Όσιος Συμεών ο Ανυπόδητος: Ασκητική ζωή και κήρυγμα
Γεννημένος κοντά στον Βόλο περί το 1500, ο Συμεών διδάχθηκε τα εκκλησιαστικά γράμματα από τον πατέρα του, που ήταν ιερέας, και μόνασε υπό τον Μητροπολίτη Δημητριάδος Παχώμιο. Ασκήθηκε με αυστηρή νηστεία, αγρυπνίες και φτώχεια πριν μεταβεί στο Άγιον Όρος, όπου έγινε ιερέας και αργότερα ηγούμενος της Μονής Φιλοθέου.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Γεννημένος κοντά στον Βόλο περί το 1500, ο Συμεών διδάχθηκε τα εκκλησιαστικά γράμματα από τον πατέρα του, που ήταν ιερέας, και μόνασε υπό τον Μητροπολίτη Δημητριάδος Παχώμιο.
- Ασκήθηκε με αυστηρή νηστεία, αγρυπνίες και φτώχεια πριν μεταβεί στο Άγιον Όρος, όπου έγινε ιερέας και αργότερα ηγούμενος της Μονής Φιλοθέου.
- Αφού μοναχοί με εχθρότητα τον επιτέθηκαν και τον φυλάκισαν, ο Συμεών έφυγε από το Άθως και πέρασε τρία χρόνια σε προσευχή και νηστεία στο ύπαιθρο στη Θεσσαλία.
- Μαθητές συγκεντρώθηκαν γύρω του, και ίδρυσε μονή οργανωμένη για κοινοβιακή ζωή, πριν ταξιδέψει ευρέως για να κηρύξει.
- Στην Αθήνα θεράπευσε έναν βασανισμένο άνθρωπο, και στην Εύβοια το κήρυγμά του οδήγησε τους ανθρώπους να μεταφέρουν την κυριακάτικη αγορά στο Σάββατο.
- Αργότερα κήρυξε και εξομολογούσε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και πέθανε· τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στη μονή του και συνδέθηκαν με θεραπείες.
- Η ομιλία προτρέπει τους χριστιανούς να αναζητούν καθαρότητα καρδίας με τη χάρη του Θεού, επίμονη πνευματική άσκηση και υπομονή στις δυσκολίες.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 17 παράγραφοι
Σήμερα εορταζόμενος Όσιος Συμεών ο Ανυπόδητος και Μονοχίτων, ο ουράνιος αυτός άνθρωπος και επίγειος άγγελος, γεννήθηκε στο χωριό Βαθύρευμα κοντά στην Αγιά του Βόλου περί το έτος 1500 από Χριστού. Ο πατέρας του, Ανδρέας ονομαζόμενος, ήταν ιερέας και μεταξύ των άλλων είχε φροντίσει να τον διδάξει ενωρίς τα εκκλησιαστικά γράμματα. Σε ηλικία 15 ετών πήγε στον τότε Μητροπολίτη Δημητριάδος Παχώμιο, άνδρα μεγάλης αρετής και ευσέβειας.
Του παρέμεινε για κάποιο καιρό. Έλαβε από αυτόν το μοναχικό σχήμα και χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος. Μετά από λίγο πήγε στο μοναστήρι της περιοχής του Ολύμπου που ονομαζόταν του Οικονόμου. Ζούσε με πολλή σκληραγωγία, με αυστηρή νηστεία, αγρυπνία πολύ, ολονύκτια στάση, χωρίς υποδήματα και μονοχίτων, φορώντας δηλαδή μόνο ένα πτωχικό ένδυμα κι εκείνο παλιό και σχισμένο. Αλλά και μετά τους αγώνες αυτούς, για λίγο του ύπνου κατακλινόταν πάνω σε στρογγυλές πέτρες, σκεπασμένος με ένα φθαρμένο σκέπασμα. Οι διηγήσεις τις οποίες άκουγε για το Άγιον Όρος, οι φήμες για την άκρα αρετή ανδρών, οι οποίοι ζούσαν στις μονές και τις σκήτες του περιωνύμου Άθω, τον οδήγησαν μετά από μερικά έτη στα ιερά εκείνα εδάφη. Καταρχάς έμεινε στη Μεγίστη Λαύρα του Αγίου Αθανασίου, όπου και χειροτονήθηκε ιερέας.
Εκεί διακρίθηκε για την ασκητικότητά του, αλλά και για τη φιλάδελφη και μετριόφρονα συμπεριφορά του. Μετά από λίγο καιρό έφυγε από τη Λαύρα και πήγε στο μοναστήρι το ονομαζόμενο του Φιλοθέου, ευρισκόμενος δε στις υπηρεσίες του μοναστηριού με τους άλλους αδελφούς και συναγωνιζόμενος με αυτούς. Δεν άφησε την προηγούμενη καλή του πολιτεία, αλλά όλο και την τελειοποιούσε, την οποία βλέποντας οι άλλοι αδελφοί αγωνίζονταν να την μιμηθούν και μετά από λίγο καιρό, λόγω της ευλάβειας που έτρεφαν προς αυτόν, τον παρεκάλεσαν να γίνει ηγούμενός τους, το οποίο και μετά από πολλές παρακλήσεις τους τελικώς δέχθηκε. Από τότε λοιπόν αύξησε τη νηστεία, την προσευχή,
εγκράτεια και τις άλλες θεάρεστες αρετές του και ακόμη δεν παρέλειπε να διδάσκει καθημερινά τους μοναχούς με νουθεσίες και άλλα ψυχοφελή. Έτσι, υπό την πνευματική του επιστασία η Μονή γενικώς προέκοπτε, αλλά ήλθε και μέρα κατά την οποία εξεράγησαν ευτελή πάθη. Ο μισόκαλος και βάσκανος διάβολος εξήγειρε μερικούς φθονερούς και μισόκαλους μοναχούς, οι οποίοι άρχισαν να κακολογούν τον Άγιο και κάποια μέρα του Αγίου Πάσχα, αφού έφαγαν και ήπιαν υπέρμετρα, βγήκαν στην αυλή του μοναστηριού και εκεί άρχισαν να τραγουδούν, να χορεύουν και να παίζουν. Ο Συμεών στενοχωρήθηκε και δεν έπαυσε όλη τη μέρα να κλαίει και να προσεύχεται για αυτούς.
Παρόμοιο έγινε και την επόμενη μέρα, και όταν ο Άγιος κινούμενος από θείο ζήλο τους παρατήρησε, εκείνοι τον έπιασαν και χτυπώντας τον φυλάκισαν στον πύργο του μοναστηριού. Μετά από αυτά ο Συμεών με καταπληγωμένη την καρδιά άφησε το Άγιον Όρος και πήγε στο βουνό Φλαμούριο κοντά στο Ζαγόριο Όρος στη Θεσσαλία. Εκεί έμεινε τρεις χρόνους κάτω από μια μηλιά, ταλαιπωρούμενος το χειμώνα από το πολύ ψύχος και το καλοκαίρι από τον κάψονα, επιδιδόμενος στην προσευχή, τη νηστεία και την αγρυπνία. Πολλοί τον ευλαβήθηκαν, έμειναν κοντά του και έτσι έκτισε μοναστήρι στο οποίο εφάρμοσε το κοινοβιακό σύστημα. Αφού διέκρινε ότι οι αδελφοί εκείνοι
μπορούσαν και μόνοι τους να ζουν αρμονικά και κατά την πρέπουσα μοναστική τάξη, τους έδωσε τις κατάλληλες συμβουλές και έτσι αναχώρησε σε περιοδεία για το κήρυγμα του Θείου Λόγου. Πρώτα πήγε στα περίχωρα της Αγιάς, μετά πήγε στη Λάρισα και προχώρησε μέχρι τον Τύρναβο. Η άφθονη πνευματική καρποφορία της διδασκαλίας του τον έπεισε ότι είχε καθήκον να εξακολουθήσει το Ευαγγελικό του έργο, μεταβαίνοντας σε άλλους τόπους. Πήγε λοιπόν στην Ελασσόνα, επεξέτεινε την περιοδεία του στα Σέρβια, τα Γρεβενά, επισκέφτηκε τα Άγραφα και μετά τη Θήβα, από όπου έφτασε στην Αθήνα. Εκεί, κατά την άφιξή του, συνάντησε δαιμονισμένο άνθρωπο
τον οποίο με πολύ κόπο αγωνίζονταν να συγκρατήσουν οι συγγενείς του. Ο Άγιος Συμεών συμπάθησε τον ταλαίπωρο εκείνο, τον πλησίασε και αφού επικαλέστηκε πάνω σε αυτόν το όνομα του Χριστού, τον θεράπευσε από το πάθος του. Καθώς διαδόθηκε η φήμη του θαύματος αυτού, μαζεύτηκαν πολλοί θέλοντας να δουν τον Άγιο. Ο δε Επίσκοπος της πόλεως Λαυρέντιος, άνδρας αγαθός και ενάρετος, πολύ τον ετίμησε. Κατά την εκεί παραμονή του Οσίου Συμεών δεν έπαυε κάθε Κυριακή και εορτή από το να διδάσκει και να νουθετεί τους Χριστιανούς. Το ίδιο δε έκανε και όταν πήγε στην Εύβοια, όπου ο Θείος Λόγος καρποφόρησε πλουσιότερα. Υπό την επίδραση του κηρύγματός του έπαυσαν εκεί την εμπορική αγορά
την οποία συνήθιζαν να κάνουν κάθε Κυριακή και τη μετέφεραν κατά την ημέρα του Σαββάτου. Από τη Χαλκίδα επέστρεψε στο μοναστήρι του προς μεγάλη χαρά των αδελφών του μοναχών, που έγινε μεγαλύτερη όταν έμαθαν τα αποτελέσματα της μεγάλης ιεραποστολικής του περιοδείας.
Μετά από κάποιο χρόνο, ο τότε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, που άκουσε για τον Άγιο, τον προσκάλεσε στην Βασιλεύουσα για να προσφέρει και εκεί τις πνευματικές υπηρεσίες του, το οποίο και έκανε ο Συμεών κηρύττοντας, εξομολογώντας, συμβουλεύοντας. Ακόμη δε και ο Πατριάρχης και άλλοι αρχιερείς τον είχαν για πνευματικό τους.
Ο Κύριος θέλησε εκεί να γίνει η κοίμηση του Αγίου. Η κηδεία του έγινε με την παρουσία του ιδίου του Πατριάρχου, πολλών αρχιερέων και προκρίτων, τάφηκε δε το λείψανό του στο ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου στη Χάλκη. Η είδηση της τελευτής του Αγίου λύπησε πολύ τους μοναχούς του μοναστηριού του. Μερικοί από αυτούς, μετά δύο έτη, πήγαν στην Κωνσταντινούπολη, για την ανακομιδή του Ιερού Λειψάνου του Αγίου και το τοποθέτησαν σε ξύλινη λάρνακα, ενώ αναδιδόταν από αυτό άρρητη ευωδία. Έτσι το μετέφεραν στο μοναστήρι και από τότε απλώθηκε η φήμη του Αγίου ως θαυματουργού. Από τα πολλά θαύματα που ακολούθησαν, αναφέρουμε ενδεικτικά το ακόλουθο. Κάποτε οι πατέρες του μοναστηριού, περιερχόμενοι τα χωριά της Εύβοιας,
βρέθηκαν στην πόλη των Ωρεών. Εκεί ήταν κάποιος επί πολύ καιρό άρρωστος με ίκτερο, κοιλιά διογκωμένη και πόδια πρησμένα. Αυτός, καθώς έμαθε για τους μοναχούς του Αγίου, πήγε και κλαίοντας τους παρακαλούσε να τον ελεήσουν. Βλέποντας λοιπόν οι πατέρες τη θερμή εκείνου παράκληση, πήγαν στο σπίτι του, ο δε ιερέας και πνευματικός που ήταν μαζί τους έκανε αγιασμό και βάπτισε μέσα σε αυτόν ένα δάχτυλο από το λείψανο του Αγίου. Καθώς δε ο άρρωστος ασπάστηκε το ιερό λείψανο και ήπιε από τον αγιασμό, γιατρεύτηκε αμέσως από τη βαριά του ασθένεια. Τόση δε ήταν η ευγνωμοσύνη του, ώστε αφιέρωσε όλη του την περιουσία στο μοναστήρι, όπου πήγε
και έγινε μοναχός.
Οι κατά Θεόν αρετές και οι υπερφύσιν αγώνες του σήμερα εορταζομένου Αγίου αυτού Συμεών του Νέου, αλλά και των άλλων Αγίων της Εκκλησίας μας, έρχονται να τονίσουν για μια ακόμη φορά σε εμάς που θέλουμε να είμαστε πνευματικά τους παιδιά, αλήθεια, ότι αν θέλουμε να ζήσουμε την Ευαγγελική Ζωή, ότι πρέπει να αποτινάξουμε τον ζυγό των παθών, ότι θα πρέπει να απελευθερωθούμε από τη δουλεία στα θελήματα της σάρκας, την επιθυμία του κόσμου και τις υποβολές του διαβόλου, θα πρέπει να υποτάξουμε το κατώτερο, δηλαδή το σώμα, στο ανώτερο, δηλαδή στην ψυχή, και την ψυχή
Αυτό δεν είναι εύκολο. Δεν γίνεται μόνο με το να διαβάσουμε κάποια πνευματικά βιβλία. Χρειαζούμενη και απαραίτητη η γνώση που γίνεται από τα βιβλία ή την ακρόαση πνευματικών λόγων. Πρέπει όμως αυτή να οδηγεί και να ακολουθείται από την ανάλογη πράξη, από την άσκηση. Με την πράξη την κοπιαστική και βέβαια με τη χάρη του Θεού γίνεται η καλή αλλοίωση της καρδιάς και έτσι μαθαίνει ο όλος άνθρωπος και όχι μόνο το μυαλό, το μάθημα των αρετών και έτσι ζει την κατά Θεόν ζωή. Η κατά Θεόν ζωή δεν είναι απλώς το να κάνει ο άνθρωπος κάποιες εξωτερικές καλές πράξεις, αλλά είναι η ζωή της καθαρισμένης από τα πάθη καρδιάς η οποία θα παράγει καθαρούς λογισμούς.
Θα ενεργοποιεί τον άνθρωπο σε ανάλογα αγαθά έργα. Στόχος λοιπόν της χριστιανικής μας προσπάθειας θα πρέπει να είναι η καθαρότητα της καρδίας και για να την αποκτήσουμε χρειάζεται η άσκηση, η επίμονη και έμπονη. Με άλλα λόγια χρειάζεται πολλή υπομονή. Υπομονής γαρ χρείαν έχετε.
Αν δεν έχουμε την υπομονή, την αποφασιστικότητα ή το κουράγιο να υποβάλλουμε εμείς τον εαυτό μας στους κόπους της καθημερινής ασκήσεως, ας περιμένουμε να μας έρθουν κι ας υπομένουμε τους παρά τη θέλησή μας πόνους και κόπους. Αλήθεια, πόση υπομονή έκανε ο Άγιος Συμεών, μένοντας ανυπόδητος και μονοχίτων.
Υποφέροντας το ψύχος και τις παγωνιές του χειμώνα ή τον κάψωνα, τις ολονύκτιες στάσεις και αγρυπνίες, τις νηστείες αλλά και τις προσβολές και επήρειες τις σατανικές και τις επιβουλές των ανθρώπων. Αλλά εάν εμείς δεν μπορούμε να φτάσουμε στο πραγματικά δυσθεώρητο ύψος εκείνου, ας κάνουμε το κατά δύναμη. Όσο μπορούμε, έχοντας πάντα υπόψη ότι κανείς χωρίς κόπους και αγώνες δεν θα αξιωθεί της Βασιλείας των Ουρανών.
Αγγλική μετάφρασηEN · 17 παράγραφοι
Saint Symeon the Barefoot, who wore only one garment, is celebrated today. This heavenly man and earthly angel was born around the year 1500 in the village of Vathyrevma, near Agia in the Volos region. His father, Andreas, was a priest who took care to teach him the ways of the Church from an early age. When Symeon was fifteen, he went to Pachomios, the Metropolitan of Demetrias, a man of great virtue and devotion.
He stayed with Pachomios for a time, received the monastic habit from him, and was ordained a deacon. Soon afterward he went to a monastery in the Mount Olympus region called Oikonomou. He lived with great austerity: strict fasting, long vigils, and standing through the night. He went barefoot and wore only one poor garment, old and torn. After all these struggles, when he lay down for a little sleep, he rested on round stones beneath a worn covering. He heard accounts of the Holy Mountain and of the extraordinary virtue of the men living in the monasteries and sketes of renowned Athos. After some years, these accounts drew him there. He first stayed at the Great Lavra of Saint Athanasios, where he was ordained a priest.
There he became known for his ascetic life, his brotherly love, and his humility. After a while he left the Lavra for Philotheou Monastery, where he served alongside the other brothers and shared in their spiritual struggles. He kept to his former way of life and grew steadily in it. Seeing this, the brothers strove to follow his example. Before long, their reverence for him led them to ask him to become their abbot. After many appeals, he accepted. From then on he increased his fasting and prayer,
his self-restraint, and his other virtues pleasing to God. Every day he also taught the monks, offering counsel for the good of their souls. Under his spiritual care, the monastery as a whole flourished. But a day came when base passions erupted. The devil, who hates goodness and envies it, stirred up some envious monks who began to speak ill of the Saint. One Pascha, after eating and drinking too much, they went into the monastery courtyard and began to sing, dance, and make merry. Symeon was grieved. He spent the whole day weeping and praying for them.
The same thing happened the next day. When the Saint, moved by zeal for God, corrected them, they seized him, beat him, and locked him in the monastery tower. Deeply wounded by what had happened, Symeon left the Holy Mountain and went to Mount Flamourio, near Mount Zagori in Thessaly. He spent three years beneath an apple tree, enduring the bitter cold of winter and the scorching heat of summer while devoting himself to prayer, fasting, and vigils. Many came to revere him and stayed near him. So he built a monastery and established a life in which the monks lived together as a community. When he saw that the brothers
could live together in harmony and keep the proper monastic order on their own, he gave them the counsel they needed and set out to preach the divine Word. He first went through the villages around Agia, then to Larissa, and on as far as Tyrnavos. The abundant spiritual fruit of his teaching convinced him that he had a duty to continue his work of preaching the Gospel elsewhere. He went to Elassona, then extended his journey to Servia and Grevena. He visited Agrafa and then Thebes, and from there reached Athens. On his arrival, he encountered a man afflicted by a demon
whom his relatives struggled greatly to restrain. Saint Symeon felt compassion for the suffering man. He approached him, called upon the name of Christ over him, and healed him of his affliction. As word of the miracle spread, many gathered to see the Saint. Lavrentios, the bishop of the city, a good and virtuous man, held him in great honor. Throughout his stay there, Saint Symeon taught and counseled the Christians every Sunday and feast day. He did the same when he went to Euboea, where the divine Word bore even richer fruit. Moved by his preaching, the people stopped holding the market
they had customarily held every Sunday and moved it to Saturday. From Chalkida, Symeon returned to his monastery. His brother monks rejoiced greatly at his return, and even more when they heard what his long preaching journey had accomplished.
After some time, the Patriarch of Constantinople heard about the Saint and invited him to the imperial city to offer his spiritual care there as well. Symeon went and preached, heard confessions, and gave counsel. The Patriarch himself, along with other bishops, chose him as their spiritual father.
The Lord willed that the Saint should fall asleep there. The Patriarch himself attended his funeral, along with many bishops and leading citizens. His remains were buried in the church of the Most Holy Theotokos in Halki. The news of his death deeply saddened the monks of his monastery. Two years later, some of them went to Constantinople to bring back his holy relics. They placed them in a wooden casket, and an indescribable fragrance came forth from them. They brought the relics to the monastery, and from then on the Saint became known as a wonderworker. Among the many miracles that followed, we will mention one. Once, when the fathers of the monastery were traveling through the villages of Euboea,
they came to the town of Oreoi. There was a man who had long been ill with jaundice. His belly was swollen, and so were his legs. When he heard that the Saint’s monks had arrived, he went to them and begged them in tears to have mercy on him. Seeing how earnestly he pleaded, the fathers went to his home. The priest and spiritual father accompanying them blessed some water and dipped a finger bone from the Saint’s relics into it. The sick man venerated the holy relic and drank some of the blessed water. At once he was healed of his grave illness. He was so grateful that he gave all his possessions to the monastery, where he went
and became a monk.
The God-given virtues and extraordinary struggles of Saint Symeon, whom we celebrate today, and of the other Saints of our Church remind us once again of a truth. If we want to be their spiritual children and live the life of the Gospel, we must throw off the yoke of the passions. We must free ourselves from slavery to the desires of the flesh, the desires of the world, and the suggestions of the devil. We must bring what is lower, the body, into obedience to what is higher, the soul, and the soul
This is not easy. It does not happen simply by reading spiritual books. The knowledge we gain from books or from hearing spiritual teaching is necessary. But it must lead to, and be followed by, action: by praxis, the active ascetic life, and by ascesis, ascetic discipline. Through this demanding work, and certainly through God’s grace, the heart is changed for the better. Then the whole person, and not only the intellect, learns the virtues and lives a life according to God. Such a life is more than doing outwardly good deeds. It is the life of a heart cleansed of the passions, a heart that brings forth pure logismoi, or thoughts.
Such a heart will move a person to do good works. So the aim of our Christian struggle must be purity of heart. To gain it, we need persistent and demanding ascetic discipline. In other words, we need much patient endurance. As Scripture says, “You have need of patient endurance.”
If we lack the patient endurance, resolve, or courage to take on the labors of daily ascetic discipline ourselves, then let us bear with patient endurance the pain and hardship that come to us against our will. Think how much Saint Symeon endured, living barefoot and wearing only one garment.
He endured the cold and frost of winter, the scorching heat, nights spent standing in vigil, and long fasts. He also endured Satan’s attacks and the plots of other people. If we cannot reach his truly towering heights, let us do what we can, always remembering that no one will be counted worthy of the Kingdom of Heaven without toil and spiritual struggle.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
04 ΑΠΡΙΛΙΟΥ\19 04 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.