Αγία Φιλοθέη η Αθηναία: φιλανθρωπία, μαρτύριο και μοναχική ζωή
Γεννημένη ως Ρεγούλα Μπενιζέλου στην Αθήνα μετά τις προσευχές της μητέρας της, η Φιλοθέη μεγάλωσε σε ευσεβή και φιλάνθρωπη οικογένεια. Αναγκασμένη σε γάμο παρά την επιθυμία της για ασκητική ζωή, υπέμεινε έναν σκληρό σύζυγο και αφοσιώθηκε στην προσευχή μετά τον θάνατό του.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Γεννημένη ως Ρεγούλα Μπενιζέλου στην Αθήνα μετά τις προσευχές της μητέρας της, η Φιλοθέη μεγάλωσε σε ευσεβή και φιλάνθρωπη οικογένεια.
- Αναγκασμένη σε γάμο παρά την επιθυμία της για ασκητική ζωή, υπέμεινε έναν σκληρό σύζυγο και αφοσιώθηκε στην προσευχή μετά τον θάνατό του.
- Μετά από όραμα του Αγίου Ανδρέα, ίδρυσε γυναικείο μοναστήρι, έγινε η ηγουμένη του και πήρε το όνομα Φιλοθέη.
- Φρόντιζε τους φτωχούς και τους αρρώστους, ίδρυσε καταφύγια και σχολεία και προέτρεπε τις μοναχές της να εμπιστεύονται τον Θεό όταν οι πόροι τους εξέλειπαν.
- Φιλοξένησε τέσσερις σκλάβες που αντιμετώπιζαν πίεση να εγκαταλείψουν την πίστη τους· η ίδια φυλακίστηκε και απειλήθηκε με θάνατο, μέχρι που οι χριστιανοί εξασφάλισαν την απελευθέρωσή της.
- Συνέχισε τη διακονία της και ίδρυσε άλλο μοναστήρι, αλλά αργότερα επιτέθηκαν σε αυτήν και την χτύπησαν σκληρά· πέθανε από τα τραύματά της στις 19 Φεβρουαρίου 1589.
- Η ομιλία τιμά την ασκητική της ζωή και το μαρτύριό της, διδάσκοντας ότι η πρώτη κλήση του μοναχού είναι η προσευχή και η λατρεία, με την κοινωνική διακονία να αναλαμβάνεται όταν είναι αναγκαία.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 16 παράγραφοι
Φιλοθέη ήταν από την Αθήνα. Εκεί γεννήθηκε, ανατράφηκε και αγωνίστηκε τον καλό της πίστεως αγώνα. Η μητέρα της ονομαζόταν Συρίγα και ο πατέρας της, Άγγελος Μπενιζέλος. Ήταν δε και οι δύο ευσεβείς, ευγενείς και πλούσιοι. Μάλιστα η Συρίγα, όσο είχε την εξωτερική λαμπρότητα και πλούτο, τόσο είχε και τον εσωτερικό των αρετών και ιδιαίτερα της ελεημοσύνης. Αλλά επειδή ήταν στείρα και άτεκνη, λυπόταν πολύ. Όμως δεν προσέφευγε σε ανθρώπινες και πολύ περισσότερο σε δαιμονικές τέχνες, αλλά με γενναίο φρόνημα, μιμούμενη τη θεοχαρίτωτη εκείνη προφήτιδα Άννα, κατέφυγε στο Θεό, τον Παντοδύναμο και Πανάγαθο Ιατρό.
Στη μεσιτεία της Θεοτόκου και την παρακαλούσε θερμά να διαλύσει τη λυπηρή της στείρωση και να την αξιώσει να γίνει μητέρα. Ο δε Κύριος, ο ποιών το θέλημα των φοβουμένων αυτόν, δεν παρήκουσε τη δέησή της. Μια μέρα, κατά την οποία, κατά τη συνήθειά της, εισήλθε στο ναό της Θεοτόκου, από τον κόπο της θερμής και παρατεταμένης προσευχής αποκοιμήθηκε λίγο και είδε σε όραμα ότι ήλθε από την εικόνα της Θεοτόκου φως λαμπρό, το οποίο εισήλθε στην κοιλιά της. Όταν ξύπνησε, έκρινε ότι πέτυχε του ποθουμένου, το οποίο και πραγματοποιήθηκε, διότι μετά από λίγο καιρό απέκτησε θυγατέρα, την οποία ονόμασαν Ρεγούλα ή Ρηγούλα. Αυτή λοιπόν η μακαρία...
Τέκνο θεοχαρίτωτο, από τη μικρή ηλικία προμήνυε τα ενάρετα και θεοειδή κατορθώματα, τα οποία αργότερα θα έκανε. Όσο αύξανε κατά τη σωματική ηλικία, τόσο πρόκοβε κατά την ψυχή, εμπνεόμενη από το παράδειγμα της μητέρας της.
Έφτασε στο δωδέκατο έτος της ηλικίας της, ζητήθηκε σε γάμο από κάποιο άρχοντα από τους πρώτους της πόλεως. Επειδή όμως εκείνη είχε πολύ πόθο στην καρδιά της να φυλάξει παρθενία και να ζήσει ασκητικά, στην αρχή ήταν αρνητική στο αίτημα αυτό που δεν ήταν σύμφωνο με το θεοφιλή της σκοπό. Κατόπιν όμως, μετά από πολλές ενοχλήσεις και πίεση καθημερινή των γονέων της, οι οποίοι δικαιολογούνταν ότι δεν είχαν άλλο κληρονόμο της περιουσίας τους, συγκατένευσε παρά την επιθυμία της και έτσι παντρεύτηκε. Όμως ο άνδρας της ήταν σκληρός και η διαγωγή του απάνθρωπη. Εκείνη δε έκανε πολλή υπομονή και προσπαθούσε με διαφόρους τρόπους να οικονομήσει τη διόρθωση και σωτηρία του. Πέρασαν τρία χρόνια με πολλές θλίψεις και βάσανα, μέχρι που ο Θεός, βλέποντας την υπομονή της και την αμετανοησία εκείνου, τον θέρισε με το δρεπάνι του θανάτου. Αφού λοιπόν η Αγία απελευθερώθηκε από τον κακό εκείνο σύζυγο, σε έναν σκοπό μόνο απέβλεπε, στο πώς να ευαρεστήσει το Θεό με όλα τα είδη της αρετής. Τον παρακαλούσε δε νύχτα και μέρα να τη δυναμώσει στην πραγματοποίηση του σκοπού που και προηγουμένως είχε. Μάλιστα,
αξιώθηκε να δει και θεία οπτασία με την οποία ενισχυόταν στη θεοφιλή γνώμη της. Κατά το 12ο έτος της χηρείας της πέθαναν οι γονείς της. Αυτή δε επιδόθηκε σε ασκητικότερη ζωή με νηστείες, αγρυπνίες και προσευχές. Με επιταγή του Αγίου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου, τον οποίο είδε η Οσία σε όραμα, οικοδόμησε γυναικείο μοναστήρι επ' ονόματι του Αγίου Ανδρέου με αρκετά κελιά και άλλα αναγκαία κτίσματα και το προικοδότησε με μετόχια και υποστατικά αρκετά για τη συντήρηση των μοναζουσών. Μετά το τέλειωμα του μοναστηριού η μακαρία εκείνη πρώτη ενδύθηκε το μοναχικό σχήμα και έλαβε το όνομα Φιλοθέη.
Μαζί της και τις γυναίκες που εργάζονταν στο πατρικό σπίτι, τις οποίες είχε κατηχήσει και προετοιμάσει για τη μοναχική πολιτεία. Και όχι μόνο αυτές, αλλά και πολλές άλλες παρθένες από τις ευγενέστερες και πλουσιότερες της πόλεως, ενδύονταν το μοναχικό σχήμα και υποτάσσονταν στη μακαρία αυτή καθηγουμένη, ελκυόμενες από τα γλυκύτατά της λόγια, την πραότητα και όλες τις άλλες αρετές της. Μεγάλη δε ήταν και η φιλανθρωπία και η συμπάθεια που έδειχνε η Οσία προς τους πάσχοντες και ενδεείς και η καθημερινή φροντίδα της για αυτούς. Σε εποχή που δεν υπήρχαν νοσοκομεία, γηροκομεία κλπ., η Οσία έκτισε και ξενώνες και νοσοκομεία, στα οποία επισκεπτόταν τους πάσχοντες και
τους ανέπαυε σωματικά αλλά και πνευματικά με παρηγορητικούς και ευαγγελικούς λόγους. Αλλά και Παρθενώνα για τα κορίτσια έκτισε και σχολεία διοργάνωσε για τα παιδιά της πόλεως. Επειδή όμως όλοι που είχαν ανάγκη έτρεχαν στην Οσία, στο μοναστήρι σημειώθηκε στέρηση και οι μοναχές άρχισαν να γογγίζουν κατά της Αγίας και να μικροψυχούν. Αλλ' εκείνη δεν έπαυσε να τις νουθετεί και να τις λέγει να έχουν εμπιστοσύνη σε Αυτόν που είπε: «Ζητείτε πρώτον την Βασιλεία του Θεού και την δικαιοσύνη Αυτού και ταύτα πάντα προσθεθήσεται υμίν». Μετά λίγες μέρες, δύο πρόκριτοι που ήλθαν χάριν προσκυνήσεως έδωσαν μεγάλη ελεημοσύνη.
Αδελφές, δόξασαν το Θεό θαύμασαν την αδίστακτη πίστη της Οσίας. Κατά τον καιρό εκείνο, οι Τούρκοι είχαν στην Αθήνα ξένες γυναίκες που τις είχαν αρπάξει από διαφόρους τόπους και τις είχαν κάνει δούλες. Τέσσερις από αυτές, καθώς τις πίεζαν να αρνηθούν την πίστη τους, κατέφυγαν στην Οσία. Εκείνη τις δέχτηκε, τις νουθέτησε να μένουν ανδρείες στους υπέρ της πίστεως κινδύνους, τις έκρυψε και κοίταξε να βρει καιρό κατάλληλο για να τις στείλει στις πατρίδες τους. Δεν πέρασε όμως πολύς καιρός και οι αφέντες τους, καθώς έμαθαν τα συμβάντα,
όρμησαν, άρπαξαν την Αγία, την πήγαν κατηγορώντας την στο διοικητή και την έβαλαν σε σκοτεινή φυλακή. Η δε Αγία, αντί να λυπηθεί, χάρηκε για την κακοπάθειά της. Ήταν έτοιμη να θυσιάσει και τη ζωή της, παρά να προδώσει εκείνες που κατέφυγαν στην προστασία της. Την επομένη μαζεύτηκε πάλι πλήθος Τούρκων που φώναζαν ζητώντας την καταδίκη της. Ο διοικητής την έβγαλε από τη φυλακή και της είπε να διαλέξει τον δια ξίφους θάνατο ή την άρνηση της αγιωτάτης μας πίστεως. Αλλά η Αγία του απάντησε: «Διψώ να υπομείνω διάφορα είδη βασάνων για το όνομα του Χριστού, τον οποίο ολοψύχως πιστεύω και προσκυνώ, Θεό αληθινόν και άνθρωπο τέλειον, και χάρη μεγάλη θα μου κάνεις, αν μια ώρα νωρίτερα θα με εξαποστείλεις προς Αυτόν με το μαρτύριο». Όμως την ώρα εκείνη πρόφθασαν κάποιοι χριστιανοί, οι οποίοι καταπράυναν τον άρχοντα
ελευθέρωσαν την Αγία, η οποία συνέχισε το θεοφιλές της έργο με ελεημοσύνες, φιλοξενία, ολονύκτιες αγρυπνίες και στάσεις, με άκρα εγκράτεια. Τους εναρέτους στερέωνε στην αρετή και τους αμαρτωλούς τους οδηγούσε στη μετάνοια. Στο νησί Κέα είχε ιδρύσει και λειτουργούσε μετόχι όπου έστελνε μοναχές που για οποιοδήποτε λόγο φοβούνταν να μείνουν στην Αθήνα. Αφού λοιπόν η Αγία στόλισε τον εαυτό της με την πράξη και τη θεωρία, αξιώθηκε να επιτελεί και θαυμαστά, ένα από τα οποία ήταν το εξής. Κάποιος νεαρός τσομπάνης, καθώς από τη μικρή του ηλικία επιδιδόταν σε κλοπές και άλλες κακίες, κατά παραχώρηση του Θεού δαιμονίστηκε.
Γυμνός γυρνούσε στα βουνά και τις σπηλιές και ήταν θέαμα ελεεινό. Όταν έρχονταν στον εαυτό του, σύχναζε στα μοναστήρια για να γιατρευτεί, όμως εις μάτην. Τέλος, οδηγήθηκε από άλλους στο μοναστήρι της Αγίας, η οποία τον σπλαχνίστηκε. Μετά δε από εκτεταμένη προσευχή της λυτρώθηκε από τη δαιμονική μάστιγα, κατόπιν δε έγινε και μοναχός και έτσι πέρασε την υπόλοιπη ζωή του με μετάνοια και άσκηση. Πολλοί λοιπόν τόσο από την πόλη της Αθήνας όσο και από τις γύρω κωμοπόλεις και χωριά, ακούοντας τη φήμη της Αγίας, προσέρχονταν και αναπαύονταν σωματικά και ψυχικά. Λόγω του πλήθους των μοναζουσών που όλο και πλήθαιναν, αναγκάστηκε η Αγία να κτίσει και άλλο μοναστήρι
σε μέρος που ονομάζεται Πατήσια, αυτή δε μερικές φορές ασκούνταν και μόνη σε μικρό σπήλαιο. Τέτοιους θεάρεστους αγώνες έκανε η Οσία, με τους οποίους λάτρευε το Θεό και παρηγορούσε τους υπόδουλους αδελφούς της, προστάτευε τις αιχμάλωτες και αδύνατες γυναίκες και απαλές κόρες και ενίσχυε τους πτωχούς και ασθενείς. Όμως οι Τούρκοι δεν μπορούσαν να ανεχθούν τη δράση αυτή της Αγίας. Μια μέρα που αυτή βρισκόταν στο μοναστήρι των Πατησιών, μέσα στο ναό που γινόταν αγρυπνία προς τιμή του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, μερικοί Τούρκοι που έτρεφαν μίσος εναντίον της εισήλθαν στη Μονή, άρπαξαν την Αγία και άρχισαν να την κτυπούν άγρια. Από δε τους πολλούς ραβδισμούς και τα τραύματα την άφησαν ημιθανή.
Μοναχές, τρομοκρατημένες, την μετέφεραν κρυφά σε ασφαλέστερο μέρος, στη θέση που από την εποχή εκείνη είναι γνωστή ως Καλογρέζα. Από τότε η Αγία δεν μπόρεσε να αναλάβει την υγεία της. Παρέμενε στο κρεβάτι με φρικτούς πόνους από τις πληγές της. Εκείνη όμως η μακαρία υπέμενε κατά τρόπο θαυμαστό τους πόνους, ευχαριστώντας και δοξάζοντας τον Κύριο, διότι αξιώθηκε να υποφέρει για την αγάπη του και των αδελφών της. Αφού δοκιμάστηκε σαν το χρυσάφι στο χωνευτήρι, μετά πάροδο λίγου χρόνου δέχθηκε το μακάριο τέλος και απήλθε στις ουράνιες χοροστασίες κατά τη 19η Φεβρουαρίου του 1589.
Αξιώθηκε διπλό στεφάνι, δηλαδή και της ασκήσεως και του μαρτυρίου. Μετά πάροδο είκοσι ημερών από την κοίμησή της, ο τάφος της ευωδίαζε και όταν έγινε η ανακομιδή της βρέθηκε το τίμιό της λείψανο, σώο και ακέραιο με ευωδιαστό μύρο, λαμπρή απόδειξη της θεάρεστης πολιτείας της και δόξα του Αγίου Τριαδικού Θεού.
Ότι η Οσία Φιλοθέη, της οποίας τη μνήμη σήμερα επιτελεί η Εκκλησία μας, αξιώθηκε τα στεφάνια της ασκήσεως και του μαρτυρίου. Εκτός όμως από αυτά, εντύπωση προκαλεί το φιλανθρωπικό κοινωνικό έργο της Οσίας. Έργο τόσο εκτεταμένο και τόσο χρειαζούμενο την εποχή εκείνη. Πολλοί, όταν δεν υπάρχει αυτό το κοινωνικό, φιλανθρωπικό ή ιεραποστολικό έργο εκ μέρους των μοναχών, φαίνεται να σκανδαλίζονται, άλλοι δε πάλι, θέλοντας να συνηγορήσουν υπέρ του μοναχισμού, προσπαθούν να τον δικαιώσουν λέγοντας ότι έκανε ιεραποστολικό έργο, ίδρυσε και λειτούργησε νοσοκομεία, πτωχοκομεία και τα παρόμοια, αντέγραψε και διατήρησε αρχαία κείμενα ή έκανε κάποιο άλλο κοινωνικό έργο. Ποια είναι όμως η φύση του μοναχισμού και ποιο το έργο που ταιριάζει με αυτή του τη φύση; Μοναχός σημαίνει μόνος με μόνο το Θεό. Δηλαδή ο μοναχός αφήνει τα πάντα και στρέφεται και δίνεται ολοκληρωτικά στο Θεό. Με την άσκηση απομακρύνεται από τον κόσμο, τη σάρκα και το διάβολο και με την προσευχή και τα μυστήρια ενώνεται με το Θεό και λατρεύει το Θεό. Επομένως, το κύριο έργο, η ζωή του μοναχού, είναι η λατρεία του Θεού. Όλα τα άλλα, η ιεραποστολή, η φιλανθρωπία και κάθε άλλη προσφορά προς τους ανθρώπους,
καλά και άγια έργα, αλλά είναι για τους εν τω κόσμω χριστιανούς. Όλα δεν είναι για όλους. Όπως στην κοινωνία γενικώς, καθένας έχει τη θέση και το επάγγελμά του και ανάλογα εργάζεται και προσφέρει, έτσι και στην Εκκλησία, άλλο είναι το έργο του κληρικού, άλλο του λαϊκού, άλλο του μοναχού, άλλο του κοσμικού. Ο μοναχός μπορεί και πρέπει να κάνει έργο κοινωνικό μόνο όταν είναι ανάγκη και δεν μπορεί να το κάνει κάποιος άλλος. Κανονικά όμως, η θέση του είναι το κελί του και έργο του η προσευχή. Ο μοναχισμός είναι η κατάσταση του μέλλοντος αιώνος, όπου τα της παρούσης ζωής του παρόντος αιώνος θα αργούν και θα είμαστε μόνοι μας με το Θεό. Ο μοναχισμός μας δείχνει τον μέλλοντα αιώνα και μας προσκαλεί να ετοιμαστούμε για αυτόν και κατά το δυνατόν να τον ζήσουμε από την παρούσα ζωή. Αυτή η προφητική παρουσία και προσφορά του μοναχισμού δεν είναι μικρή. Είναι πολυτιμότατη ιδίως για την υλόφρονα εποχή μας.
Αγγλική μετάφρασηEN · 16 παράγραφοι
Philothei was from Athens. There she was born and raised, and there she fought the good fight of faith. Her mother was named Syriga, and her father was Angelos Benizelos. Both were devout, noble, and wealthy. Syriga’s inward riches of virtue, especially almsgiving, matched the outward splendor of her life. But she was unable to have children, and this grieved her deeply. She did not turn to human remedies, much less to demonic arts. With courage, she followed the example of the prophetess Hannah, who was filled with God’s grace, and turned to God, the almighty and all-good Physician.
She sought the intercession of the Theotokos (God-bearer), earnestly asking her to end the sorrow of her barrenness and grant her the grace to become a mother. And the Lord, who does the will of those who fear Him, heard her prayer. One day, as was her custom, she entered the church of the Theotokos. Exhausted by her long and fervent prayer, she fell briefly asleep. In a vision, she saw a brilliant light come from the icon of the Theotokos and enter her womb. When she awoke, she believed her longing had been answered. And so it was: before long she gave birth to a daughter, whom they named Regoula, or Rigoula. This blessed girl...
This child, blessed with God’s grace, showed from an early age signs of the virtuous and God-pleasing deeds she would later accomplish. As she grew in years, she also grew in soul, inspired by her mother’s example.
When she reached the age of twelve, a prominent man of the city sought her hand in marriage. But she longed deeply to preserve her virginity and live an ascetic life, so at first she refused. His proposal did not accord with the path she wished to follow for God’s sake. After repeated requests and daily pressure from her parents, however, she consented against her wishes. They argued that they had no other heir to their estate, and so she married him. Her husband proved harsh and cruel. She showed great patient endurance and tried in many ways to help him change and find salvation. Three years passed amid much sorrow and suffering. Then God, seeing her patient endurance and his refusal to repent, cut short his life with the sickle of death. Freed from that cruel husband, the Saint set her heart on one purpose alone: to please God through every kind of virtue. Day and night she prayed for strength to fulfill the purpose she had held all along. Indeed,
she was granted the grace to see a divine vision that strengthened her resolve to please God. In the twelfth year of her widowhood, her parents died. She then devoted herself to a more ascetic life of fasting, vigils, and prayer. At the command of Saint Andrew the First-Called, whom she saw in a vision, she built a women’s monastery in his name. It had many cells and the other buildings it needed, and she endowed it with enough property to support the nuns. When the monastery was complete, she was the first to take the monastic habit, receiving the name Philothei.
The women who had worked in her family home joined her. She had taught them the faith and prepared them for monastic life. Many other young women from the city’s noblest and wealthiest families also took the monastic habit and placed themselves under this blessed abbess. They were drawn by her gentle words, her meekness, and all her other virtues. Great, too, was the compassion she showed to those who suffered and those in need, and she cared for them every day. In a time without hospitals or homes for the elderly, she built shelters and places to care for the sick. There she visited those who suffered and
brought them comfort in body and soul with words of consolation drawn from the Gospel. She also built a home for girls and established schools for the city’s children. But so many people in need came to the Saint that the monastery began to run short of supplies. The nuns grew discouraged and started to complain against her. She kept urging them to trust in the One who said, ‘Seek first the Kingdom of God and His righteousness, and all these things shall be added to you.’ A few days later, two leading citizens came to venerate the holy place and gave a generous gift of alms.
The sisters glorified God and marveled at the Saint’s unwavering faith. At that time, Turkish masters in Athens held women they had seized from various places and enslaved. Four of these women were being pressured to renounce their faith, and they sought refuge with the Saint. She welcomed them, urged them to remain brave in the dangers they faced for their faith, and hid them while she looked for a chance to send them back to their homelands. Before long, however, their masters learned what had happened
and rushed in, seized the Saint, brought her before the governor with accusations, and had her thrown into a dark prison. Instead of grieving, she rejoiced in her suffering. She was ready to sacrifice her own life rather than betray the women who had sought her protection. The next day, another crowd of Turks gathered, shouting for her conviction. The governor brought her out of prison and told her to choose between death by the sword and renouncing our most holy faith. But the Saint replied, ‘I thirst to endure every kind of torment for the name of Christ, whom I believe in and worship with all my heart as true God and perfect man. You would do me a great favor if, through martyrdom, you sent me to Him an hour sooner.’ Just then, some Christians arrived and persuaded the governor to relent.
They secured the Saint’s release, and she continued her work for God through almsgiving, hospitality, all-night vigils, prolonged prayer, and strict self-restraint. She strengthened the virtuous in virtue and led sinners to metanoia (repentance). On the island of Kea, she had founded a dependency of the monastery, where she sent nuns who, for any reason, were afraid to remain in Athens. Having adorned her life with both praxis, the active ascetic life, and theoria, divine contemplation, the Saint was granted the grace to perform wonders. One was this: a young shepherd had given himself to theft and other wrongs from childhood. By God’s allowance, he became possessed by a demon.
He wandered naked through the mountains and caves, a pitiful sight. When he came to his senses, he would visit monasteries seeking healing, but without success. At last, others brought him to the Saint’s monastery, and she took pity on him. After she prayed for a long time, he was freed from the demon’s affliction. He later became a monk and spent the rest of his life in metanoia (repentance) and ascesis (ascetic discipline). Many people from Athens and the surrounding towns and villages heard of the Saint and came to her, finding relief in body and soul. As the number of nuns kept growing, she had to build another monastery
in a place called Patissia. At times she also pursued her ascetic life alone in a small cave. Through these labors pleasing to God, the Saint worshiped Him and comforted her brothers and sisters living under foreign rule. She protected captive and vulnerable women and young girls, and helped the poor and the sick. But the Turks could not bear what she was doing. One day, while she was at the monastery in Patissia, where a vigil was being held in the church in honor of Saint Dionysius the Areopagite, some Turks who hated her entered the monastery. They seized the Saint and beat her savagely. After many blows with clubs, they left her grievously wounded and near death.
The terrified nuns secretly carried her to a safer place, which has been known ever since as Kalogreza. The Saint never recovered. She remained in bed, suffering terrible pain from her wounds. Yet she bore that pain with remarkable patient endurance, thanking and glorifying the Lord, for she had been granted the grace to suffer for love of Him and of her brothers and sisters. Tested like gold in a furnace, she came after a short time to a blessed end and departed to the heavenly choirs on February 19, 1589.
She was granted the grace to receive two crowns: one for her ascesis (ascetic discipline) and one for her martyrdom. Twenty days after her repose, her tomb gave forth a sweet fragrance. When her remains were brought out, her precious relic was found whole and intact, fragrant with myrrh: a radiant sign of her life pleasing to God, and a glory to the Holy Triune God.
Saint Philothei, whose memory our Church celebrates today, received the crowns of ascesis (ascetic discipline) and martyrdom. Her wide-reaching work of charity also stands out. It was sorely needed in her time. When monks do not undertake this kind of social service, charity, or missionary work, some people seem troubled. Others, wishing to defend monasticism, point to monasteries’ missionary work, their hospitals and shelters for the poor, their copying and preservation of ancient texts, and their other service to society. But what is the nature of monasticism, and what work belongs to it? A monk is one who is alone with God alone. He leaves everything behind and gives himself wholly to God. Through ascesis (ascetic discipline), he turns away from the world, the flesh, and the devil. Through prayer and the Mysteries, he is united with God and worships Him. Worship of God, then, is the monk’s chief work and the substance of his life. Everything else—missionary work, charity, and every other service to others—
is good and holy work, but it belongs chiefly to Christians living in the world. No one is called to do everything. Just as people in society have different roles and occupations through which they work and contribute, so in the Church the work of clergy, laypeople, monks, and others living in the world differs. A monk can and should undertake social work when it is needed and no one else can do it. Ordinarily, though, his place is in his cell, and his work is prayer. Monasticism points to the life of the age to come, when the concerns of this present age will cease and we will be alone with God. It shows us that coming age and calls us to prepare for it and, as far as we can, to live it even now. This prophetic presence and gift of monasticism is no small thing. It is especially precious in our materialistic age.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
02 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ\19 02 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.