Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Το μαρτύριο του Αγίου Στεφάνου και η κλήση προς συγχώρηση

Ο Στέφανος επιλέχθηκε μεταξύ των επτά διακόνων για να επιβλέπει τη διανομή τροφής στην πρώιμη Εκκλησία, σύμφωνα με τις ανάγκες κάθε οικογένειας. Γεμάτος πίστη και Πνεύμα Άγιο, κήρυττε ότι οι υποσχέσεις των Γραφών για τον Μεσσία εκπληρώθηκαν στον Ιησού Χριστό.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων27 Δεκεμβρίου15:51Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Ο Στέφανος επιλέχθηκε μεταξύ των επτά διακόνων για να επιβλέπει τη διανομή τροφής στην πρώιμη Εκκλησία, σύμφωνα με τις ανάγκες κάθε οικογένειας.
  • Γεμάτος πίστη και Πνεύμα Άγιο, κήρυττε ότι οι υποσχέσεις των Γραφών για τον Μεσσία εκπληρώθηκαν στον Ιησού Χριστό.
  • Όσοι αντιστέκονταν στη διδασκαλία του, αδυνατώντας να την ανταπαντήσουν, έφεραν εναντίον του ψευδείς κατηγορίες ενώπιον του Συνεδρίου.
  • Ο Στέφανος υπερασπίστηκε την πίστη του μέσω της ιστορίας του Ισραήλ και κατηγόρησε τους δικαστές του ότι απέρριψαν τον Δίκαιο που είχαν προαναγγείλει οι προφήτες.
  • Αφού είδε τον Ιησού στα δεξιά του Θεού, ο Στέφανος οδηγήθηκε έξω από την Ιερουσαλήμ και λιθοβολήθηκε, προσευχόμενος ο Χριστός να δεχθεί την ψυχή του και να συγχωρήσει τους φονιάδες του.
  • Η ομιλία αφηγείται παραδόσεις για την ταφή του Στεφάνου, τη μεταγενέστερη μεταφορά των λειψάνων του και την εορτή τους στις 2 Αυγούστου.
  • Η τελευταία προσευχή του Στεφάνου γίνεται το πρότυπο της συγχώρησης στο μάθημα: η αγάπη δεν τηρεί λογαριασμό των κακών, ενώ η μνησικακία χωρίζει τον άνθρωπο από τον Θεό.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 18 παράγραφοι

Ο Αρχιδιάκονος Στέφανος ήταν Ιουδαίος κατά το γένος και, όπως λέγουν μερικοί, μαθητής του νομοδιδασκάλου Γαμαλιήλ. Οι Πράξεις των Αποστόλων τον χαρακτηρίζουν ως τον πλέον διακεκριμένο μεταξύ των επτά διακόνων, τους οποίους εξέλεξαν οι πρώτοι Χριστιανοί για να επιστατούν στις κοινές τράπεζες των αδελφών, ώστε να μην γίνονται λάθη, αλλά να λαμβάνει το κάθε άτομο και η κάθε οικογένεια σύμφωνα με τις πραγματικές τους ανάγκες. Οι διάκονοι αυτοί είχαν βέβαια καλή από όλους μαρτυρία και ήταν γεμάτοι από Πνεύμα Άγιο και σύνεση, καθώς όρισαν τα διακονικά προσόντα οι Απόστολοι. Αλλά ο Στέφανος φαίνεται ότι ήταν μεταξύ τους ο καλύτερος και ο λαμπρότερος.

Όχι μόνον ιδιαίτερα γι' αυτόν τονίζεται ότι ήταν ανήρ πλήρης πίστεως και Πνεύματος Αγίου και δυνάμεως, ικανός να κάνει θαύματα, αλλά και οι λόγοι του τάραξαν φοβερά τους Ιουδαίους και του έδωσαν το αθάνατο στεφάνι του μαρτυρίου.

Και μεγάλο και κουραστικό το έργο και η ευθύνη του Στεφάνου, υποχρεωμένου να επιστατεί στην οικονομική ζωή τόσων χιλιάδων, ο φλογερός όμως ζήλος για το Χριστό και καιρό του έδινε και δυνάμεις για το κήρυγμα. Πολύς στην ευσέβεια και δυνατός στις γνώσεις και τις συζητήσεις, δίδασκε και στερέωνε τους πιστούς, αλλά και πήγαινε στους Ιουδαίους, είτε των Ιεροσολύμων, είτε στους προερχομένους από την Ασία, την Κυρήνη και την Αλεξάνδρεια, και συζητούσε μαζί τους για τον Μεσσία κατά τις Άγιες Γραφές.

Εκείνοι, πολυάριθμοι, φανατικοί, προκατειλημμένοι, προσπαθούσαν να τον αποστομώσουν. Ο Στέφανος, χρησιμοποιώντας το όπλο των Αγίων Γραφών, απεδείκνυε πόσο απατώνταν στις ιδέες τους για τον Μεσσία και φανέρωνε ότι όσα γράφτηκαν για τον Μεσσία πραγματοποιήθηκαν με ακρίβεια στο μοναδικό πρόσωπο του Χριστού. Και όπως λέγουν χαρακτηριστικά οι Πράξεις, δεν μπορούσαν οι αντικείμενοι να αντισταθούν στο Πνεύμα και τη Σοφία με την οποία μιλούσε, αλλά στους αντιπάλους αυτούς κατασκήνωνε το πεισματώδες και φονικό Ιουδαϊκό πάθος. Όσο φωτεινότερος γινόταν ο Στέφανος, τόσο σκοτεινότερη γινόταν η δική τους καρδιά. Και όταν είδαν ότι ήταν ανίκανοι να νικήσουν με τα επιχειρήματα,

κατέφυγαν στο ψεύδος, τη διαβολή, τη σπερμολογία και τη συκοφαντία. Αφού βρήκαν ψευδομάρτυρες, τους έβαλαν να διαδίδουν ότι άκουσαν το Στέφανο να λαλεί βλάσφημα λόγια εναντίον του Μωυσέως και εναντίον του Θεού. Οι σπερμολόγοι αυτοί εξαπολύθηκαν καταρχάς ανάμεσα στον Ιουδαϊκό λαό.

Λαό εκείνο ο οποίος είχε φωνάξει το «ωσαννά», για να κραυγάσει την επομένη το «άρον άρον, σταύρωσον αυτόν». Και αφού ο όχλος άναψε και κόχλασε, μια μέρα οι εχθροί του Στεφάνου τον άρπαξαν, ακολουθούμενοι από όλο στίφη λυσσασμένα, και τον έφεραν για να απολογηθεί τάχα και να δικαστεί ενώπιον του συνεδρίου, με του οποίου τα μέλη ήταν προσυνεννοημένοι να τον θανατώσουν.

Ο Στέφανος, καθώς βρέθηκε μόνος εν μέσω θηρίων, δεν απατήθηκε ως προς τις διαθέσεις και τους σκοπούς τους. Και ο τρόπος με τον οποίον έπεσαν επάνω του και τον έσυραν εκεί, και των δικαστών οι όψεις, δημίων μάλλον και όχι δικαστών, και οι απειλητικοί ψιθυρισμοί και οι ανυπόμονοι θόρυβοι, τον πληροφόρησαν αρκετά καθαρά ότι τον έφεραν ως υπόδικο προαποφασισμένοι να τον κάνουν θύμα. Δεν φοβήθηκε όμως. Του θανάτου ο κίνδυνος, αντί να του ελαττώσει το θάρρος, του κορύφωσε την τόλμη και του γιγάντωσε τον ενθουσιασμό. Και τι μπορούσαν να του κάνουν; Η ψυχή του δεν ήταν δοσμένη στο Σωτήρα Χριστό; Εκατομμύρια Φαρισαίοι και γραμματείς δεν μπορούσαν να τη βλάψουν, διότι την προστάτευε αυτός ο ίδιος ο Θεός. Όσο για το μαρτύριο,

όχι μόνο δεν τον λυπούσε, αλλά και τον χαροποιούσε. Για ένα στρατιώτη του Χριστού, τι φυσικότερο και ωραιότερο από το να βρεθεί στον δρόμο τον οποίον χάραξε εκείνος με το πανάχραντο αίμα του; Η απολογία του Στεφάνου υπήρξε πρότυπο τόλμης και θάρρους. Διά του Μωυσέως απέδειξε ότι ο Χριστός είναι ο νομοθέτης, τον οποίον ο Θεός έμελλε να παρουσιάσει και προς τον οποίον ο Ισραήλ όφειλε να υπακούσει. Αλλά ήταν προφανές ότι ούτε το ακροατήριο ήθελε το φωτισμό, ούτε οι δικαστές ήταν άνθρωποι που ζητούσαν να εξακριβώσουν την αλήθεια για να αποδώσουν τη δικαιοσύνη. Η διαδικασία εκείνη ήταν κωμωδία εγκληματική.

Τα πάντα του φώναζαν ενώπιον του συνεδρίου εκείνου το θάνατο. Τι λοιπόν έπρεπε να αντιτάξει; Σε ένα τέτοιο περιβάλλον δεν ήταν ενδεδειγμένος ο απλός λόγος, αλλά η βροντή. Κεραυνός δε και βροντή υπήρξε ο λόγος του Πρωτομάρτυρος. Όταν προσκλήθηκε να απολογηθεί, άλλαξε αυτός τις θέσεις. Αντί υπόδικος έγινε ελεγκτής δριμύς και κατήγορος θυελλώδης, εκπροσωπώντας εκεί την Εκκλησία απέναντι στον πεπωρωμένο και σκληροτράχηλο Ιουδαϊσμό, ο οποίος στην ιστορία του έβαψε με το αίμα των προφητών, κατήγγειλε την κακουργία των πατέρων και των υιών. Κατά πρόσωπο τους κατηγόρησε ότι υπήρξαν προδότες και φονείς του δικαίου, του οποίου την έλευση είχαν προαναγγείλει οι προφήτες.

Επιζητούσε με τον τρόπο αυτό ο Στέφανος το θάνατο; Όχι, εκείνοι είχαν προαποφασισμένο το φόνο και αυτός ήθελε να αποδείξει ότι δεν τον έτρεμε αλλά τον δεχόταν. Για να φανερωθεί με αυτόν τον τρόπο ποια ακατάβλητα και υπερθαύμαστα στοιχεία ενθέου ζωής είχε μέσα της η Χριστιανική Εκκλησία, αφού ένα και μόνο μέλος της αψηφούσε τις ενωμένες δυνάμεις του αντίχριστου Ιουδαϊσμού. Και ακόμη για να δοθεί αξιομίμητο παράδειγμα στους Χριστιανούς όλων των αιώνων, αφού οι περιστάσεις του ηρωισμού και του μαρτυρίου έμελλαν να είναι τόσο πυκνές στην ιστορία της Εκκλησίας. Το αδέλφιστο θάρρος και της φωνής το έντονο και της όλης του παραστάσεως η αποφασιστικότητα και η τόλμη

άναψαν τη λύσσα των φονέων του. Χωρίς καν να φυλάξουν τα προσχήματα της δικαστικής εξουσίας, θηριώδεις στην εκδήλωση, όπως θηριώδεις ήταν στην καρδιά, έτριζαν τα δόντια τους σαν να ήθελαν να τον καταφάγουν. Και η τελευταία στιγμή πλησίασε. Τότε ο Στέφανος λησμόνησε τους ανθρώπους για να δοθεί ολόκληρος στο λυτρωτή και σωτήρα του. Ανώτερος από το περιβάλλον του, πλήρης Πνεύματος Αγίου, λαμβάνοντας την αμοιβή του πριν ακόμη ολοκληρώσει την άθληση, είδε την άκτιστη δόξα του Θεού σε υπερφυσική όραση και τον Ιησού στα δεξιά του Θεού Πατρός και είπε: «Ιδού, θεωρώ τους ουρανούς ανεωγμένους και τον Υιό του ανθρώπου εκ δεξιών του Θεού εστώτα». Τότε οι Ιουδαίοι

εξεράγησαν με όλη την Ιουδαϊκή μανία τους. Αφού άφησαν φωνές μεγάλες, έφραξαν τα αυτιά τους για να δείξουν τάχα οι ανόσιοι αυτοί ότι δεν ήθελαν να μολύνουν τις ακοές τους με τις βλασφημίες του Στεφάνου. Και όλοι μαζί ως τίγρεις όρμησαν εναντίον του. Δικαστές, κατήγοροι, μάρτυρες, όχλος, χωρίς να απαγγείλουν καν δικαστική απόφαση, με πλήρη παράβαση όλων των δικαστικών προαπαιτουμένων, φονείς πια ολοφάνεροι, τον έσπρωχναν και τον έσυραν, μέχρι που τον έφεραν έξω από την πόλη. Και τότε, αρπάζοντας λίθους, τον κτυπούσαν πυκνά, λυσσασμένα, φονικά, στην κεφαλή, το πρόσωπο, το στήθος, τα πόδια, τα χέρια, παντού. Και ενώ τα αίματα έτρεχαν και τα κόκκαλα έσπαζαν,

οι πληγές του πολλαπλασιάζονταν, αυτοί τον πετροβολούσαν με μανία που άρχισανε. Ο δε μάρτυς, με πλήρη τη συνείδηση ότι ο θάνατος ήταν πολύ κοντά, με όλη τη συναίσθηση ότι λίγο ακόμη και τα γήινα δεσμά του θα κόβονταν, σε μια πλέον στιγμή, επί της οποίας η άθλησή του τελείωνε, επικαλούνταν και ικέτευε το Χριστό, λέγοντας: «Κύριε Ιησού, δέξου την ψυχή μου». Και όταν ήταν πλέον αδύνατο να στέκεται, γονάτισε. Και ενώ οι φονείς του με τη μανία έριχναν νέες πέτρες, αυτός, μαθητής άξιος εκείνου που είπε από το ύψος του σταυρού «Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι», οικτίροντας την τόση τύφλωση και αμαρτία, φώναξε με φωνή μεγάλη:

«Κύριε, να μη τους ζητήσεις λόγο για την αμαρτία αυτή», και με τους λόγους αυτούς παρέδωσε στο Σωτήρα την ψυχή του. Έτσι έζησε και απέθανε ο Αρχιδιάκονος και Πρωτομάρτυς Στέφανος και ο Διάκονος αυτός έγινε ο κορυφαίος της τιμίας εκείνης χορείας των μαρτύρων. Το ιερό του λείψανο το πήραν άνδρες ευλαβείς, το τοποθέτησαν μέσα σε κιβώτιο κατασκευασμένο από ξύλο ροδακινιάς και το έθαψαν. Τότε και ο νομοδιδάσκαλος Γαμαλιήλ και ο γιος του Αβελβούλ πίστεψαν στο Χριστό και βαπτίστηκαν από τους Αγίους Αποστόλους. Το τίμιο λείψανο του Αγίου Στεφάνου το μετέφερε αργότερα στην Κωνσταντινούπολη ο Μέγας Κωνσταντίνος, ο οποίος και έκτισε ναό στο όνομα του Πρωτομάρτυρος.

Η ανακομιδή του Αγίου Λειψάνου του Πρωτομάρτυρος εορτάζεται στις 2 Αυγούστου. Ο Άγιος Στέφανος λιθοβολήθηκε πιθανότατα το τρίτο έτος μετά την ανάληψη του Κυρίου.

Η προσωπικότητα και η ζωή ενός θεωμένου ανθρώπου είναι χαριτωμένα και σε πολλά έχουν να μας εμπνεύσουν, να μας καθοδηγήσουν στην κατά Θεό ζωή. Εμείς ας σταθούμε σήμερα στη χριστομίμητη ανεξικακία του σήμερα εορταζομένου Πρωτομάρτυρος και Αρχιδιακόνου Στεφάνου. Όπως ο Κύριος για τους σταυρωτές Του, παρόμοια και αυτός για τους φονείς του έλεγε: «Κύριε, μη στήσεις αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην». Η ανεξικακία είναι μια κατάσταση, μια εκδήλωση αγάπης. Η αγάπη, μας λέγει ο Απόστολος Παύλος, ου λογίζεται το κακό, δεν λογαριάζει το κακό που έπαθε από κάποιον, δεν μνησικακεί, αλλά αντίθετα μακροθυμεί, πάντα υπομένει και πάντα στέγει.

Τυχόν σφάλματα του άλλου και ό,τι κακό έπαθε από τον άλλο, το ανέχεται και το υπομένει και ακόμη περισσότερο με αγάπη τα σκεπάζει. Πολλοί λέγουν: «Μα πώς να συγχωρήσω τον τάδε, αφού μου έκανε κακό;» Δυσκολεύονται να καταλάβουν ότι ακριβώς για το κακό πρέπει να συγχωράμε. Για το καλό δεν χρειάζεται συγχώρηση. Η μνησικακία και η εκδικητικότητα φανερώνουν όχι απλώς έλλειψη αγάπης, αλλά την ύπαρξη αντίθετης δαιμονικής ενέργειας που αποξενώνει από το Θεό και κάνει τον άνθρωπο να ζει στην κόλαση. Κατά τον Άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο η μνησικακία είναι διπλό κακό, και διότι αυτή δεν έχει καμιά απολογία μπρος στο Θεό και ενόσω υπάρχει είναι ασυγχώρητη.

Διότι ακυρώνει την τυχόν συγχώρηση των άλλων αμαρτημάτων, είναι η χειρότερη αμαρτία. Ούτε προσευχή, ούτε ελεημοσύνη, ούτε νηστεία, ούτε κοινωνία μυστηρίων, ούτε άλλο παρόμοιο, εάν μνησικακούμε, θα μπορέσει να μας γλιτώσει κατά την ημέρα της κρίσεως. Και αντίθετα, εάν απαλλαγούμε από αυτήν την αμαρτία και αν έχουμε μύρια πλημμελήματα, θα μπορέσουμε να επιτύχουμε κάποια συγγνώμη.

Αγγλική μετάφρασηEN · 18 παράγραφοι

Archdeacon Stephen was Jewish by birth and, according to some, a student of Gamaliel, the teacher of the Law. The Acts of the Apostles describes him as the most distinguished of the seven deacons chosen by the first Christians to oversee the shared distribution of food. Their task was to make sure no mistakes were made and that each person and family received what they truly needed. These deacons were well spoken of by everyone and were full of the Holy Spirit and wisdom, as the Apostles had required. Yet Stephen seems to have been the finest and most outstanding among them.

Of Stephen in particular, we are told that he was a man full of faith, the Holy Spirit, and power, able to work miracles. His words also deeply unsettled the Jews and brought him the immortal crown of martyrdom.

Stephen’s work and responsibility were immense and exhausting: he had to oversee the material needs of so many thousands. Yet his burning zeal for Christ gave him both the time and the strength to preach. Devout and knowledgeable, and strong in debate, he taught and strengthened the faithful. He also went to speak with Jews from Jerusalem and with those who came from Asia, Cyrene, and Alexandria, discussing the Messiah with them according to Holy Scripture.

They were many, fiercely zealous and set in their views, and they tried to silence him. Stephen used Holy Scripture to show how mistaken their ideas about the Messiah were. He made clear that everything written about the Messiah had been fulfilled exactly in the person of Christ. As Acts puts it, his opponents could not withstand the Spirit and the wisdom with which he spoke. But a stubborn, murderous hatred had taken hold of them. The brighter Stephen shone, the darker their hearts became. And when they saw that they could not defeat him with arguments,

they turned to lies, slander, gossip, and false accusations. They found false witnesses and had them spread the claim that they had heard Stephen speak blasphemous words against Moses and against God. They first sent these rumour-mongers among the Jewish people.

These were the people who had cried out, “Hosanna,” only to shout the next day, “Away with him! Crucify him!” Once the crowd had been stirred into a frenzy, Stephen’s enemies seized him. Followed by raging throngs, they brought him before the council, supposedly to answer the charges and stand trial. But they had already arranged with its members to put him to death.

Finding himself alone among beasts, Stephen had no illusions about their intentions. The way they fell upon him and dragged him there, the faces of the judges, who looked more like executioners, and the threatening whispers and restless noise all told him clearly enough that they had brought him there as an accused man they had already decided to kill. But he was not afraid. The danger of death did not weaken his courage; it made him bolder and increased his fervour. What could they do to him? Had he not entrusted his soul to Christ the Saviour? A million Pharisees and scribes could not harm it, for God Himself protected it. And as for martyrdom,

it did not grieve him; it filled him with joy. For a soldier of Christ, what could be more natural or more beautiful than to follow the path Christ had marked out with His most pure blood? Stephen’s defence was a model of boldness and courage. Through Moses, he showed that Christ was the Lawgiver whom God would raise up and whom Israel was bound to obey. But it was plain that the audience did not want illumination, and the judges had no wish to discover the truth and do justice. The proceedings were a criminal sham.

Everything before that council told him death was coming. What, then, should he say in reply? In such a place, plain words would not do; a voice of thunder was needed. And the Protomartyr’s words came like thunder and lightning. When called upon to defend himself, Stephen reversed their roles. Instead of an accused man, he became a stern examiner and a forceful accuser. Standing there for the Church before a hardened and stiff-necked Judaism, whose history had been stained with the blood of the prophets, he denounced the wrongdoing of fathers and sons alike. To their faces, he accused them of betraying and murdering the Righteous One whose coming the prophets had foretold.

Was Stephen seeking death by speaking this way? No. They had already decided to kill him, and he wanted to show that he did not fear death but would accept it. In this way, the invincible and wondrous power of a life filled with God in the Christian Church would be revealed: even one of its members could stand against all the forces of those who opposed Christ. Stephen would also give Christians of every age an example to follow, for the Church’s history would bring many occasions for courage and martyrdom. His matchless courage, the strength of his voice, and the resolve and boldness of his whole bearing

inflamed his killers’ fury. They did not even keep up the appearance of a lawful trial. Savage in their actions, as they were savage at heart, they gnashed their teeth as though they wanted to devour him. His final hour was drawing near. Then Stephen turned away from those around him and gave himself wholly to his Redeemer and Saviour. Raised above all that surrounded him and full of the Holy Spirit, he received his reward before his struggle was even over. In a supernatural vision, he saw the uncreated glory of God and Jesus at the right hand of God the Father. He said, “Behold, I see the heavens opened, and the Son of Man standing at the right hand of God.” Then the Jews

erupted in fury. They shouted loudly and stopped their ears, pretending that they did not want their hearing defiled by Stephen’s supposed blasphemies. Then they all rushed at him like tigers. Judges, accusers, witnesses, and crowd alike gave no verdict and observed none of the requirements of a trial. Openly acting as murderers, they pushed and dragged him outside the city. There they seized stones and struck him again and again, viciously and with deadly force, on his head, his face, his chest, his legs, his arms, everywhere. As his blood flowed and his bones broke,

his wounds multiplied, and they went on stoning him with the same fury. The martyr knew that death was very near and that in a moment the bonds of earthly life would be broken. As his struggle came to an end, he called upon Christ and pleaded, “Lord Jesus, receive my soul.” When he could no longer stand, he knelt down. His killers kept hurling stones at him, but Stephen proved a worthy disciple of the One who had said from the Cross, “Father, forgive them, for they do not know what they are doing.” Pitying their terrible blindness and sin, he cried out in a loud voice:

“Lord, do not hold this sin against them.” With these words, he gave his soul to the Saviour. So lived and died Archdeacon Stephen, the Protomartyr. This deacon became foremost among that honoured company of martyrs. Devout men took his holy relics, placed them in a casket made of peach wood, and buried them. At that time, Gamaliel, the teacher of the Law, and his son Abelboul came to believe in Christ and were baptised by the Holy Apostles. Later, Constantine the Great brought Saint Stephen’s precious relics to Constantinople and built a church dedicated to the Protomartyr.

The transfer of the Protomartyr’s holy relics is celebrated on August 2. Saint Stephen was most likely stoned in the third year after the Lord’s Ascension.

The character and life of a person who has attained theosis are full of grace and can inspire us in many ways, guiding us toward life in God. Today, let us dwell on the freedom from resentment shown by the Protomartyr and Archdeacon Stephen, whom we celebrate today. In this, he followed Christ. As the Lord prayed for those who crucified Him, Stephen prayed for his killers: “Lord, do not hold this sin against them.” Such freedom from resentment is an expression of love. As the Apostle Paul tells us, love keeps no record of wrongs. It does not count the harm someone has done to it or harbour resentment. Instead, love is long-suffering, bears all things, and endures all things.

Love bears another person’s faults and the harm that person has done, and goes further still: it covers them with love. Many people say, “How can I forgive someone who has hurt me?” They find it hard to understand that harm is precisely what we need to forgive. Good deeds need no forgiveness. Resentment and the desire for revenge reveal more than a lack of love. They reveal a demonic influence that estranges a person from God and makes that person live in Hell. According to Saint John Chrysostom, resentment is a double evil: it has no defence before God, and as long as we hold on to it, it remains unforgiven.

For resentment cancels any forgiveness we may have received for other sins; it is the worst of sins. If we harbour resentment, neither prayer, nor almsgiving, nor fasting, nor receiving Holy Communion of the Mysteries, nor anything else like these will save us on the day of judgment. But if we rid ourselves of this sin, then even if we have countless failings, we may obtain some measure of forgiveness.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

12 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ\27 12 eid.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα