Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Άγιος Φιλάρετος ο Ελεήμων και η ευλογία της ελεημοσύνης

Η ομιλία τιμά τη μνήμη του Αγίου Φιλαρέτου, ενός Χριστιανού του 8ου αιώνα από την Αμνία της Παφλαγονίας, γνωστού για το ότι χόρταινε τους πεινασμένους και υποδεχόταν τους ξένους. Όταν έχασε τα υπάρχοντά του, ο Φιλάρετος αποδέχθηκε τη φτώχεια χωρίς γογγυσμό και συνέχισε να εμπιστεύεται τον Θεό.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων1 Δεκεμβρίου15:45Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Η ομιλία τιμά τη μνήμη του Αγίου Φιλαρέτου, ενός Χριστιανού του 8ου αιώνα από την Αμνία της Παφλαγονίας, γνωστού για το ότι χόρταινε τους πεινασμένους και υποδεχόταν τους ξένους.
  • Όταν έχασε τα υπάρχοντά του, ο Φιλάρετος αποδέχθηκε τη φτώχεια χωρίς γογγυσμό και συνέχισε να εμπιστεύεται τον Θεό.
  • Έδωσε τα εναπομείναντα βόδια του σε έναν φτωχό γεωργό και αργότερα μοίρασε ένα άλογο, ένα μοσχάρι και τη μητέρα του μοσχαριού σε άλλους που είχαν ανάγκη.
  • Υποδέχθηκε αυτοκρατορικούς επισκέπτες παρόλο που είχε λίγο φαγητό, και οι γείτονές του προμήθευσαν ό,τι χρειαζόταν για το γεύμα τους.
  • Μία από τις εγγονές του παντρεύτηκε τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ΣΤ΄, φέρνοντας στην οικογένεια νέο πλούτο, τον οποίο ο Φιλάρετος συνέχισε να μοιράζεται με τους φτωχούς.
  • Πριν πεθάνει, παρότρυνε την οικογένειά του να δώσει τα υπάρχοντά της σε χήρες, ορφανά, φυλακισμένους και άλλους που έχουν ανάγκη.
  • Η ομιλία καταλήγει ότι το έλεος φέρνει πνευματική ευλογία, ενώ χρειάζονται πίστη και υπομονή για να εμπιστευθούμε τον χρόνο του Θεού.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 17 παράγραφοι

Σήμερα, πρώτη του μηνός Δεκεμβρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη του Αγίου ενδόξου Προφήτου Ναούμ, του Αγίου Ονησίμου Αρχιεπισκόπου Εφέσου, του Αγίου Φιλαρέτου του Ελεήμονος, του Αγίου Μάρτυρος Ανανίου του Πέρσου και των Αγίων Ανανίου και Σολόχονος Αρχιεπισκόπων Εφέσου.

Έζησε κατά τον 8ο αιώνα και καταγόταν από την πόλη Αμνία της Παφλαγονίας. Ήταν ευσεβέστατος και ενάρετος, πλούσιος κατά τα υλικά αγαθά, μα προπαντός κατά την ψυχή. Ήταν έγαμος και η σύζυγός του ονομαζόταν Θεοσεβώ. Ο γιος του ονομαζόταν Ιωάννης και οι θυγατέρες του Ιπατία και Ευανθία. Είχε πολλά κτήνη, δώδεκα χιλιάδες πρόβατα, εξακόσια βόδια, άλογα, χωράφια, αμπελώνες και πολλά άλλα. Εκείνο δε το οποίο διέκρινε τον Φιλάρετο ήταν ότι ήταν πολύ ελεήμων, φιλόπτωχος και φιλόξενος. Χόρταινε τους πεινασμένους, έντυνε τους γυμνούς, τις χήρες και τα ορφανά τα φρόντιζε, υποδεχόταν και φιλοξενούσε τους ξένους,

γενικώς όλους όσους είχαν ανάγκη τους σπλαχνιζόταν και τους έδινε ό,τι χρειάζονταν. Και όσο αυτός έδινε με ιλαρό πρόσωπο, τόσο και ο πλουσιόδωρος Κύριος πλήθυνε τα αγαθά του. Ο δε μισόκαλος και δόλιος διάβολος φθόνησε την αρετή του Φιλαρέτου και ζήτησε από τον Θεό εξουσία να τον πειράξει, όπως παλαιά πείραξε και τον Ιώβ, λέγοντας τα ακόλουθα: «Δεν είναι θαυμαστό το ότι από τα πολλά τα οποία έχει ελεεί τους πτωχούς, αλλά ας πέσει στην πτωχεία και τότε θα δούμε την καλοσύνη του». Έτσι λοιπόν άλλοι με τη βία και άλλοι παρακαλώντας του πήραν τους τόπους και δεν του άφησαν τίποτε άλλο παρά μόνο το σπίτι στο οποίο κατοικούσε. Παρ' όλα αυτά δεν λυπήθηκε ούτε του ξέφυγε ποτέ από τα χείλη λόγος απρεπής.

Κάποιος χαίρεται όταν πλουτίσει, έτσι και εκείνος ευχαριστούνταν στη φτώχεια του, ενθυμούμενος τον Λόγο του Χριστού ότι δυσκόλως πλούσιος εισελεύσεται στην Βασιλεία των Ουρανών. Μια μέρα ο Φιλάρετος πήρε το ζευγάρι του και πήγε στο μοναδικό χωράφι που του είχε απομείνει. Κάποιου άλλου γεωργού, πτωχού, που εργαζόταν εκεί κοντά, έπεσε νεκρό το ένα του βόδι. Λυπήθηκε υπερβολικά, διότι ήταν πτωχότατος και μάλιστα χρωστούσε. Πήγε λοιπόν στον Φιλάρετο για να του πει τη συμφορά του, για να τον παρηγορήσει τουλάχιστον με τα λόγια του, αφού, καθώς γνώριζε, λόγω της φτώχειας του δεν μπορούσε διαφορετικά να τον βοηθήσει. Εκείνος δε ο ελεήμων και χριστομίμητος άνθρωπος τον συμπόνεσε και αμέσως ξέζεψε το ένα του βόδι

του το χάρισε. Το πήρε λοιπόν ο γεωργός και δόξαζε τον Θεό και ευχόταν τον Άγιο, ο οποίος του έκανε τόσο μεγάλη ελεημοσύνη. Όταν το έμαθε η γυναίκα του Φιλαρέτου, λυπήθηκε πολύ και τα έβαλε μαζί του. Εκείνος της απάντησε: «Μη λυπάσαι, διότι ο Θεός είναι πλούσιος και μπορεί να μας δώσει εκατό αντί για το ένα. Εκείνος τρέφει τα πετεινά του ουρανού, εμάς θα μας αφήσει να πεινάσουμε; Μη μεριμνάς για την αύριο, αλλά έλπισε σ' Αυτόν και θα σου δώσει όσα χρειάζεσαι και ζωήν την αιώνιον». Μετά πέντε μέρες ψόφησε και το άλλο βόδι του γεωργού που προαναφέραμε. Πήρε το βόδι που του χάρισε ο Φιλάρετος και του το επέστρεψε λέγοντας: «Πάρε το βόδι σου. Δεν βάσταξε ο Θεός την αδιακρισία μου και μου θανάτωσε και το άλλο».

Ο Φιλάρετος του έδωσε και το άλλο του βόδι λέγοντας: «Πάρε και αυτό και δούλεψε, διότι εγώ θα πάω σε τόπο μακρινό και δεν το χρειάζομαι». Το πήρε λοιπόν ο γεωργός χαρούμενος και θαύμαζε για τη γενναιοδωρία και την απλότητα του Αγίου, διότι, αν και κατάντησε σε τόση φτώχεια, και πάλι δεν έπαυσε την ελεημοσύνη. Βέβαια στο σπίτι του Φιλαρέτου στενοχωρήθηκαν και παραπονέθηκαν πολλοί, καθώς έβλεπαν ότι κινδύνευαν να πεινάσουν. Εκείνος όμως τους παρηγορούσε και τους έλεγε: «Μη στενοχωριέστε, έχω χρήματα πολλά κρυμμένα, τόσο πολλά που αν ζήσετε εκατό χρόνια, χωρίς να εργαστείτε, σας φτάνουν για να τρέφεστε και να ντύνεστε». Αυτά τους έλεγε με βεβαιότητα, διότι προέβλεπε ως προορατικός με τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος,

το οποίο έμελλε να ακολουθήσει. Κατόπιν ο Άγιος Φιλάρετος χάρισε και το άλογό του σε κάποιον πτωχό στρατιώτη που του το ζήτησε δανεικό. Κάποιος άλλος πτωχός ζήτησε από τον Άγιο ένα μοσχάρι και εκείνος χώρισε από την αγελάδα το μοσχάρι και του το έδωσε. Η αγελάδα όμως το ζητούσε και φώναζε. Τότε η γυναίκα του του είπε: «Εμάς δεν μας λυπάσαι, αλλά ούτε την αγελάδα συμπόνεσες και τη χώρισες από το μοσχάρι της». Εκείνος της είπε: «Να 'σαι ευλογημένη, σωστά μίλησες. Δεν έπρεπε να το χωρίσω». Κάλεσε τον πτωχό εκείνο και του είπε: «Η γυναίκα μου μου λέγει ότι έκανα αμαρτία που τα χώρισα. Πάρε λοιπόν και την αγελάδα και ο Θεός να τα ευλογεί». Η δε γυναίκα του κατηγορούσε τον εαυτό της και έλεγε: «Καλά έπαθα,

αν δεν μιλούσα θα έμενε η αγελάδα στο σπίτι μου». Θα μπορούσαν να αναφερθούν κι άλλα περιστατικά από τη ζωή του Αγίου Φιλαρέτου, από τα οποία φαίνεται η καθ' υπερβολήν άσκηση από αυτόν της αρετής της ελεημοσύνης, όμως παραλείπονται για λόγους συντομίας. Ας έλθουμε να δούμε τώρα πώς ο Θεός αντάμειψε την αρετή αυτή του Αγίου. Τον καιρό εκείνο βασίλευαν η φιλόχριστη Ειρήνη και ο γιος της Κωνσταντίνος, οι οποίοι έστειλαν στρατιώτες σε όλη την αυτοκρατορία για να βρουν κόρη ωραία και ενάρετη, άξια να γίνει σύζυγος του βασιλέα.

Πήγαν σε όλες τις πόλεις και τα χωριά, πήγαν και στην Αμνία. Είδαν το ωραίο και μεγάλο σπίτι του Φιλαρέτου και νόμισαν ότι εκεί έμενε κάποιος μεγάλος άρχοντας. Πρόσταξαν δε τους υπηρέτες τους να καταλύσουν εκεί. Ο Φιλάρετος τους δέχτηκε με χαρά και τους ευχαριστούσε, διότι καταδέχτηκαν να καταλύσουν στο φτωχικό του σπίτι. Πρόσταξε τη γυναίκα του να ετοιμάσουν φαγητό και να τους φιλέψουν. Εκείνη του είπε: «Μια κότα δεν άφησες στο σπίτι σου, ταλαίπωρε, και τι να τους φιλέψω;» Αλλά ο Άγιος της είπε: «Ετοίμασε το σπίτι και ο Θεός θα μας στείλει τώρα φαγητά όσα θέλουμε». Και πράγματι οι πρώτοι της περιοχής έφεραν από την ιδιαίτερη πόρτα κριάρια, αρνιά, κότες, περιστέρια, παλιό κρασί και όσα άλλα χρειάζονταν και τα μαγείρεψε η Θεοσεβώ και ετοίμασε το τραπέζι έτσι όπως έπρεπε. Οι βασιλικοί άνθρωποι είδαν τα πλούσια φαγητά, είδαν και τον γέροντα ιεροπρεπή και σεβάσμιο και έμειναν πολύ ευχαριστημένοι.

Την επομένη είδαν και τις εγγονές του Φιλαρέτου, και καθώς τις είδαν ωραίες και κατάλληλες για τον σκοπό για τον οποίο ξεκίνησαν και περιόδευαν την αυτοκρατορία, τους πήραν όλους μαζί, τον Φιλάρετο με όλους του τους συγγενείς, και ξεκίνησαν για την πρωτεύουσα και το παλάτι.

Την πρώτη εγγονή του Φιλαρέτου τη στεφανώθηκε ο βασιλέας, τη δεύτερη ένας μεγάλος άρχοντας, πατρίκιος κατά το αξίωμα, και την άλλη εγγονή του Αγίου την έστειλαν στον βασιλέα των Λογγοβάρδων Αργούση, ο οποίος είχε ζητήσει τον καιρό εκείνο να του στείλουν από την Κωνσταντινούπολη μία κόρη να τη στεφανωθεί και να την κάνει σύζυγό του. Έγιναν λοιπόν οι γάμοι με χαρά και κάλεσε ο βασιλέας τους συγγενείς όλους του Φιλαρέτου και έδωσε σε όλους μεγάλη περιουσία, κτήματα, χρήματα και σπίτια μεγάλα για να κατοικούν κοντά στο παλάτι. Τότε όλοι θυμήθηκαν την πρόρρηση του γέροντος, ο οποίος τους έλεγε ότι έχει θησαυρό μεγάλο κρυμμένο, και τον μακάριζαν και τον εύχονταν, διότι η καλή του γνώμη τους προξένησε τέτοια μακαριότητα. Εκείνος δε ως ευγνώμων ευχαριστούσε τον Θεό, τον δοξολογούσε και δεν έπαυσε να ασκεί την ελεημοσύνη, ιδιαίτερα προς εκείνους που ήταν ανήμποροι και είχαν ανάγκη. Έλεγε δε στους ανθρώπους του: «Να, ο Κύριός μου, εκείνο το οποίο υποσχέθηκε με το Άγιό του Στόμα, στο Ιερό Ευαγγέλιο, να δίνει δηλαδή εκατονταπλασίονα σε εκείνους οι οποίοι τον αγαπούν και ελεούν τους πτωχούς, μας το έδωσε». Ζώντας δε στο παλάτι ο δίκαιος Φιλάρετος,

δεν θέλησε ποτέ να φορέσει μεταξωτό ιμάτιο ή χρυσή ζώνη. Ούτε κάποιο αξίωμα θέλησε να λάβει βασιλικό, μόνο μετά από πολλή παράκληση του βασιλέα και της βασίλισσας δέχτηκε με μεγάλη βία το αξίωμα του υπάτου. Το τέλος του ήταν οσιακό. Ο Κύριος του προγνώρισε τον θάνατό του. Δέκα μέρες πριν από αυτόν, πήγε σε μοναστήρι και παρήγγειλε τον τάφο του. Μετά γύρισε στο σπίτι του και έπεσε στο κρεβάτι άρρωστος. Την τελευταία μέρα της αρρώστιας του, κάλεσε όλους του τους συγγενείς και τους αποκάλυψε εκείνο που επρόκειτο σε λίγο να συμβεί: την αναχώρησή του από τη ζωή αυτή. Εκείνοι λυπήθηκαν και έκλαψαν πολύ. Τους νουθέτησε για τελευταία φορά. «Εάν ποθείτε», τους είπε, «τη σωτηρία σας,

μη λυπηθείτε τον φθειρόμενο πλούτο, αλλά να τον δίνετε στους φτωχούς. Στείλτε τον σε εκείνο τον κόσμο, στον οποίο πηγαίνω κι εγώ, και θα σας τον φυλάξει ακέραιο να τον βρείτε όταν θα έλθετε. Μην τον αφήνετε εδώ για να τον χαρούν άλλοι κι εσείς οδυνάσθε αιώνια. Μοιράστε τον στις χήρες και τα ορφανά, στους φυλακισμένους και στους φτωχούς, καθώς είδατε και έκανα εγώ, για να σας τον ανταποδώσει ο πλουσιότερος βασιλέας, να αγάλλεστε στην επουράνιό του βασιλεία ατελεύτητα». Ευχήθηκε τη σύζυγό του και όλους του τους συγγενείς, έλαμψε το πρόσωπό του σαν τον ήλιο, διαχύθηκε τόση ευωδία στο σπίτι εκείνο, σαν να είχαν χύσει μύρο πολύτιμο. Είπε το Σύμβολο της Πίστεως και μετά το Πάτερ Ημών.

Ενώ δε έλεγε το «Γενηθήτω το θέλημά σου», παρέδωσε την Αγία του ψυχή στα χέρια του Θεού, γέροντας πλήρης ημερών. Ήλθαν ο βασιλέας, η σύγκλητος και όλοι του οι συγγενείς, και έθαψαν το τίμιό του λείψανο στον τάφο τον οποίον είχε ετοιμάσει ο ίδιος.

Έδωσαν δε κατά την ημέρα εκείνη πολλή ελεημοσύνη στους πτωχούς, οι οποίοι θρηνούσαν για τη στέρηση του ευεργέτου τους. Ένας δαιμονισμένος, κοντά στον τάφο του, απαλλάχτηκε από το δαιμόνιο, και όλοι δόξασαν τον Θεό, που έδωσε τόση χάρη στον δούλο του.

Οι ελεήμονες, ότι αυτοί ελεηθήσονται. Ο Άγιος Φιλάρετος μας έδειξε σήμερα ότι πράγματι οι ελεήμονες είναι μακάριοι και ότι πράγματι ελεούνται. Βεβαίως πνευματικά, που είναι το σημαντικότερο, αλλά και υλικά. Το ότι ο άνθρωπος θα ευλογηθεί είναι σίγουρο. Το πότε θα έρθει η ευλογία είναι θέμα του Θεού.

Συνήθως εμείς είμαστε βιαστικοί και θέλουμε αμέσως να έχουμε αποτελέσματα, όμως αλλιώς τα βλέπει και τα εκτιμά ο Θεός τα πράγματα και αλλιώς εμείς. Ο Θεός κάνει καλές και σωστές δουλειές. Πρέπει να περάσουμε πρώτα από το καμίνι να καθαριστούμε, να ωριμάσει η κατάσταση και ο άνθρωπος και τότε θα έλθει η ανάπαυση και η ευλογία. Τελικά εκείνο που νομίζουμε ότι πρέπει να μας μείνει είναι ότι η ελεημοσύνη αποτελεί την πιο καλή, την πιο κερδοφόρα επένδυση των χρημάτων μας. Μόνο που χρειάζεται πίστη και υπομονή. Πίστη ότι έτσι έχουν τα πράγματα και υπομονή στην παιδαγωγία του Θεού, ο οποίος είναι αγαθός και φιλάνθρωπος. Στην αγαθότητα και φιλανθρωπία του οποίου συμμετέχουμε και εμείς ασκώντας τη μεγάλη αυτή αρετή της ελεημοσύνης.

Αγγλική μετάφρασηEN · 17 παράγραφοι

Today, the first of December, our Church commemorates the holy and glorious Prophet Nahum; Saint Onesimus, Archbishop of Ephesus; Saint Philaretos the Merciful; Saint Ananias the Persian Martyr; and Saints Ananias and Solochon, Archbishops of Ephesus.

Saint Philaretos lived in the eighth century and came from the town of Amnia in Paphlagonia. He was deeply devout and virtuous, rich in material goods, but richer still in soul. He was married to Theosebo. Their son was named John, and their daughters Hypatia and Evanthia. He had many animals: twelve thousand sheep, six hundred oxen, and horses. He also owned fields, vineyards, and much else. What especially distinguished Philaretos was his mercy, his love for the poor, and his hospitality. He fed the hungry, clothed those without clothes, cared for widows and orphans, and welcomed strangers into his home.

In short, he had compassion on everyone in need and gave them what they needed. The more cheerfully he gave, the more the Lord, who gives so generously, increased his goods. But the deceitful devil, who hates what is good, envied Philaretos’s virtue. He asked God for power to test him, as he had once tested Job. He said, “There is nothing remarkable about giving to the poor when he has so much. Let him fall into poverty, and then we shall see how good he is.” And so, some took his lands by force, while others persuaded him to give them away. Nothing was left to him but the house where he lived. Even so, he did not grieve, and not one improper word ever escaped his lips.

Just as someone else might rejoice on becoming rich, Philaretos found contentment in his poverty. He remembered Christ’s words that it is hard for a rich man to enter the Kingdom of Heaven. One day Philaretos took his pair of oxen to plow the only field he had left. Nearby, a poor farmer was working when one of his oxen fell dead. The farmer was overcome with grief: he was desperately poor and in debt. He went to Philaretos to tell him what had happened, hoping at least for a word of comfort. He knew Philaretos was now too poor to help him in any other way. But that merciful man, who followed Christ’s example, felt for him and immediately unyoked one of his oxen

and gave it to him. The farmer took it, glorifying God and blessing the Saint for such a great act of mercy. When Philaretos’s wife heard, she was deeply upset and confronted him. He answered, “Do not grieve. God is rich and can give us a hundred in place of one. He feeds the birds of heaven; will He let us go hungry? Do not worry about tomorrow. Put your hope in Him, and He will give you what you need, and eternal life as well.” Five days later, the farmer’s other ox died too. He brought back the ox Philaretos had given him and said, “Take your ox back. God could not bear my lack of discernment, and now He has taken my other ox as well.”

Philaretos gave him his remaining ox too. “Take this one as well and work your field,” he said, “for I am going to a distant place and will not need it.” The farmer accepted it joyfully. He marveled at the Saint’s generosity and simplicity: though Philaretos had fallen into such poverty, he still did not cease giving alms. At home, many were distressed and complained, seeing that they might go hungry. But Philaretos comforted them. “Do not be troubled,” he said. “I have a great deal of money hidden away—enough to feed and clothe you for a hundred years, even if you never work.” He spoke with confidence because, through the grace of the All-Holy Spirit, he had been given foresight

of what was to come. Later, Saint Philaretos gave his horse to a poor soldier who had asked to borrow it. Another poor man asked the Saint for a calf, so he separated one from its mother and gave it to him. But the cow cried out for her calf. Philaretos’s wife said to him, “You have no pity for us, and you did not even have pity for the cow when you took her calf away.” He replied, “Bless you; you are right. I should not have separated them.” He called the poor man back and said, “My wife tells me I sinned by separating them. Take the cow as well, and may God bless them both.” His wife reproached herself, saying, “It serves me right.

If I had kept quiet, the cow would still be at home.” Many more events from Saint Philaretos’s life could be told, showing the extraordinary ascetic discipline with which he practiced the virtue of almsgiving, but we will leave them aside for the sake of brevity. Let us now see how God rewarded this virtue. At that time, the Christ-loving Irene and her son Constantine ruled the empire. They sent men throughout the empire to find a beautiful and virtuous young woman worthy of becoming the emperor’s wife.

They went through every town and village, including Amnia. When they saw Philaretos’s large, beautiful house, they thought a great nobleman lived there, and told their attendants they would stay. Philaretos welcomed them gladly and thanked them for agreeing to lodge in his poor home. He told his wife to prepare a meal for their guests. She said, “You have not left even one chicken in the house, poor man. What am I supposed to serve them?” But the Saint replied, “Get the house ready, and God will send us all the food we need.” And indeed, the leading people of the district brought rams, lambs, chickens, pigeons, aged wine, and everything else they needed through a side door. Theosebo cooked the food and laid the table as she should. The imperial visitors saw the abundant meal and the dignified, venerable elder, and were very pleased.

The next day they saw Philaretos’s granddaughters. They found them beautiful and well suited to the purpose of their journey through the empire. So they took Philaretos and all his relatives with them and set out for the capital and the palace.

The emperor married Philaretos’s eldest granddaughter. A great nobleman, a patrician, married the second. His third granddaughter was sent to Argousis, king of the Lombards, who had asked Constantinople to send him a young woman to marry. The weddings were celebrated with joy. The emperor summoned all Philaretos’s relatives and gave them substantial wealth: lands, money, and large houses near the palace. Then everyone remembered the elder’s prediction that he had a great treasure hidden away. They called him blessed and thanked him, for his good heart had brought them such happiness. Philaretos himself gave thanks and glory to God. He never stopped giving alms, especially to those who were helpless and in need. He told his family, “See? My Lord has given us what He promised with His holy lips in the Holy Gospel: a hundredfold to those who love Him and show mercy to the poor.” And while the righteous Philaretos lived in the palace,

he never wished to wear a silk robe or a golden belt. Nor did he want an imperial title. Only after repeated pleas from the emperor and empress did he reluctantly accept the rank of consul. His end was blessed. The Lord made his approaching death known to him. Ten days beforehand, he went to a monastery and arranged for his tomb. Then he returned home and took to his bed, ill. On the last day of his illness, he called all his relatives together and told them what would soon happen: he was about to depart this life. They grieved and wept deeply. He gave them one final counsel. “If you desire your salvation,” he said,

“do not cling to wealth that will perish. Give it to the poor. Send it ahead to the world where I am going, and it will be kept safe for you until you arrive. Do not leave it here for others to enjoy while you suffer eternally. Share it with widows and orphans, prisoners and the poor, as you saw me do. Then the richest of kings will repay you, and you will rejoice forever in His heavenly kingdom.” He blessed his wife and all his relatives. His face shone like the sun, and such a fragrance filled the house that it seemed someone had poured out precious myrrh. He recited the Creed and then the Lord’s Prayer.

As he said, “Thy will be done,” he gave his holy soul into God’s hands, an elder full of years. The emperor, the senate, and all his relatives came and buried his honored remains in the tomb he had prepared for himself.

That day they gave generous alms to the poor, who mourned the loss of their benefactor. Near his tomb, a man possessed by a demon was freed from it. Everyone glorified God for giving His servant such grace.

“Blessed are the merciful, for they shall obtain mercy.” Saint Philaretos has shown us today that the merciful truly are blessed and truly do receive mercy. Above all, they are blessed spiritually, but they may also be blessed materially. That a person will be blessed is certain. When that blessing will come is for God to decide.

We are usually in a hurry and want to see results at once. But God sees and judges things differently from us. What God does is good and right. First we must pass through the furnace and be purified. The circumstances must ripen, and so must the person. Then rest and blessing will come. What we should remember is that almsgiving is the best and most fruitful use of our money. It calls for faith and patient endurance: faith that this is true, and patient endurance as God teaches and shapes us. He is good and loves humankind. By practicing this great virtue of almsgiving, we too share in His goodness and love for humankind.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

12 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ\01 12.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα