Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Άγιος Σαμψών ο Ξενοδόχος και ο σκοπός της θεραπείας

Γεννημένος στη Ρώμη επί βασιλείας του Ιουστινιανού Α', ο Άγιος Σαμψών σπούδασε ιατρική για να φροντίζει τους αρρώστους και τους φτωχούς. Δεχόταν τους ασθενείς στο σπίτι του, τους θεράπευε χωρίς αμοιβή και έκρυβε ταπεινά τις θεραπείες που επιτελούσε με τη θεία χάρη.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων27 Ιουνίου18:23Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Γεννημένος στη Ρώμη επί βασιλείας του Ιουστινιανού Α', ο Άγιος Σαμψών σπούδασε ιατρική για να φροντίζει τους αρρώστους και τους φτωχούς.
  • Δεχόταν τους ασθενείς στο σπίτι του, τους θεράπευε χωρίς αμοιβή και έκρυβε ταπεινά τις θεραπείες που επιτελούσε με τη θεία χάρη.
  • Αφού μοίρασε την κληρονομιά του, μετακόμισε στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο Πατριάρχης Μηνάς τον χειροτόνησε πρεσβύτερο.
  • Θεράπευσε τον βαριά άρρωστο Ιουστινιανό και ζήτησε από τον αυτοκράτορα να χτίσει νοσοκομείο αντί να του προσφέρει πλούτη.
  • Το νοσοκομείο υπηρέτησε ξένους και αρρώστους καθ' όλη τη ζωή του Σαμψών, και οι αναφορές για θεραπείες συνεχίστηκαν μετά τον θάνατό του.
  • Η ομιλία διηγείται θεραπείες που σχετίζονται με τον Θεοδώρητο, τον Λέοντα, τον Ευστράτιο, τον Γεώργιο και την Ειρήνη, συμπεριλαμβανομένου του οράματος της Ειρήνης με τον Σαμψών και τους Αγίους Κοσμά και Δαμιανό.
  • Ο ομιλητής διδάσκει ότι τα θαύματα των αγίων δείχνουν πέρα από τη σωματική ανακούφιση προς τη μετάνοια, τη θεραπεία της ψυχής και τη μίμηση της φιλανθρωπίας του Σαμψών.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 20 παράγραφοι

Άγιος Σαμψών άκμασε περί τα μέσα του έκτου αιώνος επί της βασιλείας Ιουστινιανού του πρώτου. Γεννήθηκε στη Ρώμη από γονείς πλουσίους και φίλους των γραμμάτων και προικισμένος με μεγάλη ευφυΐα και φιλομάθεια, διακρίθηκε και στη φιλολογία και τη φιλοσοφία, μπόρεσε δε να μάθει και την ιατρική.

Περισσότερο όμως από όλα πόθησε την ιατρική ως φιλανθρωπότερη και ψυχωφελέστερη, καθώς μάλιστα ήταν εκ φύσεως εύσπλαχνος και συμπονούσε τους ασθενείς και τους πτωχούς. Έμαθε λοιπόν την ιατρική τέχνη για να φροντίζει τους πάσχοντες, τους οποίους έπαιρνε στο σπίτι του και όχι μόνο τους γιάτρευε ως γιατρός, αλλά και ως δούλος τους υπηρετούσε και εξόδευε από τα δικά του για να τους τρέφει και να τους προμηθεύει τα βότανα και τα άλλα ιατρικά. Για την ευσπλαχνία αυτή και φιλανθρωπία την οποία ως άνθρωπος είχε, του χάρισε ο Θεός και το χάρισμα των ιαμάτων και έτσι θεράπευε κάθε ασθένεια. Εκείνα που δεν μπορούσαν οι άλλοι γιατροί να θεραπεύσουν, αυτός τα γιάτρευε, όχι με τη δύναμη των βοτάνων και την ανθρώπινη φροντίδα, αλλά με τη χάρη του Θεού. Όμως από ταπεινοφροσύνη δεν φανέρωνε ότι τους γιάτρευε με τη Θεία Χάρη, αλλά προσποιούνταν ότι τους γιάτρευε κατά τρόπο φυσικό με τα βότανα. Σε λίγο καιρό πέθαναν οι γονείς του. Μη έχοντας πλέον κανένα εμπόδιο, ασκούσε τη φιλοξενία περισσότερο από προηγουμένως. Πούλησε όλα τα πράγματα τα οποία είχε κινητά και ακίνητα και έδωσε τα χρήματα στους πτωχούς για να τα λάβει πολλαπλάσια στην άλλη ζωή.

δε ελεημοσύνης έδινε, ώστε δεν έμεινε σχεδόν κανένας πτωχός στην πόλη, ο οποίος να μην πήρε πλούσια ελεημοσύνη από τα χέρια του. Φιλοξενούσε ξένους, έντυνε γυμνούς, έτρεφε πεινασμένους, αρρώστους γιάτρευε και κάθε άλλη καλοσύνη έκαμνε σε αυτούς που είχαν ανάγκη, υπηρετώντας και βοηθώντας τους σε κάθε περίσταση. Έτσι λοιπόν αφού σκόρπισε θεάρεστα τον πλούτο για το Χριστό, γυμνώθηκε από όλα τα πρόσκαιρα και έμεινε ως υψιπέτης αετός, ακτήμων, άοικος, μονοχίτων και ανάργυρος, δεν κράτησε δε κοντά του παρά μόνο ένα δούλο για να τον βοηθεί και να υπηρετούν και οι δυο τους ασθενείς. Μετά από αυτά, για να αποφύγει τον ανθρώπινο έπαινο, άφησε την πατρίδα του και πήγε στην Κωνσταντινούπολη για να συνεχίσει και εκεί το φιλανθρωπικό του έργο.

λοιπόν σε κάποιο πτωχικό σπίτι και μάζευε εκεί τους πτωχούς, τους ξένους και τους αρρώστους, τους οποίους γιάτρευε χωρίς αμοιβή. Γιάτρευε δε όχι μόνο εκείνους που είχαν συνηθισμένες και μικρές αρρώστιες, αλλά και όσους οι άλλοι γιατροί δεν τολμούσαν να αναλάβουν, δηλαδή παραλύτους, δαιμονιζομένους, τυφλούς και άλλα σοβαρά πάθη. Έτσι διαδόθηκε η φήμη του Σαμψών σε όλη την πόλη και έτρεχαν όλοι οι ασθενείς σ' αυτόν και θεραπεύονταν. Αυτά καθώς έμαθε ο τότε Οικουμενικός Πατριάρχης, ο Αγιώτατος Μηνάς, χειροτόνησε το Σαμψών ιερέα. Τον καιρό εκείνο βασίλευε ο μεγάλος Ιουστινιανός, ο οποίος παρουσίασε σοβαρή ασθένεια, από την οποία πρήστηκε η κοιλιά του και πονούσε πολύ.

Μαζεύτηκαν λοιπόν εκεί όλοι οι γιατροί της πόλεως, οι οποίοι όμως δεν μπορούσαν να τον θεραπεύσουν και μάλλον περίσσεψε η αρρώστια του και κινδύνευε να πεθάνει. Βλέποντας λοιπόν ο Αυτοκράτορας ότι η ανθρώπινη τέχνη δεν μπορούσε να του δώσει την ποθητή υγεία, πονώντας, απευθύνθηκε με δάκρυα προς τον Κύριο και ζήτησε την εξ ύψους βοήθεια. Επειδή με πίστη και κατάνυξη ζήτησε, τον άκουσε ο εύσπλαχνος Θεός και του έδειξε στον ύπνο πολλούς γιατρούς ντυμένους με ιερατική στολή. Πλησίασε στο βασιλέα κάποιος νέος με λαμπρά ενδύματα και του έδειξε ένα από τους γιατρούς ταπεινό, ευπρεπή και κόσμιο λέγοντας αυτόν: «Κοίταξε καλά, Βασιλεία, να γνωρίσεις εκείνον τον άνθρωπο, διότι μόνο αυτός μπορεί να σε γιατρέψει και όχι άλλος». Τότε ξύπνησε ο βασιλέας και καθώς πίστευσε ως αληθινό το όνειρο

χάρηκε και πρόσταξε να έρθουν όλοι οι γιατροί, τους οποίους παρατηρούσε με επιμέλεια, αλλά δεν έβλεπε εκείνον που ποθούσε. Έτσι έμεινε περίλυπος. Κάποιος όμως γιατρός που γνώριζε τον μακάριο Σαμψών, όχι μόνο από την αρετή αλλά και από τα θαύματα που έκαμνε, ανέφερε στο βασιλέα γι' αυτόν, ο οποίος χάρηκε και έστειλε και έφεραν με πολλή τιμή τον Όσιο, τον οποίο καθώς τον είδε ο βασιλέας αναγνώρισε ότι εκείνος ήταν που είχε δει στο όνειρο. Με χαρά τον αγκάλιασε και του είπε: «Συ είσαι, Πάτερ, αληθινά εκείνος που μου έταξε το όνειρο να μου γιατρέψεις την ασθένεια». Ο Όσιος με ταπείνωση έβαλε το χέρι του στο σημείο όπου είχε το πάθος ο ασθενής και έγινε τελείως καλά. Ο ταπεινόφρονος θεραπευτής, για να αποφύγει τον ανθρώπινο έπαινο,

λίγη αλοιφή στο πάθος, τάχα πως δεν ήταν αυτός η αιτία της θεραπείας, αλλά το βότανο. Όταν γνώρισε ο βασιλέας ότι λυτρώθηκε τελείως από το πάθος εκείνο, θαύμασε, χάρηκε πολύ και θέλοντας να ανταμείψει τη μεγίστη αυτή ευεργεσία έδινε στον όσιο χρυσάφι και άλλα πολύτιμα πράγματα. Ο δε Όσιος Σαμψών, έχοντας την πτωχεία μακαριότερη και προτιμότερη από κάθε χρυσάφι και πλούτο πρόσκαιρο, δεν τα δέχθηκε, αλλά είπε στο βασιλέα: «Εκείνα όπου εμίσησα για το Χριστό μου χαρίζεις; Είχα και εγώ από τους γονείς μου πολλά χρήματα και κτήματα, αλλά τα καταφρόνησα, γνωρίζοντας ότι η πτωχεία είναι ωφελιμότερη. Όμως αν ορίζει η βασιλεία σου, πρόσταξε τεχνίτες να κτίσουν νοσοκομείο για να βάζω εκεί τους ξένους και τους αρρώστους και να τους γιατρεύω

αυτό θα κάνει το όνομά σου αιώνιο και θα προξενήσεις στην ψυχή σου πολλή ωφέλεια». Αυτά αφού άκουσε ο βασιλέας, χάρηκε και πρόσταξε να κτίσουν το νοσοκομείο οι οικοδόμοι οι οποίοι έκτιζαν και την Αγία Σοφία εκείνες τις μέρες, το έκανε δε μεγάλο και πλούσιο καθώς το επιθυμούσε ο Άγιος. Όταν τελείωσε, το ονόμασε Νοσοκομείο Σαμψών του Ξενοδόχου, έδωσε δε σε αυτό πολλά κτήματα και άλλες πλούσιες χορηγίες για να πληρώνονται οι γιατροί και να τρέφονται οι ξένοι, οι πτωχοί και οι ασθενείς. Αυτό διοικούσε ο Μακάριος Σαμψών με πολλή επιμέλεια όλα τα χρόνια που έζησε υπηρετώντας τους ασθενείς ως αγγέλους Κυρίου σε όλα τα χρειαζούμενα. Όταν δε γέρασε, ασθένησε λίγο και έτσι κοιμήθηκε τον μακάριο ύπνο

ιλαρός και πραότατος, γνωρίζοντας πού πήγαινε και ποια αγαθά τον περίμεναν. Απήλθε λοιπόν η μακαρία εκείνη ψυχή στις αιώνιες μονές με ευφροσύνη και χαρά, το δε ιερό του και τίμιο λείψανο το ενταφίασαν στο ναό του Αγίου Μάρτυρος Μωκίου. Αλλά ας αναφέρουμε λίγα από τα πολλά θαύματα τα οποία ακολούθησαν την τελευτή του οσίου. Κάποιος ονομαζόμενος Θεοδόρητος κατέβαινε από κάποια σκάλα, γλίστρησε όμως, γκρεμίστηκε και έβγαλε εξάρθρωση το πόδι του. Με πόνο πολύ κοιτόταν σαν παράλυτος στο κρεβάτι τρία μερόνυχτα και δεν μπορούσε ούτε να κοιμηθεί, ούτε να φάει, να πιει, ούτε να μιλήσει. Θυμήθηκε όμως τον Όσιο Σαμψών ότι έκαμνε πολλά θαύματα.

επικαλέστηκε νοερά και ζήτησε τη θεραπεία του. Αμέσως είδε τον Όσιο Σαμψών κοντά στα πόδια του κρεβατιού να ψηλαφεί τον αστράγαλό του και να του λέγει: «Σήκω και δεν έχεις τίποτε κακό». Τότε ο μεν Άγιος έφυγε, ο δε πάσχων γιατρεύτηκε, θαύμασε και τρέχοντας με προθυμία πήγε στον τάφο του Οσίου και τον ευχαριστούσε δοξάζοντας τον Κύριο. Παρόμοιο συνέβη και στον κύριο του προαναφερθέντος Θεοδωρίτου, δηλαδή στον Δρουγγάριο Λέοντα. Καθώς αυτός ήταν έφιππος, το άλογό του τον χτύπησε σε κάποιο τείχος και έσπασε το πόδι του. Μην μπορώντας οι γιατροί να τον θεραπεύσουν, αποφάσισαν να κόψουν το πόδι για να αποτραπεί ο κίνδυνος του θανάτου. Ήταν δε μέρα Τετάρτη όταν έβγαλαν την απόφαση αυτή.

την επομένη νύχτα, ο Θεοδόρητος που προαναφέρθηκε είδε τρεις ανθρώπους στον ύπνο του, οι οποίοι του είπαν: «Πες στο δεσπότη σου να μην αφήσει τους γιατρούς να κόψουν το πόδι του, διότι την Παρασκευή έρχεται ο ξενοδόχος Σαμψών να τον θεραπεύσει ανώδυνα». Όταν λοιπόν ξημέρωσε, είπε στους γιατρούς ο Θεοδόρητος το όραμα. Έτσι δεν προχώρησαν για να δουν τι θα γίνει. Κατά την Παρασκευή, ξημερώματα, ο Λέων ήταν υγιέστατος και όλοι θαύμασαν. Όχι δε μόνον αυτή την ευεργεσία απόλαυσε ο Λέων από τον Σαμψών, αλλά και άλλες δύο φορές γιατρεύθηκε από σοβαρές αρρώστιες, κατά τρόπο θαυμαστό. Έτσι και για να μην φανεί προς τον Ευεργέτη αχάριστος, ανακαίνισε τον οίκο του Αγίου, ο οποίος ήταν πλέον παλιός και κινδύνευε να γκρεμιστεί.

φορά, κάποιος άρχοντας ονόματι Ευστράτιος, φίλος εγκάρδιος του προαναφερθέντος Δρουγγαρίου, είχε στο ένα του μάτι αρρώστια η οποία του προκαλούσε φοβερό πόνο. Αυτόν συμβούλευσε ο Λέων που προαναφέρθηκε και του είπε: «Το νοσοκομείο χρειάζεται λάδι και αν δώσεις αρκετό για την αγάπη του Αγίου, εγώ σου εγγυώμαι ότι θα σου δώσει την υγεία». Ο δε Ευστράτιος έταξε να δώσει το λάδι εάν θεραπευόταν και αμέσως έγινε υγιής. Έπειτα όμως αφού θεραπεύτηκε φάνηκε αχάριστος προς τον Ευεργέτη του και λησμόνησε να δώσει το λάδι για το έλεος που έλαβε. Ο δε Άγιος φάνηκε στον ύπνο του και του είπε: «Εμένα περιπαίζεις, Ευστράτιε;» Όταν άκουσε αυτά εκείνος σηκώθηκε έντρομος από τον ύπνο

αμέσως έστειλε το λάδι στο Λέοντα, παρακαλώντας τον να προσευχηθεί στον Άγιο, να τον συγχωρέσει, διότι βράδυνε να κάνει το χρέος του. Κάποιος άλλος Γεώργιος, υποτακτικός μοναχού ονομαζομένου Εφραίμ, είχε υδρωπασκίτη και αφού παρέμεινε στον τάφο του Αγίου πολλές μέρες δεν είδε κάποια ωφέλεια. Απελπίστηκε και επέστρεψε στο σπίτι του μοναχού Εφραίμ, ο οποίος τον έστειλε και πάλι λέγοντας: «Πήγαινε προσκύνησε την εικόνα του Αγίου και αλείψου από το λάδι της κανδήλας για να λάβεις τη θεραπεία σου». Καθώς έγινε αυτό, ο ασθενής έγινε υγιής. Παρόμοια και κάποια γυναίκα, η Ειρήνη ονόματι, έπασχε από υδρωπικία. Κάποια νύχτα της παρουσιάστηκαν τρεις άνθρωποι

ο Άγιος Σαμψών και οι Άγιοι Ανάργυροι Κοσμάς και Δαμιανός, καθώς με αυτούς τους Αγίους φάνηκε πολλές φορές στους ασθενείς ο Όσιος, ο οποίος είπε στην Ειρήνη: «Τι έχεις και θλίβεσαι;» Εκείνη του έδειξε την ασθένεια. Τότε πρόσταξε τον ένα Όσιο να σχίσει με το νυστέρι το πάθος της, αυτή δε από τον πόνο που αισθάνθηκε ξύπνησε και είδε ότι ήταν αληθινό το όραμά της. Έτρεξε από την πληγή ύλη πολλή και έτσι έμεινε υγιής, δοξάζοντας τον Θεό και ευχαριστώντας τον Άγιο. Αυτά τα λίγα νομίζουμε ότι είναι αρκετά για να καταδείξουν την παρρησία την οποία έχει προς τον Θεό ο Όσιος. Εξάλλου, αυτή την προς τον Θεό παρρησία του Οσίου μαρτυρεί κατά τρόπο λαμπρό και η μυροβλυσία του Αγίου

ότι δηλαδή κάθε χρόνο κατά την εορτή του και για μερικές μέρες βγαίνει από τον τάφο του Άγιο Μύρο.

Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις αυτού. Οι Άγιοι, όπως πολλές φορές έχει λεχθεί, δεν είναι απλώς οι καλοί ή έστω οι πολύ καλοί άνθρωποι, αλλά οι θεωμένοι άνθρωποι. Οι άνθρωποι οι οποίοι έχουν γίνει θεοί κατά χάρη, θεοί έχοντας ενεργούσα τη χάρη του Θεού και χωρίς αυτή την άκτιστη τη θεϊκή χάρη δεν έχουν καμιά σχέση με την Αγιότητα. Δια των Αγίων λοιπόν παρουσιάζεται, εκδηλώνεται, ενεργεί ο Θεός. Κάθε Άγιος είναι ένα παράθυρο προς τον ουρανό.

αυτού βλέπουμε το Θεό, αλλά και μέσω αυτού έρχεται η ζωογόνος πνοή του ουρανού. Καλά είναι και άγια είναι τα θαύματα των Αγίων.

ανακουφίζουν τον πονεμένο και βασανισμένο σωματικά ή και ψυχικά άνθρωπο, καλές και άγιες οι εκδιώξεις των δαιμόνων, οι αποτροπές κινδύνων ή και φυσικών καταστροφών και όλα τα άλλα τα οποία ενεργεί ο Θεός δια των Αγίων και καλώς καταφεύγουμε σε αυτούς στις δύσκολες ώρες, στα μεγάλα προβλήματα, στους κινδύνους όταν πονάμε και υποφέρουμε. Όμως εκείνο που τελικά θέλει ο Θεός και οι Άγιοι είναι να γίνουμε και εμείς ό,τι και αυτοί. Να γίνουμε και εμείς Άγιοι. Σε αυτό τελικά αποβλέπουν τα θαύματα των Αγίων και έτσι αξιοποιούνται. Η θαυματουργική, γιατί όχι και η φυσική με τα φάρμακα και τους γιατρούς, θεραπεία του σώματος αποβλέπει στη θεραπεία της ψυχής.

εκδίωξη των πονηρών πνευμάτων στην απόκτηση του Πνεύματος του Θεού, η αποτροπή μιας φυσικής καταστροφής στο να γλιτώσουμε από την αιώνια καταστροφή της κολάσεως. Διαφορετικά, εάν δηλαδή γλιτώσουμε από μια ούτως ή άλλως προσωρινή αρρώστια, μείνουμε όμως αμετανόητοι, αθεράπευτοι δηλαδή και κολασμένοι κατά την ψυχή, ή απαλλαγούμε για λίγο από το διάβολο, βασανιζόμαστε όμως αιώνια από αυτόν, ή γλιτώσουμε από μια πρόσκαιρη καταστροφή, δεν γλιτώσουμε όμως από την ατελεύτητη κόλαση, ποιο το όφελος; Γι' αυτό νομίζουμε ότι κοντά στα άλλα, το πρώτο και τελευταίο που από τους Αγίους πρέπει να ζητάμε είναι η μετάνοια. Το να μιμηθούμε το παράδειγμά τους, να αποκτήσουμε τις αρετές που είχαν

της φιλανθρωπίας και της ελεημοσύνης του σήμερα εορταζομένου Οσίου Σαμψών του Ξενοδόχου.

Αγγλική μετάφρασηEN · 20 παράγραφοι

Saint Sampson flourished around the middle of the sixth century, during the reign of Justinian I. He was born in Rome to wealthy, educated parents. Gifted with a keen mind and a love of learning, he distinguished himself in literature and philosophy, and also studied medicine.

Of all his studies, he loved medicine most, because it gave him the greatest opportunity to help others and benefit their souls. By nature he was compassionate and felt deeply for the sick and the poor. He learned medicine so he could care for those who suffered. He brought them into his home and treated them as a physician, but he also served them like a servant, paying for their food, herbs, and other medicines himself. Because of this compassion and love for others, God granted him the gift of healing, and he healed every kind of illness. Conditions that other doctors could not cure, he healed through the grace of God, rather than through the power of herbs or human care. Yet out of humility he concealed the fact that he healed by divine grace, pretending that the herbs had cured his patients naturally. Before long, his parents died. With nothing to hold him back, he offered hospitality even more freely than before. He sold everything he owned, both possessions and property, and gave the money to the poor, so that he might receive it back many times over in the life to come.

He gave alms so generously that scarcely a poor person in the city failed to receive a rich gift from his hands. He welcomed strangers, clothed the naked, fed the hungry, healed the sick, and did every other kindness he could for those in need, serving and helping them in every circumstance. Having distributed his wealth for Christ in a way pleasing to God, he stripped himself of all passing possessions. Like an eagle soaring high, he owned no property or home, had only one garment, and kept no money. He retained just one servant to help him, so that together they could care for the sick. Then, to escape human praise, he left his homeland and went to Constantinople to continue his work of mercy there.

He settled in a humble house and gathered the poor, strangers, and the sick there, healing them without charge. He treated more than common or minor illnesses. He also took in people other doctors dared not treat: those who were paralyzed, possessed by demons, blind, or afflicted with other serious conditions. Sampson’s reputation spread throughout the city, and the sick came to him and were healed. When the Ecumenical Patriarch of the time, the most holy Menas, heard of this, he ordained Sampson a priest. At that time the great Justinian was emperor. He became gravely ill: his abdomen swelled, and he was in great pain.

All the physicians of the city gathered around him, but they could not heal him. His illness grew worse, and he was in danger of dying. Seeing that human skill could not restore the health he longed for, the emperor turned in his pain to the Lord with tears and asked for help from above. He asked with faith and katanyxis, with compunction, and the compassionate God heard him. In a dream, God showed him many physicians dressed in priestly robes. A young man in splendid clothing approached the emperor and pointed out one physician who was humble, dignified, and modest. He said, “Look carefully, Your Majesty, and remember this man. He alone can heal you; no one else can.” The emperor awoke and believed the dream was true.

He rejoiced and ordered all the physicians to come before him. He examined them carefully but did not see the man he was looking for, and he grew sorrowful. Then a physician who knew blessed Sampson, both for his virtue and for his miracles, told the emperor about him. Delighted, the emperor sent for the saint and had him brought with great honor. As soon as he saw Sampson, he recognized him as the man from his dream. He embraced him joyfully and said, “Father, you truly are the one my dream promised would heal my illness.” The saint humbly placed his hand on the afflicted part of the emperor’s body, and the emperor was completely healed. To avoid human praise, the humble healer

applied a little ointment to the afflicted place, as though the herb, and not he, had brought about the healing. When the emperor realized he was entirely free of the illness, he was amazed and overjoyed. Wishing to repay this great kindness, he offered the saint gold and other precious gifts. But Saint Sampson counted poverty more blessed and desirable than any gold or passing wealth, and he refused them. He said to the emperor, “Are you offering me the very things I gave up for Christ? I too inherited much money and property from my parents, but I set them aside because I knew poverty was of greater benefit. If it pleases Your Majesty, though, order craftsmen to build a hospital where I can receive strangers and the sick and heal them.

This will make your name live on, and it will bring great benefit to your soul.” The emperor was pleased by these words and ordered the builders who were then working on Hagia Sophia to build the hospital as well. He made it large and well supplied, as the saint wished. When it was finished, he named it Sampson the Hospitable’s Hospital and endowed it with estates and generous funds to pay the physicians and feed the strangers, the poor, and the sick. Blessed Sampson oversaw the hospital with great care for the rest of his life, serving the sick in all their needs as though they were angels of the Lord. When he grew old, he fell mildly ill and fell asleep in blessed repose,

cheerful and full of gentleness, knowing where he was going and what blessings awaited him. That blessed soul departed with gladness and joy to the eternal dwelling places. His sacred and precious relics were buried in the church of the Holy Martyr Mokios. Let us tell a few of the many miracles that followed the saint’s repose. A man named Theodoretos was coming down some stairs when he slipped and fell, dislocating his leg. In great pain, he lay in bed as though paralyzed for three days and nights. He could neither sleep, eat, drink, nor speak. Then he remembered the many miracles of Saint Sampson.

He called on the saint in his heart and asked to be healed. At once he saw Saint Sampson at the foot of his bed, feeling his ankle and saying, “Get up. There is nothing wrong with you.” The saint departed, and the sufferer was healed. Amazed, he hurried to the saint’s tomb and gave thanks to him, glorifying the Lord. Something similar happened to Theodoretos’s master, Leo the droungarios. While Leo was riding, his horse threw him against a wall, and he broke his leg. The physicians could not heal him and decided to amputate it to save his life. They reached this decision on a Wednesday.

The following night, Theodoretos saw three men in a dream. They told him, “Tell your master not to let the physicians cut off his leg. On Friday, Sampson the Hospitable will come and heal him without pain.” When morning came, Theodoretos told the physicians about the vision, so they held back to see what would happen. At dawn on Friday, Leo was completely well, and everyone marveled. Nor was this the only kindness Leo received from Sampson: on two other occasions, he was miraculously healed of serious illnesses. So that he would not seem ungrateful to his benefactor, Leo restored the saint’s house, which had grown old and was in danger of collapse.

On another occasion, an official named Eustratios, a close friend of the droungarios Leo, had an eye disease that caused him terrible pain. Leo advised him, saying, “The hospital needs oil. Give a generous supply out of love for the saint, and I assure you that he will restore your health.” Eustratios promised to give the oil if he was healed, and at once he became well. But afterward he proved ungrateful to his benefactor and forgot to give the oil in return for the mercy he had received. The saint appeared to him in a dream and said, “Are you making a fool of me, Eustratios?” At these words, Eustratios awoke in terror

and immediately sent the oil to Leo, asking him to pray that the saint would forgive him for delaying what he had promised. Another man, George, who was an attendant to a monk named Ephraim, suffered from dropsy. He stayed at the saint’s tomb for many days but saw no improvement. In despair, he returned to Ephraim’s house. Ephraim sent him back, saying, “Go and venerate the saint’s icon, and anoint yourself with oil from its lamp, so that you may be healed.” George did so and became well. Likewise, a woman named Irene suffered from dropsy. One night, three men appeared to her:

Saint Sampson and Saints Cosmas and Damian, the unmercenary healers. The saint had appeared with them to the sick many times. He said to Irene, “What troubles you and makes you sorrowful?” She showed him her illness. He then told one of the saints to cut into the afflicted place with a scalpel. The pain woke her, and she saw that her vision had been real. A great deal of pus flowed from the wound, and she recovered, glorifying God and thanking the saint. We think these few accounts are enough to show the boldness with which the saint approaches God. His boldness before God is also clearly witnessed by the myrrh that flows from him:

every year, on his feast and for several days afterward, holy myrrh flows from his tomb.

Wondrous is God in His saints. As we have often said, saints are not simply good people, or even very good people. They are people who have attained theosis: they have become gods by grace, with the grace of God at work in them. Apart from this uncreated, divine grace, they would have no share in holiness. Through the saints, God makes Himself known and acts. Every saint is a window toward heaven.

Through that window we see God, and through it the life-giving breath of heaven comes to us. The miracles of the saints are good and holy.

They bring relief to people who suffer in body or soul. The casting out of demons is good and holy, as is protection from danger or natural disaster, along with all the other things God does through His saints. And we do well to turn to them in difficult times, amid great troubles and dangers, when we are in pain and suffering. Yet what God and the saints ultimately desire is that we become what they are: that we too become saints. This is the purpose the miracles of the saints serve. Healing of the body, whether miraculous or through medicines and physicians, is meant to lead to the healing of the soul.

Casting out evil spirits is meant to lead us to receive the Spirit of God, and being spared a natural disaster is meant to lead us away from the eternal ruin of Hell. Otherwise, what benefit is there if we escape an illness that would pass in time but remain unrepentant, with our souls unhealed and condemned? What benefit is there if we are freed from the devil for a little while but suffer at his hands eternally, or escape a passing disaster but not endless Hell? That is why we believe that, among all we ask of the saints, the first and last thing should be metanoia, repentance: that we may follow their example and acquire the virtues they had,

especially the love for others and generosity to the poor shown by Saint Sampson the Hospitable, whom we celebrate today.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

06 ΙΟΥΝΙΟΥ\27 06 eid.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα