επί πολλών σε καταστήσω». Και μολονότι το ρητό αυτό νοείται για τα ουράνια χαρίσματα, όμως κι εδώ μπορεί να νοείται. Δηλαδή, επειδή συ, Συγκλητική, νίκησες σε αυτόν τον υλικό πόλεμο της σαρκός και του κόσμου, θα νικήσεις και στον άυλο πόλεμο των πονηρών δαιμόνων μέσω της δικής μου βοήθειας και υπερασπίσεως. Αφού νίκησες τις ενάντιες δυνάμεις των δαιμόνων, θα πλησιάσεις στις αγαθές δυνάμεις των αγγέλων. Έτσι ησύχαζε η οσία κατά μόνας και εργαζόταν τις αρετές.
Καθώς δε περνούσε ο καιρός και άνθηζαν οι αρετές της, η ευωδία των ενδόξων αγώνων της απλωνόταν σε πολλούς. Διότι λέγει ο Κύριος: «Ουκ έστιν κρυπτόν, ο ου μη φανερόν γενήσεται». Διότι ο Θεός συνηθίζει να κηρύττει με τους τρόπους τους οποίους γνωρίζει τα κατορθώματα εκείνων όπου τον αγαπούν για διόρθωση εκείνων που τα ακούν. Έτσι τότε με φώτιση του Θεού άρχισαν μερικές μοναχές να πηγαίνουν στην Οσία για ψυχική ωφέλεια και επειδή πολλοί ωφελούνταν από τη συναναστροφή μαζί της, πήγαιναν εκεί συχνότερα. Κάποια μέρα τη ρώτησαν να τους πει πώς μπορούσαν να σωθούν. «Όλοι ξέρουμε να σωθούμε», απάντησε εκείνη, «αλλά για την αμέλειά μας χάνουμε τη σωτηρία μας».
Πρέπει πρώτα να φυλάτουμε εκείνα τα οποία μας φανερώθηκαν με τη χάρη του Κυρίου, τα οποία είναι: Να αγαπήσεις Κύριον το Θεό σου, εξ όλης της ψυχής σου και τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου. Από αυτά τα δύο φυλάτεται η αρχή του νόμου και σε αυτά επαναπαύεται το πλήρωμα της χάρητος. Λίγα είναι τα λόγια αυτά, αλλά η δύναμή τους είναι μεγάλη και άπειρη, διότι όλα τα ψυχοφελή καλά από αυτές τις δύο εντολές είναι κρεμασμένα. Και το μαρτυρεί ο Θείος Παύλος, ο οποίος λέγει ότι η αγάπη είναι τέλος του νόμου. Και άλλα μεγάλα, με τα λόγια και τα έργα, διδάχθηκαν από την οσία αυτή προς ωφέλεια εκείνων οι οποίοι τα είδαν και τα άκουσαν,
τα οποία δεν μπορεί ανθρώπινη γλώσσα να τα διηγηθεί για το μεγάλο τους πλήθος. Αλλά ο μισόκαλος διάβολος, μη υποφέροντας να βλέπει το πλήθος αυτό των καλών, ζήτησε και κατά θεία συγχώρηση με τόση έχθρα την πολέμησε, ώστε δεν άρχισε τον πόλεμο, την πληγή, από τα εξωτερικά μέλη του σώματός της, αλλά πληγώνοντας τα ενδόσθιά της, της προξενούσε εσωτερικό σφοδρό πόνο και ήταν απαρηγόρητη από ανθρώπινη βοήθεια. Πρόσβαλε τον πνεύμονά της και προκαλούσε αιμοπτύσεις και πήρε το που έλιωνε το σώμα της σαν το κερί. Η Οσία, η οποία τότε ήταν ογδόντα ετών, υπέφερε μεγαλόψυχα την πληγή και δεν ολιγοψυχούσε, αλλά πάλι πολεμούσε τον πολεμούντα εχθρό
πάλι με τις ψυχοφελείς διδασκαλίες, γιατρεύοντας εκείνους οι οποίοι πληγώνονταν από αυτόν και έσωσε τις ψυχές τους ως από το στόμα του λέοντος. Βλέποντας και πάλι ο μισόκαλος την Οσία πως ανδρειωνόταν εναντίον του, του κακοφαινόταν και, στοχαζόμενος πως η τυραννική του εξουσία νικιόταν από την Οσία, επιχείρησε να δράσει με άλλο τρόπο κακίας. Προσβλήθηκε και πόνεσε ένα δόντι της οσίας και από το δόντι σάπισε το ούλο της. Το σάπισμα επεκτάθηκε σε όλο της το σαγόνι, τόσο ώστε μετά από δύο μήνες τρύπησε το κόκαλο και έβγαινε πολύ βαριά δυσοσμία, την οποία δεν μπορούσαν οι αδελφές οι οποίες την υπηρετούσαν να υποφέρουν και αναγκάζονταν να απομακρύνονται από αυτήν.
Όταν ήταν ανάγκη να πάνε κοντά της, έκαιγαν θυμίαμα για την αφόρητη εκείνη δυσοσμία, αφού δε την περιποιούνταν, πάλι απομακρύνονταν. Ποιος δεν έφριξε βλέποντας την ανυπόφορη εκείνη πληγή και ποιος δεν ωφελήθηκε στοχαζόμενος την υπομονή της οσίας, ή ποιος δεν δυναμώθηκε κατανοώντας την ήττα και την πτώση την οποίαν έπαθε ο διάβολος από αυτήν; Τρεις μήνες λοιπόν αγωνίστηκε η Οσία με τον αγώνα αυτό και κρατιόταν από τη Θεία Δύναμη, διότι η φυσική δύναμή της ελαττωνόταν επειδή ούτε να φάγει τροφή μπορούσε, από την υπερβολική σήψη και δυσοσμία, ούτε να κοιμηθεί από τους πολλούς πόνους. Όταν δε πλησίασε το τέλος του νικηφόρου αγώνα, είδε θεϊκή οπτασία
Αγγέλων και Αγίων Παρθένων, είδε και ελλάμψεις Θείου Φωτός και τόπο Παραδείσου. Αυτά που είδε τα αποκάλυψε στις αδελφές που ήταν εκεί και τις συμβούλευσε να υπομένουν ανδρείως τις προσωρινές θλίψεις και να μην λιγοψυχούν. Προείπε δε ότι μετά τρεις μέρες θα αποχωριστεί η ψυχή της από το σώμα.
Όταν δε έφτασε η προκαθορισμένη ημέρα και ώρα, απήρθε η μακαρία Συγκλητική προς τον Κύριο και έλαβε από Αυτόν ως βραβείο και στέφανο των αγώνων της τη βασιλεία των ουρανών.
Ψυχοφελέστατες ήταν οι διδασκαλίες της οσίας Συγκλητικής, τις οποίες κατέγραψε ο Μέγας Αθανάσιος γράφοντας τον βίο της. Από αυτές ας αναφέρουμε τη σχετική με την καταλαλιά, το κοινώς λεγόμενο κουτσομπολιό, και με αυτή ας κλείσουμε το σημερινό Συναξάρι. Βαρύ κατά αλήθειαν και μισάνθρωπον αμάρτημα είναι η καταλαλιά, η οποία είναι ως τροφή και ανάπαυση μερικών ανθρώπων. Συ όμως μη παραδεχθείς εις τον εαυτόν σου ακοήν ματαίαν, καθώς προστάσσει ο Θεός, και μη ακούσεις ξένα αμαρτήματα, αλλά φύλαττε την ψυχήν σου άρρυπον και καθαράν από αυτά. Διότι εάν δεχθείς τη βρωμερή ακαθαρσία της καταλαλιάς, θα προξενήσεις στην ψυχή σου μολυσμούς με τους λογισμούς
και θα μισήσεις χωρίς καμιά αιτία εκείνους που συνομιλούν και συναναστρέφονται μαζί σου. Και όταν καταμολυνθεί η ακοή σου από τις κακολογίες των καταλάλων, τότε πλέον κανένα δεν ξεχωρίζεις, αλλά όλους τους ανθρώπους τους νομίζεις τέτοιους, καθώς και ο οφθαλμός όταν δει με πολύ περιέργεια κάποιο χρώμα και το χορτάσει, πλέον δεν διακρίνει τα άλλα χρώματα, αλλά όσα βλέπει, τα φαντάζεται όμοια με εκείνο. Γι' αυτό πρέπει να φυλάτουμε τη γλώσσα και την ακοή μας, και ούτε να καταλαλούμε κανένα, ούτε να ακούμε με πάθος τις καταλαλιές, τις οποίες λέγουν άλλοι. Να έχουμε δε πάντα κατά νουν το του προφητάνακτος Δαβίδ: «Τον καταλαλούντα λάθρα των πλησίων αυτού,
τούτον εξεδίωκον». Και πάλι: «Όπως αν μη λαλήσει το στόμα μου τα έργα των ανθρώπων». Ούτε πρέπει να πιστεύουμε σε εκείνα τα οποία λέγονται εναντίον των άλλων, ούτε να κατακρίνουμε εκείνους οι οποίοι τα λέγουν, αλλά να κάνουμε και να λέμε όπως μας προστάσσει η Αγία Γραφή: «Εγώ ως κωφός ουκ ήκουον και ως άλαλος ουκ ανοίγων το στόμα αυτού».
Αγγλική μετάφρασηEN · 21 παράγραφοι
Today, January 5, our Church commemorates the Holy Martyrs Theopemptos and Theonas; Saint Syncletica; Saint Gregory of Akritas; Saint Phosterios; the Holy Martyr Aios; the Holy Martyr Theoeidos of Apodemia; Saint Domnina; Saint Tatiana; and the Holy New Monastic Martyr Romanos of Karpenisi, who was martyred in Byzantium in the year 1694.
Syncletica came from Macedonia. When her ancestors heard of the Alexandrians’ love for God and Christ, they moved to Alexandria. From childhood, this holy woman was wholly devoted to the longing and love of God, guarding herself against unruly bodily impulses. Many young men sought to marry her because of her wealth and beauty. Even her parents urged her to marry so that their family line might continue. But Syncletica was wise and steadfast. She would not be persuaded by her parents. Whenever she heard of earthly marriage, she thought of her marriage to God and passed over earthly bridegrooms.
She looked only to Christ, the heavenly Bridegroom, whom she loved with all her soul. No worldly good could weaken her soul’s longing: neither her parents’ tears nor her relatives’ pleas. She avoided worldly talk and gathered her nous, her spiritual mind, deep within her heart.
She opened the ears of her understanding to words that would benefit the soul, so she could hear them and receive them within herself. Nor did she neglect fasting. She loved it so much that she regarded no other virtue as its equal, for she understood it to be the foundation and safeguard of all the other virtues.
Blessed Syncletica also sought to weaken her body, and in this way her soul grew strong. As the Apostle Paul says, while the outward person wastes away and grows weak, the inward person is renewed. Such were the struggles of this holy woman.
After her parents died, she took her blind sister to a place belonging to a relative, far from Alexandria, called Heroon. She distributed all her property to the poor, then called for one of the priests and received the monastic tonsure. As she gave away her wealth, she said:
“I have been counted worthy to receive this gift, yet I have nothing worthy to give back to the One who granted it to me. If people spend all their wealth to gain a passing honor in this world, how much more do I owe my Master Christ for the great grace I have been granted in becoming a nun? I must give Him not only what I call my possessions, but my body as well, since all these things are His. For ‘the earth is the Lord’s, and all its fullness.’” With these words, the holy woman clothed herself in humility and lived in stillness. Even at the beginning of her ascesis, her ascetic discipline, blessed Syncletica surpassed nuns who had practiced it for many years, such was the eagerness and fervor of her spirit. From her youth into middle age, she avoided conversation not only with men,
but even with women, so that they would not praise her for her rigorous ascesis and so that company and bodily concerns would not hinder her virtue and hesychia, her inner stillness. Through fasting and prayer, she cut away the thorns of the passions. If a passion began to take root and grow within her, she cut it back through hardships of many kinds, disciplining her body with thirst as well as hunger. When the devil attacked her, she first called upon her Master Christ for help in prayer. She knew that ascesis alone would not stop the charge of the devil, that lion. And as she prayed, the Lord came at once
and the enemy fled. But often the enemy prolonged the battle, and the Lord allowed him to fight her so that her virtuous soul might grow stronger through the struggle. Knowing that a longer battle would bring greater gifts of grace, she fought the enemy with renewed strength. She restrained bodily desires by eating little, and gave up even innocent pleasures. She ate bran bread and often drank no water at all. As long as the battle lasted, these were the weapons she used, wearing prayer as a breastplate and faith as a helmet, joined with hope and love.
By these means the enemy was defeated and the battle ceased. Then the holy woman eased her rigorous ascesis. Some people wore themselves down through excessive, unthinking fasting and, as though withdrawing from the fight against the enemy, ruined themselves. Blessed Syncletica did otherwise: she acted with discernment in everything. She fought the enemy with prayer and ascesis, and when the battle ceased, she cared for her body again. Her life was apostolic, grounded in faith and mercy, and radiant with love and humility. This holy woman fulfilled the words of the Psalmist:
She ‘trod upon the asp and the basilisk’ and upon all the power of the enemy. She fittingly heard the Lord say, ‘Well done, good and faithful servant. You have been faithful over a little; I will set you over much.’ Though these words refer to heavenly gifts, they may also be understood here: ‘Syncletica, because you have overcome this bodily struggle against the flesh and the world, you will also overcome the unseen struggle against the evil demons through My help and protection. Having defeated the hostile powers of the demons, you will draw near to the good hosts of angels.’ Thus the holy woman lived alone in stillness and cultivated the virtues.
As time passed and her virtues flourished, word of her glorious struggles spread far and wide, like a sweet fragrance. For the Lord says, ‘Nothing is hidden that will not be made known.’ God makes known, in ways He knows, the achievements of those who love Him, so that those who hear of them may amend their lives. Thus, by God’s illumination, some nuns began to visit the holy woman for the benefit of their souls. Many were edified by spending time with her, and they came more often. One day they asked her how they could be saved. ‘We all know how to be saved,’ she answered, ‘but through our negligence we lose our salvation.’
‘First, we must keep what has been revealed to us by the grace of the Lord: “Love the Lord your God with all your soul, and your neighbor as yourself.” These two commandments are the beginning of the Law, and in them rests the fullness of grace. The words are few, but their power is great and boundless, for every good thing that benefits the soul depends upon these two commandments.’ The divine Paul also bears witness to this when he says that love is the fulfillment of the Law. This holy woman taught many other great things, in word and deed, for the benefit of those who saw and heard them,
more than any human tongue could recount. But the devil, who hates what is good, could not bear to see such an abundance of goodness. With God’s permission, he attacked her so fiercely that he began by wounding her inner organs rather than the outside of her body. He caused her severe inward pain, beyond the relief of human help. He afflicted her lung, causing her to cough up blood, and her body began to melt away like wax. The holy woman was then eighty years old. She bore this affliction with great courage and did not lose heart, but continued to fight the enemy who fought her,
again through teachings that benefited souls. She healed those whom the enemy had wounded and saved their souls as though from a lion’s mouth. Seeing the holy woman stand firm against him, the enemy who hates what is good was enraged. As he saw his tyrannical power defeated by her, he tried another way to harm her. One of her teeth became diseased and painful, and the infection spread from the tooth into her gum. It spread throughout her jaw until, after two months, it pierced the bone and gave off such a terrible odor that the sisters caring for her could not bear it and had to move away.
Whenever they had to come near her, they burned incense because the odor was unbearable. After tending to her, they withdrew again. Who could see that dreadful wound without shuddering? Who could reflect on her patient endurance without being edified, or understand the defeat she dealt the devil without taking courage? The holy woman struggled through this for three months, sustained by divine power as her natural strength waned. Because of the severe decay and odor she could not eat, and because of the pain she could not sleep. As the end of her victorious struggle drew near, she saw a divine vision
of angels and holy virgins. She also saw rays of divine light and a place in Paradise. She told the sisters who were there what she had seen and urged them to bear temporary afflictions bravely and not lose heart. She foretold that in three days her soul would depart from her body.
When the appointed day and hour came, blessed Syncletica departed to the Lord. From Him she received the Kingdom of Heaven as the prize and crown of her struggles.
The teachings of Saint Syncletica were of immense benefit to the soul. Saint Athanasius recorded them when he wrote her life. Let us mention her teaching on slander, what we commonly call gossip, and close today’s account of the saints with it. Slander is truly a grave sin that harms others, yet some people feed on it and take comfort in it. But you must not allow yourself to listen to idle talk, as God commands. Do not listen to the sins of others; keep your soul unstained and clean of such things. For if you take in the foul impurity of slander, you will stain your soul with logismoi, intrusive thoughts,
and you will come to hate, without any cause, the people who speak and spend time with you. Once your hearing has been thoroughly tainted by the malicious words of slanderers, you will no longer distinguish one person from another. You will think everyone is the same. It is like an eye that stares too intently at one color until it is saturated with it: it can no longer distinguish other colors and imagines everything it sees to be that same color. So we must guard both our tongue and our hearing. We must neither slander anyone nor eagerly listen when others do so. Let us always keep in mind the words of David, the prophet and king: ‘The one who secretly slanders his neighbor,’
“I drove that person away.” And again: “So that my mouth may not speak of the deeds of men.” We should neither believe what is said against others nor condemn those who say it. Instead, let us act and speak as Holy Scripture teaches us: “I was like a deaf man who did not hear, and like a mute man who did not open his mouth.”
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
01 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ\05 01.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.