Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Ο Όσιος Συμεών ο Στυλίτης και το εκκλησιαστικό νέο έτος

Η 1η Σεπτεμβρίου αρχίζει το ορθόδοξο εκκλησιαστικό έτος και τιμά τον Όσιο Συμεών τον Στυλίτη μεταξύ άλλων αγίων. Εμπνευσμένος από τους Μακαρισμούς του Χριστού, ο Συμεών μπήκε σε ασκητική κοινότητα ως έφηβος και ασκήθηκε στην προσευχή, τη νηστεία και την άρνηση του εαυτού.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων1 Σεπτεμβρίου23:21Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Η 1η Σεπτεμβρίου αρχίζει το ορθόδοξο εκκλησιαστικό έτος και τιμά τον Όσιο Συμεών τον Στυλίτη μεταξύ άλλων αγίων.
  • Εμπνευσμένος από τους Μακαρισμούς του Χριστού, ο Συμεών μπήκε σε ασκητική κοινότητα ως έφηβος και ασκήθηκε στην προσευχή, τη νηστεία και την άρνηση του εαυτού.
  • Αφού έφυγε από την κοινότητα, έζησε μόνος, τήρησε εξαιρετικά αυστηρή νηστεία κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή και μετακινήθηκε σε βουνό καθώς πλήθαιναν οι επισκέπτες.
  • Τελικά έζησε πάνω σε στύλο για τριάντα επτά χρόνια· όταν τον δοκίμασαν ερημίτες της Αιγύπτου, η προθυμία του να κατέβει έδειξε την ταπεινοφροσύνη του.
  • Άνθρωποι ταξίδευαν από πολλές χώρες για τη συμβουλή και τις προσευχές του, και η ομιλία διηγείται θεραπείες, μεταστροφές και άλλα θαύματα που αποδίδονται στην πρεσβεία του.
  • Ο Συμεών πέθανε το 461, και τα λείψανά του έμειναν στην Αντιόχεια αφού οι κάτοικοί της ζήτησαν από τον Αυτοκράτορα Λέοντα να τα αφήσει εκεί.
  • Το εκκλησιαστικό νέο έτος καλεί τους χριστιανούς να εξετάσουν την πνευματική τους ζωή, να μετανοήσουν και να ξεκινούν εκ νέου κάθε μέρα με την προσευχή.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 25 παράγραφοι

Σήμερα, πρώτη του μηνός Σεπτεμβρίου, είναι η αρχή της Ινδίκτου, δηλαδή του νέου έτους, και επιτελείται η μνήμη του Οσίου Συμεών του Στυλίτου, της Οσίας Μάρθας, της μητέρας του Αγίου Συμεών, της Οσίας Ευανθίας, του Δικαίου Ιησού του Ναβή, των Αγίων Τεσσαράκοντα Παρθένων και Ασκητριών και Άμμωνος του Διακόνου και Διδασκάλου των, των Αγίων Μαρτύρων και Αυταδέλφων Ευώδου, Καλίστης και Ερμογένους, του Θαύματος της Υπεραγίας Θεοτόκου στη Μονή των Μιασινών, του στην Κωνσταντινούπολη Μεγάλου Εμπρησμού, του Οσίου Μελετίου του Νέου, ο οποίος άσκησε στο όρος της Μιουπόλεως, του Οσίου Νικολάου, ο οποίος άσκησε στη φάραγγα Κουρταλιώτη της Κρήτης,

του Αγίου Νεομάρτυρα Σαγγελή, ο οποίος μαρτύρησε στην Κωνσταντινούπολη κατά το έτος 1680.

Ο Μέγας Συμεών ο Στυλίτης γεννήθηκε κατά το έτος 392 σε κάποιο χωριό το οποίο ονομαζόταν Σισάν, το οποίο βρισκόταν μεταξύ των επαρχιών της Συρίας και της Κιλικίας, άκμασε δε κατά τους χρόνους της βασιλείας Λέοντος του Μεγάλου, του επανομαζομένου Μακέλλου, και του Πατριάρχου Αντιοχίας Μαρτυρίου. Από τη μικρή του ηλικία ήταν αφοσιωμένος στα θεία με όλη του την ψυχή. Τις δε προσευχές του τις έκανε με τόση θερμότητα και κατάνυξη, ώστε πολλές φορές είχε άφθονα δάκρυα. Κάποια μέρα του έκαναν εξαιρετική εντύπωση τα λόγια του Χριστού: «Μακάριοι οι πενθούντες, ότι αυτοί παρακληθήσονται. Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται».

Ποθώντας να πραγματοποιήσει τέτοια ζωή, πήγε σε γέροντα ασκητή, στον οποίο φανέρωσε τις ευσεβείς κλίσεις της καρδιάς του. Ο Συμεών τότε ήταν μόλις 13 ετών. Ο δε ασκητής ευχαριστήθηκε μεν, διότι τόσο νέο παιδί κατεχόταν από τόση ευλάβεια και φλεγόταν από τέτοια αγία επιθυμία. Τον συμβούλευσε όμως να μην θελήσει να εκτεθεί τόσο νωρίς στις δυσκολίες και τους κόπους της ασκητικής ζωής. Αλλά ο μικρός Συμεών δεν αρεσκόταν στον κόσμο. Πήγε στο χωριό Τελαδά, στον θαυμαστό Όσιο Ηλιόδωρο, στη μοναχική του αδελφότητα, η οποία αποτελούνταν από μοναχούς ευσεβείς, θερμούς φίλους της προσευχής, της νηστείας και της σκληραγωγίας.

Ο Συμεών δεν επιβαλλόταν να τους παρακολουθεί σε όλα, διότι ακόμη ήταν μικρός. Εκείνος όμως αγωνιζόταν μόνος του, προσπαθώντας να φανεί εφάμιλος και να μην μένει πίσω σε τίποτε. Όχι διότι είχε εγωισμό να φτάσει τους μεγαλύτερους, αλλά διότι πίστευε ότι ο Θεός μπορεί να ενισχύσει κάθε ηλικία σε όλα τα πνευματικά κατορθώματα. Μετά από λίγα χρόνια ο Συμεών θέλησε να επιδοθεί σε ακόμη μεγαλύτερη ολιγάρκεια και σκληραγωγία. Ο προϊστάμενος δεν ενέκρινε την υπερβολή εκείνη, φρονώντας ότι παν μέτρον άριστον και ότι στις μεγάλες και ακραίες ασκήσεις λίγοι μόνο είναι ικανοί να αντέχουν χωρίς να χάσουν την πνευματική τους ισορροπία. Φοβούμενος δε μήπως το παράδειγμα του Συμεών

έβρισκε μέσα στο μοναστήρι μιμητές λιγότερο δυνατούς από εκείνον και θέλοντας να προλάβει ανωμαλίες και βλάβες ενός ακραίου ασκητισμού, τον υποχρέωσε να απομακρυνθεί. Ο Συμεών πήγε στο χωριό Τελανισσός, όπου στεγάστηκε σε μικρό κελί. Εκεί εντελώς μόνος επανέλαβε με περισσότερη ζέση τις προσευχές, τις μελέτες και τις ασκήσεις του. Θέλοντας δε να μιμηθεί τους προφήτες Μωυσή και Ηλία, των οποίων το παράδειγμα επισφράγισε με το δικό του παράδειγμα και ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, νήστευσε κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή σαράντα μέρες με νηστεία απόλυτη, δηλαδή χωρίς να φάγει και να πιει τίποτε. Επειδή κατά τους χρόνους εκείνους ο λαός πρόσεχε και αναζητούσε τους

περιφημότερους ασκητές για να εξομολογηθεί και να ζητήσει συμβουλές και ευλογίες, γι' αυτό όσες φορές κάποιος τέτοιος νέος φαινόταν δεν ήταν δυνατόν να ξεφύγει από την προσοχή τους. Ανακάλυψαν λοιπόν και τον Συμεών και πολλοί έρχονταν στο κελί του, οι οποίοι γίνονταν όλο και περισσότεροι. Αλλά ο Συμεών, καθώς ήταν φίλος της ερημικής ησυχίας και έβλεπε τον πολύ εκείνο κόσμο και τον θόρυβο, αναχώρησε σε όρος ψηλό. Εκεί, αντί για στέγη, προτίμησε τον ουρανό. Περιμάντρωσε κάποιο μέρος και έμεινε μέσα σ' αυτό χωρίς σκέπη, παλεύοντας με το καύμα του θέρους και το ψύχος του χειμώνα. Για κάποιο καιρό έδεσε μόνος του αλυσίδα στο πόδι του, μήκους είκοσι πήχεων, αλλά μετά...

προτροπή του ευσεβέστατου Πατριάρχου Αντιοχίας Μελετίου, ο οποίος τον επισκέφτηκε, την έβγαλε, αλλά και πάλι έμενε εκεί στα όρια της αλυσίδας. Η φήμη του Συμεών διαδόθηκε παντού και έτρεχαν προς αυτόν όχι μόνο οι κοντινοί, αλλά και άλλοι από μακρινά μέρη, κάνοντας οδοιπορία πολλών ημερών, ζητώντας καθένας τη γιατριά της αρρώστειάς του.

Έφευγαν δε από κει χαρούμενοι, απαλλαγμένοι από κάθε ασθένεια και βλάβη, ευχαριστώντας τον Θεό και τον Όσιο Συμεών. Το πλήθος δε που μαζευόταν ήταν όχι μόνο από Σύρους, Φοίνικες, Κίλικες και από κάθε γωνιά της αυτοκρατορίας, αλλά ακόμη και από Άραβες, Ισμαηλίτες, Πέρσες, Αρμένιους, Ίβηρες και πιο απομακρυσμένους. Έρχονταν ασθενείς και από τα δυτικά μέρη, την Αγγλία, τη Γαλλία, την Ισπανία και άλλες δυτικές περιοχές και αποτελούσαν όλοι ένα πολύγλωσσο συνάθροισμα. Έβγαινε δε από το πρόσωπο του Οσίου τέτοια χάρη, ώστε εάν κανείς τον έβλεπε έχοντας έχθρα με κάποιον, αμέσως θα ειρήνευε και θα συμφιλιωνόταν. Πολλοί που είχαν επιδοθεί σε αιματοχυσίες και φόνους και έρχονταν κοντά στον Άγιο, βλέποντας το άγιό του πρόσωπο, ειρήνευαν και γίνονταν πράοι και ήσυχοι, φιλονικούσαν δε μόνο ποιος να αξιωθεί να λάβει πρώτος τις ευχές και ευλογίες του. Επειδή όμως εκείνοι που έρχονταν ήταν αναρίθμητοι, αποφεύγοντας την πολλή τιμή και τις περιποιήσεις τις οποίες του έδιδαν, αλλά και το κοπιαστικό και θορυβώδες του πράγματος, σκέφτηκε με άλλο τρόπο να πλησιάσει στον ουρανό,

όχι μόνο με λογισμούς και θεωρίες, αλλά και με αυτό το σώμα. Ανέβηκε λοιπόν καταρχάς σε στήλη ύψους έξι πήχεων, έπειτα δώδεκα, ακολούθως είκοσι δύο και τέλος τριάντα έξι. Η ζωή του στυλίτου, η οποία ήταν άγνωστη μέχρι τότε, προσέδωσε στον Άγιο μεγαλύτερη αίγλη, έγινε δε και παράδειγμα για άλλους. Οι Ισμαηλίτες, οι οποίοι ήταν στο σκοτάδι της απιστίας, βλέποντας την πρωτοφανή αυτή και παράδοξη πάνω στον στύλο ζωή και τα πολλά του κατορθώματα, ακόμη δε ακούοντας και τη θεία του διδασκαλία, φωτίζονταν και εγκατέλειπαν το σκοτάδι της ασέβειας και τα μιαρά έργα. Αλλά και Ίβηρες και Πέρσες και Αρμένιοι άφηναν την πλάνη τους και πίστευαν στην Ευαγγελική διδασκαλία και γίνονταν Χριστιανοί.

Όμως περιέπαιζαν τον Όσιο ως ανόητο φανατικό. Άλλοι τον θεωρούσαν αγύρτη. Οι αναχωρητές των ερήμων της Αιγύπτου έστειλαν απεσταλμένους τους για να τον ρωτήσουν γιατί εγκατέλειπε τη συνηθισμένη και αναγνωρισμένη ερημική ζωή και του ζητούσαν να κατεβεί από τον στύλο.

Έκαναν αυτό υποθέτοντας ότι έπαρση ή αγυρτεία είχε ωθήσει τον Συμεών στο ιδιαίτερο εκείνο καταφύγιο. Ο απεσταλμένος όμως των ερημιτών είχε και την εντολή, στην περίπτωση που ο Συμεών αμέσως δεχόταν να κατεβεί, πράγμα το οποίο θα έδειχνε την ταπείνωση και την υποταγή του, να τον άφηναν ελεύθερο να μένει επάνω στον στύλο.

Έτσι δε και έγινε. Ο Συμεών, μόλις άκουσε την πρόταση των αναχωρητών της Αιγύπτου, χωρίς την παραμικρή αντίρρηση, δέχθηκε να αφήσει τον στύλο. Τότε ο απεσταλμένος εκείνος του δήλωσε ότι ήταν ελεύθερος να μένει εκεί, εάν έτσι χάριν της πνευματικής του ησυχίας προτιμούσε. Και έμεινε. Διάρκησε δε η ζωή αυτή του στυλίτου στον Συμεών τριάντα επτά έτη. Όμως ο Όσιος ακόμη και πάνω στον στύλο δεν έπαψε να γίνεται κοινωφελής κατά ποικίλους τρόπους. Διότι οι Χριστιανοί και πάλι έρχονταν σε αυτόν. Εκείνος δε πολλές φορές τους έδινε τις σοφές γνώμες και συμβουλές του. Από τα πολλά θαύματα τα οποία με πολλή ταπείνωση έκαμνε ο Όσιος, ας αναφέρουμε λίγα. Κάποιος αρχηγός των Σαρακηνών πήγε στον Όσιο και τον παρακαλούσε να βοηθήσει κάποιον άνθρωπο

με παράλυτα τα μέλη και πολλούς και σφοδρούς πόνους. Πήγαν τον παράλυτο και τον απόθεσαν μπρος στον Άγιο. Εκείνος δε, με πολλή συμπάθεια, φροντίζοντας περισσότερο από τη σωματική για την ψυχική θεραπεία, είπε στον άρρωστο να απαρνηθεί την πατρική του ασέβεια και απιστία. Εκείνος δε ευχαρίστως δέχθηκε και υπήκουσε. Κατόπιν ο Όσιος Συμεών τον ρώτησε εάν πιστεύει στην Παναγία Τριάδα. Αφού δε ο παράλυτος ομολόγησε την πίστη του, ο Άγιος του είπε «Πιστεύω, ανάστηθι» και αμέσως ο λόγος έγινε γιατριά στον παράλυτο. Ο δε Όσιος, μιμούμενος τον Δεσπότη του, πρόσταξε τον πρώην άρρωστο να σηκώσει το κρεβάτι του στους ώμους, το οποίο προκάλεσε μεγαλύτερο θαυμασμό και μεγαλύτερη ευχαριστία στους παρόντες.

Ένας από τους Ισμαηλίτες που πίστευσαν στον Χριστό υποσχέθηκε ενώπιον του Θεού, βάζοντας μάρτυρα τον Όσιο Συμεών, να μην γευθεί μέχρι το τέλος της ζωής του ζωική τροφή. Μετά όμως από κάποιο χρόνο, ίσως διότι λησμόνησε την υπόσχεση, ίσως από λαιμαργία, έσφαξε μια κότα, τη μαγείρεψε και άρχισε να τρώγει. Εκείνη όμως τη στιγμή συνέβη το θαυμαστό και η κότα μετατράπηκε σε πέτρα. Κατάπληκτος ο άνθρωπος από το θαύμα έσπευσε αμέσως στον Όσιο και τον παρακαλούσε να εξευμενίσει τον Θεό για την παράβαση της υποσχέσεώς του. Βλέποντας δε ο Άγιος τη μετάνοια έδωσε με προθυμία τη συγχώρηση. Κάποια γυναίκα που ήταν σύζυγος του άρχοντος των Σαρακηνών και ήταν στείρα

μη βρίσκοντας γιατρειά της ατεκνίας, πρόστρεξε στον Άγιο παρακαλώντας τον να τη βοηθήσει με τις προσευχές του ως συμπαθέστατος. Της ευχήθηκε και απέκτησε κόρη. Όμως, κατά το τρίτο έτος της ηλικίας της, έγινε παράλυτη και άλαλη. Θρηνώντας καθημερινά οι γονείς της, πρόστρεξαν και πάλι στον Άγιο και τον παρακαλούσαν να τους ελεήσει. Ο δε Άγιος, αφού τους παρηγόρησε με τα γλυκύτατά του λόγια, τους είπε να ελπίζουν στο έλεος του Θεού. Παρέμειναν εκεί επτά μέρες και επειδή η μικρή δεν γιατρεύτηκε, αναχώρησαν με πολλή λύπη για τη δυστυχία τους. Αφού προχώρησαν όμως σε κάποια απόσταση από την οποία δεν φαινόταν πλέον ο στύλος, ξαφνικά έστρεψε το κορίτσι το πρόσωπό του προς το μέρος του στύλου και είπε με δυνατή φωνή:

«Σοι, Άγιε Συμεών!» Οι γονείς, όταν είδαν και διαπίστωσαν το θαύμα, με πολλή χαρά επέστρεψαν στο σπίτι τους, κηρύττοντας την αγαθότητα του Θεού και τη δόξα του Αγίου. Αλλά και πλοίο, το οποίο κάποτε κινδύνευσε από μεγάλη τρικυμία, το έσωσε ο Άγιος, καθώς τον επικαλέστηκαν οι ναύτες, και ενώ ο Όσιος βρισκόταν στην ξηρά και πάνω στον στύλο, φάνηκε στο πλοίο και τους γλίτωσε από το ναυάγιο εντελώς ανέλπιστα.

Ο Όσιος αυτός Συμεών ο Στυλίτης τόσο πρόθυμος στους αγώνες της αρετής ήταν, ώστε πάντα πρόσθετε κόπους πάνω σε άλλους κόπους και στο τέλος του ενός αγωνίσματος εφεύρισκε άλλο μεγαλύτερο και τόσο προχώρησε, ώστε πολλοί να νομίζουν ότι ήταν άσαρκος. Έτσι κάποιος διάκονος ονόματι Φιλάρετος είπε στον Όσιο: «Πες μας, Άγιε του Θεού, άνθρωπος είσαι ή άλλη ασώματη φύση;» Ο δε Άγιος, αφού τον ανέβασε πάνω στον στύλο, τράβηξε το χέρι του για να τον εγγίσει και να γνωρίσει ότι είχε σώμα. Του έδειξε δε και μια φοβερή πληγή που είχε στο πόδι από την πολλή ορθοστασία. Αφού ο Διάκονος διαπίστωσε την αλήθεια, κήρυττε παντού τα υπερφύσιν αγωνίσματα του Αγίου. Μολονότι δε ο Άγιος έφτασε σε υπεράνθρωπα μέτρα, είχε πολλή ταπείνωση και σε όλους, σοφούς και αμαθείς, πλούσιους και πτωχούς, ήταν γλυκύτατος και χαριτωμένος, δίδασκε με θείους και αγγελικούς λόγους, λέγοντας ότι πρέπει να καταφρονούμε τα παρόντα ως πρόσκαιρα.

Επιθυμούμε δε και να μιμούμαστε τις αρετές του Σωτήρος μας Χριστού και Δεσπότου, για να συμβασιλεύσουμε αιωνίως μαζί Του και να κληρονομήσουμε τα εκεί ακατανόητα αγαθά. Όχι δε μόνο στα έργα ήταν μέγας, αλλά και στην πίστη ζηλωτής θερμότατος και του λόγου χειριστής δεξιότατος και αποστόμωνε Ιουδαίους, Έλληνες και αιρετικούς. Ομιλούσε δε από τις τρεις μέχρι τις έξι το απόγευμα, διότι μετά τη δύση του ηλίου μέχρι την επομένη το απόγευμα γινόταν προσευχή εκτενής προς τον Θεό. Με τέτοια λοιπόν πολλά και μεγάλα κατορθώματα, αφού διέλαμψε ο Όσιος, τελείωσε τη ζωή του κατά το έτος 461, αφού έζησε 69 έτη,

από την εδώ παροικία πήγε προς τον ποθούμενο Χριστό για να συναγάλλεται με όλους τους Αγίους, ιδιαίτερα δε με τους Αγίους Ασκητές, των οποίων τη ζωή πόθησε, μιμήθηκε και εν πολλοίς ξεπέρασε με την πρωτάκουστη πάνω στον στύλο στάση, για να βλέπει πρόσωπον προς πρόσωπον τον γλυκύτατό μας Δεσπότη και να συνομιλεί μαζί του στη Βασιλεία των Ουρανών. Το τίμιο του λείψανο ενταφιάστηκε με ευλάβεια, βρύει δε πολλά και μεγάλα θαύματα. Μετά από λίγο ο Βασιλέας Λέων ο Μέγας, ο Μακέλλης, μετέφερε στην Αντιόχεια το σεβάσμιο εκείνο λείψανο με μεγάλη τιμή. Εναποτέθηκε πρώτα στον περικαλλή ναό του Οσίου Βασιανού,

έπειτα δε στον ναό ο οποίος κτίστηκε εκεί κοντά. Επειδή δε η φήμη των πολλών και μεγάλων θαυμάτων του Οσίου διαδιδόταν παντού, ο βασιλέας Λέων διέταξε να μετακομιστεί το λείψανο του Αγίου στην Κωνσταντινούπολη. Οι Αντιοχείς όμως παρεκάλεσαν θερμά να μη στερηθεί η πόλη τους από τον μεγάλο βοηθό και φύλακά της. Πείστηκε ο Αυτοκράτορας και άφησε στους Αντιοχείς τον κοινό θησαυρό. Όμως, αν και το ιερό λείψανο του Οσίου παρέμεινε στην Αντιόχεια, η χάρη των θαυμάτων του προστρέχει παντού σε όσους τον επικαλούνται με πίστη.

Όπως λέχθηκε αρχικά, σήμερα είναι η αρχή της Ινδίκτου και η Εκκλησία εορτάζει σήμερα πρώτον επειδή η ημέρα αυτή είναι η αρχή του εκκλησιαστικού έτους. Εμείς δεν ειδωλολατρούμε και, όπως λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, δεν εορτάζουμε τον χρόνο, δεν σεβόμαστε το έτος, δεν προσκυνούμε τον αιώνα, δεν σεβόμαστε την ημέρα, αλλά εορτάζουμε το έργο του Θεού που έγινε και γίνεται μέσα στον χρόνο για τη σωτηρία μας. Δεύτερον εορτάζει η Εκκλησία το ότι κατά τη σημερινή μέρα ο Κύριός μας πήγε στη Συναγωγή των Ιουδαίων και διάβασε το μέρος της προφητείας του Προφήτου Ισαΐου που λέγει: «Πνεύμα Κυρίου επ' εμέ,

ού εἵνεκεν ἔχρισέ με, εὐαγγελίσασθαι πτωχοῖς ἀπέσταλκέ με» και τα λοιπά. Και τρίτον εορτάζει η Εκκλησία σήμερα κατά την αρχή του νέου εκκλησιαστικού έτους παρακαλώντας τον Θεό να μας δώσει κατά τη διάρκειά του πλούσια τα σωματικά και προπαντός τα πνευματικά Του αγαθά. Να μας δώσει χρόνο μετάνοιας και έργα μετάνοιας. Και για τη μετάνοια σημαντικό είναι το να κάνουμε κάθε τόσο καινούριο ξεκίνημα.

Στην αρχή κάθε χρονιάς, ο οικονομικά δραστηριοποιούμενος, ο έμπορος, ο επιχειρηματίας κλπ. κλείνει τα βιβλία του προηγουμένου έτους, βλέπει τα κέρδη και τις ζημίες και προσπαθεί να κάνει ένα νέο ξεκίνημα με την έναρξη της νέας χρονιάς. Έτσι και ο Χριστιανός, ο αγωνιστής του Πνεύματος, του οποίου την πνευματική δραστηριότητα παρομοιάζουν οι Άγιοι Πατέρες μας με την κοσμική εμπορική δραστηριότητα, αφού δει την προηγούμενη πνευματική του πορεία, προσπαθεί να κάνει ένα νέο ξεκίνημα ή, όπως λένε και πάλι οι Πατέρες μας, να βάλει αρχή. Ευκαιρία για μια τέτοια αναθεώρηση και το αρχίνισμα μιας νέας πορείας μετανοίας αποτελεί η σημερινή ημέρα, το σημερινό ξεκίνημα της νέας χρονιάς. Αλλά ας μην περιμένουμε την κάθε πρώτη του έτους για να βάζουμε αρχή. Κάθε μέρα, κάθε πρωί μπορεί να γίνεται νέο ξεκίνημα.

Νέα μέρα, καινούρια ζωή, αλλά και κάθε φορά που συνειδητοποιούμε χαλάρωση του ζήλου και της αγωνιστικότητάς μας, κάθε φορά που πέφτουμε, ας ξανασηκωνόμαστε και ας κάνουμε ένα καινούριο ξεκίνημα με την προσευχή του Αββά Αρσενίου: «Ο Θεός, ο Θεός μου, μη εγκαταλείπεις με, ότι ουδέν εποίησα ενώπιόν σου αγαθόν, αλλά δώσ' με κατά την σην επιείκειαν βαλείν αρχήν».

Αγγλική μετάφρασηEN · 25 παράγραφοι

Today, September 1, marks the beginning of the Indiction, the new ecclesiastical year. We also commemorate Saint Simeon Stylites; Saint Martha, his mother; Saint Evanthia; the righteous Joshua, son of Nun; the forty holy virgins and ascetics, together with their deacon and teacher Ammon; the holy martyrs and siblings Evodos, Kalliste, and Hermogenes; the miracle of the Most Holy Theotokos at the Monastery of the Miasenoi; the Great Fire of Constantinople; Saint Meletios the New, who lived an ascetic life on the mountain of Mioupolis; and Saint Nicholas, who lived an ascetic life in the Kourtaliotiko Gorge on Crete;

and the holy New Martyr Sangelis, who was martyred in Constantinople in the year 1680.

Saint Simeon Stylites the Great was born in 392 in a village called Sisan, between the regions of Syria and Cilicia. He flourished during the reign of Leo the Great, known as Makelles, and during the patriarchate of Martyrios of Antioch. From childhood, he was devoted to God with all his soul. He prayed with such warmth and katanyxis, such deep compunction, that tears often flowed freely. One day, the words of Christ made a profound impression on him: “Blessed are those who mourn, for they shall be comforted. Blessed are the pure in heart, for they shall see God.”

Longing to live in this way, he went to an elder ascetic and opened his heart to him, telling him of his devout desires. Simeon was only thirteen. The ascetic was glad to see such devotion and holy longing in so young a boy, but advised him against taking on the hardships of the ascetic life so early. Young Simeon, however, had no love for worldly life. He went to the village of Telada and joined the monastic community of the remarkable Saint Heliodorus. Its monks were devout men, deeply committed to prayer, fasting, and self-denial.

Because Simeon was still young, he was under no obligation to keep up with the monks in everything. Yet he strove on his own to match them and fall behind in nothing. This was not out of pride or a desire to rival his elders. He believed that God could strengthen a person of any age for every spiritual struggle. After a few years, Simeon wanted to live with even less and embrace still greater hardship. The head of the community did not approve of this excess. He believed that moderation was best, and that few could endure such severe ascesis, such ascetic discipline, without losing their spiritual balance. He also feared that Simeon’s example

might lead less capable monks in the monastery to imitate him. To prevent the harm that such extreme ascesis could cause, he required Simeon to leave. Simeon went to the village of Telanissos and settled in a small cell. There, completely alone, he pursued his prayers, studies, and ascetic struggles with greater zeal. Wanting to imitate the prophets Moses and Elijah, whose example our Lord Jesus Christ also confirmed by His own, he fasted throughout the forty days of Great Lent, eating and drinking nothing at all. In those days, people sought out

the most renowned ascetics for confession, counsel, and blessings. So when an ascetic like Simeon appeared, he could hardly escape their notice. People discovered him, and more and more came to his cell. Simeon loved the hesychia of the wilderness, its inner stillness. Seeing the crowds and hearing their noise, he left for a high mountain. There he chose the open sky for a roof. He enclosed a small area and stayed within it without shelter, enduring the summer heat and winter cold. For a time, he fastened a chain twenty cubits long to his leg. But later, at the

urging of the devout Patriarch Meletius of Antioch, who came to visit him, he removed the chain, though he continued to stay within the same bounds. Simeon’s fame spread everywhere. People came to him from nearby and from distant places, traveling for days, each seeking healing for an illness.

They left rejoicing, freed from illness and affliction, and gave thanks to God and Saint Simeon. The crowds included Syrians, Phoenicians, Cilicians, and people from every part of the empire, as well as Arabs, Ishmaelites, Persians, Armenians, Iberians, and people from still farther away. The sick even came from the western lands of England, France, Spain, and elsewhere, forming a gathering of many languages. Such grace shone from the saint’s face that someone who came bearing a grudge would be moved to make peace at the sight of him. Many who had committed acts of bloodshed and murder grew gentle and peaceful when they saw his holy face. Their only dispute was over who would be counted worthy to receive his prayers and blessings first. But the visitors were countless. Wishing to escape the attention and honors they gave him, and weary of the labor and noise, Simeon thought of another way to draw nearer to heaven,

not only through logismoi, his thoughts, and theoria, contemplation of God, but with his body as well. First he climbed onto a pillar six cubits high, then one of twelve, then twenty-two, and finally thirty-six. This life upon a pillar was unknown until then. It brought Simeon wider renown and became an example for others. The Ishmaelites, who lived in the darkness of unbelief, saw this extraordinary way of life upon the pillar and his many ascetic feats. They also heard his teaching about God. Thus they received illumination, left behind the darkness of impiety and their unclean deeds, and turned to the faith. Iberians, Persians, and Armenians likewise abandoned their errors, believed the teaching of the Gospel, and became Christians.

Some, however, mocked the saint as a foolish fanatic. Others thought he was a fraud. The hermits of the Egyptian deserts sent representatives to ask why he had left the customary, accepted life of a hermit, and to tell him to come down from the pillar.

They did this because they suspected that pride or deceit had driven Simeon to that unusual dwelling place. But the hermits had also instructed their representative that if Simeon immediately agreed to descend, showing humility and obedience, he should be free to remain on the pillar.

And that is what happened. As soon as Simeon heard the request of the Egyptian hermits, he agreed to leave the pillar without the slightest objection. Their representative then told him he was free to stay there if he preferred it for the sake of his spiritual hesychia, his inner stillness. So he stayed. Simeon lived upon the pillar for thirty-seven years. Even there, he continued to help people in many ways. Christians still came to him, and he often gave them wise counsel. Let us recount a few of the many miracles the saint performed with great humility. A Saracen chief came to him and begged him to help a man

whose limbs were paralyzed and who suffered severe, persistent pain. They brought the man and laid him before the saint. Simeon, moved with compassion and concerned for the healing of his soul above all, told him to renounce the impiety and unbelief he had inherited from his fathers. The sick man gladly agreed. Simeon then asked whether he believed in the Holy Trinity. When the man confessed his faith, the saint said to him, “If you believe, rise,” and at once his words brought healing. Imitating his Master, Simeon told the man who had been sick to lift his bed onto his shoulders. Those present were filled with still greater wonder and gratitude.

One of the Ishmaelites who came to believe in Christ made a promise before God, calling Saint Simeon as his witness, that he would eat no animal food for the rest of his life. Some time later, whether because he forgot his promise or gave in to gluttony, he slaughtered a hen, cooked it, and began to eat. At that moment, something astonishing happened: the hen turned to stone. Stunned by the miracle, the man hurried to Simeon and begged him to seek God’s mercy for breaking his promise. Seeing the man’s metanoia, his repentance, the saint readily forgave him. Another woman, the wife of a Saracen ruler, could not have children

and had found no help for her childlessness. She came to the saint and begged him in his compassion to help her through his prayers. He prayed for her, and she had a daughter. But in her third year, the little girl became paralyzed and unable to speak. Her parents wept each day and returned to the saint, begging him to show them mercy. He comforted them with gentle words and told them to hope in God’s mercy. They stayed for seven days. When the child was not healed, they left in great sorrow. But after they had gone far enough that they could no longer see the pillar, the girl suddenly turned her face toward it and cried out in a loud voice:

“To you, Saint Simeon!” When her parents saw what had happened, they returned home with great joy, proclaiming God’s goodness and the saint’s glory. On another occasion, sailors caught in a violent storm called upon Simeon to save their ship. Though he was on land, standing on his pillar, he appeared aboard the ship and saved them from shipwreck when all hope seemed lost.

Saint Simeon Stylites was so eager in his struggle for virtue that he kept adding hardship to hardship. Whenever he completed one struggle, he found another, greater one. He went so far that many thought he had no body at all. A deacon named Philaretos asked him, “Tell us, saint of God, are you a human being or some bodiless creature?” The saint brought him up onto the pillar and guided his hand to touch him, so he would know that Simeon had a body. He also showed him a terrible wound on his leg from standing for so long. Once the deacon had seen the truth, he proclaimed the saint’s extraordinary struggles everywhere. Yet although Simeon had reached heights beyond ordinary human strength, he had great humility. He was gentle and gracious to everyone, whether educated or uneducated, rich or poor. He taught them with words filled with divine wisdom, saying that we should set little store by the things of this world, for they are passing.

We should long to imitate the virtues of Christ our Savior and Master, so that we may reign with Him forever and inherit the blessings there that are beyond our understanding. Simeon was great not only in his deeds. He was fervent in the faith and skilled in speech, silencing Jews, Greeks, and heretics. He spoke to the people from three until six in the afternoon. From sunset until the following afternoon, he devoted himself to prolonged prayer to God. Having shone through so many great ascetic feats, the saint ended his earthly life in the year 461, at the age of sixty-nine,

leaving this earthly life to go to the Christ he loved. There he rejoices with all the saints, especially the holy ascetics whose lives he had longed to follow, imitated, and in many ways surpassed through his unheard-of life upon the pillar. There he sees our most beloved Master face to face and speaks with Him in the Kingdom of Heaven. His precious relics were buried with reverence and have been the source of many great miracles. A little later, Emperor Leo the Great, known as Makelles, brought those venerable relics to Antioch with great honor. They were first placed in the beautiful church of Saint Bassianos,

It was then placed in the church built nearby. As news of the Saint’s many great miracles spread everywhere, Emperor Leo ordered that his relics be brought to Constantinople. But the people of Antioch pleaded with him not to deprive their city of its great helper and protector. The emperor listened and left this treasure, shared by all, with the people of Antioch. Though Saint Simeon’s holy relics remained there, the grace of his miracles reaches all who call upon him in faith, wherever they may be.

As we said at the beginning, today marks the start of the Indiction, the new ecclesiastical year. The Church celebrates this day, first, because it begins that year. We do not worship time. As Saint John Chrysostom says, we do not celebrate time itself, revere the year, worship the age, or venerate the day. We celebrate what God has done, and continues to do, within time for our salvation. Second, the Church celebrates the day when our Lord went into the synagogue and read from the prophecy of the Prophet Isaiah: ‘The Spirit of the Lord is upon me,’

‘because He has anointed me; He has sent me to bring good news to the poor,’ and so on. Third, at the beginning of the new ecclesiastical year, the Church asks God to grant us an abundance of His gifts throughout the year: what we need for the body, and above all, spiritual blessings. We ask Him to give us time for metanoia, repentance, and deeds that bear it out. An important part of repentance is making a fresh start, again and again.

At the start of each year, a merchant or business owner closes the books for the past year, looks at the gains and losses, and tries to begin anew. So too the Christian who strives in the spiritual life. Our Holy Fathers compare this spiritual work to the work of a merchant: we look back over the course of our spiritual life and try to make a fresh start, or, as the Fathers say, ‘make a beginning.’ Today, the start of a new year, gives us an opportunity to take stock and begin a new path of repentance. But we need not wait for the first day of the year. Every day, every morning, can be a new beginning.

A new day, a new life. And whenever we realize that our zeal and resolve have weakened, whenever we fall, let us rise again and make a fresh start with the prayer of Abba Arsenius: ‘O God, my God, do not forsake me, for I have done nothing good before You. But in Your mercy, grant me to make a beginning.’

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

09 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ\01 09.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα