Ο βίος του Αγίου Συμεών: άσκηση και σαλότης στην Έμεσα
Ο Ιωάννης και ο Συμεών εγκαταλείπουν τη πλούσια ζωή τους στην Έδεσσα, γίνονται μοναχοί κοντά στον Ιορδάνη και εισέρχονται στην έρημο με την ευλογία του ηγουμένου τους. Για είκοσι εννέα χρόνια αντέχουν τις κακουχίες και τους πειρασμούς μέσω ασκητικής άσκησης και αδιάλειπτης προσευχής.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Ο Ιωάννης και ο Συμεών εγκαταλείπουν τη πλούσια ζωή τους στην Έδεσσα, γίνονται μοναχοί κοντά στον Ιορδάνη και εισέρχονται στην έρημο με την ευλογία του ηγουμένου τους.
- Για είκοσι εννέα χρόνια αντέχουν τις κακουχίες και τους πειρασμούς μέσω ασκητικής άσκησης και αδιάλειπτης προσευχής.
- Ο Συμεών, πιστεύοντας ότι ο Θεός τον έχει καλέσει να βοηθήσει τους άλλους, αφήνει τον Ιωάννη στην έρημο, επισκέπτεται τα Ιεροσόλυμα και μεταβαίνει στην Έμεσα.
- Στην Έμεσα, ο Συμεών συμπεριφέρεται ως σαλός για να κρύψει την αγιότητά του και να αποφύγει τον έπαινο, ενώ οι πράξεις του φέρνουν προστασία και θεραπεία.
- Μέσω θαυμάτων και απροσδόκητων συναντήσεων, οδηγεί ανθρώπους σε μετάνοια, βάπτιση και πιο ευγενική συμπεριφορά προς τους άλλους.
- Αφού ο Συμεών πεθαίνει στην αφάνεια, ακούγονται ουράνιοι ύμνοι κατά την κηδεία του, και ο άδειος τάφος οδηγεί τους ανθρώπους να αναγνωρίσουν την αγιότητά του.
- Ο ομιλητής εξηγεί ότι η ιερά σαλότης είναι σπάνιο θεόσδοτο χάρισμα και καλεί τους χριστιανούς να ζουν το Ευαγγέλιο ακόμη και όταν ο κόσμος τους περιγελά.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 31 παράγραφοι
Οι εορταζόμενοι όσιοι και θεοφόροι πατέρες Ιωάννης και Συμεών κατάγονταν από την Έδεσσα της Συρίας και άκμασαν κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Ιουστίνου του Δευτέρου, ο οποίος βασίλευσε από το 565 μέχρι το 578. Πλούσιοι νέοι, αλλά και ευσεβέστατοι, συνδέθηκαν με αδελφική φιλία και πήγαν στα Ιεροσόλυμα κατά την εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού. Κατόπιν επεξέτειναν το προσκύνημά τους προς την περιοχή του Ιορδάνου ποταμού, ωθούμενοι από τον πόθο να δουν εκεί τους οσίους ασκητές, για την αρετή των οποίων πολλά είχαν ακούσει. Τόσο δε τους έλκυσε η γνωριμία των αγίων εκείνων ανδρών, ώστε και οι δύο, λησμονώντας και καταφρονώντας,
και τα άλλα εγκόσμια αγαθά προσήλθαν στη μοναχική ζωή. Έγιναν δεκτοί μετά από θεία αποκάλυψη στο μοναστήρι του Αγίου Γερασίμου από τον όσιο ηγούμενο Νίκωνα, ο οποίος έκανε την κουρά τους και τους ένδυσε με το άγιο και αγγελικό σχήμα.
Σύντομα αποφάσισαν και έφυγαν από το μοναστήρι εκείνο με τις ευχές, ευλογίες και νουθεσίες του αγίου ηγουμένου, για να επιδοθούν στην αναχωρητική ζωή. Προχώρησαν και έφτασαν στη Νεκρά Θάλασσα, στον τόπο που ονομαζόταν Αρνωνάς. Έτσι οικονόμησε τα πράγματα ο Θεός, που ποτέ δεν εγκαταλείπει αυτούς που πιστεύουν ολόψυχα σ' Αυτόν, ώστε βρήκαν ένα μέρος κατοικούσε κάποιος γέροντας που είχε κοιμηθεί πριν από λίγες μέρες. Σε αυτό το μέρος υπήρχαν μερικά μικρά σκεύη και τρυφερά χόρτα, ώστε να μπορούν να τραφούν. Μόλις είδαν τον τόπο, ευχαριστήθηκαν τόσο πολύ, σαν να βρήκαν θησαυρό. Κατάλαβαν ότι ετοιμάστηκε για αυτούς από το Θεό. Όταν πέρασαν λίγες μέρες, μη μπορώντας να υποφέρει την αρετή των δούλων του Χριστού, ο εχθρός των ψυχών μας, ο διάβολος, άρχισε να τους πολεμά με την ενθύμηση των προσώπων που άφησαν στον κόσμο ή με το να τα βλέπουν στον ύπνο τους ή προσπαθώντας να τους προκαλέσει δειλία ή ακηδία για την άσκηση. Αυτοί όμως αγωνίζονταν και νικούσαν με την προσευχή και τη συμπαράσταση του γέροντά τους, που μερικές φορές
παρουσιαζόταν στον ύπνο τους, νουθετώντας, προσευχόμενος ή διδάσκοντάς τους. Συνέχισαν τον δρόμο της ασκήσεως, μη έχοντας άλλη μέριμνα από την αδιάλειπτη προσευχή. Τόσο πολύ προώδευσαν, ώστε σε λίγα χρόνια αξιώθηκαν θείων οράσεων, πληροφοριών και θαυμάτων. Παρέμειναν ασκητεύοντας στην έρημο άλλα 29 χρόνια, ζώντας με μεγάλη άσκηση και κακοπάθεια, με κρύο και με ζέστη, και υπέμειναν πολλούς και ανεκδιήγητους πειρασμούς από τον διάβολο και τον νίκησαν και έφτασαν σε μεγάλα μέτρα, ιδιαίτερα ο Συμεών με την ακακία και καθαρότητα που είχε. Αυτός, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος που υπήρχε σε αυτόν, αισθανόταν να μη φοβάται ούτε πάθος, ούτε κρύο ή πείνα ή ζέστη,
σχεδόν είχε φτάσει σε μέτρα που ξεπερνούσαν την ανθρώπινη φύση. Τέλος, ο Συμεών με προσταγή του Θεού πήγε στον κόσμο για να τον ωφελήσει με έναν ιδιότυπο τρόπο, ενώ ο Ιωάννης παρέμεινε στην έρημο συνεχίζοντας εκεί τον αγώνα του. Έτσι ο Συμεών κατευθύνθηκε προς την Αγία Πόλη του Χριστού και Θεού μας.
Έλεγε, διψούσε πολύ και φλεγόταν τόσα χρόνια από την επιθυμία να απολαύσει τους Αγίους Τόπους. Επισκέφθηκε λοιπόν τον Άγιο και Ζωοποιό Τάφο του Χριστού, όπως επίσης και τον Γολγοθά, τον πρόξενο της σωτηρίας μας και τον νικητή του θανάτου, και έτσι εκπλήρωσε την επιθυμία του. Έμεινε στην Αγία Πόλη τρεις μέρες, πήγαινε και προσκυνούσε στους πάνσεπτους τόπους του Κυρίου και προσευχόταν.
Η προσευχή του ήταν να μην αποκαλυφθεί η εργασία του, μέχρις ότου να φύγει από τη ζωή, για να αποφύγει τη δόξα που προσφέρουν οι άνθρωποι, από την οποία δημιουργείται η υπερηφάνεια και η υπεροψία στον άνθρωπο, αυτή που οδήγησε και αγγέλους στην πτώση από τους ουρανούς. Άκουσε την προσευχή του αυτός που είπε «Προσευχήθηκαν οι δίκαιοι με θερμότητα» και ο Κύριος τους άκουσε, γιατί ενώ έκανε τόσα πολλά θαύματα και τόσα παράδοξα πράγματα, δεν φανερώθηκε η εργασία του στους ανθρώπους. Το αίτημά του έγινε ένα είδος καλύμματος στις καρδιές αυτών που έβλεπαν αυτά που έκανε μέχρις ότου κοιμήθηκε. Μετά τις τρεις εκείνες μέρες πήγε στην Έμεσα. Πριν μπει μέσα στην πόλη, βρήκε ένα ψόφιο σκύλο πάνω στην κοπριά και αφού έλυσε το σχοινένιο ζωνάρι του, έδεσε το σχοινένιο ζωνάρι του στο
πόδι του σκύλου και άρχισε να τρέχει σέρνοντάς τον. Έτσι μπήκε από την πύλη, κοντά στην οποία ήταν ένα σχολείο. Μόλις τον είδαν τα παιδιά άρχισαν να φωνάζουν «Ε, ένας τρελός αββάς» και να τρέχουν από πίσω του και να τον χτυπούν. Την άλλη μέρα, που ήταν Κυριακή, πήρε καρύδια, πήγε στην εκκλησία στην αρχή της Θείας Λειτουργίας και άρχισε να τα πετά και να σβήνει τις καντήλες. Άρχισαν τότε να τον κυνηγούν για να τον βγάλουν έξω, αλλά αυτός ανέβηκε στον άμβωνα και από εκεί χτυπούσε τις γυναίκες με τα καρύδια. Με πολύ κόπο τον έβγαλαν έξω, αλλά καθώς έβγαινε αναποδογύρισε τα τραπέζια μερικών που πουλούσαν μικρές πίτες. Αυτοί τότε τον χτύπησαν μέχρι που κόντευε να πεθάνει. Όταν είδε πόσο είχε κακοποιηθεί από τα χτυπήματα, είπε στον εαυτό του:
«Συμεών, πράγματι ούτε μια εβδομάδα δεν ημπορείς να ζήσεις έτσι στα χέρια αυτών των ανθρώπων». Κάποτε, καθώς δεν έβρισκε κανένα κεραμίδι, έβαλε το χέρι του στην ανθρακιά, το γέμισε με κάρβουνα και άρχισε να θυμιατίζει. Κάποια γυναίκα που τον είδε του είπε με έκπληξη: «Για τ' όνομα του Θεού, αββά Συμεών, με το χέρι σου θυμιατίζεις;» Όταν άκουσε αυτό ο γέροντας, προσποιήθηκε ότι καιγόταν και έριξε τα κάρβουνα από το χέρι του στο παλιό ράσο που φορούσε, λέγοντας: «Αν δεν θέλεις με το χέρι μου, να, με το ράσο μου θυμιατίζω». Και όπως ο Θεός διαφύλαξε από τη φωτιά τη βάτο και τους τρεις νέους, έτσι ούτε ο όσιος ούτε το ράσο του καιγόταν από τα κάρβουνα. Κάθε φορά που έκανε κάτι το θαυμαστό
έφευγε από το μέρος εκείνο μέχρι να ξεχαστεί η πράξη του και μάλιστα βιαζόταν να κάνει καμιά τρέλα για να καλύψει το κατόρθωμά του. Πράγματι πολλές φορές έτρωγε κρέας ο δίκαιος χωρίς όμως να έχει φάει όλη την εβδομάδα και κανείς δεν γνώριζε τη νηστεία που έκανε. Έτρωγε όμως το κρέας μπροστά σε όλους για να καλύψει την αρετή του. Άλλα από τα έργα του έκανε ο όσιος κινούμενος από αγάπη για τη σωτηρία των ανθρώπων και άλλα για να καλύψει τα κατορθώματά του. Κάποτε που ήταν να γίνει μεγάλος σεισμός στην πόλη, άρχισε ο όσιος να χτυπάει τους στύλους με ένα λουρί και να λέει στον καθένα «Είπε ο Κύριός σου να σταθείς» και όταν έγινε σεισμός, κανείς από όσους στύλους χτύπησε δεν έπεσε. Σε κάποιο στύλο όμως είχε πει:
«Ούτε να πέσεις ούτε να σταθείς». Αυτός σχίστηκε από πάνω μέχρι κάτω, έγειρε λίγο και έμεινε έτσι. Κανείς δεν είχε καταλάβει τι έκανε ο μακάριος, αλλά όλοι πίστευαν ότι από την παραφροσύνη του είχε χτυπήσει τους στύλους. Ήταν να δοξάζει κανείς το Θεό και να απορεί για τα θαυμάσιά του, αφού όσες ενέργειες του αγίου θεωρούσαν μερικοί άπρεπες, με αυτές φανέρωνε τα παράδοξα και απροσδόκητα. Κάποτε, που ήταν να πέσει θανατικό στην πόλη, πέρασε από όλα τα σχολεία και φιλούσε τα παιδιά, λέγοντας στο καθένα σαν για αστείο: «Πήγαινε στο καλό, καλό μου». Δεν τα φίλησε όλα, αλλά όσα του υπέδειξε η χάρη του Θεού. Στο δάσκαλο κάθε σχολείου έλεγε: «Για το Θεό, σου τρελέ, μη δέρνεις τα παιδιά που φιλώ».
«Έχουν να βαδίσουν πολύ δρόμο». Οι δάσκαλοι τον κορόιδευαν και μερικές φορές μάλιστα τον χτυπούσαν με το λουρί και έκαναν νόημα και στα παιδιά να τον κοροϊδεύουν. Όταν έπεσε το θανατικό, δεν έμεινε ούτε ένα παιδί ζωντανό από όσα φίλησε ο αββάς Συμεών, αλλά πέθαναν όλα. Κάποιος από τους τεχνίτες στην πόλη κατάλαβε την αρετή του. Τον είχε δει μια φορά να λούζεται και να συνομιλεί με δύο αγγέλους και θέλησε να το κάνει γνωστό σε όλους. Ο τεχνίτης αυτός ήταν Εβραίος και βλασφημούσε πολύ τον Χριστό. Παρουσιάστηκε στον ύπνο του ο όσιος λέγοντάς του να μην πει σε κανένα αυτό που είδε. Την άλλη μέρα, πρωί πρωί, ο Εβραίος θέλησε να πραγματοποιήσει την απόφασή του, αλλά παρουσιάστηκε μπροστά του ο όσιος, ακούμπησε τα χείλη του
και έχασε τη φωνή του, μη μπορώντας να πει τίποτε σε κανένα. Άρχισε να ακολουθεί τον αββά Συμεών κάνοντάς του νοήματα με το χέρι για να τον κάνει να μιλήσει. Παρίστανε τον σαλό ο αββάς και του απαντούσε κι αυτός με νοήματα σαν τρελός. Του έκανε νοήματα για να κλείσει το στόμα του. Ήταν φοβερό να τους βλέπει κανείς να κάνουν νοήματα ο ένας στον άλλο. Παρουσιάστηκε πάλι στο όνειρό του ο γέροντας και του λέει: «Ή θα βαπτιστείς ή θα μείνεις έτσι». Ο Εβραίος δεν θέλησε να υπακούσει. Όταν όμως πέθανε ο αββάς Συμεών και είδε πόσο τον είχε τιμήσει ο Θεός και ότι μετατέθηκε το λείψανό του, τότε βαπτίστηκε ο ίδιος και όλη η οικογένειά του. Και όταν βγήκε από την κολυμβήθρα, βρήκε αμέσως την ομιλία, τελούσε και τη μνήμη του σαλού κάθε χρόνο.
Προσκαλούσε και τους φτωχούς. Ο όσιος είχε και το χάρισμα της εγκράτειας, όσο λίγοι άγιοι. Όταν ερχόταν η Μεγάλη Σαρακοστή, δεν έτρωγε τίποτε μέχρι τη Μεγάλη Πέμπτη. Από το πρωί όμως της Μεγάλης Πέμπτης καθόταν στο ζαχαροπλαστείο και έτρωγε, με αποτέλεσμα να σκανδαλίζονται όσοι τον έβλεπαν, επειδή δεν νήστευε ούτε τη Μεγάλη Πέμπτη. Όμως ο διάκονος Ιωάννης ήξερε ότι ο Θεός τον φώτιζε για να ενεργεί με αυτόν τον τρόπο. Μια φορά που τον είδε να τρώει από το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης στο ζαχαροπλαστείο, του λέγει: «Πόσο θα σου κοστίσει αυτό, σαλέ;» Εκείνος πήρε τότε στο χέρι του σαράντα νομίσματα και του λέγει: «Είναι γεμάτο το πουγγί μου, ταλαίπωρε», εννοώντας ότι έχει να φάει σαράντα μέρες.
Σε κάποιο δρόμο της πόλεως ήταν ένας δαίμονας. Μια μέρα που περνούσε από εκεί ο όσιος, τον είδε που ήθελε να χτυπήσει κάποιον από τους περαστικούς. Πήρε τότε στην αγκαλιά του πέτρες και άρχισε να τις πετάει εδώ και εκεί στην αγορά, εμποδίζοντας έτσι όσους ήθελαν να περάσουν. Πέρασε όμως ένα σκυλί, το χτύπησε ο δαίμονας και άρχισε να αφρίζει. Τότε είπε σε όλους ο όσιος: «Περάστε τώρα, ανόητοι». Ήξερε ο πάνσοφος ότι αν περνούσε άνθρωπος αυτόν θα χτυπούσε ο δαίμονας αντί του σκύλου και γι' αυτό τους εμπόδιζε να περάσουν. Μερικές φορές την Κυριακή έπαιρνε μια σειρά λουκάνικα, τα φορούσε για ωράριο και κρατώντας στο αριστερό του χέρι σινάπι τα βουτούσε και τα έτρωγε από το πρωί.
Από αυτούς που έρχονταν να παίξουν μαζί του, τους άλειφε το στόμα με το σινάπι. Κάποτε που ήρθε να παίξει μαζί του κάποιος χωρικός, που είχε άσπρα λευκώματα στα δυο του μάτια, τον άλειψε με σινάπι στα μάτια και του είπε, καθώς αυτός ένιωθε αφόρητους πόνους: «Πήγαινε να πλυθείς, τρελέ, με ξύδι και σκόρδα, και θα γίνεις αμέσως καλά». Εκείνος πήγε στους γιατρούς πιστεύοντας ότι κάτι θα πετύχει, αλλά τυφλώθηκε περισσότερο. Τελικά από τη μανία του ορκίστηκε στα Συριακά: «Μα το Θεό του Ουρανού, θα κάνω ό,τι μου είπε ο σαλός και ας πεταχτούν έξω τα μάτια μου». Και αφού πλύθηκε όπως του είχε πει, θεραπεύτηκαν τελείως τα μάτια του και έγιναν καθαρά όπως ήταν όταν γεννήθηκε και δόξαζε το Θεό.
Όταν τον συνάντησε ο σαλός, του λέγει: «Είδες, έγινες καλά, τρελέ, να μην κλέβεις άλλη φορά τα γίδια του γείτονά σου». Είχαν κλέψει από κάποιον στην Έμεσα πεντακόσια νομίσματα και ενώ τα αναζητούσε, συνάντησε τον αββά Συμεών. Θέλοντας να αλλάξει η διάθεσή του, του λέγει: «Μπορείς να κάνεις τίποτε, τρελέ, για να βρεθούν τα χρήματά μου;» Του απαντάει εκείνος: «Αν θέλεις, ναι». Λέει πάλι ο άλλος: «Κάνε και αν βρεθούν θα σου δώσω δέκα». Του λέει ο σαλός: «Αν κάνεις ό,τι σου πω, θα τα βρεις στο ντουλάπι σου αυτή τη νύχτα». Διαβεβαίωσε με όρκους ότι θα έκαμνε ό,τι του έλεγε, αρκεί μόνο να μην του έλεγε τίποτε παράλογο. Του είπε τότε ο όσιος: «Πήγαινε
τα χρήματά σου τα πήρε ο δούλος σου που σε εξυπηρετεί στο τραπέζι. Να μου ορκιστείς όμως ότι δεν θα δέρνεις ούτε αυτόν ούτε κανέναν άλλον μέσα στο σπίτι σου». Το είπε αυτό ο άγιος γιατί έδερνε πολύ. Εκείνος νόμισε ότι του είπε να μην δείρει κανένα για τα νομίσματα. Ο αββάς όμως του είπε να μην δείρει ποτέ κανέναν. Έδωσε λοιπόν το λόγο του και έκανε φρικτούς όρκους ότι δεν θα έδερνε κανέναν. Πήγε ύστερα και βρήκε το δούλο του και με το καλό του πήρε τα χρήματά του. Από τότε, όσες φορές πήγαινε να δείρει κάποιον, δεν μπορούσε και αμέσως πιανόταν το χέρι του. Καταλάβαινε τότε και έλεγε: «Αυτό το παθαίνω από το σαλό». Πήγαινε λοιπόν και του έλεγε: «Λύσε, σαλέ, τον όρκο».
Παρίστανε τον τρελό και έκανε ότι δεν καταλάβαινε τι του έλεγε. Επειδή επέμενε να τον ενοχλεί, παρουσιάστηκε στον ύπνο του και του λέγει: «Αν λύσω τον όρκο, θα λύσω και το πορτοφόλι σου και θα σκορπίσω όλα τα χρήματά σου. Δεν συμπεριφέρεσαι άσχημα με το να θέλεις να δέρνεις τους συνδούλους σου οι οποίοι πηγαίνουν πριν από σένα στη μέλλουσα ζωή;» Όταν λοιπόν είδε αυτά, έπαψε να τον ενοχλεί. Ήταν εκείνο τον καιρό μια γυναίκα μάντισσα που έκανε φυλαχτά και ξόρκια. Ο δίκαιος σχεδίαζε να αποκτήσει φιλία μαζί της, δίνοντάς της είτε χρήματα είτε ψωμιά είτε ρούχα, όσα συγκέντρωνε από αυτούς που του έδιναν. Μια μέρα της λέγει: «Θέλεις να σου κάνω εγώ ένα φυλαχτό
να μη σε πιάνει ποτέ το μάτι;» Δέχτηκε εκείνη με τη σκέψη ότι κι αν ακόμη είναι σαλός, ίσως μπορεί να το κάνει. Πήγε λοιπόν και έγραψε σε μια μικρή πινακίδα στα Συριακά: «Να καταργήσει ο Θεός τη δύναμή σου και να σε σταματήσει να οδηγείς σε σένα τους ανθρώπους αποστρέφοντάς τους από Αυτόν», δηλαδή το Θεό. Της το έδωσε και το φόρεσε και από τότε δεν μπόρεσε να κάνει σε κανένα ούτε μαντεία ούτε φυλαχτό. Μια φορά πάλι καθόταν μαζί με άλλους και ζεσταινόταν κοντά στο καμίνι ενός υαλουργού που ήταν Εβραίος. Σε μια στιγμή λέγει στους φτωχούς παίζοντας: «Θέλετε να σας κάνω να γελάσετε; Να, για κάθε ποτήρι που κάνει ο τεχνίτης θα κάνω το σημείο του σταυρού και θα σπάει».
Έσπασε το ένα μετά το άλλο εφτά ποτήρια, άρχισαν οι φτωχοί να γελάνε. Το είπαν όμως στον υαλουργό και εκείνος τον έκαψε και τον έδιωξε. Καθώς έφευγε του φώναξε: «Αλήθεια, νόθε, μέχρι να κάνεις σταυρό στο μέτωπό σου, όλα θα σπάζουν». Έσπασε πάλι άλλα δεκατρία το ένα μετά το άλλο. Συγκλονίστηκε τότε ο Εβραίος, έκανε σταυρό στο μέτωπό του και δεν έσπασε πια τίποτε. Ύστερα από αυτό πήγε και έγινε Χριστιανός. Κάποτε ο όσιος είχε πει σε δέκα ανθρώπους που ήταν έξω από την πόλη: «Ελάτε, τρελοί, και θα σας προσφέρω πλουσιοπάροχο γεύμα». Οι πέντε από αυτούς είπαν: «Ξέρει ο Θεός, ας πάμε». Οι υπόλοιποι τους εμπόδιζαν λέγοντας: «Ναι,
το τίποτα θα μας κάνει το τραπέζι, από πού έχει αυτός; Αυτός ζητιανεύει από πόρτα σε πόρτα, μόνο να μας καθυστερήσει θέλει». Οι πέντε τέλος τον πίστεψαν και πήγαν μαζί του. Τους λέγει: «Μείνετε εδώ» και αφού τους άφησε πήγε πιο μακριά και προσευχήθηκε χωρίς να τον βλέπουν. Τότε είπαν εκείνοι: «Πράγματι μας κορόιδεψε, μάλλον χορτάρι θέλει να μας φέρει ο αββάς Συμεών για να βοσκίσουμε». Ενώ έλεγαν αυτά, τον βλέπουν να τους κάνει νόημα για να πάνε κοντά του. Είχε προσευχηθεί καθώς προαναφέρθηκε και τους είχε ετοιμάσει τα πάντα με τη δύναμη του Θεού. Όταν πήγαν κοντά του, βρήκαν να έχει μπροστά του, με τη δύναμη του Κυρίου, ψωμιά, πίτα, κεφτέδες, ψάρια, εξαιρετικό κρασί, γλυκά
ό,τι άλλο επιθυμητό υπάρχει. Όταν έφαγαν τους είπε: «Πάρτε, κακόμοιροι, και για τις γυναίκες σας και αν στο εξής γίνετε φρόνιμοι πολίτες δεν θα λείψουν αυτά από τα σπίτια σας μέχρι να πεθάνουν». Όταν έφυγαν είπαν συζητώντας αναμεταξύ τους: «Ας δοκιμάσουμε μια εβδομάδα και αν δεν μας λείψουν δεν θα δημιουργήσουμε με τους συντρόφους μας προβλήματα στους συμπολίτες μας». Όταν είδαν ότι δεν τελείωναν τα τρόφιμα, μολονότι καθημερινά ξόδευαν από αυτά, δεν έκαναν πια τίποτε το κακό. Οι τρεις μάλιστα από αυτούς έγιναν μοναχοί επειδή είχαν κατανυγεί από τη ζωή τους αλλού. Όσο όμως ήταν ζωντανός ο σαλός δεν μπορούσαν να πουν σε κανένα τίποτε. Όταν κατάλαβε ο όσιος ότι έφτασε το τέλος της εδώ ζωής του,
θέλοντας ούτε μετά το θάνατό του να τιμηθεί από τους ανθρώπους, τι έκανε; Μπήκε κάτω από τις κληματσίδες στο ιερό του καλύβι και εκεί κοιμήθηκε και παρέδωσε ειρηνικά το πνεύμα του στον Κύριο. Οι γνωστοί του, επειδή δεν τον είδαν τις δυο μέρες, είπαν: «Πάμε να δούμε μήπως είναι άρρωστος ο σαλός». Όταν πήγαν, τον βρήκαν νεκρό κάτω από τις κληματσίδες. Είπαν τότε: «Άραγε δεν θα πιστέψουν τώρα όλοι ότι ήταν τρελός; Να, ακόμη και ο θάνατός του το δείχνει». Τον πήραν λοιπόν τότε δύο και χωρίς να τον πλύνουν, χωρίς ψαλμωδίες και χωρίς κεριά και θυμιάματα, πήγαν και τον έθαψαν στον τόπο που έθαβαν τους ξένους. Καθώς περνούσαν αυτοί που πήγαιναν να τον θάψουν από το σπίτι του Εβραίου του υαλουργού,
που ο όσιος τον είχε κάνει Χριστιανό, όπως προαναφέρθηκε, άκουσε ο Εβραίος ψαλμωδίες που χίλιοι άνθρωποι δεν μπορούσαν να ψάλλουν και πλήθος όσο δεν μπορούσε να συγκεντρώσει όλη η ανθρωπότητα. Έκπληκτος από τις ψαλμωδίες και το πλήθος, έσκυψε έξω και είδε τον όσιο να μεταφέρεται από δύο μόνο άτομα που κουβαλούσαν το τίμιό του σώμα. Είπε τότε: «Μακάριος είσαι, σαλέ, γιατί καθώς δεν έχεις ανθρώπους να σου ψάλλουν, έχεις ουράνιες δυνάμεις να σε τιμώνουν με ύμνους». Και αμέσως κατέβηκε και τον έθαψε ο ίδιος. Ακόμη διηγήθηκε σε όλους τις ψαλμωδίες των αγγέλων που άκουσε. Το άκουσε αυτό και ο Ιωάννης ο διάκονος και πήγε τρέχοντας με πολλούς άλλους στον τόπο που τον έθαψαν
να πάρει το τίμιό του λείψανο για να το κηδέψει με τιμές. Όταν όμως άνοιξαν τον τάφο δεν το βρήκαν μέσα. Τον μετέθεσε ο Κύριος δοξάζοντάς τον. Τότε όλοι σαν να ξύπνησαν από ύπνο έλεγαν ο ένας στον άλλο όσα θαυμαστά έκανε στον καθένα και ότι για το Θεό προσποιούνταν το σαλό. Αναπαύτηκε ο Συμεών που ονομάστηκε διά Χριστόν σαλός και έζησε στη γη μια ζωή αγγελική και υπερθαύμαστη στις 21 του μηνός Ιουλίου, αφού λαμπρύνθηκε με τα σύμφωνα με το θέλημα του Θεού κατορθώματά του και κατέπληξε και αυτές τις υπερκόσμιες δυνάμεις των ασωμάτων με τις αρετές του. Στέκεται τώρα δίπλα στον απρόσιτο θρόνο του Θεού και Πατέρα των Φώτων και έχοντας παρρησία τον δοξάζει με ακατάπαυστους ύμνους
μαζί με όλες τις επουράνιες δυνάμεις.
Ακούσαμε τη ζωή του σήμερα εορταζομένου οσίου Συμεών του διά Χριστόν σαλού. Πρέπει να τονίσουμε ότι οι περιπτώσεις αυτού του είδους σαλών είναι ακραίες, αλλά αυτοί οι άγιοι δεν διάλεξαν από μόνοι τους αυτόν τον τρόπο ζωής. Έλαβαν το ειδικό χάρισμα από το Θεό, έχοντας φτάσει σε υψηλά μέτρα πνευματικότητας και δεν μπορούν όλοι να κάνουν το σαλό. Πάντως πρέπει ιδιαίτερα να υπογραμμιστεί ότι όλη η χριστιανική πνευματική ζωή έχει στοιχεία λογικής σαλότητας. Τέτοιοι ήταν όλοι οι άγιοι Απόστολοι, τέτοιοι ήταν οι Μάρτυρες, οι Όσιοι, οι Ασκητές και όλοι οι ευαγγελικώς ζώντες. Τέτοιοι είναι και σήμερα όσοι αγαπούν το Χριστό και για την αγάπη του αποφασίζουν να κάνουν τρελά πράγματα.
Αν κανείς αποφασίσει να ζήσει το Ευαγγέλιο, τότε οι άλλοι τον ειρωνεύονται ότι τρελάθηκε. Όσοι αποφασίζουν να ζήσουν μυστηριακή ζωή μέσα στην Εκκλησία, αυτοί εκδιώκονται από την κοινωνία, αλλά προσλαμβάνονται από την κοινωνία των Αγίων. Γίνονται αποσυνάγωγοι από τον κόσμο.
Με έναν παράδοξο και αληθινό τρόπο, η Εκκλησία ομοιάζει με αυτούς τους κατά Χριστόν σαλούς. Έχει μέσα της την ζωή και οι κοσμικοζώντες δεν μπορούν να την αντιληφθούν. Βλέπουν μόνο μερικές εξωτερικές αποτυχίες από κάποια άρρωστα μέλη και την εμπαίζουν. Όμως αυτή έχει όλη τη ζωή του πνεύματος. Μακάρι να αυξηθούν αυτοί οι κατά Χριστόν σαλοί.
Διότι όσο αυτοί αυξάνονται, τόσο μειώνεται η κοσμική λογική, η αισθησιακή ζωή που είναι θάνατος, πρόσκαιρος και αιώνιος.
Αγγλική μετάφρασηEN · 31 παράγραφοι
The venerable, God-bearing fathers John and Simeon, whom we celebrate today, came from Edessa in Syria. They lived in the reign of Emperor Justin II, who ruled from 565 to 578. They were wealthy young men and deeply devout. A brotherly friendship grew between them, and they went to Jerusalem for the feast of the Exaltation of the Precious Cross. Then they continued their pilgrimage to the Jordan River, longing to meet the venerable ascetics there, whose virtue they had heard so much about. Meeting those holy men drew them so strongly that both of them forgot and turned away from
all the other goods of this world and entered monastic life. Through a divine revelation, they were received into the monastery of Saint Gerasimus by the venerable abbot Nikon. He tonsured them and clothed them in the holy, angelic habit.
Soon they decided to leave the monastery and take up the solitary life. They went with the holy abbot’s prayers, blessings, and counsel, and reached a place by the Dead Sea called Arnonas. God, who never abandons those who believe in Him with all their heart, arranged for them to find a dwelling where an elder had lived. He had fallen asleep in the Lord only a few days earlier. There were a few small utensils and tender greens there, enough to sustain them. When they saw the place, they were as delighted as if they had found treasure. They understood that God had prepared it for them. A few days later, the enemy of our souls, the devil, could no longer bear the virtue of Christ’s servants. He began to attack them with memories of those they had left in the world, with visions of them in their sleep, and with attempts to make them fearful or overcome by acedia, spiritual torpor, in their ascetic discipline. But they struggled and prevailed through prayer and the help of their elder, who sometimes
appeared to them in dreams to counsel them, pray with them, or teach them. They continued on the path of ascesis, ascetic discipline, with no concern except unceasing prayer. They progressed so far that within a few years they were counted worthy of divine visions, revelations, and miracles. They spent another twenty-nine years in the wilderness, living with severe ascetic discipline and hardship, through cold and heat. They endured many indescribable temptations from the devil, overcame him, and reached great spiritual heights. Simeon especially did so through his innocence and purity. By the grace of the Holy Spirit within him, he felt no fear of the passions, or of cold, hunger, or heat.
He had almost reached a spiritual state beyond ordinary human nature. At last, by God’s command, Simeon went into the world to benefit people in an unusual way, while John remained in the wilderness and continued his struggle. So Simeon made his way to the Holy City of Christ our God.
He said that for years he had thirsted and burned with the desire to visit the Holy Places. So he visited Christ’s Holy and Life-giving Tomb, and also Golgotha, the place of our salvation and of victory over death. In this way his desire was fulfilled. He stayed in the Holy City for three days, venerating the most sacred places of the Lord and praying there.
He prayed that his spiritual work would remain hidden until he departed this life, so that he could escape human praise. Such praise gives rise to pride and arrogance, which even brought angels down from heaven. The Lord heard his prayer, as the saying goes: “The righteous prayed fervently, and the Lord heard them.” Though Simeon performed many miracles and astonishing deeds, people did not recognize the spiritual work behind them. His request seemed to place a veil over the hearts of those who saw what he did, until he fell asleep in the Lord. After those three days, he went to Emesa. Before entering the city, he found a dead dog on a dung heap. He untied his rope belt and fastened it to the
dog’s leg, then ran along dragging it behind him. He entered through a gate near a school. As soon as the children saw him, they cried, “Hey, a crazy abba!” They ran after him and struck him. The next day, a Sunday, he took some walnuts into the Church at the start of the Divine Liturgy and began throwing them about and putting out the oil lamps. People chased him to drive him out, but he climbed onto the ambo and threw walnuts at the women from there. They got him out with great difficulty. On his way out, he overturned the tables of some people selling small pies. They beat him until he was nearly dead. Seeing how badly he had been hurt, he said to himself:
“Simeon, you truly could not last even a week like this in these people’s hands.” Once, when he could find no potsherd, he put his hand into the embers, filled it with coals, and began to burn incense. A woman who saw him exclaimed, “For God’s sake, Abba Simeon, are you burning incense in your hand?” Hearing this, the elder pretended that he was being burned. He dropped the coals into the old cassock he was wearing and said, “If you don’t want me to use my hand, here, I’ll burn incense in my cassock.” Just as God kept the burning bush and the three youths safe from the fire, neither the venerable man nor his cassock was burned by the coals. Whenever he did something wondrous,
he left the place until people forgot what he had done. He would even hurry to do something foolish to conceal his accomplishment. The righteous man often ate meat in public, though he had eaten nothing all week and no one knew of his fast. He ate the meat before everyone to hide his virtue. Some of the venerable man’s deeds sprang from love for the salvation of others; others helped conceal what he had accomplished. Once, when a great earthquake was about to strike the city, he began striking the pillars with a strap, saying to each one, “Your Lord told you to stand.” When the earthquake came, none of the pillars he had struck fell. But to one pillar he had said:
“Neither fall nor stand.” It split from top to bottom, leaned a little, and remained that way. No one understood what the blessed man was doing. They all thought he had struck the pillars because he was out of his mind. Anyone who saw God’s wonders would have glorified Him in amazement. Through actions some considered improper, the saint revealed things strange and unexpected. Once, when a deadly epidemic was about to come upon the city, he went through all the schools and kissed the children, saying playfully to each one, “Go on your way, dear child.” He did not kiss them all, only those whom God’s grace indicated to him. He told each schoolteacher, “For God’s sake, you fool, don’t beat the children I kiss.”
“They have a long road ahead of them.” The teachers mocked him and sometimes even struck him with a strap. They encouraged the children to mock him too. When the epidemic came, not one of the children Abba Simeon had kissed survived; they all died. One of the city’s craftsmen had recognized his virtue. He had once seen Simeon bathing and speaking with two angels, and he wanted everyone to know. This craftsman was Jewish and often blasphemed Christ. The venerable man appeared to him in a dream and told him not to tell anyone what he had seen. Early the next morning, the man intended to go ahead with his plan, but the venerable man appeared before him and touched his lips.
He lost his voice and could tell no one anything. He began following Abba Simeon, gesturing with his hands for Simeon to let him speak. Abba Simeon played the fool and answered with wild gestures of his own, motioning for the man to keep his mouth shut. It was a startling sight to see them gesturing at one another. The elder appeared to him again in a dream and said, “Either you will be baptized, or you will remain like this.” The man would not obey. But after Abba Simeon died, he saw how God had honored him and learned that his relics had been taken from the tomb. Then he and his whole family were baptized. As soon as he came out of the baptismal font, his speech returned. Every year he also kept the holy fool’s feast day.
He invited the poor as well. The venerable man had a gift for self-restraint that few saints possessed. When Great Lent came, he ate nothing until Great Thursday. Yet from the morning of Great Thursday, he would sit in a confectioner’s shop and eat. Those who saw him were scandalized, thinking he would not fast even on Great Thursday. But John the deacon knew that God enlightened Simeon to act this way. Once, seeing him eat in the shop from early on Great Thursday, John said, “What is this going to cost you, you fool?” Simeon took forty coins in his hand and replied, “My purse is full, you poor wretch.” He meant that he had gone forty days without eating.
There was a demon on one of the city streets. One day, as the venerable man passed by, he saw that it was about to strike someone walking past. He gathered stones in his arms and began throwing them here and there across the marketplace, stopping people from passing. But a dog went through. The demon struck it, and it began to foam at the mouth. Then the venerable man said to everyone, “Go through now, you fools.” In his wisdom, he knew that if a person had passed, the demon would have struck that person instead of the dog. That was why he had held them back. Sometimes on Sundays he would drape a string of sausages around his neck like a deacon’s orarion. Holding mustard in his left hand, he would dip the sausages into it and eat them from the morning onward.
He would smear mustard around the mouths of people who came to play with him. Once a villager came to play with him who had white patches over both eyes. Simeon rubbed mustard into his eyes. As the man suffered unbearable pain, Simeon told him, “Go wash your eyes with vinegar and garlic, you fool, and you’ll be well at once.” The man went to the doctors, hoping they could help, but his sight grew worse. At last, in his frustration, he swore in Syriac, “By the God of Heaven, I’ll do what the fool told me, even if my eyes fall out!” He washed as Simeon had said, and his eyes were completely healed. They were as clear as when he was born, and he glorified God.
When the holy fool met him, he said, “See? You’re well, you fool. Don’t steal your neighbor’s goats again.” Someone in Emesa had had five hundred coins stolen. While searching for them, he met Abba Simeon. Hoping for some change in his fortunes, he asked, “Can you do anything, you fool, to help me find my money?” Simeon answered, “Yes, if you wish.” The man said, “Do it, and if the money is found, I’ll give you ten coins.” The holy fool replied, “If you do what I tell you, you’ll find it in your cupboard tonight.” The man swore that he would do as Simeon said, so long as it was nothing unreasonable. Then the venerable man said, “Go.
Your servant who waits on you at table took your money. But swear to me that you will beat neither him nor anyone else in your household.” The saint said this because the man often beat them. The man thought Simeon meant he should not beat anyone over the missing coins. But Abba Simeon meant that he must never beat anyone again. The man gave his word and swore solemn oaths that he would beat no one. He went home, found his servant, and recovered his money by speaking to him kindly. From then on, whenever he tried to beat someone, he could not do it: his hand immediately seized up. He understood why and said, “This is happening to me because of the fool.” So he went to Simeon and pleaded, “Release me from the oath, you fool.”
Simeon played the fool and pretended not to understand him. Because the man kept troubling him, Simeon appeared to him in a dream and said, “If I release you from your oath, I’ll open your purse as well and scatter all your money. Do you think it is right to want to beat your fellow servants, who will enter the life to come before you?” After seeing this, the man stopped troubling him. At that time there was a woman in the city who practiced divination and made amulets and spells. The righteous man sought her friendship, giving her whatever money, bread, or clothing others had given him. One day he said to her, “Would you like me to make you an amulet
so that the evil eye can never harm you?” She agreed, thinking that even if he was a fool, perhaps he could do it. He went away and wrote in Syriac on a small tablet, “May God put an end to your power and stop you from drawing people to yourself and turning them away from Him.” He gave it to her, and she wore it. From then on, she could neither tell anyone’s fortune nor make an amulet for anyone. Another time, Simeon sat with some others warming himself beside the furnace of a Jewish glassmaker. Joking with the poor people there, he said, “Would you like me to make you laugh? Watch: for every cup the craftsman makes, I’ll make the sign of the Cross, and it will break.”
One after another, seven drinking glasses broke, and the poor began to laugh. But they told the glassmaker, who burned Simeon and drove him away. As he left, Simeon called out, “Truly, you scoundrel, until you make the sign of the Cross on your forehead, everything will keep breaking.” Another thirteen glasses broke, one after another. The Jewish glassmaker was shaken. He made the sign of the Cross on his forehead, and nothing else broke. After that, he became a Christian. Once, the saint said to ten men outside the city, “Come, you fools, and I’ll give you a lavish meal.” Five of them said, “God knows; let’s go.” The others tried to stop them, saying, “Yes,
“He’ll set a table for us with nothing on it! Where would he get the food? He begs from door to door. He only wants to waste our time.” In the end, the five trusted him and went along. He told them, “Stay here.” Then he went farther away and prayed where they could not see him. They said, “He really has fooled us. Abba Simeon probably means to bring us grass to graze on.” As they were saying this, they saw him beckon them over. He had prayed, as I said, and by the power of God everything had been prepared for them. When they came to him, they found bread, pies, meatballs, fish, excellent wine, and sweets before him, all by the power of the Lord,
and every other food they could wish for. When they had eaten, he said, “Take some for your wives too, you poor fellows. If from now on you live as decent citizens, you will have these things in your homes for the rest of your lives.” As they left, they said to one another, “Let’s try it for a week. If the food does not run out, we and our companions will stop causing trouble for our fellow citizens.” They used the food every day, but it did not run out, so they did no more harm. Three of them even became monks, having felt deep compunction over their former lives. Yet while the holy fool was alive, they could tell no one what had happened. When the saint understood that the end of his earthly life had come,
he wanted to avoid being honored by people even after his death. So what did he do? He went beneath the vines in his humble hut. There he fell asleep in the Lord and peacefully gave up his spirit to Him. When his acquaintances had not seen him for two days, they said, “Let’s go and see whether the fool is ill.” They found him dead beneath the vines. Then they said, “Surely everyone will believe now that he was mad. Even his death shows it.” Two of them took him away. Without washing his body, and without psalms, candles, or incense, they buried him where strangers were buried. As the men carrying him passed the house of the Jewish glassmaker,
whom the saint had brought to Christianity, as I mentioned earlier, the glassmaker heard hymn singing beyond what a thousand people could sing, and a multitude greater than all humanity could gather. Astonished by the hymns and the crowd he heard, he leaned out and saw that only two men were carrying the saint’s precious body. He said, “Blessed are you, holy fool. You have no people to sing for you, but the heavenly powers honor you with hymns.” He came down at once and buried Simeon himself. He also told everyone about the angels’ singing that he had heard. John the deacon heard this too and ran with many others to the place where they had buried him,
intending to take his precious relic and give him an honorable burial. But when they opened the grave, they did not find it there. The Lord had taken him, glorifying him. Then everyone seemed to wake from sleep. They began telling one another the wonders Simeon had done for each of them, and how he had pretended to be a fool for the sake of God. Simeon, who came to be called the fool for Christ, fell asleep on the twenty-first of July. On earth he had lived a wondrous life like that of an angel. His deeds, accomplished according to God’s will, shone brightly, and his virtues amazed even the bodiless heavenly powers. Now he stands beside the unapproachable throne of God, the Father of Lights, and, speaking freely before Him, glorifies Him with unceasing hymns
together with all the heavenly powers.
Today we have heard the life of Saint Simeon, the fool for Christ, whom we commemorate today. We should stress that cases of this kind of holy foolishness are rare and extraordinary. These saints did not choose this way of life on their own. They received a special gift from God after reaching great spiritual heights. Not everyone can live as a holy fool. Still, the whole Christian spiritual life contains an element of what the world calls foolishness, though it has its own wisdom. So it was with all the holy Apostles, the Martyrs, the monastics, the ascetics, and everyone who lives according to the Gospel. It is the same today with those who love Christ and, for love of Him, decide to do things the world calls foolish.
If someone decides to live the Gospel, others mock him and say he has gone mad. Those who decide to live the life of the Mysteries within the Church may be cast out by society, but they are welcomed into the communion of the Saints. The world treats them as outcasts.
In a strange but true way, the Church resembles these fools for Christ. She has life within her, but those who live according to the world cannot recognize it. They see only some outward failings in a few of her ailing members, and they mock her. Yet she holds the fullness of life in the Spirit. May the number of these fools for Christ increase.
For as their number grows, worldly ways of thinking lose their hold, along with the life given over to sensual pleasure—a life that brings death, both now and eternally.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
07 ΙΟΥΛΙΟΥ\21 07 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.