Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Άγιος Προκόπιος και ο σταυρός της Εκκλησίας

Γεννημένος Νεανίας, ο Προκόπιος μεγάλωσε σε ειδωλολατρικό οικογενειακό περιβάλλον μετά τον θάνατο του χριστιανού πατέρα του, Χριστοφόρου. Διορισμένος από τον Διοκλητιανό για να διώξει τους χριστιανούς, συνάντησε τον Χριστό στον δρόμο προς την Αλεξάνδρεια, σε εμπειρία που παραλληλίζεται με τη μεταστροφή του Αποστόλου Παύλου.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων8 Ιουλίου17:31Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Γεννημένος Νεανίας, ο Προκόπιος μεγάλωσε σε ειδωλολατρικό οικογενειακό περιβάλλον μετά τον θάνατο του χριστιανού πατέρα του, Χριστοφόρου.
  • Διορισμένος από τον Διοκλητιανό για να διώξει τους χριστιανούς, συνάντησε τον Χριστό στον δρόμο προς την Αλεξάνδρεια, σε εμπειρία που παραλληλίζεται με τη μεταστροφή του Αποστόλου Παύλου.
  • Βαπτίστηκε, υποστήριξε κρυφά τους χριστιανούς στην Αλεξάνδρεια και αργότερα έφερε στην πίστη αρκετές οικογένειες στην Αντιόχεια.
  • Συλληφθείς στην Καισάρεια, υπέμεινε βασανιστήρια· οι διηγήσεις για τη θεραπεία του και την καταστροφή των ειδώλων έπεισαν φρουρούς, στρατιώτες και άλλους.
  • Δώδεκα γυναίκες που είχε διδάξει παρέμειναν σταθερές υπό βασανιστήρια, εμπνέοντας τη μητέρα του, Θεοδοσία, να ζητήσει βάπτιση και να συμμετάσχει μαζί τους στο μαρτύριο.
  • Μετά από διαφωνία με τον νέο έπαρχο, Φλαβιανό, ο Προκόπιος εκτελέστηκε στις 8 Ιουλίου, προσευχόμενος να έρθουν περισσότεροι άνθρωποι στον Χριστό.
  • Η διάλεξη καταλήγει ότι η Εκκλησία μετέχει στα πάθη του Χριστού και μαρτυρεί με υπομονετική αγάπη και θυσία και όχι με κοσμική εξουσία.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 19 παράγραφοι

τη μεγάλη και πλούσια, όπου πρώτα οι μαθητές του Κυρίου ονομάστηκαν Χριστιανοί, κατά τους χρόνους του Αυτοκράτορα Διοκλητιανού ζούσε ο νεαρός Προκόπιος, ο οποίος αρχικά ονομαζόταν Νεανίας, καταγόμενος από οικογένεια επισημότατη. Οι γονείς του ήταν ειδωλολάτρες, αλλά ο μεν πατέρας του, άνθρωπος με ταπείνωση και ειλικρινή διάθεση, γνώρισε τον αληθινό Θεό και αφού βαπτίστηκε ονομάστηκε Χριστοφόρος, η δε μητέρα του παρέμεινε στην ειδωλολατρία παρά τις προσπάθειες του ανδρός της για να τη διαφωτίσει. Επειδή δε μετά από λίγο καιρό πέθανε ο πατέρας, ο μικρός Νεανίας υπό την εξουσία και την καθοδήγηση της μητέρας του έμεινε και αυτός στην ειδωλολατρία.

Μεγάλωσε και ενηλικιώθηκε ο αγαθός κατά τη διάθεση Νεανίας. Και όταν κάποτε ο Διοκλητιανός βρέθηκε στην Αντιόχεια, ο νεαρός αυτός, με τις ενέργειες της μητέρας του, διορίστηκε έπαρχος στην Αλεξάνδρεια, με την εντολή να καταδιώξει αμείλικτα τους Χριστιανούς. Αλλά καθοδόν του συνέβη κάτι παρόμοιο με εκείνο που συνέβη στον Απόστολο Παύλο

πηγαίνοντας προς τη Δαμασκό. Μόλις δηλαδή είχε ξεκινήσει από την Απάμια της Συρίας και ενώ ήταν ακόμη πολύ πρωί, έγινε σεισμός, φάνηκε αστραπή και ακούστηκε φωνή που έλεγε: «Νεανία, πού θέλεις να πας και εναντίον τίνος μάχεσαι;» Ο νέος θορυβήθηκε και έμεινε άφωνος. Αλλά η ίδια φωνή επαναλήφθηκε.

Υγωθάρος είπε το σκοπό της αποστολής του, πρόσθεσε δε: «Ποιος είσαι εσύ που με κάλεσες με το όνομά μου μέσα στην αστραπή; Μήπως είσαι ο ξανθός θεός του φωτός Απόλλων;» Ο Κύριος του απάντησε: «Εγώ είμαι ο Θεός των Χριστιανών, ο Θεός του πατέρα σου. Οι δεήσεις της προς εμέ στοργής του εισακούστηκαν. Η καρδία σου είναι άξια καλυτέρας οδού από εκείνη την οποία τώρα ακολουθείς. Πίστεψε σε μένα και εγώ θα σε αναδείξω διά του σταυρού μου μέγα και επιφανή διάκονο του Ευαγγελίου μου.» Η κλήση αυτή μπήκε στην καρδιά του νεανίου. Και πήγε μεν στην Αλεξάνδρεια, αλλά αντί να διώξει τους Χριστιανούς, κρυφά τους υποστήριζε και από τον Επίσκοπο έλαβε το Άγιο Βάπτισμα.

Κινούμενος δε από τον πόθο να φέρει στο Χριστό και τη μητέρα του, παραιτήθηκε από το αξίωμά του και επέστρεψε στην Αντιόχεια. Ξαφνική και τόσο γρήγορη αυτή η επιστροφή ανησύχησε τη μητέρα του. Τι λοιπόν συνέβη; Ο Νεανίας της αποκάλυψε την επομένη όσα του συνέβησαν μετά την από την Αντιόχεια αναχώρησή του. Η αποκάλυψη αυτή κατατάραξε τη μητέρα του. Στενοχωρέθηκε και τον παρακάλεσε να μην πει τίποτε σε κανένα και να επανέλθει στη θρησκεία των πατέρων τους, καθώς μάλιστα με τη νέα του πίστη διακινδύνευε όχι μόνο το μέλλον αλλά και τη ζωή του. Ο Νεανίας όμως έμεινε σταθερός στην πίστη του στο Χριστό. Μπόρεσε μάλιστα να ελκύσει σε αυτή και αρκετές από τις επισημότερες οικογένειες της Αντιόχειας,

προπάντων δε γυναίκες που διακρίνονταν για τις φιλάνθρωπές τους διαθέσεις. Επεκτείνοντας την υπέρ του Ευαγγελίου δράση, έφτασε στην παραλιακή Καισάρεια της Παλαιστίνης, όπου υπήρχε εκκλησία γεμάτη ζωή. Εκεί συνελήφθη με διαταγή του επάρχου Ουλκίωνος, μη θέλοντας δε να αρνηθεί το Χριστό, παραδόθηκε στο να βασανιστεί μέχρι θανάτου.

Θα προκόψεις προσφέροντας στον πατέρα μου ποίμνιο. Αμέσως ξύπνησε ο Άγιος και είδε ότι ήταν εντελώς υγιής. Τότε άρχισε μεγαλόφωνα να υμνεί το Θεό. Έτρεξαν οι φρουροί και ο δεσμοφύλακας και καθώς είδαν το βέβαιο θαύμα, πρόσπεσαν στα πόδια του Προκοπίου ζητώντας να τους οδηγήσει στην πίστη του Χριστού. Όταν την επομένη ο Ουλκίων είδε θεραπευμένο τον Άγιο, έμεινε εμβρόντητος, αλλά αμέσως απέδωσε το θαύμα στην εύνοια των θεών, προέτρεψε δε τον Προκόπιο να μεταβεί στο ναό των ειδώλων για να ευχαριστήσει τους θεούς. Ο Άγιος συναίνεσε να μεταβεί, έχοντας όμως το δικό του σχέδιο. Όταν εισήλθε, προσευχήθηκε σηκώνοντας τα χέρια του και αμέσως τα είδωλα κατέπεσαν

συντρίφτηκαν. Ο Ουλκίων θύμωσε και τον έκλεισε πάλι στη φυλακή, αλλά από εκείνους που είδαν το θαύμα πολλοί, και στρατιώτες, πίστεψαν και δέχθηκαν το Άγιο Βάπτισμα. Ο έπαρχος όμως, όταν το πληροφορήθηκε, τους συνέλαβε και προσπάθησε με τις τρομερότερες απειλές να τους φοβίσει. Εκείνοι όμως φάνηκαν απτόητοι και σταθεροί στην προς το Χριστό πίστη τους μόνο με τα λόγια, αλλά και με τα έργα. Αποκεφαλίστηκαν χωρίς κανένα δισταγμό. Οι κακουργίες δε του επάρχου δεν σταμάτησαν εδώ. Δώδεκα γυναίκες από την Αντιόχεια, οι οποίες είχαν γνωρίσει το Χριστό διά του Προκοπίου, όταν άκουσαν για τη σύλληψή του, πήγαν στην Καισάρεια. Εκεί συνελήφθηκαν.

Επειδή ομολόγησαν με παρρησία την πίστη τους στο Χριστό, ρίχτηκαν στη φυλακή. Όμως αντί να θρηνούν και να οδύρονται, πέρασαν τη νύχτα ψάλλοντας ή ακούοντας τη διδασκαλία του Προκοπίου, τον οποίο ονόμαζαν Φωτιστή και Ευεργέτη τους. Το πρωί επανέλαβαν την ομολογία τους και αρνήθηκαν να προσφέρουν θυσία στα είδωλα. Η στάση τους δεν άλλαξε ούτε και όταν με δάδες κατέκαιγαν τις πλευρές και τις μασχάλες τους. Στην άθληση αυτή παραβρισκόταν μεταξύ των θεατών και η μητέρα του Προκοπίου, Θεοδοσία, η οποία είχε έλθει από την Αντιόχεια για να έβλεπε τι θα γινόταν με τον γιο της. Τόσο δε θαύμασε την καρτερία των γυναικών, τη σεμνή και αξιοπρεπέστατη στάση κατά τη φοβερή εκείνη δοκιμασία,

άρχισε να υφίσταται την καλή αλλοίωση της μετανοίας. Εξάλλου, προϋπήρχε η αγαθή ανάμνηση του μακαρίτη του συζύγου της, αλλά και σκεπτόταν τη θέληση, την υπομονή, την ιλαρότητα, τη σωφροσύνη, την πραότητα και την αυταπάρνηση του Προκοπίου. Βλέποντας και τις γυναίκες εκείνες, τις πλούσιες και επίσημες, που άφηναν την άνεση και την κοινωνική δόξα και πέθαιναν κατά τον τρόπο εκείνο, συναισθανόταν ότι στο Χριστό, για τον οποίο της μιλούσε ο γιος της, υπήρχε μια άλλη δύναμη που έκαμνε όσους πίστευαν σε Αυτόν νέους και πραγματικά ανώτερους ανθρώπους. Και τότε, κάνοντας εκείνο το οποίο πολλές φορές την είχε παρακαλέσει στο παρελθόν ο γιος της, προσευχήθηκε στο Χριστό

τον παρακάλεσε να δώσει και σε αυτή το φως και τη ζωή του. Και η θερμή της προσευχή εισακούστηκε. Η χάρη του Θεού μπήκε στην ψυχή της και η πίστη κατέλαβε το νου και την καρδιά της. Έτρεξε στη φυλακή, γεμάτη χαρά, αγκάλιασε και καταφίλησε τον Προκόπιο και ομολόγησε ότι και αυτή πλέον πίστευε και ομολογούσε τον ίδιο Κύριο και Θεό. Ο Προκόπιος καταλήφθηκε από ανέκφραστη αγαλλίαση. Ο Χριστός λοιπόν τον ελέησε. Η θερμή του δέηση εισακούστηκε. Θα βάδιζε προς το μαρτύριο με τέλεια χαρά. Τη νύχτα της ημέρας εκείνης, η μητέρα του Προκοπίου δεχόταν το Άγιο Βάπτισμα. Την επομένη, ενώ επαναλαμβανόταν η ομολογία και το μαρτύριο των άλλων γυναικών,

προσήλθε και εκείνη και έλεγξε με θάρρος τον Ουλκίωνα για την κατάχρηση της εξουσίας ενάντια σε ανθρώπους των οποίων το μόνο έγκλημα ήταν ότι λάτρευαν τον αληθινό Θεό. Ο Ουλκίων οργίστηκε πολύ για την παρέμβαση εκείνη, υπέβαλε δε αμέσως σε ανάκριση τη Θεοδοσία και καθώς έμαθε ότι ήταν μητέρα του Προκοπίου, διέταξε να την αποκεφαλίσουν μαζί με τις άλλες μάρτυρες. Η προσταγή εκτελέστηκε και οι Άγιες Γυναίκες κέρδισαν τα λαμπρότατα μαρτυρικά στεφάνια. Κατόπιν ο Ουλκίων σκεφτόταν τι θα κάνει με τον Προκόπιο. Όμως ο Θεός επέτρεψε να πληγεί από οξύτατη αρρώστια, από την οποία και σύντομα απέθανε. Ο νέος έπαρχος Φλαβιανός

αμέσως να καλέσει και αυτός σε ανάκριση τον Προκόπιο και επειδή αγαπούσε να θεωρείται γνώστης της φιλοσοφίας, θέλησε να επιδειχθεί και τότε ονειδίζοντας το Χριστό και εκφωνώντας με κομπορρημοσύνη τα ονόματα των Ελλήνων φιλοσόφων. Ο Προκόπιος όμως του απέδειξε ότι τα μεγαλύτερα πνεύματα της αρχαίας Ελλάδας πολύ απείχαν από το να ικανοποιούνται από τα μυθεύματα της πολυθεΐας και με τις φιλοσοφικές τους συζητήσεις συνετέλεσαν σε κάποια προετοιμασία του εδάφους για τη βλάστηση του Χριστιανισμού. Ιδιαίτερα επικαλέστηκε τον Πλάτωνα, ο οποίος κήρυττε το Θεό ένα, αιώνιο και αναλλοίωτο. Ο Φλαβιανός, έξαλλος από θυμό, πρόσταξε ένα στρατιώτη να θανατώσει με το ξίφος του τον Προκόπιο.

Καθώς εκείνος όρμησε με γυμνό το ξίφος, το χέρι του ατόνησε και όλος κατέπεσε και ξεψύχησε. Μετά μερικές μέρες ο Φλαβιανός κάλεσε εκ νέου τον Προκόπιο και αφού τον οδήγησαν στο ναό των ειδωλολατρών, τον διέταξε να προσφέρει θυσία στο βωμό που έκαιγε, απειλώντας ότι διαφορετικά θα του κατέκαιγε τα χέρια με τα αναμμένα εκείνα κάρβουνα. Αλλά ο Προκόπιος, προλαμβάνοντας και θέλοντας να δείξει ότι καμιά απειλή και βάσανος δεν ισχύει στους αληθινούς Χριστιανούς, άπλωσε το χέρι, πήρε μόνος του από τα κάρβουνα εκείνα στην παλάμη του και την άφησε να καίγεται χωρίς το παραμικρό ίχνος πόνου. Ο Φλαβιανός πρόσταξε τότε να τον οδηγήσουν στον τόπο του αποκεφαλισμού.

Ο μάρτυς βάδισε προς το θάνατο προσευχόμενος για το φωτισμό περισσοτέρων ψυχών και τον πανηγυρικό θρίαμβο της Εκκλησίας. Μετά έκλινε τον αυχένα πρόθυμα και απέκοψαν την αγία του κεφαλή κατά την ογδόη του μηνός Ιουλίου. Και η μεν μακαρία του ψυχή ανήλθε στα ουράνια, το δε τίμιο του λείψανο παρέλαβαν νύχτα μερικοί φιλόχριστοι και με ευλάβεια το ενταφίασαν εις δόξαν του Αγίου Τριαδικού Θεού.

Εκκλησία είναι το πραγματικό σώμα του Χριστού και όπως η κεφαλή, ο Κύριος, κατά την επίγεια ζωή Του ήταν πάσχων, έτσι και το σώμα Του, η Εκκλησία, στον παρόντα αιώνα δεν μπορεί παρά να είναι πάσχουσα.

Ορθοδοξία βιώνει πάντα το ποτήριο του Χριστού και αυτό οφείλεται στην αντίθεση μεταξύ του Πνεύματος του Χριστού και του πνεύματος της αμαρτίας. Επειδή ο κόσμος κείται εν τω πονηρώ, γι' αυτό ακριβώς υπάρχει η αντίθεση μεταξύ αυτού και της Εκκλησίας. Γι' αυτό η Ορθοδοξία σε οποιοδήποτε μέρος της γης διώκεται εκ μέρους της κοσμικής νοοτροπίας.

Μόνο που σε κάθε μέρος αλλάζει το είδος του διωγμού και δεν ξέρει κανείς ποιο είναι το χειρότερο. Ο φανερός και άμεσος διωγμός ή ο κρυφός και έμμεσος; Η Ορθοδοξία είναι σταυρωμένη, γι' αυτό και αναστημένη. Αυτό αποτελεί κριτήριο γνησιότητάς της.

Εναντίον του Χριστού εξεστράτευσε ολόκληρη η ανθρώπινη κακία και το σατανικό μίσος, έτσι και εναντίον του πραγματικού του σώματος επιτίθεται ολόκληρη η ανθρώπινη κακία. Η Εκκλησία, όμως, είναι σταυρωμένη και με τη θέλησή της. Και αυτό είναι ο σταυρός, η θυσία της αγάπης. Όταν μία εκκλησία διώχνει το μαρτύριο και το σταυρό και ζητά επίγεια δόξα και κοσμική προβολή και κοσμική εξουσία, όταν διακατέχεται από το πάθος να σταυρώνει και όχι να σταυρώνεται, ότι έχασε την πραγματική κοινωνία με το Χριστό και είναι ανίκανη να συγκινήσει και να αλλοιώσει την καλή αλλοίωση του κόσμου. Το ποτήριο, ο σταυρός, είναι ο κοινός κλήρος και του κάθε Ορθοδόξου. Με το σταυρό εξασφαλίζουμε τη νίκη και το θρίαμβο. Με τα κοσμικά κριτήρια, την αντίσταση, δυναμώνουμε την επιθετικότητα του άλλου. Αυτά, ο σταυρός της υπομονής του διωγμού και της αγάπης, ίσως φαίνονται σαν τρέλα. Όμως όλη η χριστιανική ζωή είναι μία υγιής σαλότης που γιατρεύει την ανισορροπία και την άλογη τρέλα της αμαρτίας.

Αγγλική μετάφρασηEN · 19 παράγραφοι

In the great and wealthy city where the Lord’s disciples were first called Christians, the young Procopius lived during the reign of Emperor Diocletian. His name at first was Neanias, and he came from a distinguished family. His parents were pagans, but his father, a humble and sincere man, came to know the true God. He was baptized and took the name Christophoros. His mother remained a pagan despite her husband’s efforts to show her the truth. When his father died soon afterward, young Neanias remained under his mother’s care and guidance, and he too remained a pagan.

Neanias, who was good-hearted by nature, grew to manhood. When Diocletian came to Antioch, his mother’s influence secured him an appointment as prefect in Alexandria, with orders to persecute Christians without mercy. But on the way, something happened to him like what had happened to the Apostle Paul

on the road to Damascus. He had just set out from Apamea in Syria, early in the morning, when an earthquake struck, lightning flashed, and a voice said, “Neanias, where are you going, and whom are you fighting against?” The young man was shaken and speechless. Then the voice spoke again.

Neanias explained the purpose of his journey and added, “Who are you, calling me by name from the lightning? Are you Apollo, the fair-haired god of light?” The Lord answered, “I am the God of the Christians, the God of your father. His loving prayers to me have been heard. Your heart is worthy of a better path than the one you now follow. Believe in me, and through my Cross I will make you a great and renowned deacon of my Gospel.” This call entered the young man’s heart. He went on to Alexandria, but instead of persecuting Christians, he secretly supported them, and he received Holy Baptism from the bishop.

Longing to bring his mother to Christ as well, he resigned his office and returned to Antioch. His sudden return troubled her. What had happened? The next day, Neanias told her everything that had happened since he left Antioch. She was deeply shaken. Distressed, she begged him to tell no one and to return to the religion of their ancestors, since his new faith put both his future and his life at risk. But Neanias remained firm in his faith in Christ. He even brought several of Antioch’s most prominent families to that faith,

especially women known for their compassion. As he spread the Gospel, he reached Caesarea of Palestine on the coast, where the Church was full of life. There he was arrested by order of the prefect Ulcion. Because he would not deny Christ, he was handed over to be tortured to death.

“You will prosper by bringing a flock to my Father.” At once the saint awoke and found himself completely healed. He began to praise God aloud. The guards and the jailer rushed in. Seeing this unmistakable miracle, they fell at Procopius’s feet and asked him to lead them to faith in Christ. When Ulcion saw the saint healed the next day, he was astonished, but he immediately credited the miracle to the favor of the gods. He urged Procopius to go to the temple of the idols and thank them. The saint agreed to go, but he had a plan of his own. Once inside, he raised his hands in prayer, and at once the idols fell

and shattered. Ulcion was furious and sent him back to prison. But many who had seen the miracle, including soldiers, came to believe and received Holy Baptism. When the prefect learned of this, he arrested them and tried to frighten them with terrible threats. Yet they remained undaunted and steadfast in their faith in Christ, in deeds as well as words. They were beheaded without hesitation. The prefect’s cruelty did not end there. Twelve women from Antioch who had come to know Christ through Procopius heard of his arrest and went to Caesarea. There they too were arrested.

Because they boldly confessed their faith in Christ, they were thrown into prison. Yet instead of weeping and lamenting, they spent the night singing hymns or listening to Procopius teach. They called him the one who had brought them light and done them great good. In the morning they again confessed their faith and refused to sacrifice to the idols. They did not waver even when burning torches were pressed against their sides and under their arms. Among those watching this ordeal was Procopius’s mother, Theodosia. She had come from Antioch to see what would happen to her son. She marveled at the women’s patient endurance and their modest, dignified bearing through such terrible suffering.

A blessed change of heart began in her, the change brought by metanoia, repentance. She remembered the goodness of her late husband. She also thought of Procopius’s resolve, his patient endurance, cheerfulness, self-control, gentleness, and self-denial. Seeing these wealthy and distinguished women leave behind comfort and public honor to die in this way, she began to understand that Christ, of whom her son had spoken, gave his followers a power that made them new and truly nobler people. Then she did what her son had so often asked of her: she prayed to Christ

and asked him to give her his light and his life. Her fervent prayer was heard. God’s grace entered her soul, and faith took hold of her mind and heart. Filled with joy, she ran to the prison, embraced and kissed Procopius, and declared that she too now believed in and confessed the same Lord and God. Procopius was filled with joy beyond words. Christ had shown him mercy; his fervent prayer had been heard. He would go to martyrdom with perfect joy. That night, Procopius’s mother received Holy Baptism. The next day, as the other women again confessed their faith and endured their martyrdom,

she came forward too. She boldly rebuked Ulcion for abusing his power against people whose only crime was worshiping the true God. Enraged by her words, Ulcion immediately questioned Theodosia. When he learned that she was Procopius’s mother, he ordered her beheaded along with the other martyrs. The order was carried out, and the saintly women received the radiant crowns of martyrdom. Ulcion then considered what to do with Procopius. But God allowed him to be struck by a severe illness, and he soon died. The new prefect, Flavianus,

immediately summoned Procopius for questioning. Flavianus liked to be thought a philosopher, so he tried to show off, insulting Christ and boastfully reciting the names of Greek philosophers. But Procopius showed him that the greatest minds of ancient Greece had been far from satisfied with the tales of many gods. Through their philosophical discussions, they had helped prepare the ground, in some measure, for Christianity to take root. He spoke especially of Plato, who taught that God is one, eternal, and unchanging. Beside himself with anger, Flavianus ordered a soldier to kill Procopius with his sword.

As the soldier rushed at him with his sword drawn, his arm went weak. He collapsed and died. A few days later, Flavianus summoned Procopius again and had him taken to a pagan temple. He ordered him to offer a sacrifice on the burning altar, threatening to sear his hands with its glowing coals if he refused. But Procopius acted first. To show that no threat or torment could prevail over true Christians, he reached out, took some of the coals into his own palm, and let them burn there without showing the slightest sign of pain. Flavianus then ordered him taken to the place of execution.

The martyr walked to his death praying that more souls would receive illumination and that the Church would triumph gloriously. Then he willingly bowed his neck, and they beheaded him on the eighth of July. His blessed soul rose to heaven, while some Christians took his precious remains by night and buried them with reverence, to the glory of God, the Holy Trinity.

The Church is the true body of Christ. Its head, the Lord, suffered during his earthly life. So too his body, the Church, must suffer in this present age.

Orthodoxy always shares Christ’s cup of suffering. This is because the Spirit of Christ stands opposed to the spirit of sin. The world lies in the power of evil, and so it stands opposed to the Church. Wherever Orthodoxy is found, it faces persecution from a worldly way of thinking.

The form of persecution changes from place to place, and who can say which is worse: open, direct persecution, or persecution that is hidden and indirect? Orthodoxy is crucified, and therefore it is risen. This is a mark of its authenticity.

Every form of human wickedness and satanic hatred rose against Christ. In the same way, human wickedness attacks his true body. Yet the Church also accepts the Cross willingly. That is what the Cross means: the sacrifice of love. When a church turns away from martyrdom and the Cross, seeking earthly glory, public acclaim, and worldly power, when it is driven by the desire to crucify others instead of bearing the Cross itself, it has lost true communion with Christ. It can no longer move the world or bring about a blessed change within it. The cup and the Cross are the common lot of every Orthodox Christian. Through the Cross we gain victory and triumph. When we resist by worldly means, we only make the other person more aggressive. The Cross of patient endurance through persecution and of love may seem like madness. Yet the whole Christian life is a holy kind of foolishness that heals the disorder and senseless madness of sin.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

07 ΙΟΥΛΙΟΥ\08 07 eid.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα