Η Τίμια Αλυσίδα του Αγίου Αποστόλου Πέτρου και οι μάρτυρες
Η μνήμη της 16ης Ιανουαρίου τιμά την Τίμια Αλυσίδα του Αγίου Πέτρου και αναμιμνήσκει αρκετούς χριστιανούς μάρτυρες. Αφού ο Ηρώδης Αγρίππας θανάτωσε τον Απόστολο Ιάκωβο και φυλάκισε τον Πέτρο, ένας άγγελος ελευθέρωσε τον Πέτρο και οι αλυσίδες του έπεσαν.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Η μνήμη της 16ης Ιανουαρίου τιμά την Τίμια Αλυσίδα του Αγίου Πέτρου και αναμιμνήσκει αρκετούς χριστιανούς μάρτυρες.
- Αφού ο Ηρώδης Αγρίππας θανάτωσε τον Απόστολο Ιάκωβο και φυλάκισε τον Πέτρο, ένας άγγελος ελευθέρωσε τον Πέτρο και οι αλυσίδες του έπεσαν.
- Οι χριστιανοί φύλαξαν τις αλυσίδες, που αργότερα μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, ως πηγή θεραπείας για όσους τις πλησίαζαν με πίστη.
- Η ομιλία επισημαίνει τις θεραπείες μέσω των ιματίων του Παύλου και της σκιάς του Πέτρου ως βιβλικό έρεισμα για την προσκύνηση των ιερών λειψάνων.
- Τα τρία αδέλφια Πευσίππος, Ελασσίππος και Μεσίππος, Καππαδόκες, ασπάστηκαν τον χριστιανισμό μέσω της γιαγιάς τους Νεονίλλης και πέθαναν στη φωτιά αντί να αρνηθούν τον Χριστό.
- Ο μάρτυρας Δάνακτος θανατώθηκε επειδή αρνήθηκε να θυσιάσει στα είδωλα, ενώ ο ιερομάρτυρας Δαμασκηνός, καταγγελθείς ψευδώς, κρεμάστηκε στη Βουλγαρία αφού ομολόγησε την χριστιανική πίστη του.
- Η ομιλία εξηγεί ότι οι Ορθόδοξοι χριστιανοί προσκυνούν τα λείψανα επειδή η άκτιστη χάρη του Θεού μπορεί να αγιάσει τα σώματα των αγίων και τα αντικείμενα που ακούμπησαν.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 19 παράγραφοι
16 του μηνός Ιανουαρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί την προσκύνηση της Τιμίας Αλύσεως του Αγίου και ενδόξου Αποστόλου Πέτρου, επιτελεί τη μνήμη των Αγίων Μαρτύρων και Αυταδέλφων Πευσίπου, Ελασσίπου και Μεσίπου και Νεονίλης της Μάμης αυτών, του Αγίου Μάρτυρος Δάνακτος και του Αγίου Νέου Ιερομάρτυρος Δαμασκηνού, ο οποίος μαρτύρησε εις την Βουλγαρία κατά το έτος 1771.
71
Η προσκύνηση της Τιμίας Αλύσεως του ενδοξωτάτου και πρωτοκορυφαίου των Αποστόλων Πέτρου, με την οποία δέθηκε στη φυλακή για τον Χριστό, όταν τον συνέλαβαν κατά προσταγή του τετράρχου Ηρώδου. Καθώς ο Απόστολος Λουκάς εξιστορεί στο δωδέκατο κεφάλαιο των Πράξεων, όπου λέγει ότι ο Ηρώδης Αγρίππας, ο εγγονός του Μεγάλου Ηρώδου και βασιλέας των Ιουδαίων, κινούμενος με μανία κατά της Εκκλησίας του Χριστού, κατέσφαξε στην Ιερουσαλήμ το έτος 43 τον Απόστολο Ιάκωβο, τον αδελφό του Αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστού. Όταν δε είδε ότι αυτό φάνηκε αρεστό στους Ιουδαίους, συνέλαβε παρόμοια και τον Απόστολο Πέτρο και τον έκλεισε κι αυτόν στη φυλακή.
Τηρώντας τον μέχρι που να περάσει η εορτή του Εβραϊκού Πάσχα και να τον φέρει και αυτόν στο λαό σαν σφάγιο. Αλλά ο Απόστολος, αφού κατά τρόπο παράδοξο λύθηκε από τα δεσμά, διασώθηκε. Τα δεσμά αυτά είναι η αλυσίδα με την οποία δέθηκε ο Θείος Απόστολος, η οποία, έχοντας πάρει από το πανιερό του σώμα αγιαστική και ιαματική χάρη, σ' αυτούς που με πίστη προσέρχονται σ' αυτήν λύει τα δεσμά κάθε κακής ασθένειας. Όταν δε έπεσε από το σώμα του Αποστόλου Πέτρου η αλυσίδα αυτή με την επιφάνεια του Αγίου Αγγέλου, διότι λέγει «και εξέπεσαν αυτού αι αλύσεις εκ των χειρών», τότε μερικοί Χριστιανοί, αφού τη βρήκαν, την φύλαξαν και την παρέδωσαν ο ένας στον άλλον.
Κατόπιν από τους Ευσεβείς Βασιλείς μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη και αποθησαυρίστηκε στο ναό του Αγίου Αποστόλου Πέτρου που βρίσκεται μέσα στη Μεγάλη Εκκλησία, όπου γινόταν κάθε χρόνο η σύναξή του και εορτή για την προσκύνηση της αλυσίδας αυτής, για αγιασμό των Χριστιανών. Ότι δε θαύματα και πολλές θεραπείες ενεργούσαν οι αλυσίδες αυτές και γενικότερα τα ιερά λείψανα, το μαρτυρεί η Αγία Γραφή, η οποία λέγει για τον Παύλο ότι στην Έφεσο οι χριστιανοί είχαν τόσο σέβας σ' αυτόν, ώστε παίρνοντας με πολύ ευλάβεια τα μαντήλια και τα περιζώματά του, θεράπευαν με αυτά τις αρρώστιες των ασθενών. Ώστε επί τους ασθενούντας επιφέρεσθαι από του χρωτός αυτού σουδάρια και
σιμικίνθια, και απαλλάσσεσθαι απ' αυτών τας νόσους. Και όχι μόνο τα ενδύματα τα οποία είχαν αγγίσει οπωσδήποτε τα σώματά τους, αλλά και μόνη η σκιά έκανε τις ίδιες θεραπείες και, βλέποντας αυτό, οι άνθρωποι έβαζαν τους ασθενείς τους πάνω σε κρεβάτια και τους μετέφεραν εκεί από όπου θα περνούσε ο Απόστολος Πέτρος, ίνα ερχομένου Πέτρου καν η σκιά επισκιάσει τινί αυτών. Έτσι έμαθε η Ορθόδοξη Εκκλησία το σέβας και την ευλάβεια όχι μόνο των σωματικών λειψάνων, αλλά και των ιματίων των Αγίων Ανδρών.
Μάρτυρες Πεύσιπος, Ελάσσιπος και Μέσσιπος ήταν τρίδυμοι αδελφοί, επιδεξιότατοι στο να ημερώνουν και να ιππεύουν άγρια άλογα, καταγόταν δε από την Καππαδοκία. Πατροπαράδοτη θρησκεία είχαν την ειδωλολατρία. Πίστεψε όμως στο Χριστό η μάμη τους, η γιαγιά τους Νεονίλα, και αυτή έφερε και τους τρεις εγγονούς της στην αληθινή θρησκεία. Η αλλαγή αυτή της πίστεώς τους δεν άργησε να γίνει γνωστή. Όταν προσκλήθηκαν να αρνηθούν το Χριστό, και οι τρεις επανειλημμένα και σταθερά τον ομολόγησαν. Λόγω της επιμονής τους αυτής τους γνωστοποιήθηκε ότι θα τους ρίψουν στην πυρά. Τους έφεραν μπρος στις φλόγες, οι οποίες υψώνονταν τεράστιες, φοβερές, παμφάγιες.
Και βρίσκονταν στο άνθος της ηλικίας τους και είχαν εξαίσια τη σωματική ακμή, δεν δείλιασαν να προχωρήσουν προς το μαρτύριο. Ο ένας ενθάρρυνε τον άλλον και έλεγαν ότι τώρα μάλιστα τους δίδεται η αιώνια ζωή και τους ετοιμάζεται η αθάνατη δόξα.
Έριξαν στην πυρά τους γενναίους αδελφούς, τον έναν κατόπιν του άλλου, και οι φλόγες κατέφαγαν και τους τρεις, αλλά οι ψυχές τους ανέβηκαν όπου τα ανέκφραστα αγαθά, λαμπρότερα από το πυρ, το οποίο αποτεφρώσε τα σώματά τους. Η μάμη τους έμαθε το μαρτύριο των τριών εγγονών της και καμάρωνε και ευχήθηκε να την αξίωνε ο Θεός να τελειώσει και αυτή θεάρεστα τη δική της ζωή για να συναντήσει τους καλούς της εγγονούς.
Ευχαριστώ. Ατελείωτης μακαριότητας.
Μάρτυς Δάναξ καταγόταν από την Αυλώνα του Ιλλυρικού, δηλαδή της σημερινής Αλβανίας, και ήταν κληρικός της Αγίας του Θεού Εκκλησίας. Παίρνοντας δε τα σκεύη της Εκκλησίας για να τα φυλάξει από την καταδρομή των απίστων, συνελήφθη από αυτούς σε ένα τόπο και πιέστηκε να θυσιάσει στα είδωλα. Επειδή όμως δεν πείστηκε, γι' αυτό θανατώθηκε με τα μαχαίρια τους και έτσι έλαβε ο αείδημος τον του μαρτυρίου στέφανο.
Ιερομάρτυς Δαμασκηνός ήταν από κάποιο χωριό της επαρχίας Τυρνόβου που ονομαζόταν Γάμπροβο. Αφού έφυγε από την πατρίδα του, πήγε στο Άγιον Όρος και μόνασε στο ιερό μοναστήρι του Χιλανδαρίου, εκεί δε έγινε διάκονος, ιερομόναχος και προηγούμενος. Όταν στάλθηκε από τους πατέρες του μοναστηριού του στη Βουλγαρία, στη χώρα Σφιστόβη, παρέμεινε εκεί μέχρι τον καθορισμένο καιρό του ταξιδιού του. Όταν δε έμελλε να επιστρέψει στο μοναστήρι του, μάζεψε ό,τι είχε εκεί και ζήτησε και τα λίγα χρήματα που είχε δανείσει σε μερικούς Τούρκους. Αυτοί, άδικοι και κακότροποι, δεν θέλησαν να του τα δώσουν, αλλά αποφάσισαν όχι μόνο να κατακρατήσουν τα δανεικά χρήματα, αλλά και να πάρουν όσα είχε μαζεμένα στο μετόχι.
Τι τους φώτισε ο διάβολος και έκαναν; Πήραν μια γυναίκα Τούρκισσα, την ανέβασαν τη νύχτα με σκάλα πάνω στο μετόχι, την άφησαν μέσα σ' αυτό, μετά έσπασαν τη θύρα του μετοχίου και αφού μπήκαν σ' αυτό βρήκαν την Τούρκισσα την οποία οι ίδιοι είχαν βάλει. Άρπαξαν αμέσως τότε τον Άγιο, τον έδεσαν και αφού αφαίρεσαν όσα πράγματα είχε το μετόχι, χτυπώντας και δέρνοντάς τον, τον πήγαν στον κριτή φωνάζοντας και μαρτυρώντας εναντίον του ότι τόλμησε να έχει γυναίκα Τούρκισσα και να αμαρτάνει με αυτήν. Ο κριτής κατάλαβε ότι το πράγμα ήταν συκοφαντία και ζητούσε να τον γλιτώσει. Αλλά οι ψευδομάρτυρες και όλοι οι Τούρκοι που το άκουσαν αντιτίθενταν και φώναζαν ότι ήταν άξιος θανάτου.
Υπερίσχυσαν και παίρνοντάς τον πήγαν να τον κρεμάσουν. Καθοδόν ρώτησαν τον Άγιο οι Αγαρηνοί τρεις φορές αν ήθελε αυτός να τουρκέψει για να γλιτώσει τη ζωή του και να του χαρίσουν όλα όσα του πήραν και να του δώσουν και άλλα περισσότερα. Ο δε του Χριστού Μάρτυς αποκρίθηκε: «Εγώ στη χριστιανική πίστη γεννήθηκα και σε αυτήν πάλι θέλω να πεθάνω. Πηγαίνετε με λοιπόν εκεί που θέλετε». Έτσι τον οδήγησαν στον τόπο της καταδίκης και του έδεσαν πίσω τα χέρια. Ο Άγιος τους ζήτησε άδεια για να κάνει την προσευχή του ως Χριστιανός, εκείνοι δε τον έλυσαν και τον άφησαν να προσευχηθεί. Στράφηκε ο Μάρτυς προς την Ανατολή, προσευχήθηκε και αφού έκανε το σταυρό του,
στους φονείς και τον έδεσαν πάλι. Μετά τον κρέμασαν και έτσι έλαβε ο αείδημος του μαρτυρίου τον στέφανο. Η δε Θεία Δίκη τιμώρησε τους άδικους εκείνους φονείς μετά το θάνατο του Αγίου, διότι περνώντας τον ποταμό Δούναβη πνίγηκαν και έλαβαν την αιώνια κόλαση.
Έρθουμε στο πρώτο θέμα του σημερινού συναξαρίου, στην προσκύνηση της Τιμίας Αλύσεως του Αποστόλου Πέτρου. Οι απλοί άνθρωποι που βρίσκονται και κινούνται μέσα στο ρεύμα της Ορθοδόξου Παραδόσεως συνήθως δεν έχουν πρόβλημα με την προσκύνηση και τον ασπασμό παρομοίων αντικειμένων, τα οποία έχουν καθαγιαστεί και αποτελούν πηγή αγιασμού. Ορισμένοι όμως χριστιανοί ίσως απορούν, ίσως προβληματίζονται, άλλοι δε ίσως προσάπτουν στους ανωτέρω χριστιανούς και την Εκκλησία την κατηγορία της ειδωλολατρίας. Αλλά η διαφορά μεταξύ της προσκυνήσεως των τιμίων λειψάνων και της ειδωλολατρίας είναι όση της νύχτας με τη μέρα. Καταρχάς ας πούμε ότι
τίμια λείψανα θεωρούνται όχι μόνο ό,τι απέμεινε από τα σώματα των Αγίων, αλλά και ό,τι άλλο ήλθε σε επαφή με αυτά, όπως τα άμφια και ενδύματα, αντικείμενα που χρησιμοποίησαν και άλλα παρόμοια αγιασμένα αντικείμενα. Στο Θεό, κατά την παράδοση της Εκκλησίας μας, διακρίνουμε την ουσία Του με την οποία δεν μπορούμε να έχουμε καμιά κοινωνία και την άκτιστη ενέργειά Του, τη χάρη Του που είναι θεότητα και με την οποία μπορούν να έχουν κοινωνία τα κτίσματα όταν υπάρχουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις.
Στον άνθρωπο η χάρη του Θεού μπορεί δια του νός να μεταδοθεί σε όλη την ψυχή και από την ψυχή στο σώμα και στη συνέχεια στα ενδύματα. Διάφορα αντικείμενα που ήλθαν σε επαφή με το σώμα και εν προκειμένω στις αλυσίδες του Αποστόλου Πέτρου. Εμείς, όταν προσκυνούμε και ασπαζόμαστε τα Άγια Λείψανα, δεν προσκυνούμε και δεν ασπαζόμαστε τα κόκαλα, τα ξύλα ή τα σίδερα αυτά καθεαυτά, αλλά τη χάρη του Θεού που έχουν αποθησαυρισμένη. Ο ειδωλολάτρης προσκυνά το είδωλο, το ξύλο, την πέτρα κλπ., διότι αυτό τούτο το είδωλο, το κτίσμα, το θεωρεί Θεό ή προσκυνά μια ψεύτικη ανύπαρκτη θεότητα που το είδωλο παριστά ή καλύτερα το δαίμονα που βρίσκεται πίσω από το είδωλο. Εμείς όμως ως χριστιανοί προσκυνούμε τη χάρη του λειψάνου, τη θεότητα του αληθινού Θεού, τον αληθινό Θεό.
Κάνουμε δε αυτό και από ευλάβεια και για να γίνουμε κι εμείς με την πίστη και την άμεση επαφή κοινωνοί αυτής της χάριτος και θεότητος για την ίαση και τον αγιασμό των ψυχών και των σωμάτων.
Αγγλική μετάφρασηEN · 19 παράγραφοι
On January 16, our Church venerates the Precious Chain of Saint Peter, the glorious Apostle. It also commemorates the three brothers and martyrs, Saints Peusippus, Elasippus, and Mesippus, and their grandmother Neonilla; Saint Danax the Martyr; and Saint Damascene the New Hieromartyr, who was martyred in Bulgaria in 1771.
71
We venerate the precious chain of Peter, the most glorious and foremost of the Apostles. He was bound with it in prison for Christ after his arrest by order of Herod the tetrarch. As the Apostle Luke recounts in chapter 12 of Acts, Herod Agrippa, the grandson of Herod the Great and king of the Jews, raged against the Church of Christ. In Jerusalem, in the year 43, he had the Apostle James, the brother of Saint John the Evangelist, put to death. When he saw that this pleased the Jews, he also arrested the Apostle Peter and put him in prison.
He kept Peter in prison until the Jewish Passover had passed, intending to bring him before the people to be slaughtered. But the Apostle was miraculously freed from his bonds and escaped. Those bonds were the chain that had held the holy Apostle. Having received sanctifying and healing grace through contact with his most holy body, the chain frees those who approach it in faith from the bonds of every grievous illness. When the chain fell from the hands of the Apostle Peter at the appearance of the holy angel—for Scripture says, “and the chains fell off his hands”—some Christians found it, kept it safe, and passed it down from one to another.
Later, pious emperors brought the chain to Constantinople and placed it as a treasure in the church of Saint Peter the Apostle, within the Great Church. There, Christians gathered each year to celebrate its feast and venerate the chain, receiving sanctification through it. Holy Scripture bears witness to the miracles and many healings worked through these chains and through holy relics more generally. It tells us that the Christians in Ephesus held Paul in such reverence that they took his handkerchiefs and aprons with great devotion and used them to heal the sick. As Scripture says, handkerchiefs and... were carried from his body to the sick.
Aprons were brought to the sick, and their illnesses left them. And it was not only clothing that had touched the apostles’ bodies: even Peter’s shadow brought the same healings. Seeing this, people laid their sick on beds and carried them to the places where the Apostle Peter would pass, so that, as he came by, his shadow might fall on at least some of them. This is how the Orthodox Church learned to honor and venerate not only the bodily relics of holy men, but also their garments.
The martyrs Peusippus, Elasippus, and Mesippus were triplet brothers from Cappadocia. They were exceptionally skilled at taming and riding wild horses. Their ancestral religion was idolatry. But their grandmother Neonilla came to believe in Christ, and she brought all three of her grandsons to the true faith. Their change of faith soon became known. When they were called upon to deny Christ, all three confessed Him again and again, standing firm. Because they would not yield, they were told they would be thrown into the fire. They were brought before the flames, which rose high, fierce and all-consuming.
Though they were in the flower of youth and at the height of their strength, they did not hesitate to face martyrdom. They encouraged one another, saying that eternal life was now being given to them and immortal glory was being prepared for them.
They threw the brave brothers into the fire, one after another, and the flames consumed all three. But their souls rose to the place of blessings beyond words, brighter than the fire that had reduced their bodies to ashes. When their grandmother learned of her three grandsons’ martyrdom, she was proud of them. She prayed that God would count her worthy to end her own life in a way pleasing to Him, so that she might meet her dear grandsons again.
Thank you. Of endless blessedness.
The Martyr Danax came from Avlona in Illyria, in what is now Albania, and was a cleric of the Holy Church of God. He took the Church’s sacred vessels to protect them from an attack by unbelievers, but they captured him and pressed him to sacrifice to idols. When he refused, they killed him with their knives. Thus the ever-memorable martyr received the crown of martyrdom.
The hieromartyr Damascene came from a village called Gabrovo in the region of Tarnovo. He left his homeland for Mount Athos and became a monk at Hilandar Monastery. There he became a deacon, then a priest-monk, and later a prior. When the fathers of the monastery sent him to Svishtov in Bulgaria, he stayed there for the appointed time. As he prepared to return, he gathered his belongings and asked some Turks to repay the small amount of money he had lent them. They were dishonest and ill-tempered. They refused to repay him and decided to take everything he had stored at the monastery’s dependency as well.
What did the devil put them up to? One night they used a ladder to bring a Turkish woman into the monastery’s dependency and left her there. Then they broke down the door, went inside, and found the woman they themselves had placed there. They seized the saint, tied him up, and took everything kept in the dependency. Beating him as they went, they brought him before the judge, shouting that he had dared to keep a Turkish woman there and sin with her. The judge saw that the accusation was false and tried to save him. But the false witnesses and all the Turks who heard about it protested, shouting that he deserved to die.
They prevailed, took him away, and went to hang him. On the way, the Turks asked the Saint three times whether he would become a Muslim to save his life. They promised to return everything they had taken from him and give him even more. But the martyr of Christ answered, “I was born into the Christian faith, and in that faith I wish to die. So take me wherever you want.” They led him to the place of execution and bound his hands behind his back. The Saint asked to be allowed to pray as a Christian. They untied him and let him pray. The martyr turned toward the East, prayed, and made the sign of the Cross,
He gave himself over to his killers, and they bound him again. Then they hanged him, and the ever-memorable saint received the crown of martyrdom. After the Saint’s death, divine justice punished those unjust killers: they drowned while crossing the Danube and were condemned to eternal Hell.
We come to the first subject of today’s Synaxarion: the veneration of the Precious Chain of the Apostle Peter. Ordinary people who live within Orthodox Tradition usually have no difficulty venerating and kissing such objects. They have been sanctified and have become a source of sanctification. Some Christians, though, may wonder about this or find it troubling. Others may even accuse these Christians and the Church of idolatry. But venerating holy relics and worshipping idols are as different as night and day. To begin with, let us say that
Holy relics include not only what remains of the Saints’ bodies, but also things that came into contact with them: vestments, clothing, objects they used, and other such sanctified things. According to the tradition of our Church, we distinguish between God’s essence, in which we cannot share at all, and His divine uncreated energies—His grace, which is divine. Created beings can share in that grace when the right conditions are met.
Through the nous, the spiritual intellect, God’s grace can be communicated to a person’s whole soul, from the soul to the body, and then to clothing and other objects that have touched the body—in this case, the Apostle Peter’s chains. When we venerate and kiss holy relics, we do not venerate the bones, wood, or iron in themselves. We venerate the grace of God treasured within them. An idolater worships an idol of wood or stone because he regards that created thing as a god. Or he worships a false deity represented by the idol—or, more precisely, the demon behind it. But as Christians, we venerate the grace present in the relic: the divinity of the true God, the true God Himself.
We do this out of reverence, and so that through faith and direct contact we too may share in this grace and divinity, for the healing and sanctification of our souls and bodies.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
01 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ\16 01.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.