Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Το μαρτύριο του Αγίου Σεβαστιανού και η δόξα του Σταυρού

Ο Άγιος Σεβαστιανός ανήλθε στη διοίκηση της Πραιτωριανής φρουράς, ενώ υποστήριζε διακριτικά τους διωκόμενους χριστιανούς στη Ρώμη. Όταν χριστιανοί φυλακισμένοι αντιμετώπισαν βασανιστήρια, εξομολογήθηκε δημόσια την πίστη του για να ενισχύσει την αντοχή τους.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων18 Δεκεμβρίου11:37Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Ο Άγιος Σεβαστιανός ανήλθε στη διοίκηση της Πραιτωριανής φρουράς, ενώ υποστήριζε διακριτικά τους διωκόμενους χριστιανούς στη Ρώμη.
  • Όταν χριστιανοί φυλακισμένοι αντιμετώπισαν βασανιστήρια, εξομολογήθηκε δημόσια την πίστη του για να ενισχύσει την αντοχή τους.
  • Ο Διοκλητιανός διέταξε να τον σκοτώσουν με βέλη, αλλά μια γυναίκα τον βρήκε ζωντανό και τον φρόντισε μέχρι να αναρρώσει.
  • Στη συνέχεια ο Σεβαστιανός αντιμετώπισε τον Διοκλητιανό για τον διωγμό και πέθανε μετά από σκληρό ξυλοδαρμό.
  • Το παράδειγμά του ενθάρρυνε τους άλλους κρατούμενους να αντέξουν τα δικά τους μαρτύρια, ενώ οι χριστιανοί αργότερα ανέσυραν και τίμησαν τα λείψανά του.
  • Η διάλεξη θυμίζει ύμνους που παρουσιάζουν τις πληγές και το αίμα των μαρτύρων ως ουράνιο στολισμό τους.
  • Καλεί τους χριστιανούς να αναζητούν την πίστη και τη θυσιαστική αγάπη που έδειξαν οι μάρτυρες, και όχι τις κοσμικές τιμές.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 11 παράγραφοι

Μάρτυς Σεβαστιανός γεννήθηκε μεταξύ του 250 και 256 μετά Χριστόν και ανατράφηκε από τους γονείς του με πολλή ευσέβεια. Διακεκριμένος και για το γένος και για τα άλλα του προτερήματα, απέκτησε την εύνοια του αυτοκράτορα Καρίνου, ο οποίος τον ανέδειξε γρήγορα στη στρατιωτική ιεραρχία. Ακολούθως ο Διοκλητιανός τον έκανε αρχηγό του πρώτου συντάγματος των Πρετοριανών. Ήταν ψυχή φιλάνθρωπη και φιλεύσπλαχνη και φρόντιζε για τους πάσχοντες χριστιανούς, έδινε σε αυτούς βοηθήματα χρηματικά, παρείχε δε την προστασία και την υποστήριξη της μεγάλης του επιρροής. Σε πολλές ανάγκες και δυσχέρειες της εν Ρώμη Εκκλησίας ήταν ο πρόθυμος και γενναίος βοηθός.

Αμείβοντας την αφοσίωση και την προθυμία του αυτή, ο Πάπας Γάιος του απένειμε τον τίτλο του υπερασπιστού της Εκκλησίας. Όταν ο Διοκλητιανός άρχισε τον κατά των χριστιανών διωγμό, συνελήφθησαν μεταξύ των άλλων οι αδελφοί Μάρκος και Μαρκελίνος, ο Νικόστρατος και η σύζυγός του Ζωή, ο Κλάβδιος, ο πρώην έπαρχος Τραγκυλλίνος, ο γιος του Τιβούρτιος και μερικοί άλλοι. Από αυτούς, άλλοι μεν ήταν χριστιανοί εκ γενετής, αφοσιωμένοι στη διάδοση της πίστεως, άλλοι δε, όπως ο Τιβούρτιος και ο πατέρας του Τραγκυλλίνος, είχαν ελκυστεί στους κόλπους της Εκκλησίας, έχοντας κατηχηθεί στο σπίτι του Νικοστράτου και της Ζωής. Όλοι φυλακίστηκαν και υποβλήθηκαν σε φοβερά βασανιστήρια

να πτοηθούν και να καμφθεί το γενναίο τους φρόνημα. Ο Σεβαστιανός έως τότε δεν ήταν ακόμη γνωστός στους αυτοκρατορικούς κύκλους ως Χριστιανός. Η Εκκλησία επέτρεπε τέτοιες οικονομίες. Μπορούσε κανείς σε καιρούς ήσυχους να απέχει μεν από κάθε λατρεία προς τα είδωλα, αλλά και να μην φανερώνει δημοσίως τη χριστιανική του ιδιότητα. Προσήλθε λοιπόν ο Σεβαστιανός στη φυλακή και προσπάθησε να εμψυχώσει τους χριστιανούς οι οποίοι αναφέρθηκαν προηγουμένως, φρόντισε δε να τους γίνουν και οι δυνατές περιποιήσεις. Όταν μετά από μερικές μέρες οδηγήθηκαν ενώπιον του δικαστού, εφαρμόστηκαν εναντίον τους τόσο σκληρά και αφόρητα βασανιστήρια, ώστε ήλθε στιγμή κατά την οποία ο Σεβαστιανός φοβήθηκε

ήταν δυνατόν μερικοί από αυτούς να λιποψυχήσουν. Η υπόνοια αυτή τόσο λύπησε και συντάραξε την ψυχή του Σεβαστιανού, ώστε αποφάσισε να θυσιάσει τον εαυτό του για να μείνουν εκείνοι σταθεροί. Προχώρησε λοιπόν στο μέσον και με τόνο γαλήνιο αλλά και αποφασιστικό δήλωσε προς τον κριτή ότι και αυτός ήταν χριστιανός. Η αυτοκαταγγελία προκάλεσε κατάπληξη. Διακόπηκαν λοιπόν οι ανακρίσεις και τα βασανιστήρια και έτρεξε ο δικαστής και ανήγγειλε στον Διοκλητιανό ότι ο αρχηγός του πρώτου συντάγματος των Πρετοριανών κατήγγειλε τον εαυτό του ως χριστιανό. Ο Αυτοκράτορας λυπήθηκε για την αναγγελία και, σχεδόν διστάζοντας να την πιστέψει, κάλεσε αμέσως τον Σεβαστιανό.

Ρώτησε και είδε ότι η είδηση αλήθευε. Γι' αυτό προσπάθησε με συμβουλές να τον πείσει να αρνηθεί τη χριστιανική του πίστη. Οι απόπειρες ναυάγησαν. Γεμάτος οργή τότε ο Διοκλητιανός διέταξε το θάνατο του Σεβαστιανού. Πρόσταξε να δέσουν τον Άγιο σε ένα πάσσαλο και να τον τοξεύουν από όλες τις πλευρές μέχρι που να γεμίσει με βέλη όλο του το σώμα.

Έφτασαν στον τόπο της καταδίκης, αγκάλιασε ο Άγιος το ξύλο, στο οποίο θα τον έδεναν, λέγοντας αυτά στον Δεσπότη Χριστό. Σε ευχαριστώ, Κύριέ μου, διότι με αξίωσες να σε μιμηθώ έστω και λίγο. Συ, Θεέ μου, προσηλώθηκες στο ξύλο του σταυρού για την αγάπη μου και εγώ πεθαίνω σήμερα σε αυτό το ξύλο τη δική σου αγάπη και τη δική μου ωφέλεια. Αφού είπε αυτά ο γενναίος Σεβαστιανός, τον έδεσαν στο ξύλο και έπειτα έριξαν τόσα βέλη σε όλο του το σώμα, ώστε φαινόταν από τα βέλη σαν αχινός και έτσι τον άφησαν και έφυγαν νομίζοντας ότι είχε πεθάνει. Αφού νύκτωσε, πήγε κάποια αρχόντισσα να λάβει το λείψανό του

τον βρήκε να είναι ακόμη ζωντανός. Έτσι τον πήρε στο σπίτι της, έβγαλε τα βέλη και με τη χάρη του Θεού έγινε υγιής ο Άγιος. Μερικοί συγγενείς και φίλοι που πήγαν να τον δουν τον συμβούλευσαν να φύγει από την πόλη για να μην τον μάθει ο Αυτοκράτορας και τον υποβάλει σε νέα και χειρότερα βασανιστήρια. Ο μακάριος δε εκείνος ποθώντας για την αγάπη του Δεσπότου το θάνατο, δεν θέλησε να φύγει. Παραφύλαξε σε κάποιο δρόμο τη διάβαση του Διοκλητιανού, στάθηκε μπροστά του και τον έλεγξε με παρρησία για τη σκληρότητα και τον ασεβή κατά της Εκκλησίας πόλεμό του. Συνελήφθη από τους ακολούθους του Αυτοκράτορα και υποβλήθηκε σε μαστίγωση τόσο σφοδρή και άγρια, ώστε να αποθάνει από αυτή το 288 μετά Χριστόν. Το λείψανό του οι στρατιώτες το έριξαν στην Κλουάκα Μαξίμα, υδάτινο υπόνομο της Ρώμης, ο οποίος σώζεται μέχρι σήμερα. Από εκεί το πήραν οι χριστιανοί και το εναπέθεσαν με ευλάβεια σε κατακόμβη, στην οποία και έδωσαν το όνομά του. Ακολούθως το μετακόμισαν σε ναό,

ο οποίος ανεγέρθηκε προς τιμήν του. Η θυσία εκείνη του Σεβαστιανού επέτυχε και στον κύριο σκοπό της. Οι κατ' ολίγον λιποψυχήσαντες μάρτυρες πήραν θάρρος από το παράδειγμά του και υπέμειναν καρτερικοί και ατρόμητοι τα βασανιστήρια. Και ο μεν Νικόστρατος και η σύζυγός του Ζωή πέθαναν με τον πνιγμό σε πυκνό νέφος καπνού. Ο Τραγκυλλίνος λιθοβολήθηκε, ο Κλάβδιος βρήκε το θάνατο στο βυθό του Τιβέρεως, ο Τιβούρτιος φονεύτηκε με ξίφος, οι δε Μάρκος και Μαρκελίνος με λογχισμούς. Ο Μάρτυς Σεβαστιανός έκανε και μετά το θάνατό του θαύματα όχι μόνο εκεί στη Ρώμη αλλά και σε πολλούς άλλους τόπους της Ιταλίας.

Τροπάριο του εσπερινού του σήμερα εορταζομένου Αγίου Μάρτυρος Σεβαστιανού λέγει: «Αιμάτων τιμίων σου βαφές, μάρτυς, κατεσκεύασας αυτώ πορφύραν πολύτιμον, ην στολισάμενος κατοικείς τα άνω αληθώς βασίλεια». Δηλαδή, με τη βαφή που έγινε με τα τιμιά σου αίματα κατεσκεύασες τον εαυτό σου πολύτιμη πορφύρα, με την οποία στολισμένος κατοικείς τα Άνω Βασίλεια. Παρόμοια το μεθεπόμενο τροπάριο λέγει: «Αήττητοι μάρτυρες, ανεβήκατε προς τους ουρανούς καθωραϊσμένοι με τα στίγματά σας τα μαρτυρικά και λαμπρά στολισμένοι με τα σεπτά παθήματα».

Η κατεξοχήν δόξα του Χριστού είναι ο σταυρός του, και η δόξα των Αγίων Μαρτύρων δεν είναι ούτε ο χρυσός και τα πολύτιμα πετράδια, ούτε οι κοσμικές επιτυχίες, ο πλούτος, η κοσμική δόξα και οι κοσμικές διακρίσεις, αλλά στολίδια τους είναι τα μαρτυρικά τους παθήματα, τα μαρτυρικά στίγματα και αίματα. Αυτά εκφράζουν την ωραιότητα της ψυχής, την πίστη, την ελπίδα, την αγάπη προς το Θεό, την αγάπη την έμπραχτη, τη θερμή, τη ζωντανή, την έμπονη, τη θυσιαστική. Πόσο διαφέρει το γνήσιο αυτό ευαγγελικό πνεύμα και η γνήσια αυτή χριστιανική ζωή από το κοσμικό πνεύμα και την κοσμική ζωή, τα οποία δυστυχώς τόσο πολύ επηρεάζουν εμάς τους σύγχρονους χριστιανούς και μας κάνουν

πράγματα να θεωρούμε και να επιδιώκουμε ως στολίδια, προτερήματα, επιτυχίες. Εάν τα συναξάρια που καθημερινά ακούγονται συνέβαλαν στη μεταστροφή και την απόκτηση του γνήσιου αυτού μαρτυρικού και ευαγγελικού φρονήματος και την απόκτηση της ανάλογης ζωής, η προσφορά τους θα ήταν σημαντική και ουσιαστική.

Αγγλική μετάφρασηEN · 11 παράγραφοι

Saint Sebastian the Martyr was born between AD 250 and 256, and his parents raised him in great devotion to God. Distinguished by his family background and his other qualities, he won the favor of Emperor Carinus, who quickly promoted him through the military ranks. Later, Diocletian made him commander of the first regiment of the Praetorian Guard. Sebastian was compassionate and merciful. He cared for Christians who were suffering, gave them financial help, and used his considerable influence to protect and support them. Whenever the Church in Rome faced hardship, he was ready to help with courage.

In recognition of his devotion and willingness to help, Pope Caius gave him the title Defender of the Church. When Diocletian began persecuting Christians, those arrested included the brothers Marcus and Marcellianus; Nicostratus and his wife, Zoe; Claudius; the former prefect Tranquillinus; his son Tiburtius; and several others. Some had been Christians from birth and were devoted to spreading the faith. Others, including Tiburtius and his father Tranquillinus, had been drawn into the Church after receiving instruction in the faith at the home of Nicostratus and Zoe. All were imprisoned and subjected to terrible torture

to frighten them and break their courageous spirit. Until then, Sebastian was not known as a Christian in imperial circles. The Church permitted this kind of discretion: in peaceful times, a person could refrain from all worship of idols without publicly revealing that he was a Christian. So Sebastian went to the prison to encourage the Christians just mentioned, and he made sure they received whatever care was possible. A few days later, when they were brought before the judge, they endured such harsh and unbearable torture that Sebastian began to fear

some of them might lose heart. The thought so grieved and troubled him that he decided to sacrifice himself to help them remain steadfast. He stepped forward and calmly but firmly told the judge that he too was a Christian. His confession astonished everyone. The questioning and torture stopped, and the judge hurried to tell Diocletian that the commander of the first regiment of the Praetorian Guard had declared himself a Christian. The emperor was distressed by the news and, hardly able to believe it, summoned Sebastian at once.

He questioned Sebastian and found that the report was true. He tried to persuade him to renounce his Christian faith, but his efforts failed. Filled with rage, Diocletian ordered Sebastian’s death. He commanded that the Saint be tied to a post and shot from every side until his whole body was filled with arrows.

When they reached the place of execution, the Saint embraced the wood to which he would be tied and said to Christ his Master: “I thank You, my Lord, for counting me worthy to imitate You, if only a little. You, my God, were fastened to the wood of the Cross out of love for me, and today I die upon this wood because of Your love, for my own benefit.” After the courageous Sebastian had said this, they tied him to the post and shot so many arrows into his body that he looked like a sea urchin. They left him there, believing he was dead. After nightfall, a noblewoman went to retrieve his body

and found him still alive. She took him into her home and removed the arrows, and by the grace of God the Saint recovered. Some relatives and friends who came to see him urged him to leave the city, lest the emperor learn he was alive and subject him to new and even worse torture. But that blessed man longed to die for love of Christ his Master, and he refused to leave. He waited along a road where Diocletian would pass, stood before him, and boldly rebuked him for his cruelty and his impious war against the Church. The emperor’s attendants arrested him, and he was beaten so savagely that he died from the blows in AD 288. The soldiers threw his body into the Cloaca Maxima, a water channel in Rome’s sewer system that survives to this day. Christians recovered it and reverently laid it in a catacomb, which they named after him. Later they moved it to a church

built in his honor. Sebastian’s sacrifice also achieved its chief purpose. The martyrs who had begun to lose heart took courage from his example and endured their tortures steadfastly and without fear. Nicostratus and his wife Zoe died from suffocation in a thick cloud of smoke. Tranquillinus was stoned; Claudius met his death in the depths of the Tiber; Tiburtius was killed by the sword; and Marcus and Marcellianus were pierced with spears. Saint Sebastian the Martyr worked miracles after his death, both in Rome and in many other parts of Italy.

A hymn from Vespers for Saint Sebastian the Martyr, whom we celebrate today, says: “With the dye of your precious blood, O martyr, you fashioned for yourself a costly purple robe. Clothed in it, you truly dwell in the Kingdom above.” In other words, your precious blood became the dye for the costly purple robe you wear as you dwell in the Kingdom above. Similarly, a later hymn says: “Unconquered martyrs, you ascended to heaven, adorned with the marks of your martyrdom and splendidly clothed in your revered sufferings.”

The Cross is Christ’s supreme glory. The glory of the holy martyrs lies neither in gold and precious stones nor in worldly success, wealth, fame, or honors. Their adornments are the sufferings, wounds, and blood of their martyrdom. These reveal the beauty of their souls: their faith, their hope, and their love for God—a love shown in deeds, warm and living, willing to suffer and to sacrifice. How far this true spirit of the Gospel and this true Christian life are from the worldly spirit and worldly way of life! Sadly, those worldly ways influence us Christians today so deeply that they make us

regard and pursue worldly things as adornments, virtues, and achievements. If the lives of the saints that we hear each day helped us turn toward this true spirit of the martyrs and of the Gospel, and helped us live accordingly, their contribution would be real and significant.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

12 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ\18 12 eid.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα