Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Άγιος Πλάτων Αγκύρας και η χάρη του μαρτυρίου

Η Εκκλησία τιμά τον Άγιο Μάρτυρα Πλάτωνα Αγκύρας και άλλους μάρτυρες στις 18 Νοεμβρίου. Ο Πλάτων ενίσχυε τους συνχριστιανούς του, βοηθούσε τους φτωχούς και ομολογούσε ανοιχτά τον Χριστό ενώπιον του ηγεμόνα Αγρυπίνου.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων18 Νοεμβρίου10:56Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Η Εκκλησία τιμά τον Άγιο Μάρτυρα Πλάτωνα Αγκύρας και άλλους μάρτυρες στις 18 Νοεμβρίου.
  • Ο Πλάτων ενίσχυε τους συνχριστιανούς του, βοηθούσε τους φτωχούς και ομολογούσε ανοιχτά τον Χριστό ενώπιον του ηγεμόνα Αγρυπίνου.
  • Αφού υπέμεινε σκληρή μαστίγωση, ενθάρρυνε τους οπαδούς του να εκτιμούν την αιώνια ζωή πάνω από τα παρόντα βάσανα.
  • Στη φυλακή προσευχόταν για δύναμη, αναγνωρίζοντας ότι χωρίς τον Χριστό δεν μπορεί να κάνει τίποτα.
  • Περαιτέρω βασανιστήρια δεν κλόνισαν την πίστη του, ενώ η υπομονή και η θαυμαστή προστασία του οδήγησαν άλλους να πιστέψουν.
  • Ο Πλάτων παρέθεσε Ψαλμούς και τον Απόστολο Παύλο πριν από την αποκεφαλισμό του το 296, εμπιστευόμενος το πνεύμα του στον Κύριο.
  • Η ομιλία αποδίδει τη χαρούμενη υπομονή του στη θεία χάρη και καλεί τους ακροατές να μοιραστούν την ολόψυχη αγάπη των αγίων για τον Χριστό.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 12 παράγραφοι

18 του μηνός Νοεμβρίου η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Πλάτονος, του Αγίου Μάρτυρος Ρωμανού, του Αγίου Νηπίου, το οποίο ρωτήθηκε από τον έπαρχο και αποκρίθηκε ότι σέβεται το Χριστό, του Αγίου Μάρτυρος Ρωμανού του από την Παλαιστίνη, των Αγίων Μαρτύρων Ζακχαίου του Διακόνου και Αλφαίου και του Αγίου Νεομάρτυρος Αναστασίου του από την Ήπειρο.

Ο Άγιος Μάρτυς Πλάτων ήταν από την Άγκυρα, γιος γονέων χριστιανών ορθοδόξων και αδελφός του Αγίου Αντιόχου. Διακρινόταν για τη σύνεση και σοφία του, αγωνιζόταν δε ακατάπαυστα και δυνάμωνε τους αδελφούς του χριστιανούς στην ευσέβεια, τους πτωχούς δε ελεούσε με απλοχεριά. Καθώς ομολογούσε φανερά και με θάρρος το Χριστό, οδηγήθηκε στον ηγεμόνα Αγρυπίνο, ο οποίος δεν θέλησε αμέσως με απειλές να τον φοβήσει, αλλά προσπάθησε με τρόπο ήμερο και λόγια απαλά να ψυχράνει τη θέρμη της πίστεώς του. «Πώς όλος ο κόσμος», του είπε, «φυλάττει την πατροπαράδοτη πίστη και εσύ μόνος καταδέχεσαι να προσκυνείς Θεό Εσταυρωμένο; Αλλά πες μου την πατρίδα, το αξίωμα και το όνομά σου».

«Πατρίδα και πίστη και όνομά μου», απάντησε ο Πλάτων, «είναι το να ονομάζομαι και να είμαι χριστιανός. Αλλά εάν ζητάς και το όνομα που έλαβα από τους γονείς μου, ονομάζομαι Πλάτων και είμαι από αυτή την πόλη, είμαι δε δούλος του Χριστού, για τον οποίο είμαι πρόθυμος να υπομείνω δεσμά, μάστιγες και πολυώδυνο θάνατο». Ο Αγρυπίνος προσπάθησε και πάλι με το λόγο να μεταπείσει τον Άγιο, όμως βλέποντας το αμετάθετο της γνώμης του άρχισε τα βασανιστήρια. Πρόσταξε και τον μαστίγωναν δεκαέξι άνδρες, οι οποίοι εναλλάσσονταν ανά δύο. Ο Μάρτυς υπέφερε με πραότητα και ηρεμία την ανηλεή μαστίγωση, θεία δε δύναμη τον δυνάμωνε και του γιάτρευε τις πληγές. Φαινόταν σε όλους λαμπρός και χαριτωμένος.

Και σε αυτόν τον τύρανο, ο οποίος ντράπηκε και τον φυλάκισε για να μην τον βλέπουν κι άλλοι και πιστεύσουν. Πολλοί που είχαν διδαχθεί από το μάρτυρα την πίστη του Χριστού, βλέποντας το μαρτύριό του στερεώθηκαν ακόμη περισσότερο στην πίστη τους και ήθελαν να τον ακολουθήσουν στη φυλακή παρά να τον αποχωριστούν. Ο Άγιος όταν έφτασε στην πύλη της φυλακής τους είπε: «Καθώς βλέπετε, ο παρών καιρός είναι γεμάτος θλίψης. Όποιος όμως συλλογίζεται τα αιώνια και ανεκλάλητα αγαθά, δεν νομίζει τίποτε τα παρόντα και πρόσκαιρα. Εάν κάποιος που βασανίζεται για την πρόσκαιρη πατρίδα του λαμβάνει μεγάλη τιμή, πόση θα λάβει εκείνος που κακοπαθεί για το Θεό;» Λέγοντας αυτά τους παρέδωσε στο Θεό και τους είπε να απέρθουν.

Μπήκε στη φυλακή, προσευχήθηκε και είπε: «Κύριε ο Θεός, ο κτίστης και σωτήρας μας, που γνωρίζεις την προαίρεσή μας, δώσε δύναμη για την ασθένεια της σαρκός, διότι, καθώς είπες, χωρίς Εσένα τίποτε δεν μπορούμε να κατορθώσουμε». Αφού είπε αυτά ο αθλητής του Χριστού έλαβε στην ψυχή δύναμη ακατάβλητη, θερμάνθηκε η πίστη του και πόθησε ακόμη περισσότερο το μαρτύριο, ώστε λυπόταν διότι δεν βασανιζόταν γρηγορότερα. Μετά από επτά μέρες ο κριτής έβγαλε τον μάρτυρα από τη φυλακή και άρχισε να τον δελεάζει στην αρχή και να τον φοβερίζει μετά.

Βλέποντας όμως το άφοβο και αμετάθετο της γνώμης του, πρόσταξε και τον έβαλαν πάνω σε σιδερένιο κρεβάτι και άναψαν φωτιά. Πάνω δε τον έδερναν με λεπτά ραβδιά. Ο Άγιος, παρά τα φρικτά βασανιστήρια και τις προτροπές να θυσιάσει και να ελευθερωθεί, παρέμενε σταθερός στην πίστη του και έλεγε ότι για αυτόν ζωή ήταν ο θάνατος για το Χριστό. Ο Μάρτυς παρέμενε αβλαβής και έβγαινε από αυτόν ευωδία θαυμαστή, η οποία παρακινούσε πολλούς απίστους στην πίστη, οι οποίοι με μια φωνή είπαν: «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών, ο οποίος ελευθέρωσε τον δούλο του και τον κράτησε αβλαβή από αυτή την ανυπόφορη φλόγα». Μετά δόθηκε διαταγή να βάλουν σιδερένιες πυρακτωμένες σφαίρες στις μασχάλες του, που κατέκαιγαν τις σάρκες του. Ο δε Μάρτυς και έτσι βασανιζόμενος δεν δειλίασε και δεν κάμφθηκε.

Φρικτά βασανιστήρια συνεχίστηκαν. Ο Αγρυπίνος, παραμένοντας αναίσθητος, πρόσταξε και άρχισαν να τον δέρνουν. Ο δε γενναίος και αδαμάντινος Μάρτυς έψαλε: «Υπομένων υπέμεινα τον Κύριο και προσέσχε μοι και εισήκουσε της δεήσεώς μου και έστησε επί πέτραν τους πόδας μου και κατηύθυνε τα διαβήματά μου». Μετά δόθηκε προσταγή να τον κρεμάσουν στο ξύλο και να του ξεσχίσουν με σιδερένια νύχια όσες σάρκες του απέμειναν. Ο δε Πλάτων παρέμενε στερεός στην ομολογία του, χωρίς φόβο και δειλία. Ο Αγρυπίνος με περισσότερο θυμό πρόσταξε και του ξέσχισαν το πρόσωπο και μετά τους μηρούς, τα γόνατα και τα λοιπά μέλη μέχρι τους αστραγάλους. Αλλά επειδή ο Άγιος και πάλι παρέμενε ανίκητος και αμετάθετος, φυλακίστηκε.

Πέρασαν δεκαοκτώ μέρες, έφεραν τον μάρτυρα και ο άρχοντας τον ρωτούσε εάν πίστευε στην πίστη του βασιλέα. Ακόμη δεν είχε μάθει τη γνώμη του Αγίου. Ο Μάρτυς έλεγε: «Εμοί το ζην Χριστός και το αποθανείν κέρδος. Ζωή μου είναι ο Χριστός και το να πεθάνω κέρδος». Τότε ο κριτής αποφάσισε να τον αποκεφαλίσουν και, πηγαίνοντάς τον οι δήμιοι στον καθορισμένο τόπο, ο Μάρτυς έλεγε με ηδονή και άρρητη αγαλλίαση: «Κύριε, εις χείρας Σου παρατίθεμαι το πνεύμα μου». Και αμέσως του έκοψαν την τιμία του κεφαλή στις 18 Νοεμβρίου του 296 μετά Χριστόν.

Μερικοί από εκείνους που μέσω αυτού πίστεψαν, πήραν το τίμιο του λείψανο και το ενταφίασαν με ευλάβεια, τον πρέποντα σε μάρτυρα του Χριστού τρόπο, εις δόξαν του Αγίου Τριαδικού Θεού.

Προκαλούν, ιδιαίτερα στο σήμερα εορταζόμενο μάρτυρα, το πλήθος αλλά και το μέγεθος, το φρικτό των βασανιστηρίων τα οποία υπέστη και η καρτερία και ακόμη περισσότερο η χαρά και η αγαλλίαση με τα οποία τα υπέμεινε. Πράγματι υπέρ άνθρωπον το κατόρθωμα, το οποίο μόνο ως θαύμα της Χάριτος του Θεού μπορεί να εξηγηθεί. Επενέργεια της Χάριτος του Θεού, η οποία και στο σώμα έδινε την αντοχή και στην ψυχή ενέπνεε το γνήσιο χριστιανικό πνεύμα, την πλήρη εξάρτηση από το Θεό, την αποδέσμευση από κάθε τι που δεν είναι ο Θεός, την πλήρη, την ολοκληρωτική αγάπη προς το Χριστό που εκφράζεται με το λόγο του Αποστόλου Παύλου, τον οποίο καθώς ακούσαμε προηγουμένως

επανέλαβε και ο Άγιος Μάρτυς Πλάτων: «Εμοί το ζην Χριστός και το αποθανείν κέρδος». Γι' αυτούς ζωή ήταν ο Χριστός και τίποτε άλλο. Ο Χριστός γέμιζε την ύπαρξή τους και όλα τα άλλα τους άφηναν ασυγκίνητους. Ήταν σαν να μην υπήρχαν. Επειδή δε με το θάνατο, την αποδέσμευση από κάθε τι που θα μπορούσε έστω και λίγο να τους απομακρύνει από το Χριστό, θα πήγαιναν ακόμη πιο κοντά σε Αυτόν, θα είχαν πληρέστερη κοινωνία μαζί Του. Γι' αυτό ο θάνατος για αυτούς ήταν κέρδος, γι' αυτό και με χαρά, αγαλλομένω ποδί, πήγαιναν σε Αυτόν. Μακάρι και εμείς να γίνουμε κοινωνοί αυτού του φρονήματος, αυτού του πόθου για το Χριστό,

αυτής της ένθεης ζωής του Αγίου Αποστόλου Παύλου, του Αγίου Πλάτωνος και όλων των Αγίων.

Αγγλική μετάφρασηEN · 12 παράγραφοι

On November 18, our Church commemorates Saint Plato the Martyr; Saint Romanus the Martyr; the holy infant who, when questioned by the governor, answered that he worshipped Christ; Saint Romanus the Martyr of Palestine; the holy martyrs Zacchaeus the deacon and Alphaeus; and Saint Anastasius, the New Martyr from Epirus.

Saint Plato the Martyr was from Ancyra. His parents were Orthodox Christians, and he was the brother of Saint Antiochus. He was known for his good judgment and wisdom. He struggled tirelessly to strengthen his fellow Christians in the faith, and he gave generously to the poor. Because he openly and boldly confessed Christ, he was brought before the governor Agrippinus. Agrippinus did not begin with threats. He tried gentle words to cool the ardor of Plato’s faith. “How is it,” he asked, “that the whole world keeps the faith handed down by its fathers, while you alone choose to worship a crucified God? Tell me your homeland, your rank, and your name.”

“My homeland, my faith, and my name,” Plato replied, “are to be called a Christian and to be one. But if you ask for the name my parents gave me, I am called Plato, and I come from this city. I am a servant of Christ, and for His sake I am ready to endure chains, whips, and a most painful death.” Agrippinus tried once more to persuade the Saint. When he saw that Plato would not change his mind, he began the tortures. He ordered sixteen men to whip him, taking turns in pairs. The Martyr endured the merciless whipping with gentleness and calm. Divine power strengthened him and healed his wounds. To everyone who saw him, he appeared radiant and full of grace.

The tyrant was ashamed and had him imprisoned, so that others would not see him and come to believe. Many who had learned the faith of Christ from the Martyr were strengthened still further when they saw his suffering. They wanted to follow him into prison rather than be parted from him. At the prison gate, the Saint told them: “As you can see, this present time is full of tribulation. But whoever keeps the eternal, unspeakable blessings in mind thinks little of what is present and passing. If someone who suffers for an earthly homeland receives great honor, how much honor will one receive who suffers for God?” With these words, he entrusted them to God and told them to go home.

He entered the prison and prayed: “O Lord our God, our Creator and Savior, You know the intention of our hearts. Give strength to our weak flesh, for, as You have said, without You we can do nothing.” Having said this, Christ’s champion received unconquerable strength in his soul. His faith burned more brightly, and he longed even more for martyrdom. He grieved that the tortures had not resumed sooner. After seven days, the judge brought the Martyr out of prison. First he tried to entice him, and then he threatened him.

When the judge saw that Plato was fearless and would not change his mind, he ordered him laid on an iron bed with a fire lit beneath it. They beat him with thin rods as he lay there. Despite the terrible tortures and the pleas to offer sacrifice and go free, the Saint remained steadfast in his faith. He said that, for him, to die for Christ was life. The Martyr remained unharmed, and a wondrous fragrance came from him. This led many unbelievers to faith, and they cried out together: “Great is the God of the Christians, who has delivered His servant and kept him unharmed in this unbearable fire.” Then the judge ordered red-hot iron balls placed under Plato’s arms, burning his flesh. Even under this torture, the Martyr neither lost courage nor gave way.

The terrible tortures continued. Agrippinus, still unmoved, ordered them to beat him again. But the brave Martyr, firm as a diamond, sang: “I waited patiently for the Lord, and He turned to me and heard my prayer. He set my feet upon a rock and guided my steps.” Then came the order to hang him on a wooden frame and tear away the flesh that remained with iron claws. Plato held fast to his confession, without fear. Growing angrier, Agrippinus ordered them to tear his face, then his thighs, knees, and the rest of his limbs down to his ankles. Still the Saint could neither be defeated nor made to change his mind, so he was imprisoned again.

Eighteen days passed. The Martyr was brought before the ruler, who asked whether he accepted the emperor’s faith. He still had not understood the Saint’s resolve. The Martyr answered: “For me, to live is Christ, and to die is gain. Christ is my life, and death is gain.” The judge then sentenced him to be beheaded. As the executioners led him to the appointed place, the Martyr said with joy and inexpressible gladness: “Lord, into Your hands I commend my spirit.” They immediately cut off his honored head on November 18, in the year 296 after Christ.

Some of those who had come to believe through him took his honored remains and buried them reverently, as befits a martyr of Christ, to the glory of the Holy Trinity.

What strikes us about the Martyr we celebrate today is the number and severity of the dreadful tortures he endured, and his steadfastness—still more, the joy and gladness with which he endured them. This was truly beyond human strength. It can only be explained as a miracle of God’s grace. That grace gave endurance to his body and inspired in his soul the true Christian spirit: complete dependence on God, freedom from everything that is not God, and a whole and undivided love for Christ. The Apostle Paul expressed this love in words that, as we heard earlier,

Saint Plato the Martyr also repeated: “For me, to live is Christ, and to die is gain.” For them, Christ was life, and nothing else. Christ filled their whole being, and everything else left them unmoved. It was as though those things did not exist. Through death, they would be freed from anything that might draw them even a little away from Christ. They would come closer to Him and share more fully in communion with Him. That is why death was gain for them, and why they went to Him with joyful steps. May we, too, come to share this way of thinking, this longing for Christ,

and this life filled with God that we see in the holy Apostle Paul, Saint Plato, and all the Saints.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

11 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ\18 11.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα