Άγιος Πέτρος Άργους και τα χαρίσματα του Θεού
Γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη, ο Πέτρος ασπάστηκε τη μοναχική ζωή μαζί με τους αδελφούς του και έγινε γνωστός για την ασκητική του αρετή. Αφού αρνήθηκε την επισκοπή της Κορίνθου, τελικά δέχτηκε τις εκκλήσεις των πιστών να διακονήσει ως επίσκοπος Άργους και Ναυπλίου.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη, ο Πέτρος ασπάστηκε τη μοναχική ζωή μαζί με τους αδελφούς του και έγινε γνωστός για την ασκητική του αρετή.
- Αφού αρνήθηκε την επισκοπή της Κορίνθου, τελικά δέχτηκε τις εκκλήσεις των πιστών να διακονήσει ως επίσκοπος Άργους και Ναυπλίου.
- Δίδαξε το Ευαγγέλιο, υπερασπίστηκε την ορθόδοξη δογματική, βοήθησε τους φτωχούς και εργάστηκε για την απελευθέρωση χριστιανών που είχαν αιχμαλωτιστεί από πειρατές.
- Κατά τη διάρκεια λιμού, οι προσευχές του συντηρούσαν τους πεινασμένους μέσω ενός δοχείου με αλεύρι που δεν τελείωνε· θεράπευσε επίσης αρρώστους και απάλλαξε μια νεαρή γυναίκα από ακάθαρτο πνεύμα.
- Ο Πέτρος συμμετείχε σε σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη και αργότερα υποδέχθηκε τον Θεοδόσιο τον Νέο ως συνεργάτη, αφού οράματα αποκάλυψαν ότι οι κατηγορίες εναντίον του ήταν ψευδείς.
- Μετά τον θάνατο του Πέτρου, οι πιστοί τίμησαν τα λείψανά του, και εκείνος παρέμεινε ευλαβώς τιμώμενος ως προστάτης του Άργους και φύλακας της Αργολίδας.
- Η ομιλία κλείνει με προτροπή στους χριστιανούς να καλλιεργούν τα φυσικά και πνευματικά χαρίσματα που έλαβαν από τον Θεό, μέσω υπακοής, μετάνοιας και ασκητικού αγώνα, για το καλό της Εκκλησίας και της κοινωνίας.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 17 παράγραφοι
και πανεύφημος ιεράρχης της Εκκλησίας, άκμασε κατά τις αρχές του ενάτου μετά Χριστόν αιώνος, γεννήθηκε στη Βασιλεύουσα, από γονείς όχι μόνο ένδοξους κατά το γένος, αλλά και λαμπρούς κατά την αρετή και την ευσέβεια. Από την παιδική του ηλικία αφοσιώθηκε στα Ιερά Γράμματα. Θαυμαζόταν από όλους για την οξύτητα του πνεύματός του, την αντίληψη και την ορθή του κρίση. Νέος ακόμη περιβλήθηκε το μοναχικό σχήμα μαζί με τον νεότερό του αδελφό Πλάτωνα, μιμούμενος τους γονείς του και τους δυο μεγαλύτερους αδελφούς του, Διονύσιο και Παύλο, οι οποίοι, αφού απαρνήθηκαν τα φθαρτά του κόσμου αυτού, ασπάστηκαν τη μοναχική ζωή και έγιναν μοναχοί σε κάποιο από τα μοναστήρια της Κωνσταντινουπόλεως. Εκεί ο Θείος Πέτρος
ολόψυχα στους ασκητικούς αγώνες και μετά από λίγο έγινε τέτοιος ώστε όλοι βαθύτατα τον εκτιμούσαν και τον είχαν ως παράδειγμα μοναχικής ζωής και πολιτείας. Οι αρετές του δεν ήταν δυνατόν να αποκρυβούν από τον τότε αξιότατα κατευθύνοντα το πηδάλιο της Εκκλησίας, Πατριάρχη Νικόλαο τον Μυστικό. Επειδή δε χήρευε ο αρχιερατικός θρόνος της Κορίνθου και αναζητούνταν άνδρας στολισμένος με αρετές που να μπορεί να στηρίξει το λαό στην ευσέβεια, ο Πατριάρχης μεταχειρίστηκε κάθε μέσο για να πείσει τον Άγιο να αποδεχθεί την αρχιερωσύνη. Αλλά ο Άγιος Πέτρος, αναλογιζόμενος το βαρύ και δυσβάστακτο του αξιώματος και φοβούμενος τις μεγάλες και πολλαπλές του ευθύνες, δεν δεχόταν να αρχιερατεύσει. Αφού έτσι απέτυχε ο Πατριάρχης στο σκοπό του,
στράφηκε προς τον αδελφό του Αγίου Πέτρου, Παύλο, τον οποίο και προχείρισε επίσκοπο Κορίνθου. Όχι δε μόνο τότε αλλά και μετά, ο Πατριάρχης αγωνιζόταν να κατατάξει τον Άγιο στην χορεία των Επισκόπων. Ο δε μακάριος Πέτρος, φοβούμενος μήπως στο τέλος υποχωρήσει στις προτροπές του Πατριάρχου, αφού εγκατέλειψε την Κωνσταντινούπολη, ακολούθησε τον αδελφό του Παύλο στην Κόρινθο, όπου επί πολύ χρόνο παρέμεινε ασκητεύοντας στα εκεί ησυχαστήρια. Αλλά αν και απέφευγε ο Άγιος τη δόξα των ανθρώπων, ο Πανάγαθος Θεός ακόμη περισσότερο αναδείκνυε τον ανεκτίμητο αυτό θησαυρό της Εκκλησίας. Οι φήμες λοιπόν του Πέτρου, αν και αυτός κρυβόταν, απλώνονταν στην Πελοπόννησο και όλη την Ελλάδα και διαλαλούσαν τις αρετές του.
εκδήμησε προς τον Κύριο ο Αρχιερέας του Άργους και του Ναυπλίου, οι εκεί χριστιανοί έστειλαν πρεσβεία προς τον Αρχιεπίσκοπο Κορίνθου Παύλο, παρακαλώντας τον να πείσει τον αδελφό του Πέτρο να αναλάβει τη χηρεύουσα επισκοπή τους. Όταν έμαθε αυτό ο Πέτρος, αναχώρησε κρυφά και επί πολύ έμεινε άγνωστο το μέρος όπου βρισκόταν τόσο στον αδελφό του όσο και σε αυτούς που τον ζητούσαν. Τέλος όμως κάμφθηκε στις παρακλήσεις και τα δάκρυά τους και αφού χειροτονήθηκε ανέλαβε τη διαποίμανση του Άργους και του Ναυπλίου. Έτσι τοποθετήθηκε ο λύχνος επί την λυχνία για να λάμπει πάσι τοις εν τη οικία. Αφού λοιπόν τακτοποίησε με θαυμαστή σύνεση και σοφία τα της Εκκλησίας και του Κλήρου, επιδόθηκε σε νέους πνευματικούς αγώνες.
πλούτος της σοφίας και της αρετής του άρχισε να εκχέεται και να μεταδίδεται άφθονα σε όλους. Τα σωτήρια νάματα του Θείου Λόγου άρδευαν πλούσια την πνευματική γη και έβγαζαν πολλούς και λαμπρούς καρπούς αρετών και ευσεβείας. Γλυκύτεροι από το μέλι έτρεχαν οι λόγοι από το στόμα του Αγίου, το δε παράδειγμα της ζωής του στήριζε τη διδασκαλία του, έλαμπε παντού, τόσο ώστε όλοι να ρυθμίζουν τη ζωή τους κατά το Ευαγγέλιο του Χριστού. Ήταν δε και φρουρός άγρυπνος ο Άγιος και ακοίμητος ποιμένας της ποίμνης του Χριστού και ζηλωτής των πατρικών παραδόσεων και των ιερών της πίστεως δογμάτων και πολλές φροντίδες κατέβαλε για να διατηρούνται ανέπαφα και ακέραια. Εκείνο όμως το οποίο έκαμνε ακόμη περισσότερο αγαπητό τον Άγιο
βαθύτερο τον προς αυτόν σεβασμό των χριστιανών, ήταν ο μεγάλος του ζήλος για την απελευθέρωση από τους πειρατές αιχμαλωτισμένων χριστιανών, καθώς και η προθυμία με την οποία διέτρεχε τις πόλεις, βοηθώντας και παρηγορώντας εκείνους που είχαν ανάγκη. Τέτοιος λοιπόν, αφού αναδείχθηκε ο Άγιος, αξιώθηκε να λάβει και προορατικό χάρισμα και τη δύναμη να επιτελεί θαύματα,
δε γεγονότα προγνώρισε και προείπε, τα οποία και πραγματοποιήθηκαν τον καιρό που αυτός προσδιόρισε. Λίγα δε από τα πολλά θαύματα τα οποία τελούσε εν ονόματι του Σωτήρος, αναφερόμενα εδώ, θα καταδείξουν σε εμάς ποια και πόση παρρησία απέκτησε προς τον Κύριο, ο οποίος και ενεργεί τα μεγάλα και θαυμαστά, τα ένδοξα και τα εξαίσια.
έγινε μεγάλη πείνα στην πόλη του Άργους και της γύρω περιοχής. Το δε πλήθος του λαού έτρεχε προς τον Άγιο ζητώντας ψωμί. Ο Άγιος, αφού κατανάλωσε όλη του την περιουσία για να τους βοηθήσει και δεν έμεινε τίποτε άλλο σε αυτόν παρά από ένα πιθάρι αλεύρι και εις την καρδιά του ακράδαντη πίστη προς το Θεό, σε εκείνη την περίσταση που λιμοκτονούσε ο λαός, επικαλέστηκε τη θεία βοήθεια και, ω του θαύματος, το πιθάρι εκείνο με το λίγο αλεύρι μεταβλήθηκε σε αένωτη και ανεξάντλητη πηγή, καθώς η υδρία της χήρας επί του Ηλιού του Θεσβίτου, και έφτασε για να διαθρέψει τους πεινασμένους μέχρι που πέρασε ο λιμός εκείνος. Ακόμη δε εμφανέστερα αποδεικνύεται η προς τον Κύριο παρρησία του Αγίου από το επόμενο θαύμα.
νεαρή, η οποία από πολύ καιρό κατεχόταν από πονηρό και ακάθαρτο πνεύμα, οδηγήθηκε από τους συγγενείς της προς τον Άγιο, οι οποίοι τον παρακαλούσαν να την βοηθήσει. Αυτός δε ο Μακάριος, με τη δύναμη και εξουσία εκείνου που είπε σε αυτούς που τον πιστεύουν «Ιδού δίδωμι υμίν την εξουσίαν του πατείν επάνω όφεων και σκορπίων και επί πάσαν τη δύναμη του εχθρού» και καθώς λέγει και ο Ευαγγελιστής Ματθαίος «Έδωκεν αυτοίς εξουσίαν κατά πνευμάτων ακαθάρτων ώστε εκβάλλειν αυτά», ανύψωσε το νου και την καρδιά προς τον ουρανό, επιτίμησε το δαιμόνιο και το διέταξε να βγει από τη νέα εκείνη. Και ω του θαύματος, αυτή που επί τόσο καιρό ελεεινώς βασανιζόταν, ελευθερώθηκε και θεραπεύθηκε αμέσως, ευχαριστούσε δε και δόξαζε το Θεό
ο οποίος έδωσε τέτοια εξουσία στους ανθρώπους. Πολλά δε ακόμη μεγάλα και παράδοξα θαύματα έκανε ο Θείος Πέτρος με την προσευχή και τη θερμή προς τον Θεό πίστη του. Έτσι γιάτρεψε χωλούς, καθάρισε λεπρούς, παραλύτους τους σήκωσε και πολλές αρρώστιες με την επίθεση των χεριών ως άλλος Απόστολος θεράπευσε. Η δε προς τις χήρες και τα ορφανά συμπάθεια του Αγίου τόσο στοργική ήταν, ώστε να μένει παραδειγματική. Αλλά και η από τον Άγιο προστασία και υπεράσπιση εκείνων που πιέζονταν και αδικούνταν από τους ισχυρούς ήταν παρομοίως θερμή και ακαταμάχητη, επειδή η δύναμη των λόγων του, η οποία στηριζόταν στην ευσέβεια και την αρετή του, τον καθιστούσε σεβαστό σε όλους.
ο Άγιος έλαβε μέρος και στη Σύνοδο, η οποία συγκλήθηκε από τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο τον Πορφυρογέννητο το 922 στην Κωνσταντινούπολη και η οποία εξέδωσε τον περίφημο τόμο της Ενώσεως κατά τη δεύτερη πατριαρχία του Πατριάρχου Νικολάου, αγωνίστηκε δε γενναία σε αυτή υπέρ της Ορθοδοξίας και για την επικύρωση όσων είχαν ψηφιστεί από τις προηγούμενες συνόδους. Αλλά ας αναφέρουμε και λίγα σχετικά με τον Όσιο Θεοδόσιο το Νέο, διότι αυτός όταν άκμαζε ο Άγιος Πέτρος έγινε συνεργάτης του στους υπέρ της ευσεβείας αγώνες. Ο Όσιος Θεοδόσιος ο Νέος γεννήθηκε το 862 μετά Χριστόν στην Αθήνα, ασκήθηκε δε στην περιοχή της Αργολίδος.
πριν από τη μετάβαση του Αγίου Πέτρου στην Κωνσταντινούπολη για τη Σύνοδο, όπως προαναφέρθηκε, ο ασκητικότατος Θεοδόσιος είχε κατηγορηθεί στον Άγιο Πέτρο ως αγύρτης και λαοπλάνος τόσο έντεχνα και πειστικά, ώστε ο μακάριος Πέτρος είχε αποφασίσει, όταν επέστρεφε από την Κωνσταντινούπολη, να τον απομακρύνει από την Επισκοπή του. Όταν δε ο Άγιος ήταν στην Βασιλεύουσα, του παρουσιάστηκε ο Όσιος Θεοδόσιος σε όραμα και αφού του αποκάλυψε όλη την εναντίον του σκευωρία, παρακαλούσε τον Άγιο να μην δίνει πίστη στις συκοφαντίες. Συγχρόνως δε φάνηκε σε όραμα και στον Πατριάρχη και τον παρακαλούσε να αποτρέψει τον Πέτρο από τους τέτοιου είδους λογισμούς του. Αυτό και έγινε, διότι ο Πατριάρχης και ο Πέτρος
ανακοίνωσαν ο ένας στον άλλο το όραμα και διεπίστωσαν την αγιότητα του ανδρός. Αφού δε ο Πέτρος επανήλθε στο θρόνο του, πήγε στο ασκητήριο του Θεοδοσίου και αφού έμαθε με θαυμασμό τις αρετές του και χειροτόνησε τον ασκητή στο υψηλό της ιεροσύνης αξίωμα, τον παρέλαβε ως συνεργάτη στο ψυχοσωτήριο έργο της θείας του αποστολής. Τον Θεοδόσιο αυτό, μετά από λίγο, όταν απήλθε προς τον Κύριο, τον κήδευσε ιεροπρεπώς ο Μακάριος Πέτρος με όλο τον κλήρο της Επισκοπής του. Όταν δε έφτασε ο Άγιος Πέτρος στο εβδομηκοστό έτος της ηλικίας του και προγνώρισε το τέλος της εδώ παροικίας του, αφού έδωσε τις δέουσες πατρικές συμβουλές και παραινέσεις στο λογικό του ποίμνιο,
χαρά παρέδωσε το πνεύμα στα χέρια του Θεού, τον οποίο τόσο αγάπησε. Οι δε πιστοί, αφού θρήνησαν για τη στέρηση τέτοιου ποιμένα και ευεργέτου, κήδεψαν με ευλάβεια το χαριτόβρυτο του Ιεράρχου λείψανο και το κατέθεσαν μέσα στο ναό, ο οποίος αναγέρθηκε επ' ονόματί του, όπου αυτό έγινε ανεξάντλητη πηγή ιαμάτων στους με πίστη προσερχομένους. Αλλά ο ναός εκείνος με την πάροδο του χρόνου κατερρειπώθηκε. Οι δε ευσεβείς και φιλόχριστοι Αργείοι ανήγειραν στο κέντρο της πόλεως άλλο ναό μεγαλοπρεπέστατο, τιμώμενο επ' ονόματί του και ο οποίος μαρτυρεί το σέβας και την ευλάβειά τους προς τον πάντιμο Άγιο, τον πολιούχο μεν του Άργους, όλης δε της Αργολίδος προστάτη.
εορταζόμενος Άγιος Πέτρος υπήρξε θαυματουργός, χαρισματούχος. Αλλά όλοι μας, ιδίως όσοι ανήκουμε στην Εκκλησία του Χριστού, είμαστε αποδέκτες πολλών και ποικίλων χαρισμάτων εκ μέρους του Θεού. Ενί εκάστω, μας λέγει ο Απόστολος Παύλος, εδόθη χάρις κατά το μέτρο της δωρεάς του Χριστού. Και στη συνέχεια λέγει: αυτός έδωκε τους μεν Αποστόλους, τους δε προφήτας, τους δε ευαγγελιστάς, τους δε ποιμένας και διδασκάλους. Τα χαρίσματα είναι φυσικά και υπερφυσικά. Φυσικά είναι αυτά που δόθηκαν στην ανθρώπινη φύση σε όλους λίγο πολύ τους ανθρώπους. Χαρίσματα είναι η ύπαρξη, η ζωή, διάφορες σωματικές και ψυχικές ικανότητες που έχει ο καθένας, αλλά και οι διάφορες φυσικές αρετές, όπως η φυσική συμπάθεια, η σύνεση, η φυσική διάκριση κλπ. Εμείς όμως οι χριστιανοί αξιωθήκαμε επιπλέον να λάβουμε με τα μυστήρια της Εκκλησίας μας και άλλα χαρίσματα, τα υπερφυσικά, τα πνευματικά, τα χαρίσματα, τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος. Όπως λέγει και πάλι ο Απόστολος, ο δε καρπός του Πνεύματος εστίν αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, αγαθοσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτεια. Αυτό το θησαυρό των χαρισμάτων καλούμαστε να τον ενεργοποιήσουμε
έτσι να τον αξιοποιήσουμε, για μας βέβαια προσωπικά, αλλά και για την Εκκλησία και την κοινωνία ευρύτερα, για να απλωθεί μέσα μας και γύρω μας η Βασιλεία του Θεού. Διαφορετικά, εάν δηλαδή δεν τα εργαστούμε, δεν τα ενεργοποιήσουμε, δεν τα αναπτύξουμε, θα στερήσουμε τον εαυτό μας από την παρουσία τους, από την ευλογία τους, αλλά και θα καταδικαστούμε στη στέρηση και αυτών που έχουμε. Ως γαρ έχει, δοθήσεται αυτώ, και ως ουκ έχει, και ο έχει αρθήσεται απ' αυτού. Ακόμη και η βάπτιση, καθώς λέγει ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, δεν δρα εάν ο άνθρωπος δεν καθαρίζει τον εαυτό του από τα πάθη. Χρειάζεται λοιπόν η τήρηση των εντολών του Χριστού
Χρειάζεται αγώνας και άσκηση.
Αγγλική μετάφρασηEN · 17 παράγραφοι
Saint Peter, a renowned bishop of the Church, flourished at the beginning of the ninth century after Christ. He was born in Constantinople to parents distinguished not only by their family, but also by their virtue and devotion to God. From childhood he devoted himself to the sacred writings. Everyone admired his keen intellect, understanding, and sound judgment. While still young, he became a monk together with his younger brother Plato. In this he followed his parents and his two older brothers, Dionysios and Paul, who had renounced the passing things of this world and become monks in a monastery in Constantinople. There Saint Peter
gave himself wholeheartedly to ascetic struggles. Before long, he was so deeply respected that everyone looked to him as an example of monastic life. His virtues could not escape the notice of Patriarch Nicholas Mystikos, who was guiding the Church at that time. The bishop’s seat in Corinth was vacant, and a man of virtue was needed to strengthen the people in their faith. The Patriarch tried everything he could to persuade the saint to accept the office. But Saint Peter considered how heavy its duties were and feared its many great responsibilities, so he would not agree to become bishop. When the Patriarch could not persuade him,
he turned to Saint Peter’s brother Paul and appointed him bishop of Corinth. Even afterward, the Patriarch continued trying to bring Peter into the company of bishops. Blessed Peter feared that he might eventually give in to the Patriarch’s urging, so he left Constantinople and followed his brother Paul to Corinth. There he spent a long time in ascetic life in the local hesychasteria, or hermitages. Although the saint avoided human praise, God in His goodness made this precious treasure of the Church more widely known. Peter hid himself, yet accounts of his virtues spread throughout the Peloponnese and all Greece.
When the bishop of Argos and Nauplion departed to the Lord, the Christians there sent a delegation to Archbishop Paul of Corinth. They begged him to persuade his brother Peter to take charge of their vacant diocese. When Peter learned of this, he left secretly. For a long time, neither his brother nor those seeking him knew where he was. At last, their pleas and tears moved him. He was ordained and took up the care of the people of Argos and Nauplion. Thus the lamp was placed on its stand to give light to everyone in the house. After putting the affairs of the Church and its clergy in order with remarkable wisdom and good judgment, he devoted himself to new spiritual struggles.
The riches of his wisdom and virtue began to flow freely to everyone. The life-giving waters of the divine Word nourished the spiritual soil and brought forth abundant fruits of virtue and devotion to God. The saint’s words were sweeter than honey, and the example of his life gave weight to his teaching. His light shone everywhere, inspiring all to order their lives according to the Gospel of Christ. He was a watchful guardian and tireless shepherd of Christ’s flock. Zealous for the traditions of the Fathers and the sacred doctrines of the faith, he took great care to preserve them whole and unharmed. Yet what made the saint still more beloved
and deepened the Christians’ respect for him was his great zeal to free Christians captured by pirates, and his readiness to travel from town to town, helping and comforting those in need. Having become such a shepherd, the saint was counted worthy to receive the gift of foresight and the power to work miracles.
He foresaw and foretold events that came to pass at the very times he had named. A few of the many miracles he worked in the name of the Savior will show us how close he had drawn to the Lord, who works great and wondrous, glorious and marvelous things.
A severe famine struck Argos and the surrounding region. Crowds came to the saint asking for bread. He spent all he had to help them, until nothing remained but a jar with a little flour and an unshakable faith in God. As the people faced starvation, he called on God for help. And what a wonder: that jar with its little flour became a source that did not run out, like the widow’s jar in the days of Elijah the Tishbite. It fed the hungry until the famine passed. The next miracle shows even more clearly how close the saint was to the Lord.
A young woman who had long been possessed by an evil and unclean spirit was brought to the saint by her relatives, who begged him to help her. Blessed Peter acted through the power and authority of the One who said to those who believe in Him, “Behold, I give you authority to tread on serpents and scorpions, and over all the power of the enemy.” As the Evangelist Matthew also says, “He gave them authority over unclean spirits, to cast them out.” Peter lifted his nous, his spiritual intellect, and his heart toward heaven. He rebuked the demon and commanded it to leave the young woman. And what a wonder: she, who had suffered so terribly for so long, was freed and healed at once. She gave thanks and glory to God,
who had given such authority to human beings. Saint Peter worked many other great and extraordinary miracles through his prayer and fervent faith in God. He healed those who could not walk, cleansed lepers, raised up people who were paralyzed, and, like an Apostle, healed many illnesses by laying on his hands. His compassion for widows and orphans was so tender that it remained an example to others. He also defended those oppressed and wronged by the powerful with warmth and resolve. His words carried such force, grounded as they were in his faith and virtue, that everyone respected him.
The saint also took part in the Synod convened in Constantinople in 922 by Emperor Constantine Porphyrogenitus. During the second patriarchate of Patriarch Nicholas, this Synod issued the celebrated Tome of Union. Peter stood firmly for Orthodoxy and for the confirmation of what earlier synods had decreed. Let us also say a little about Venerable Theodosius the New, who became Peter’s fellow worker in defending the faith. Theodosius was born in Athens in the year 862 after Christ and lived an ascetic life in the region of Argolis.
Before Saint Peter went to Constantinople for the Synod, the deeply ascetic Theodosius had been accused before him of being a fraud who led people astray. The accusations were so skillful and convincing that blessed Peter decided to remove him from his diocese when he returned. While Peter was in Constantinople, however, Venerable Theodosius appeared to him in a vision. He revealed the whole plot against him and begged the saint not to believe the slanders. At the same time, Theodosius appeared in a vision to the Patriarch and asked him to turn Peter away from these logismoi, these troubling thoughts. This is what happened, for the Patriarch and Peter
told each other about their visions and recognized the man’s holiness. When Peter returned to his diocese, he went to Theodosius’s hermitage. There he learned of his virtues with wonder, ordained the ascetic to the priesthood, and welcomed him as a fellow worker in his God-given mission to save souls. A short time later, when Theodosius departed to the Lord, blessed Peter and all the clergy of his diocese gave him a burial befitting a priest. When Saint Peter reached his seventieth year, he foresaw the end of his earthly life. He gave his flock the counsel and guidance of a father,
then joyfully gave up his spirit into the hands of the God he loved so deeply. The faithful mourned the loss of such a shepherd and benefactor. With reverence they buried the bishop’s relics, a vessel of grace, in the church built in his name. There his relics became an unfailing source of healing for those who came in faith. In time, that church fell into ruin. The devout people of Argos then built a magnificent new church in the center of the city in his honor. It bears witness to their reverence for this greatly honored saint, the patron of Argos and protector of all Argolis.
Saint Peter, whom we celebrate today, was a worker of miracles, blessed with gifts of grace. But all of us, especially those who belong to the Church of Christ, have received many different gifts from God. As the Apostle Paul tells us, “To each one of us grace was given according to the measure of Christ’s gift.” He goes on to say: “He gave some to be apostles, some prophets, some evangelists, and some shepherds and teachers.” These gifts are natural and supernatural. Natural gifts are those given to human nature, which all people possess in some measure. Our existence and life are gifts, as are our various abilities of body and soul, and natural virtues such as compassion, good judgment, and discernment. We Christians, through the Mysteries of our Church, have also been counted worthy to receive supernatural, spiritual gifts: the fruits of the Holy Spirit. As the Apostle says again, “The fruit of the Spirit is love, joy, peace, patient endurance, kindness, goodness, faithfulness, gentleness, and self-control.” We are called to put this treasure of gifts to work
and make good use of it for ourselves, for the Church, and for society as a whole, so that the Kingdom of God may grow within us and around us. If we fail to cultivate, use, and develop these gifts, we will lose their presence and blessing. We may even lose what we already have. For “whoever has will be given more; and whoever does not have, even what he has will be taken from him.” As Saint Gregory of Nyssa says, even Baptism does not bear fruit if a person does not cleanse himself of the passions, those disordered desires. We must therefore keep the commandments of Christ.
We must struggle and pursue ascesis, the ascetic discipline of the Christian life.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
05 ΜΑΪΟΥ\03 05 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.