Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Άγιος Πολύκαρπος Σμύρνης: Ελεημοσύνη, διακονία και μαρτύριο

Οι χριστιανοί γονείς του Πολυκάρπου φυλακίζονται για την πίστη τους, και η μητέρα του τον γεννά στη φυλακή πριν και οι δύο γονείς μαρτυρήσουν. Μια χριστιανή χήρα τον ανατρέφει και τον ονομάζει Παγκράτιο, από το όνομα του πατέρα του.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων23 Φεβρουαρίου26:52Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Οι χριστιανοί γονείς του Πολυκάρπου φυλακίζονται για την πίστη τους, και η μητέρα του τον γεννά στη φυλακή πριν και οι δύο γονείς μαρτυρήσουν.
  • Μια χριστιανή χήρα τον ανατρέφει και τον ονομάζει Παγκράτιο, από το όνομα του πατέρα του.
  • Οι γενναιόδωρες δωρεές του προς τους φτωχούς οδηγούν σε θαύμα με γεμάτες αποθήκες και στο όνομα Πολύκαρπος.
  • Ως νέος, ενώνεται με τον Ιωάννη τον Θεολόγο, τον Ιγνάτιο και τον Βούκολο στο κήρυγμα του Ευαγγελίου.
  • Ο Βούκολος τον χειροτονεί πρεσβύτερο στη Σμύρνη και αργότερα τον επιλέγει ως διάδοχό του· ως επίσκοπος, ο Πολύκαρπος φροντίζει τους φτωχούς, τους αρρώστους, τα ορφανά και τους διωκόμενους χριστιανούς.
  • Η αφήγηση περιγράφει ότι οι προσευχές του Πολυκάρπου έθεσαν τέλος σε μια πυρκαγιά και σε μια ξηρασία, ενώ η θεραπεία του Πετρώνιου οδήγησε στη βάπτιση ενός οικογενειακού νοικοκυριού.
  • Συλληφθείς κατά τη διάρκεια διωγμού, ο Πολύκαρπος αρνήθηκε να αρνηθεί τον Χριστό και πέθανε αφού οι φλόγες δεν τον κατανάλωσαν.
  • Η διάλεξη κλείνει με συμβουλές από την Προς Φιλιππησίους επιστολή του Πολυκάρπου για τη συγχώρηση, την αγνότητα, την υπομονή και την ελπίδα στην ανάσταση.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 29 παράγραφοι

Ιερομάρτυς του Χριστού Πολύκαρπος ήταν γέννημα και θρέμμα της πόλεως της Εφέσου, γεννήθηκε δε περί το 68 μετά Χριστόν. Οι γονείς του ήταν ευσεβείς, πλούσιοι πολύ και ελεήμονες. Ο πατέρας του ονομαζόταν Παγκράτιος και η μητέρα του Θεοδώρα. Αυτοί κατηγορήθηκαν στον εξουσιαστή της Εφέσου Μαρκίωνα πως ήταν χριστιανοί, και εκείνος έστειλε αμέσως στρατιώτες και τους έφεραν μπροστά του. Ήταν δε τότε η Θεοδώρα έγκυος σε αυτόν τον Άγιο και σε αυτούς είπε ο Μαρκίων: «Γιατί δεν υπακούετε εσείς τους βασιλικούς ορισμούς, αλλά καταφρονείτε τους μεγάλους θεούς και προσκυνείτε τον Χριστό;» Οι γονείς του Αγίου αποκρίθηκαν χωρίς καμιά δειλία: «Εμείς διδαχθήκαμε από τους Αποστόλους του Κυρίου μας να...

πιστεύουμε και να προσκυνούμε τον αληθινό Θεό, τον Ποιητή του Ουρανού και της Γης, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, στο όνομα Του οποίου βαπτιστήκαμε και Αυτόν ομολογούμε και κηρύσσουμε. Τα δε άψυχα και αναίσθητα είδωλα τα οποία έχετε εσείς για θεούς, εμείς τα αποστρεφόμαστε».

Άκουσε αυτά ο εξουσιαστής, θύμωσε, πρόσταξε τους στρατιώτες, τους έριξαν κάτω και τους έδειραν δυνατά. Έπειτα τους έβαλαν στη φυλακή και έμειναν σε αυτή πολύ καιρό, χωρίς καμιά ανθρώπινη βοήθεια, ταλαιπωρούμενοι με πείνα και δίψα και κάθε άλλη κακοπάθεια, και εκεί μέσα στη φυλακή γέννησε η μακαρία Θεοδώρα τον Άγιο.

Ο αγαθός Θεός, που γνωρίζει τα πάντα πριν να γίνουν, προβλέποντας ότι ο εξουσιαστής πρόκειται... να αναζητήσει το βρέφος για να το αναθρέψει και να το διδάξει τη δική του πλάνη, έστειλε τον άγγελό του στη φυλακή και πρώτα μεν θεράπευσε τους γονείς του βρέφους από τις πληγές που είχαν από τους δαρμούς και τους δυνάμωσε προλέγοντας σε αυτούς πως ο εξουσιαστής πρόκειται να τους θανατώσει και να μη δειλιάσουν στον υπέρ Χριστού θάνατο, διότι έτσι θα στεφανωθούν με το στέφανο του μαρτυρίου και θα κληρονομήσουν την Ουράνιο Βασιλεία. Έπειτα πήρε το βρέφος και το πήγε σε μια γυναίκα χήρα, πολύ πλούσια και χριστιανή, και παραγγέλλοντας να το βαπτίσει και να το αναθρέψει με κάθε επιμέλεια και να μην το ομολογήσει σε κανένα, έγινε άφαντος. Ο δε παράνομος Μαρκίων, ζητώντας το βρέφος,

ερευνώντας επί πολλές μέρες και μη βρίσκοντάς το, άναψε από θυμό και βασάνιζε σκληρά τους γονείς του Αγίου. Τέλος, βλέποντας το αμετάθετο της γνώμης τους και ότι με κανένα τρόπο δεν αρνούνταν το Χριστό, αποφάσισε το θάνατό τους. Πρόσταξε τους στρατιώτες και τους έβγαλαν έξω μακριά από την πολιτεία, πάνω σε ένα βουνό, και εκεί τους αποκεφάλισαν και τους άφησαν για να τους φάγουν τα θηρία. Όμως κανένα θηρίο δεν πλησίασε στα λείψανα των Αγίων Μαρτύρων. Έτσι μετά από αυτά πήγαν κρυφά οι Χριστιανοί και τα ενταφίασαν με ευλάβεια καθώς έπρεπε. Η δε ευσεβέστατη εκείνη χήρα βάπτισε το βρέφος και το ονόμασε Παγκράτιο στο όνομα του πατέρα του,

το ανέτρεφε σαν γνήσιό της παιδί. Όταν δε ήλθε στην κατάλληλη ηλικία, το έβαλε στο σχολείο και σε λίγο καιρό έμαθε όλη την εκκλησιαστική ακολουθία. Έχοντας από την αρχή γεροντική σύνεση, δεν καταγινόταν με παιδικά καμώματα σαν τα άλλα παιδιά, αλλά συναναστρεφόταν με σοφούς και ενάρετους ανθρώπους και γινόταν ακροατής και μιμητής όλων των καλών και ψυχοφελών μαθημάτων και παραδειγμάτων και ως υιός μαρτύρων σπούδαζε με όλη του την προθυμία να τους μιμηθεί κατά το δυνατόν στην αγάπη του Θεού και ακολούθως σε όλες τις αρετές και αγωνιζόταν να έχει αγάπη με όλους, ταπείνωση, ιλαρότητα, εγκράτεια, σωφροσύνη και κάθε είδος αρετής. Ιδιαίτερα

αγαπούσε την ελεημοσύνη και εξαιτίας αυτής ονομάστηκε Πολύκαρπος και ας ακούσουμε το ακόλουθο θαυμαστό. Η θεοφιλής εκείνη γυναίκα που τον ανέθρεψε ήταν πολύ πλούσια καθώς προαναφέρθηκε και είχε αποθήκες πολλές, γεμάτες με σιτάρι και κάθε λογής καρπούς της γης διότι είχε πολλά υποστατικά. Καθώς ήταν ο μακάριος Παγκράτιος ελεήμων, πολύ συμπαθητικός, έδινε πλουσιοπάροχα στους πτωχούς, κρυφά από την ψυχομητέρα του, έτσι που άδειασε όλες τις αποθήκες από τους καρπούς. Μια μέρα πήγε η μητέρα του για να βγάλει σιτάρι και βρίσκοντας τις αποθήκες άδειες, απόρησε. Κατάλαβε όμως ότι ο Παγκράτιος τις άδειασε.

Γνώριζε την αγαθή του προαίρεση και την ευσπλαχνία που είχε στους πτωχούς. Γύρισε λοιπόν και τον κοίταξε με άγριο βλέμμα. Αυτός δε με χαρούμενο πρόσωπο της είπε: «Ας πάμε μαζί στις αποθήκες για να δούμε». Εκείνη όμως δεν θέλησε να πάει, καθώς πριν από λίγο τις είχε δει άδειες. Τότε πήγε μόνος του ο Άγιος, έκανε προσευχή στον Πολυεύσπλαχνο Θεό και, ω του θαύματος, αμέσως γέμισαν όλες οι αποθήκες από όλους τους καρπούς. Προσκάλεσε τη μητέρα του και της είπε με χαρά: «Έλα κυρία μου στις αποθήκες για να δεις τη δύναμη και τη χάρη του Θεού». Καθώς πήγε η γυναίκα και τις είδε γεμάτες από καρπούς και όλα τα πιθάρια γεμάτα από λάδι και κρασί, δόξασε μεγαλόφωνα τον πλουσιόδωρο Θεό

καταφιλώντας τον ευλογημένο Παγκράτιο του είπε: «Αγαπητό μου παιδί, από σήμερα δίνε όσο θέλεις στους πτωχούς και πλέον δεν θα σε ονομάζω Παγκράτιο αλλά Πολύκαρπο» και έτσι επικράτησε το όνομα αυτό στον Άγιο. Έχοντας λοιπόν την άδεια ο Μακάριος, μοίραζε απλόχερα σ' αυτούς που είχαν ανάγκη τους καρπούς και με το έλεος του Θεού οι αποθήκες δεν λιγόστευαν ποτέ, διότι ο Θεός βλέποντας την αγαθή γνώμη του Αγίου τους πλήθαινε. Όταν δε ο Άγιος έγινε 25 ετών άκουσε ότι ο θεολόγος Ιωάννης κήρυττε το Ευαγγέλιο στα άλλα μέρη της Ασίας και έχοντας πολύ πόθο να τον απολαύσει, πήρε την άδεια και την ευχή της μητέρας του και πήγε στον θεολόγο μαζί με τον οποίο ήταν και ο Θεοφόρος Ιγνάτιος,

ο Μακάριος Βουκόλος και μαζί με αυτούς ακολούθησε και ο Άγιος Πολύκαρπος. Περπατώντας από τόπο σε τόπο δοκίμαζε μεγάλες κακοπάθειες και υπέφερε και πείνα και δίψα και γυμνότητα και κάθε άλλη στενοχώρια για να κηρύττει το λόγο του Χριστού ως άλλος Απόστολος. Πέρασε αρκετός καιρός και ήλθε διαταγή από τον βασιλέα της Ρώμης Δομετιανό να εξοριστεί ο θεολόγος Ιωάννης στο νησί της Πάτμου, διότι ακούστηκε ότι μετέστρεφε τους ειδωλολάτρες στην πίστη του Χριστού. Μέλλοντας λοιπόν ο Απόστολος να πάει στην εξορία, χειροτόνησε τον μακάριο Βουκόλο αρχιερέα της Σμύρνης και του έδωσε τον Άγιο Πολύκαρπο να τον έχει συνοδό του. Αφού αποχαιρέτησε αυτούς ο Απόστολος,

πήρε μαζί του τον Πρόχορο και πήγε στην Πάτμο. Στη Σμύρνη ο Ιερός Βουκόλος, βλέποντας τις αρετές και τα θεία χαρίσματα του Πολυκάρπου, τον χειροτόνησε ιερέα και του έδωσε το οφίκιο του ορφανοτρόφου. Ήταν δε τόσο ταπεινόφρων ο μακάριος, ώστε ποτέ δεν θέλησε να προτιμάται, αλλά πάντα επεδίωκε την τελευταία θέση. Ο Θεός όμως βλέποντας την πολλή του ταπείνωση, τον ύψωσε και τον δόξασε καθώς υπόσχεται. Διότι καθώς προγνώρισε ο Άγιος Βουκόλος το θάνατό του, μάζεψε όλους τους επισκόπους της επαρχίας και όλο τον κλήρο και τους χριστιανούς και τους φανέρωσε την τελευτή του και ότι ψήφισε διάδοχό του τον Άγιο Πολύκαρπο, πράγμα το οποίο δέχτηκαν μετά χαράς μεγάλης

οι Επίσκοποι και οι Κληρικοί και όλος ο λαός. Έτσι, λοιπόν, χειροτονήθηκε αισιανός αρχιερέας της Σμύρνης ο Ιερός Πολύκαρπος. Αφού έλαβε ο Άγιος το μεγάλο φορτίο της αρχιερωσύνης, ποίμαινε τα λογικά του Χριστού πρόβατα με πολλή επιμέλεια, διδάσκοντας καθημερινώς το λόγο του Ευαγγελίου και γινόμενος τύπος κάθε αγαθού δια των έργων. Δεν έπαυε πλέον νύκτα και ημέρα από το να επισκέπτεται με κάθε τρόπο το ποίμνιό του. Δυνάμωνε τους αδυνάτους, παρηγορούσε τους θλιμμένους, θεράπευε τους ασθενείς, οικονομούσε τα ορφανά, ελεούσε τους πτωχούς και όλους τους χριστιανούς τους βοηθούσε κατά την ανάγκη που είχε ο καθένας. Μάλιστα επιμελούνταν πολύ κρυφά και φανερά

όπως μπορούσε τους μάρτυρες που βασάνιζαν τον καιρό εκείνο οι τύρανοι και τους στερέωνε στην πίστη του Χριστού. Αλλά και προς τους ειδωλολάτρες έστρεφε το ενδιαφέρον του, τους οποίους ακατάπαυστα δίδασκε χωρίς καμιά δειλία και φόβο και επέστρεφε πολλούς στην πίστη του Χριστού, κάνοντας κάθε μέρα άπειρα θαύματα από τα οποία θα διηγηθούμε μόνο το εξής. Μια φορά έγινε μια μεγάλη και φοβερή πυρκαγιά στη Σμύρνη, και όχι μόνο μέσα στην πόλη, αλλά και έξω, στον κάμπο, στα χωράφια, στα αμπέλια, στα δέντρα, στα ζώα, και κράτησε επτά ημερόνυχτα. Οι δε ανόητοι και σκοτισμένοι ειδωλολάτρες επικαλούνταν σε βοήθεια τους θεούς τους, όμως μάταια κοπίαζαν οι ταλαίπωροι.

Όσο εκείνοι παρακαλούσαν τα είδωλα, τόσο οργιζόταν ο Θεός εναντίον τους και αύξανε η φωτιά περισσότερο. Έτσι οι χριστιανοί προσέτρεξαν στον Άγιο και τον παρεκάλεσαν να κάνει προσευχή προς τον Κύριο για να καταπάψει τη φωτιά. Ο Άγιος Πολύκαρπος τους σπλαχνίστηκε και έκανε δέηση προς το Θεό κατά το πώς του ζητήθηκε. Έπειτα, ελέγχοντας τους ειδωλολάτρες ότι αυτά τα κακά προέρχονταν από την ασέβειά τους, δηλαδή με το να μην πιστεύουν στον αληθινό Θεό, στράφηκε στην πυρκαγιά και είπε: «Εν τω ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, τον οποίον εγώ ο ανάξιος λατρεύω και προσκυνώ, σε προστάζω να πάψεις την ώρα αυτή και να σβηστείς εντελώς». Και ω του θαύματος, έσβησε

αμέσως η φοβερή εκείνη η φωτιά. Οι παριστάμενοι θαύμασαν και φώναξαν μεγαλόφωνα: «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών» και πολλοί ειδωλολάτρες πίστευσαν στον Χριστό και βαπτίστηκαν. Ένας από τους ειδωλολάτρες, άρχοντας μεγάλος, ονόματι Πετρόνιος, παρακινούμενος από τον διάβολο που φθονεί πάντοτε το καλό, έλεγε λόγια βλάσφημα κατά της πίστεως των χριστιανών και κατά του Αγίου, αμέσως δαιμονίστηκε, έπεσε κατά γης, κυλιόταν αφρίζοντας και σπαράσσοντας. Βλέποντάς τον, μερικοί χριστιανοί τον λυπήθηκαν και παρεκάλεσαν τον Άγιο να τον γιατρεύσει. Αυτός, μιμούμενος το Δεσπότη Χριστό, τον σπλαχνίστηκε και του έδωσε διπλή τη θεραπεία. Πρώτα επιτιμώντας το πονηρό και ακάθαρτο πνεύμα

το έδιωξε από τον Πετρόνιο. Δεύτερον, φώτισε την ψυχή του και γνώρισε τη δύναμη που έχουν οι δούλοι του Χριστού, πίστευσε σε Αυτόν και βαπτίστηκε με όλους τους ανθρώπους του σπιτιού του. Τέσσερις χρόνους μετά την πυρκαγιά που προαναφέρθηκε, ακολούθησε μεγάλη ανομβρία σε όλη την περιοχή της Σμύρνης. Όλοι οι καρποί της γης κινδύνευαν να αφανιστούν και οι άνθρωποι βρίσκονταν σε μεγάλη λύπη. Οι χριστιανοί προσέτρεξαν και πάλι στον Άγιο και τον παρεκάλεσαν και έκανε δέηση προς τον Κύριο. Και ω του θαύματος, έβρεξε άφθονα, δρόσισε τα χωράφια, οι άνθρωποι έλαβαν μεγάλη παρηγοριά, δόξαζαν το Θεό και ευχαριστούσαν τον Άγιο. Επειδή όμως η βροχή δεν έπαυε και έβρεχε συνεχώς, πάλι ο Άγιος με την προσευχή του εμπόδισε την αμετρία της.

Από αυτά τα λίγα θαύματα που αναφέραμε, ας αναλογιστεί καθένας την παρρησία που είχε προς τον Θεό ο Άγιος, αλλά ας έρθουμε και στο ένδοξο του μαρτυρίου. Όταν βασίλευε στη Ρώμη ο Μάρκος Αυρήλιος, κινήθηκε μεγάλος διωγμός κατά της πίστης του Χριστού και όλοι οι κατά πόλεις εξουσιαστές βασάνιζαν ανελεώς τους χριστιανούς. Και ο εξουσιαστής της Σμύρνης έκαμνε τα ίδια και όποιον χριστιανό έβρισκε τον τιμωρούσε απάνθρωπα μέχρι που τον θανάτωνε. Έτσι αποφάσισε να ζητήσει και τον Άγιο Πολύκαρπο ως αρχιερέα των χριστιανών. Καθώς άκουσε αυτό ο θείος Πολύκαρπος δεν ταράχθηκε καθόλου, αλλά θέλησε να μείνει στην πόλη. Οι χριστιανοί όμως που δεν ήθελαν να στερηθούν τέτοιο άξιο ποιμένα, τον κατέπεισαν

με διαφόρους τρόπους να αναχωρήσει από την πόλη. Έτσι ο Άγιος, αν και ποθούσε το μαρτύριο, ζητώντας μάλλον το συμφέρον των άλλων κατά τον Μακάριο Παύλο και όχι μόνο το δικό του, αναχώρησε από τη Σμύρνη σε ένα χωριό και εκεί έμεινε μη κάνοντας τίποτα άλλο παρά προσευχόμενος μέρα και νύχτα για όλους τους Χριστιανούς και για όλες τις Εκκλησίες του Χριστού. Πιεζόμενος από την αγάπη των αδελφών, άλλαξε καταφύγιο. Τελικά όμως, μετά από προδοσία, εντοπίστηκε από τους διώκτες του. Βρισκόταν σε ένα υψηλό ανώγειο και ενώ θα μπορούσε να πάει σε άλλο σπίτι, δεν θέλησε να το κάνει λέγοντας «Ας γίνει το θέλημα του Κυρίου» και αμέσως κατέβηκε από το ανώγειο

δέχθηκε τους στρατιώτες με ιλαρό και χαρούμενο πρόσωπο, ώστε θαύμασαν και εκείνοι τη μεγαλοψυχία και αφοβία του. Ο δε Άγιος πρόσταξε να ετοιμάσουν τράπεζα και να τους βάλουν να φάγουν και να πιουν και τους ζήτησε να του δώσουν καιρό για να προσευχηθεί. Πήρε την άδεια και προσευχήθηκε αρκετή ώρα. Έπειτα, με ένα ονάριο τον μετέφεραν στην πολιτεία. Ο Άγιος πήγαινε με προθυμία στο κριτήριο και μπαίνοντας μέσα ήλθε φωνή από τον ουρανό, την οποία άκουσαν και πολλοί χριστιανοί: «Ίσχυε, Πολύκαρπε, και ανδρίζου». Ο εξουσιαστής προέτρεπε τον Πολύκαρπο να αρνηθεί το Χριστό και να τον βλασφημήσει. Ο δε Άγιος είπε: «Έχω 86 χρόνους που τον δουλεύω και κανένα κακό δεν μου έκανε».

Πώς μπορώ να βλασφημήσω τον Βασιλέα μου, τον Σωτήρα και Λυτρωτή μου;» Ο δε τύραννος τον βίαζε και πάλι να αρνηθεί το Χριστό. Τότε ο Θείος Πολύκαρπος του είπε: «Επειδή και προσποιείσαι πως δεν ξέρεις ποιος είμαι και γι' αυτό μου λέγεις αυτά, άκουσε με παρρησία. Χριστιανός είμαι και τον Χριστό δεν αρνούμαι». Ο δε κριτής του είπε: «Εάν δεν αρνηθείς το Χριστό, θα σε ρίξω στα θηρία για να σε καταφάγουν». Ο Άγιος του απάντησε: «Μην αργοπορείς και ρίξε με στα θηρία, διότι εγώ δεν μετακινούμαι από την πίστη μου. Μάλιστα, θα σου χρωστώ μεγάλη χάρη, εάν με μεταφέρεις μια ώρα νωρίτερα από αυτή την ψεύτικη και πολύπονη ζωή στην αληθινή και αθάνατη». Και ο εξουσιαστής, επειδή δεν λογάριαζε τα θηρία,

«Θα σε κατακάψω στη φωτιά, εάν δεν μετανοήσεις». «Μη με φοβερίζεις με τη φωτιά», είπε ο Πολύκαρπος, «που καίεται προσωρινά και μετά από λίγο σβήνει. Ή δεν γνωρίζεις το άσβαστο πυρ της αιωνίου κολάσεως που φυλάγεται για να κατακαίει αιωνίως τους ασεβείς; Μη χασομεράς, λοιπόν, αλλά κάνε ό,τι θέλεις». Αυτά και άλλα περισσότερα λέγοντας με μεγάλο θάρρος και χαρά, έκανε τον Άρχοντα να μείνει εκστατικός και απορώντας και μη ξέροντας τι να κάνει, έστειλε τον Κήρυκα στο μέσο του σταδίου και κήρυξε τρεις φορές ότι ο Πολύκαρπος ομολόγησε πως είναι Χριστιανός, το οποίο καθώς άκουσε όλο το πλήθος των ειδωλολατρών και των Εβραίων φώναξαν με μεγάλη φωνή και θυμό ακράτητο:

«Αυτός είναι ο Πατέρας των Χριστιανών, ο οποίος διδάσκει τους ανθρώπους να μην προσκυνούν τους θεούς και πρέπει να τον κάψουμε ζωντανό». Και αμέσως μάζεψαν από τα εργαστήρια και τα λουτρά ξύλα και φρύγανα. Μάλιστα οι Εβραίοι έτρεχαν με μεγάλη προθυμία για το μίσος που είχαν προς τον Χριστό και προς όλους τους Χριστιανούς. Όταν ετοιμάστηκε η φωτιά, ετοιμάστηκε και ο Άγιος μόνος του. Όμως εμποδίστηκε λίγο από τους χριστιανούς, οι οποίοι συνέτρεχαν όλοι με μεγάλη σπουδή ποιος να πρωτοασπαστεί το Άγιό του Σώμα. Οι στρατιώτες τον έδεσαν με τα χέρια πίσω και έτσι προσφερόταν στο Θεό ολοκαύτωμα ευπρόσδεκτο. Έστρεψε το βλέμμα προς τον ουρανό και προσευχήθηκε: «Κύριε ο Θεός, ο Παντοκράτωρ,

ευχαριστώ σοι ότι ηξίωσάς με τον ανάξιον της ημέρας και ώρας ταύτης, ίνα συναριθμηθώ κι εγώ, ομού μετά των μαρτύρων σου, εις ανάστασιν ζωής αιωνίου, ψυχής τε και σώματος, και είθε να προσαχθώ έμπροσθέν σου θυσία ευπρόσδεκτος, καθώς προετοίμασας, προεφανέρωσας και τελείωσας ο αψευδής Θεός. Δι' αυτά πάντα σε ευλογώ και σε δοξάζω, συν τω αγαπητώ και μονογενεί σου Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν». Τελειώνοντας την προσευχή, μπήκε μέσα στη φωτιά και, ω του θαύματος, η φλόγα εκείνη έγινε σαν μια καμάρα και περικύκλωσε το σώμα του μάρτυρος και ήταν στο μέσον της φλόγας, όχι ως σάρκα καιόμενη,

χρυσάφι πυρούμενο μέσα στο καμίνι χρυσοχόου και έβγαινε μεγάλη ευωδία σαν να καιγόταν λιβάνι ή κάποιο άλλο πολύτιμο άρωμα. Τέλος, βλέποντας οι άνομοι ότι δεν ήταν δυνατόν να καεί το σώμα του Αγίου από την πυρά, πρόσταξαν να πλησιάσει τον μάρτυρα ένας δήμιος και να τον θανατώσει με το ξίφος. Όταν έγινε αυτό, βγήκε πλήθος αίματος, το οποίο έσβησε τελείως τη φωτιά και θαύμασε όλο το πλήθος. Έτσι, την 23η Φεβρουαρίου του 167 τελείωσε την επίγεια ζωή του ο Σμύρνης Πολύκαρπος, της Εκκλησίας στύλος μέγας, της πίστεως αθλητής. Γι' αυτόν ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος είπε στην Αποκάλυψη τα γνωστά εκείνα:

«Μη φοβού α μέλλεις παθείν, γίνου πιστός άχρι θανάτου και δώσω σοι τον στέφανον της ζωής». Οι χριστιανοί πήραν το τίμιο λείψανο και το ενταφίασαν με ευλάβεια και τιμή εις δόξαν του Θεού και Σωτήρος Χριστού.

Ας κλείσουμε το σημερινό συναξάρι με κάποια αποσπάσματα από την προς τους Φιλιππησίους επιστολή του Αγίου Πολυκάρπου που είναι συμβουλές πολύτιμες για όλους μας. «Εκείνος που ανάστησε από τους νεκρούς τον Ιησού», έγραφε ο Άγιος, «θα αναστήσει και εμάς εάν πορευόμαστε κατά τις εντολές του και αγαπάμε ό,τι αγάπησε εκείνος με το να απέχουμε από κάθε αδικία, πλεονεξία, φιλαργυρία, καταλαλιά, ψευδομαρτυρία. Μη αποδίδοντας κακό αντί κακού, ή λοιδορία αντί λοιδορίας, ή γρόνθο αντί γρόνθου, ή κατάρα αντί κατάρας. Ενθυμούμενοι δε εκείνα που διδάσκοντας είπε ο Κύριος: μη κρίνετε για να μη κριθείτε, αφήνετε τα αμαρτήματα των άλλων και θα αφεθούν τα δικά σας.

Για να ελεηθείτε, με όποιο μέτρο μετράτε θα σας αντιμετρηθεί, και ότι μακάριοι οι πτωχοί και οι διωκόμενοι ένεκεν δικαιοσύνης, διότι αυτών είναι η Βασιλεία του Θεού». Γνωρίζοντας λοιπόν ότι ο Θεός δεν κοροϊδεύεται, οφείλουμε να βαδίζουμε αντάξια προς την εντολή και τη δόξα Του, οι νεότεροι να είναι άμεμπτοι σε όλα, προπαντός να φροντίζουν για την αγνότητα και να χαλιναγωγούν τους εαυτούς τους από κάθε κακό, διότι είναι καλό να απέχουν από τις κοσμικές επιθυμίες καθόσον κάθε τέτοια επιθυμία αντιστρατεύεται κατά του πνεύματος και ούτε πόρνοι, ούτε μαλακοί, ούτε αρσενοκοίτες θα κληρονομήσουν τη Βασιλεία του Θεού, ούτε όσοι κάνουν τα άτοπα.

Παρακαλάμε τον Κύριο να μας συγχωρέσει τις αμαρτίες, οφείλουμε και εμείς να συγχωρούμε, διότι είμαστε απέναντι στους οφθαλμούς του Κυρίου και Θεού και όλοι πρόκειται να παρασταθούμε στο βήμα του Χριστού και καθένας θα δώσει λόγο για τον εαυτό του. Αδιαλείπτως, λοιπόν, ας προσκαρτερούμε στην ελπίδα μας και τον αρραβώνα της σωτηρίας μας, που είναι ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος ανέβασε τις αμαρτίες μας με το σώμα Του στο ξύλο του Σταυρού, ο οποίος δεν έκανε αμαρτία, ούτε βρέθηκε δόλος στο στόμα Του, αλλά για μας, για να ζήσουμε εν αυτό, τα πάντα υπέμεινε. Ας γίνουμε λοιπόν μιμητές της υπομονής Του και αν πάσχουμε για το όνομά Του, Τον δοξάζουμε. Διότι αυτό το υπόδειγμα μας έδωσε με τον εαυτό Του και εμείς

αυτό πιστέψαμε.

Αγγλική μετάφρασηEN · 29 παράγραφοι

The hieromartyr of Christ, Polycarp, was born and raised in the city of Ephesus, around AD 68. His parents were devout, very wealthy, and generous to the poor. His father was named Pancratius, and his mother Theodora. They were accused of being Christians before Marcion, the governor of Ephesus. He immediately sent soldiers to bring them before him. Theodora was then pregnant with the saint. Marcion said to them, “Why do you disobey the imperial decrees, despise the great gods, and worship Christ?” His parents answered without fear, “We were taught by the Apostles of our Lord to...

believe in and worship the true God, the Maker of heaven and earth, our Lord Jesus Christ. We were baptized in His name, and we confess and proclaim Him. But the lifeless, unfeeling idols that you call gods—we reject them.”

When the governor heard this, he grew angry. He ordered the soldiers to throw them to the ground and beat them severely. Then they were put in prison, where they remained for a long time without any human help, suffering hunger, thirst, and every kind of hardship. There, in the prison, blessed Theodora gave birth to the saint.

The good God, who knows all things before they happen, foresaw that the governor would search for the child and raise him in his own false beliefs. So He sent His angel to the prison. First, the angel healed the child’s parents of the wounds left by their beatings and gave them strength. He told them that the governor would put them to death and urged them not to fear dying for Christ, for they would receive the crown of martyrdom and inherit the heavenly Kingdom. Then he took the child to a Christian widow who was very wealthy. He told her to baptize him, raise him with every care, and tell no one about him. Then the angel vanished. But the lawless Marcion searched for the child...

For many days he searched without finding him. Furious, he tortured the saint’s parents cruelly. At last, seeing that their resolve would not change and that they would never deny Christ, he sentenced them to death. His soldiers took them far outside the city to a mountain, where they beheaded them and left their bodies for wild beasts to eat. But no beast came near the remains of the holy martyrs. Afterward, Christians went secretly and buried them with due reverence. The devout widow baptized the child and named him Pancratius after his father...

She raised him as her own son. When he was old enough, she sent him to school, and before long he had learned the whole order of the Church services. From the beginning, he had wisdom beyond his years. He did not occupy himself with childish games like other children, but spent time with wise and virtuous people, listening to and following every good teaching and example that could benefit his soul. As the son of martyrs, he eagerly sought to follow them, as far as he could, in their love for God and in every virtue. He strove to show love to everyone, along with humility, cheerfulness, self-control, purity, and every other virtue. Above all...

he loved giving to the poor. This is why he came to be called Polycarp, as the following wonderful account shows. The God-loving woman who raised him was, as we have said, very wealthy. She had many storehouses filled with wheat and every kind of produce, for she owned many estates. Blessed Pancratius was so compassionate and generous that he gave lavishly to the poor, without his foster mother’s knowledge, until he had emptied all the storehouses. One day she went to take out some wheat and was astonished to find them empty. She realized that Pancratius had given it all away.

She knew his good intentions and his compassion for the poor, but she turned and looked at him sternly. With a cheerful face he said, “Let’s go to the storehouses together and see.” She did not want to go, since she had just seen that they were empty. So the saint went alone and prayed to our most compassionate God. And behold the wonder: at once every storehouse was filled with all kinds of produce. He called his mother and said joyfully, “Come, my lady, to the storehouses and see the power and grace of God.” She went and saw the storehouses full of produce and every jar full of oil and wine. Then she praised the generous God aloud...

Kissing blessed Pancratius, she said, “My dear child, from today on, give as much as you wish to the poor. I will no longer call you Pancratius, but Polycarp.” And so that name stayed with the saint. With her blessing, he gave freely to those in need, and by God’s mercy the stores never diminished. God saw the saint’s good heart and multiplied them. When the saint was twenty-five, he heard that John the Theologian was preaching the Gospel in other parts of Asia. Longing to meet him, he received his mother’s permission and blessing and went to John. With John were Ignatius the God-bearer...

blessed Bucolus, and Saint Polycarp joined them. Traveling from place to place, he endured great hardships—hunger, thirst, lack of clothing, and every other difficulty—so that he could proclaim the word of Christ like another Apostle. After some time, the Roman emperor Domitian ordered John the Theologian exiled to the island of Patmos, having heard that he was bringing pagans to faith in Christ. Before leaving for exile, the Apostle ordained blessed Bucolus bishop of Smyrna and entrusted Saint Polycarp to him as a companion. The Apostle said farewell to them...

Then he took Prochorus with him and went to Patmos. In Smyrna, holy Bucolus saw Polycarp’s virtues and the gifts God had given him. He ordained him a priest and entrusted him with the care of orphans. Blessed Polycarp was so humble that he never sought a place of honor; he always chose the last place. But God saw his deep humility and raised him up and glorified him, as He promises. When Saint Bucolus knew that his death was near, he gathered all the bishops of the region, the clergy, and the Christians. He told them he was about to die and that he had chosen Saint Polycarp as his successor. They accepted his choice with great joy...

The bishops, clergy, and all the people rejoiced. So holy Polycarp was ordained bishop of Smyrna. Taking up the great burden of a bishop’s ministry, he tended Christ’s flock with great care. Each day he taught the word of the Gospel, and by his deeds he set an example of every virtue. Day and night he never ceased visiting his people. He strengthened the weak, comforted those in sorrow, healed the sick, cared for orphans, gave to the poor, and helped every Christian according to their need. He was especially attentive, both secretly and openly...

to the martyrs being tortured by the rulers of that time. He cared for them as best he could and strengthened them in their faith in Christ. He also cared about the pagans, teaching them constantly without fear and bringing many to faith in Christ. Every day he worked countless miracles; we will tell of just one. Once a great and terrible fire broke out in Smyrna. It burned not only in the city but across the plain, the fields, the vineyards, and the trees, and it harmed the animals too. It lasted seven days and nights. The foolish pagans, darkened in their understanding, called on their gods for help, but their efforts were in vain.

The more they appealed to their idols, the more God’s anger was stirred against them, and the fire spread. The Christians ran to the saint and begged him to pray to the Lord to stop it. Saint Polycarp had compassion on them and prayed to God as they had asked. Then he rebuked the pagans, saying that this disaster came from their refusal to believe in the true God. Turning toward the fire, he said, “In the name of our Lord Jesus Christ, whom I, unworthy as I am, serve and worship, I command you to stop at this very hour and be put out completely.” And behold the wonder: the terrible fire went out...

at once. Those who were there marveled and cried out, “Great is the God of the Christians!” Many pagans believed in Christ and were baptized. But one of them, a powerful official named Petronius, was stirred up by the devil, who always envies what is good. He spoke blasphemously against the Christian faith and against the saint. At once a demon took hold of him. He fell to the ground, rolling about, foaming, and convulsing. Some Christians saw him and felt pity for him. They begged the saint to heal him. Imitating Christ his Master, the saint had compassion and gave him healing in two ways. First, he rebuked the evil and unclean spirit...

and drove it out of Petronius. Second, he enlightened his soul. Petronius came to know the power given to the servants of Christ, believed in Him, and was baptized along with everyone in his household. Four years after the fire, a severe drought struck the whole region of Smyrna. All the crops were in danger of being lost, and the people were deeply troubled. Once again the Christians went to the saint and begged him to pray to the Lord. And behold the wonder: abundant rain fell and refreshed the fields. The people took great comfort, glorified God, and thanked the saint. But when the rain continued without stopping, the saint prayed again and brought its excess to an end.

From these few miracles we have told, each of us can see how freely the saint could approach God in prayer. Now let us turn to his glorious martyrdom. During the reign of Marcus Aurelius in Rome, a great persecution broke out against the faith of Christ. Governors in every city tortured Christians without mercy. The governor of Smyrna did the same, punishing every Christian he found, even to death. Then he decided to seek out Saint Polycarp, the bishop of the Christians. When Polycarp heard this, he was not troubled at all. He wanted to remain in the city. But the Christians could not bear to lose such a worthy shepherd, and they persuaded him...

in various ways to leave the city. Though the saint longed for martyrdom, he sought what was good for others, as blessed Paul taught, rather than only what he himself desired. So he left Smyrna for a village. There he did nothing but pray day and night for all Christians and all the Churches of Christ. At the urging of the brethren who loved him, he moved to another refuge. In the end, however, he was betrayed and his pursuers found him. He was in an upper room and could have escaped to another house, but he chose not to. “Let the will of the Lord be done,” he said, and immediately came down...

He welcomed the soldiers with a cheerful face, and even they marveled at his courage and fearlessness. The saint ordered a meal to be prepared for them, with food and drink, and asked them to give him time to pray. They agreed, and he prayed for quite a while. Then they took him into the city on a small donkey. The saint went willingly to the place of judgment. As he entered, a voice came from heaven, which many Christians also heard: “Be strong, Polycarp, and take courage.” The governor urged him to deny Christ and speak against Him. But the saint said, “I have served Him for eighty-six years, and He has done me no wrong.

How can I speak against my King, my Savior and Redeemer?” The governor again pressed him to deny Christ. Then holy Polycarp said, “Since you pretend not to know who I am and speak to me this way, hear me plainly: I am a Christian, and I will not deny Christ.” The judge said, “If you do not deny Christ, I will throw you to the wild beasts to be eaten.” The saint answered, “Do not delay. Throw me to the beasts, for I will not turn from my faith. Indeed, I would be grateful if you brought me, even an hour sooner, from this false and painful life to the true and immortal life.” But the governor, seeing that the threat of wild beasts meant nothing to him...

“I will burn you alive if you do not repent.” Polycarp replied, “Do not threaten me with a fire that burns for a little while and then goes out. Do you not know of the unquenchable fire of eternal Hell, kept to burn the ungodly forever? Do not delay. Do what you wish.” He spoke with such courage and joy that the governor was astonished and did not know what to do. He sent a herald into the middle of the stadium to announce three times that Polycarp had confessed himself a Christian. When the crowd of pagans and Jews heard this, they shouted in uncontrollable anger:

“This is the father of the Christians! He teaches people not to worship the gods. He must be burned alive!” At once they gathered wood and brushwood from the workshops and baths. The Jews were especially eager, because of their hatred for Christ and all Christians. When the fire was ready, the Saint made himself ready too. The Christians held him back briefly as they hurried to kiss his holy body. The soldiers bound his hands behind him, and thus he was offered to God as an acceptable whole burnt offering. He raised his eyes to heaven and prayed: “O Lord God Almighty,

I thank You for counting me, unworthy as I am, worthy of this day and hour, so that I too may be numbered among Your martyrs in the resurrection to eternal life, both in soul and body. May I be brought before You as an acceptable sacrifice, as You have prepared, revealed beforehand, and brought to completion, O God who never lies. For all these things I bless and glorify You, together with Your beloved and only begotten Son and the Holy Spirit, now and always and unto the ages of ages. Amen.” When he finished praying, he entered the fire. And behold the wonder: the flames formed an arch around the martyr’s body. He stood in their midst, like flesh that was not burning, but like

gold glowing in a goldsmith’s furnace. A rich fragrance rose from the fire, as though incense or some other precious perfume were burning. At last, seeing that the Saint’s body could not be burned, the lawless men ordered an executioner to approach the martyr and kill him with a sword. When he did, so much blood flowed that it put out the fire completely, and the whole crowd was amazed. Thus, on February 23, 167, Polycarp of Smyrna ended his earthly life: a great pillar of the Church and a champion of the faith. It was of him that Saint John the Theologian spoke those familiar words in the Apocalypse (Book of Revelation):

“Do not fear what you are about to suffer. Be faithful unto death, and I will give you the crown of life.” The Christians took his precious relics and buried them with reverence and honor, to the glory of God and Christ our Savior.

Let us close today’s account of the Saint’s life with a few passages from Saint Polycarp’s Letter to the Philippians. They offer precious counsel to us all. “He who raised Jesus from the dead,” the Saint wrote, “will raise us too, if we walk according to His commandments and love what He loved, keeping away from every injustice, greed, love of money, slander, and false witness. We must not repay evil for evil, insult for insult, blow for blow, or curse for curse. Let us remember what the Lord taught: Do not judge, so that you will not be judged. Forgive the sins of others, and your own will be forgiven.

Show mercy, so that mercy may be shown to you. The measure you use will be measured back to you. Blessed are the poor and those persecuted for righteousness’ sake, for theirs is the Kingdom of God.” Knowing, then, that God is not mocked, we must live in a way worthy of His commandment and His glory. Young people should be blameless in everything. Above all, they should guard their purity and restrain themselves from every evil. It is good to keep away from worldly desires, for every such desire fights against the spirit. Neither the sexually immoral, nor the effeminate, nor men who have sex with men will inherit the Kingdom of God, nor will those who do what is wrong.

We ask the Lord to forgive our sins, so we too must forgive. We stand before the eyes of the Lord our God, and we must all appear before the judgment seat of Christ. Each of us will give an account of ourselves. So let us hold fast without ceasing to our hope and the pledge of our salvation, Jesus Christ. He bore our sins in His body upon the wood of the Cross. He committed no sin, and no deceit was found in His mouth. Yet for our sake, so that we might live in Him, He endured everything. Let us follow His example of patient endurance. If we suffer for His name, we glorify Him. He gave us this example in His own person, and we

have believed in Him.”

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

02 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ\23 02 eid.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα