Ο Άγιος Σεβηριανός: μαρτύριο, θαύματα και η δωρεά της υπομονής
Η μνήμη της 9ης Σεπτεμβρίου τιμά τους Ιωακείμ και Άννα, τον Άγιο Σεβηριανό, τον Όσιο Θεόφανη, την Τρίτη Οικουμενική Σύνοδο, τον Άγιο Χαρίτωνα και τον Όσιο Ιωσήφ τον Θαυματουργό. Κατά τον διωγμό του Λικινίου, ο Σεβηριανός χρησιμοποίησε τα πλούτη του για να βοηθήσει φτωχούς και φυλακισμένους χριστιανούς και ενθάρρυνε άλλους, μεταξύ των οποίων και τους Σαράντα Μάρτυρες της Σεβαστείας, να μείνουν πιστοί.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Η μνήμη της 9ης Σεπτεμβρίου τιμά τους Ιωακείμ και Άννα, τον Άγιο Σεβηριανό, τον Όσιο Θεόφανη, την Τρίτη Οικουμενική Σύνοδο, τον Άγιο Χαρίτωνα και τον Όσιο Ιωσήφ τον Θαυματουργό.
- Κατά τον διωγμό του Λικινίου, ο Σεβηριανός χρησιμοποίησε τα πλούτη του για να βοηθήσει φτωχούς και φυλακισμένους χριστιανούς και ενθάρρυνε άλλους, μεταξύ των οποίων και τους Σαράντα Μάρτυρες της Σεβαστείας, να μείνουν πιστοί.
- Ο έπαρχος Λυσίας κάλεσε τον Σεβηριανό και προσπάθησε να τον απομακρύνει από το Χριστό με υποσχέσεις, απειλές και επαναλαμβανόμενα βασανιστήρια, αλλά ο Σεβηριανός προσευχήθηκε και έμεινε σταθερός.
- Μετά από πέντε ημέρες φυλάκισης υπέμεινε νέα βασανιστήρια και πέθανε στις 9 Σεπτεμβρίου 322, ευχαριστώντας το Θεό.
- Καθώς οι χριστιανοί μετέφεραν το σώμα του προς τη Σεβάστεια, ένας νεκρός υπηρέτης αναστήθηκε και πήγε με τη σύζυγό του να συναντήσει την πομπή.
- Ένας αετός μετέφερε ένα στεφάνι από το σώμα του Σεβηριανού σε κοντινό βουνό, όπου οι χριστιανοί τον έθαψαν· η αφήγηση αποδίδει επίσης θεραπείες στη μεσιτεία του.
- Η ομιλία προτρέπει σε υπομονή μέσα στα βάσανα, διδάσκοντας ότι ο Θεός δίνει δύναμη να αντέξουμε τις δοκιμασίες και ανταμείβει όσα υπομένονται για το Χριστό.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 13 παράγραφοι
Σήμερα, 9 του μηνός Σεπτεμβρίου, επιτελείται η σύναξη των δικαίων Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης, επιτελείται η μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Σεβηριανού, του Οσίου Θεοφάνους του Ομολογητού, της Αγίας εν Εφέσω Τρίτης Οικουμενικής Συνόδου των Αγίων Διακοσίων Πατέρων, του Αγίου Μάρτυρος Χαρίτωνος και του Οσίου Ιωσήφ του εν Βελώνη, του Θαυματουργού του Ρώσου.
Μάρτυς Σεβηριανός άθλησε επί του τελευταίου διώκτου των χριστιανών, Λικινίου, όταν εκείνος, πολιτευόμενος αντίθετα προς τον Μέγα Κωνσταντίνο, τον φίλο της Εκκλησίας, θέλοντας να κερδίσει την εύνοια των ειδωλολατρών, εξαπέλυσε διωγμό κατά των χριστιανών. Ο Σεβηριανός καταγόταν από τη Σεβάστεια και διακρινόταν για τις προς το Ευαγγέλιο πολυτιμότατες υπηρεσίες του. Τα πλούτη του διέθετε για τους φτωχούς και τους φυλακισμένους χριστιανούς. Είχε φέρει πολλούς στην πίστη και είχε ενθαρρύνει αρκετούς στο να υποστούν καρτερικά και νικηφόρα το υπέρ του Χριστού μαρτύριο. Και γι' αυτούς τους περίφημους τεσσαράκοντα μάρτυρες υπήρχε η φήμη ότι ο Σεβηριανός είχε συντελέσει
με τις προτροπές και το ζήλο του στο να δείξουν τη μεγάλη εκείνη ανδρεία και αυταπάρνηση. Όλα αυτά έκαναν τον ηγεμόνα Λυσία να καλέσει από τη Σεβάστεια στην Καισάρεια τον Σεβηριανό. Ο Λυσίας ήταν ωμός και με ευχαρίστηση θανάτωνε τους χριστιανούς. Επιθυμούσε όμως να επαναφέρει στην ειδωλολατρία χριστιανό της περιωπής του Σεβηριανού και προς τούτο χρησιμοποίησε όλες τις υποσχέσεις και απειλές. Όμως με αυτές απέτυχε, γι' αυτό και πρόσταξε να μαστιγώσουν τον μάρτυρα με βούνευρα. Η οδύνη ήταν μεγάλη και οι πληγές βαρύτατες, αλλά η καρτερία ήταν μεγαλύτερη και ο μάρτυς έψαλε και χαιρόταν διότι βασανιζόταν για το Χριστό.
Ομολογούσε δε και διακήρυττε ότι αυτά τα υπέφερε ενδυναμούμενος από τη χάρη του Θεού, προς τον οποίο έλπιζε. Ο Λυσίας οργίστηκε περισσότερο και πρόσταξε να τανύσουν τον Άγιο στο τιμωρητικό ξύλο και να καταξεσχίσουν το σώμα του με σιδερένια νύχια. Καθώς ο Άγιος αισθανόταν δριμύτερους τους πόνους, διότι ο Θεός τον άφησε να πονέσει λίγο για περισσότερο μισθό, φώναξε: «Κύριε Ιησού, Συ που ποιείς θαυμάσια, που κρεμάστηκες στο σταυρό και έτσι κατέβαλες τον υπερήφανο διάβολο, Συ που μέχρι και σήμερα δοξάζεσαι με υπερθαύμαστα έργα, έλα να με σώσεις και τον μεν βραχίονα του πονηρού αμαρτωλού σύντριψε, τις δε δικές μου αρθρώσεις σύσφιξε, αγαθέ,
δώσ' μου δύναμη να τελειώσω τον αγώνα αυτό του μαρτυρίου». Και η βοήθεια που ζήτησε ο μάρτυς ήλθε. Παρά τις πληγές και τις σχισμένες σάρκες, η ψυχή έμεινε σταθερή, καρτερική, νικήτρια. Και έτσι ο τύραννος, βλέποντας τον μάρτυρα να αντέχει και να χαίρεται περισσότερο στα βασανιστήρια παρά στις τρυφές, άφησε τις τιμωρίες και πρόσταξε να τον φυλακίσουν. Μετά πέντε μέρες ο Λυσίας έφερε και πάλι τον μάρτυρα μπροστά του και προσπάθησε με ήπιο τρόπο να παγιδεύσει και να αλλάξει τον αθλητή της Ευσέβειας. Εκείνος όμως παρέμενε σταθερός στην πίστη του στο Χριστό, δήλωσε δε ξεκάθαρα ότι οι τιμωρίες δεν θα μπορούσαν να μεταβάλουν την προαίρεσή του. Αντίθετα δε, την δυνάμωναν και
την έκαμναν προθυμότερη. Αυτά καθώς άκουσε ο Λυσίας, έριξε τη μάσκα της επιείκειας και πρόσταξε να συντρίψουν το στόμα του Αγίου με πέτρες. Ο δε γενναίος μάρτυς του Χριστού υπέμενε, μη αποβλέποντας στα πρόσκαιρα αλλά στα μη βλεπόμενα και αιώνια αγαθά. Τα σιδερένια νύχια κλήθηκαν και πάλι να συνεχίσουν το φονικό τους έργο και οι πλευρές του μάρτυρος ανοίγονταν, αλλά του Λυσίου η λύσσα δεν είχε ακόμη κορεστεί. Ο δε μάρτυς έλεγε: «Μία μόνη γνωρίζω επώδυνη πληγή, τον από το Χριστό χωρισμό, αυτές δε τις πληγές μάλλον για ηδονές τις λογαριάζω, διότι αυτός που σχίζεται για το Χριστό με το Χριστό, το μόνο Θεό, ενώνεται».
Ο τύραννος, αφού κατέβασε τον Άγιο από το ξύλο, τον ανέβασε σε έναν υψηλό τοίχο και από εκεί τον κρέμασε, έχοντας ζώσει με σχοινί τη μέση του και έχοντας κρεμάσει μια μεγάλη πέτρα από τον τράχηλο και άλλη από τα πόδια του. Ο δε μάρτυς με τις τελευταίες του αναπνοές είπε στον τύραννο: «Εάν γνώριζες ποια αγαθά μου προξενείς με τέτοιους βασανισμούς, θα επιθυμούσες και εσύ τέτοια βασανιστήρια». Και σε αυτή τη θέση ο μακάριος Σεβηριανός, ευχαριστώντας το Θεό, παρέθεσε την ψυχή του στα χέρια του Θεού κατά την 9η Σεπτεμβρίου του έτους 322. Την επόμενη μέρα μερικοί ευσεβείς χριστιανοί, στους οποίους ο Άγιος είχε παραγγείλει τα σχετικά με την ταφή του, πήραν το μαρτυρικό του λείψανο και κατά το μεσονύκτιο ξεκίνησαν να το μεταφέρουν στην πατρίδα του, τη Σεβάστεια. Πριν φτάσουν εκεί έστειλαν πιο μπροστά μήνυμα: «Έρχεται το λείψανο του Αγίου, ετοιμαστείτε και βγείτε να το προϋπαντήσετε». Και πράγματι, με πολλή προθυμία βγήκαν όλοι, άνδρες, γυναίκες, παιδιά, ποιος πρώτος να λάβει την ευλογία. Τότε ο Θεός, για να δοξάσει τον Άγιο Μάρτυρά του Σεβηριανό, έκανε το ακόλουθο θαύμα. Συνέβη ότι πριν από λίγο είχε πεθάνει ένας από τους δούλους του Αγίου. Η γυναίκα του, μην μπορώντας να αφήσει μόνο του το νεκρό
να τρέξει κι αυτή να προϋπαντήσει τον μάρτυρα, έκλαιγε και λυπόταν και για τον νεκρό σύζυγο και διότι μόνη αυτή δεν βγήκε σε προϋπάντηση του τιμίου λειψάνου. Απευθυνόμενη δε προς τον νεκρό, σαν να ήταν ζωντανός, «Σήκω», του έλεγε, «να τρέξουμε να υπαντήσουμε κι εμείς τον καλό μας Κύριο. Σήκω, όλοι οι άλλοι πηγαίνουν, πώς μόνοι εμείς να φανούμε αμελείς και αχάριστοι;» Και τον τραβούσε από το ρούχο σαν να προσπαθούσε να τον κάνει να σηκωθεί. Και ω του θαύματος, ο νεκρός ανέζησε, έριξε τα νεκροσάβανά του, φόρεσε τα συνηθισμένα του ρούχα και βγήκε τρέχοντας και αυτός με τη σύζυγό του για να προϋπαντήσουν το λείψανο του κυρίου τους. Από το μεγάλο δε αυτό θαύμα όλοι κατάλαβαν
πόσο μεγάλη παρρησία προς το Θεό είχε ο Άγιος. Ο δε νεκραναστημένος έζησε, μετά από αυτά, περισσότερο από δεκαπέντε χρόνια, κοντά στον τάφο του Αγίου, ζωή ενάρετη. Συνέβη δε κι άλλο θαυμαστό γεγονός. Καθώς όλοι όσοι μαζεύτηκαν σκέφτονταν πού να θάψουν το μαρτυρικό σώμα, φάνηκε ένας αετός που κατέβηκε, πήρε ένα στεφάνι από άνθη που είχαν βάλει πάνω στο λείψανο και πετώντας ήσυχα και αργά άρχισε να απομακρύνεται. Οι παρευρισκόμενοι θεώρησαν τούτο σημάδι θεϊκό και αφού σήκωσαν το Άγιο Λείψανο ακολούθησαν τον αετό. Αυτός δε, αφού άφησε το στεφάνι σε ένα σημείο κοντινού όρους,
μετά έφυγε γρήγορα. Εκεί ενταφίασαν με ευλάβεια το ιερό λείψανο του Αγίου Σεβηριανού, ο οποίος δοξάζεται με θαύματα και θεραπείες, τα οποία ο Θεός ενεργεί μέσω αυτού σε όσους με πίστη τον επικαλούνται.
Από τα πολλά στοιχεία τα οποία συνθέτουν το συναξάρι του σήμερα εορταζομένου Αγίου Μεγαλομάρτυρος Σεβηριανού, νομίζουμε ότι ιδιαίτερα αξίζει να σταθούμε στα λόγια του Αγίου, τα οποία είπε προς τον Λυσία τον ηγεμόνα: «Εάν γνώριζες ποια αγαθά μου προξενείς με τέτοιους βασανισμούς, θα επιθυμούσες κι εσύ τέτοια βασανιστήρια». Σημαντική όμως είναι και η παρατήρηση ότι όταν ξέσχιζαν τον Άγιο, ο Θεός τον άφησε να πονέσει λίγο για περισσότερο μισθό. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι τίποτε δεν πάει χαμένο. Ο Θεός είναι δίκαιος και δεν πρόκειται να μας αδικήσει.
Ό,τι ο άνθρωπος υποφέρει στην παρούσα ζωή για το Θεό, θα έχει τον ανάλογο μισθό στην πέραν του τάφου ζωή. Πολλές φορές όμως επιθυμούμε και ζητάμε και παίρνουμε από το Θεό ευλογίες και παρηγοριές και σε αυτή τη ζωή. Νομίζουμε όμως ότι καλό είναι να έχουμε υπόψη πρώτον ότι εάν μερικές φορές οι δυσκολίες, τα βάσανα, οι λεγόμενοι ακούσιοι και επώδυνοι πειρασμοί είναι τόσο μεγάλοι που να ξεπερνούν τις αντοχές μας, ο Θεός θα δώσει και την ανάλογη χάρη για να τα ξεπεράσουμε χωρίς να λυγίσουμε. Δεύτερον, εάν επιθυμούμε και ζητάμε και τελικά παίρνουμε σε αυτή τη ζωή περισσότερες παρηγοριές απ' όσες μας είναι αναγκαίες, αυτές μας κόβουν, μας ελαττώνουν τον αιώνιο μισθό. Επομένως, ας μην είμαστε ανυπόμονοι και ας μην είμαστε εύκολοι στο να ζητάμε αναπαύσεις και παρηγοριές, ούτε το συντομότερο απαλλαγή από τις δυσκολίες και τα βάσανα. Δεν μας συμφέρουν αυτά πνευματικά. Οι παρηγοριές μειώνουν και τα βάσανα αυξάνουν τις πνευματικές μας καταθέσεις. Έχοντας αυτό υπόψη οι Άγιοι, αντί για παρηγοριές ζητούσαν υπομονή, με την οποία και εμείς θα μπορέσουμε επωφελώς και όχι επί ματαίω, ξοδεύοντας απλώς τον καιρό μας, να τρέξουμε τον προκείμενο ημίν αγώνα. Εν τη υπομονή υμών
κτήσασθε τας ψυχάς υμών.
Αγγλική μετάφρασηEN · 13 παράγραφοι
Today, September 9, we commemorate the righteous ancestors of God, Joachim and Anna; the holy martyr Severian; Saint Theophanes the Confessor; the holy Third Ecumenical Council at Ephesus and its two hundred Holy Fathers; the holy martyr Chariton; and Saint Joseph of Velona, the Russian Wonderworker.
The martyr Severian suffered under Licinius, the last persecutor of Christians. Acting against Constantine the Great, a friend of the Church, Licinius sought the favor of the pagans and launched a persecution. Severian came from Sebaste and was known for his invaluable service to the Gospel. He used his wealth to help the poor and Christians in prison. He had brought many to the faith and encouraged many others to endure martyrdom for Christ with courage and steadfastness. It was said that even the famous Forty Martyrs owed something to Severian
and to his encouragement and zeal, which helped them show such great courage and self-denial. All this led the governor Lysias to summon Severian from Sebaste to Caesarea. Lysias was cruel and took pleasure in putting Christians to death. Yet he wanted to bring a Christian of Severian’s standing back to idolatry, so he tried every promise and threat. When these failed, he ordered the martyr to be whipped with ox sinews. The pain was great and the wounds severe, but Severian’s patient endurance was greater. He sang hymns and rejoiced because he was suffering for Christ.
He openly declared that he could bear all this because he was strengthened by the grace of God, in whom he placed his hope. Lysias grew angrier and ordered the Saint stretched on the rack and his body torn with iron claws. As the pain grew sharper—for God let him feel some pain so that his reward would be greater—the Saint cried out: “Lord Jesus, You who work wonders, who hung upon the Cross and thereby defeated the proud devil, You who are glorified even today through marvelous works, come and save me. Crush the arm of this wicked sinner, and strengthen my joints, O Good One;
give me strength to finish this struggle of martyrdom.” And the help the martyr sought came. Despite his wounds and torn flesh, his soul remained firm, enduring, and victorious. Seeing that the martyr bore the tortures and rejoiced in them more than in comforts, the tyrant stopped the punishments and ordered him imprisoned. Five days later, Lysias brought the martyr before him again and tried gently to trap him and turn this champion of the faith from his course. But Severian remained firm in his faith in Christ. He said plainly that punishments could never change his resolve. On the contrary, they strengthened it
and made him still more willing. Hearing this, Lysias dropped his mask of kindness and ordered the Saint’s mouth crushed with stones. The brave martyr of Christ endured, looking beyond what is temporary to the unseen and eternal blessings. The iron claws resumed their deadly work, tearing open his sides, yet Lysias’s fury was still not satisfied. The martyr said: “I know of only one painful wound: separation from Christ. I count these wounds as pleasures, for whoever is torn apart for Christ is united with Christ, the only God.”
The tyrant took the Saint down from the rack, raised him onto a high wall, and hung him there with a rope around his waist, a large stone hanging from his neck and another from his feet. With his last breaths, the martyr said to the tyrant: “If you knew what blessings you are bringing me through these torments, you too would wish to suffer them.” There, on September 9 in the year 322, blessed Severian gave thanks to God and committed his soul into God’s hands. The next day, some devout Christians, whom the Saint had instructed about his burial, took his body. At midnight they set out to carry it to his hometown of Sebaste. Before they arrived, they sent word ahead: “The Saint’s body is coming. Prepare yourselves and come out to meet it.” And everyone came out eagerly—men, women, and children—each hoping to be first to receive a blessing. Then God worked the following miracle to glorify His holy martyr Severian. One of the Saint’s servants had died shortly before. His wife could not leave the dead man alone
to run out and meet the martyr. She wept for her husband and grieved that she alone had not gone to meet the honored body. Speaking to the dead man as though he were alive, she said, “Get up. Let us run and meet our good master too. Get up! Everyone else is going. How can we alone seem careless and ungrateful?” She tugged at his clothes as though trying to help him rise. And what a miracle: the dead man came back to life. He threw off his burial cloths, put on his usual clothes, and ran with his wife to meet their master’s body. From this great miracle, everyone understood
how great the Saint’s boldness before God was. The man who had been raised from the dead then lived a virtuous life near the Saint’s tomb for more than fifteen years. Another wondrous event took place. As everyone gathered there wondered where to bury the martyr’s body, an eagle appeared. It swooped down, took a wreath of flowers that had been placed on the body, and began to fly away slowly and calmly. Those present took this as a sign from God. They lifted the Saint’s body and followed the eagle. It set down the wreath at a spot on a nearby mountain
and then flew swiftly away. There they reverently buried the body of Saint Severian. He is glorified through miracles and healings that God works through him for those who call upon him in faith.
Among the many details in the account of the holy Great Martyr Severian, whom we celebrate today, we should especially dwell on what he said to the governor Lysias: “If you knew what blessings you are bringing me through these torments, you too would wish to suffer them.” We should also notice that, as they tore the Saint’s body, God let him feel some pain so that his reward would be greater. We must know that nothing is wasted. God is just and will never treat us unjustly.
Whatever a person suffers for God in this life will receive its fitting reward in the life beyond the grave. Yet we often desire, ask for, and receive blessings and comforts from God in this life as well. We should remember two things. First, if our difficulties and sufferings—those involuntary and painful temptations—sometimes grow so great that they seem beyond our strength, God will give us the grace we need to get through them without giving way. Second, if we seek and receive more comforts in this life than we need, they diminish our eternal reward. So let us not grow impatient or be too quick to ask for ease and comfort, or for our difficulties and sufferings to end at once. That does not help us spiritually. Comforts reduce our spiritual treasure, while sufferings increase it. Knowing this, the Saints asked for patient endurance instead of comforts. With that same patient endurance, we too can run the race set before us to good purpose, rather than simply spending our time in vain. “By your patient endurance
you will gain your souls.”
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
09 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ\09 09.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.