Αγία Πελαγία: Μετάνοια και προσευχητική ζωή
Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη της Αγίας Πελαγίας στις 8 Οκτωβρίου και αφηγείται την προηγούμενη πλούσια και αμαρτωλή ζωή της στην Αντιόχεια. Ο επίσκοπος Νόννος βλέπει την επιδεικτική εμφάνιση της Πελαγίας και παροτρύνει τους συναδέλφους επισκόπους του να φροντίζουν πιο επιμελώς για τις ψυχές τους.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη της Αγίας Πελαγίας στις 8 Οκτωβρίου και αφηγείται την προηγούμενη πλούσια και αμαρτωλή ζωή της στην Αντιόχεια.
- Ο επίσκοπος Νόννος βλέπει την επιδεικτική εμφάνιση της Πελαγίας και παροτρύνει τους συναδέλφους επισκόπους του να φροντίζουν πιο επιμελώς για τις ψυχές τους.
- Μετά από όραμα ενός λερωμένου περιστεριού που καθαρίζεται στο βάπτισμα, ο Νόννος κηρύττει ένα κήρυγμα που συγκινεί την Πελαγία μέχρι δακρύων και μετάνοιας.
- Η Πελαγία εξομολογείται τις αμαρτίες της, βαπτίζεται από τον Νόννο με ανάδοχο τη μοναχή Ρωμάνα και μεταλαμβάνει της Θείας Ευχαριστίας.
- Αντιστέκεται στον πειρασμό να επιστρέψει στην προηγούμενη ζωή της, μοιράζει τα υπάρχοντά της στους φτωχούς και ελευθερώνει τους δούλους της.
- Μεταμφιεσμένη σε μοναχό με το όνομα Πελαγίος, περνά τρία χρόνια σε προσευχή και ασκητικό αγώνα στο Όρος των Ελαιών.
- Μετά τον θάνατό της αποκαλύπτεται η ταυτότητά της, και η ομιλία καλεί τους ακροατές να μιμηθούν τη μετάνοιά της, απηχώντας τη διαβεβαίωση του Αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου ότι κανείς δεν είναι πέρα από την αλλαγή.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 19 παράγραφοι
Σήμερα, 8 του μηνός Οκτωβρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη της Οσίας Πελαγίας, της Αγίας Πελαγίας της Παρθένου, της Αγίας Ταϊσίας και του Αγίου Οσιομάρτυρος Ιγνατίου του Νέου.
Η Πελαγία ζούσε στην Αντιόχεια κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα των Ρωμαίων Νουμεριανού, δηλαδή κατά το τέλος του τρίτου μετά Χριστόν αιώνος. Ήταν ειδωλολάτρισσα, πλούσια, πολύ ωραία κατά το σώμα, ρυπαρή και βέβηλη όμως κατά την ψυχή, εντελώς βυθισμένη στο βόρβορο των σαρκικών παθών και άλλη φροντίδα δεν είχε από το να στολίζει τη σάρκα με διάφορα χρώματα και πολύτιμα στολίδια για να ελκύει τους εραστές και να τους βυθίζει στην απώλεια. Είχε δούλους και δούλες και περπατούσε αδιάντροπα και επιδεικτικά, γεμίζοντας τους δρόμους με τα αρώματα που φορούσε. Όμως ο Πολυεύσπλαχνος Κύριος δεν μίσησε μια τόσο άσεμνη και πόρνη γυναίκα, αλλά γνωρίζοντας το σε πόσο μεγάλη μετάνοια θα ερχόταν μετά,
την ψυχή της με τον ακόλουθο τρόπο. Εκείνες τις μέρες, ο επίσκοπος της Αντιοχίας, ως πρώτος κατά την τάξη μεταξύ των επισκόπων της ευρύτερης εκκλησιαστικής περιοχής, συνεκάλεσε τους αρχιερείς αυτούς για κάποια υπόθεση. Μεταξύ αυτών ήταν και ο τότε Επίσκοπος της εκεί Εδέσσης, ονόματι Νόνος, πολύ ενάρετος, ισάγγελος κατά την πολιτεία και πολύ σοφός κατά τις Άγιες Γραφές. Ήταν το έτος 453 μετά Χριστόν. Κάποια μέρα, κατά την οποία στο ναό του Αγίου Ιουλιανού γινόταν πανηγύρι προς τιμή των μαρτύρων, παρακλήθηκε ο επίσκοπος αυτός, Νόνος, να διδάξει προς ωφέλεια ψυχών.
Για το πλήθος των πιστών και τη στενότητα του ναού, η διδαχή γινόταν στο ύπαιθρο. Η ομιλία ήταν θερμή, κατανυκτική, εμπνευσμένη και οι ακροατές κρέμονταν από τα χείλη του ομιλητού. Την ώρα εκείνη περνούσε από εκεί η Πελαγία, καθισμένη σε άμαξα, στολισμένη ως συνήθως με φανταχτερούς πολύτιμους λίθους, μυρίζοντας τον αέρα με την ευωδία των αρωμάτων. Καθώς την είδαν έτσι οι αρχιερείς, άλλοι έστρεψαν προς το αντίθετο μέρος τα μάτια, ο δε μακάριος Νόνος την είδε και στέναξε και ελεεινολόγησε τον εαυτό του, σαν να ήταν ο στολισμός της πόρνης σε δική του κατάκριση. Έλεγε δε στους παρευρισκόμενους: «Αλίμονο σε εμάς τους αμελείς, διότι έχουμε να ντραπούμε κατά την ώρα της κρίσεως για
αυτή την πόρνη, η οποία για να γίνει αρεστή σε θνητούς ανθρώπους επιμελείται τόσο και καλλωπίζεται για να απολαύσει λίγη ηδονή που φέρνει πίκρα. Εμείς δε οι ανόητοι αδιαφορούμε και αφήνουμε τελείως ανεπιμέλητη την ψυχή για να αρέσουμε στον Αθάνατο και Ζωντανό Θεό και προκρίνουμε τα μάταια και φθαρτά. Έτσι θα στερηθούμε την πραγματική και αιώνια μακαριότητα και για την αμέλειά μας αυτή θα κατακριθούμε στην ατελεύτητη κόλαση». Όταν δε τελείωσε το λόγο του και πήγε στο κελί του, προσευχόταν μόνο στο Θεό όλη τη μέρα και με δάκρυα έλεγε: «Πολυεύσπλαχνε Θεέ, συγχώρεσέ με τον αμελή, διότι μιας μέρας επιμέλεια της πόρνης εκείνης
υπερβαίνει την προσπάθεια όλων των χρόνων της ζωής μου στο να στολίσω την ψυχή μου για δική σου κατοικία». Αυτά και άλλα περισσότερα έλεγε ο Άγιος, τα οποία άκουσε ο υποτακτικός του ιεροδιάκονος Ιάκωβος, ο οποίος κατέγραψε το βίο αυτό. Όταν δε έπεσε ο Επίσκοπος για να αναπαυθεί, είδε όραμα ότι λειτουργούσε στον Ιερό Ναό και μια περιστερά όλη βρωμιά και δυσοδία πετούσε γύρω από αυτόν και πολύ τον ενοχλούσε με τη δυσοδία της.
Όταν δε έλεγε «Όσοι κατηχούμενοι, προέλθετε», βγήκε και αυτή και στεκόταν έξω μέχρι που τελείωσε η λειτουργία. Αφού δε βγήκε ο Όσιος από το Ιερό βήμα, βλέπει πάλι την περιστερά να πετά κοντά του. Άπλωσε το χέρι, την πήρε και τη βύθισε στο λουτήρα, στον οποίο βάπτιζε τους ανθρώπους. Καθαρίστηκε δε αυτή αμέσως, κι αφού βγήκε από το νερό χωρίς μολυσμό, πέταξε τόσο ψηλά, ώστε δεν φαινόταν. Όλο δε αυτό ήταν προτύπωση ότι κάτι σπουδαίο έμελλε να γίνει την επόμενη μέρα. Όταν ξημέρωσε, φανέρωσε στον Ιάκωβο το όραμα και αφού πήγαν στο ναό έδωσε ο Πατριάρχης στον Νόνο το Ευαγγέλιο για να διδάξει το λαό. Βρέθηκε δε και η Πελαγία σε εκείνη τη διδασκαλία, όχι από ευλάβεια, αλλά κατ' οικονομία και παρακίνηση του Εύσπλαχνου Θεού, ο οποίος θέλει πάντας σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν. Καθώς άκουσε δε η αμαρτωλή εκείνη γυναίκα,
τη δικαιοκρισία του Θεού και τις αιώνιες κολάσεις, ω του θαύματος, κατανύχθηκε, έκλαψε πικρά, μίσησε τις μιαρές της πράξεις και πόθησε τον όντως εραστή και νυμφίο Χριστό. Κατόπιν έστειλε επιστολή στον Όσιο Νόνο, με την οποία του ζητούσε να δεχθεί την εξομολόγησή της. Ο Όσιος της παρήγγειλε να πάει στην εκκλησία που θα ήταν και οι άλλοι αρχιερείς και να πει εκεί όσα θα ήθελε. Η Πελαγία έτρεξε στην εκκλησία, έπεσε κατά γης και με άφθονα δάκρυα ομολόγησε το πλήθος των αμαρτιών της και με επιμονή ζήτησε σύντομα να βαπτιστεί, φοβούμενη μήπως εάν βραδύνει, την παγιδέψει και πάλι ο πτερνιστής και τη ρίξει πάλι στην προηγούμενη ασέλγεια.
Βλέποντας αυτή την ένθεη αλλοίωση της δεξιάς του Υψίστου οι αρχιερείς, θαύμαζαν για τα δάκρυα και χαίρονταν για τη σωτηρία της πρώην μεγάλης αμαρτωλής. Ο δε Νόνος δόξασε το Θεό για την τόσο μεγάλη μετάνοια και αφού κατόπιν την εξομολόγησε, τη βάπτισε στο όνομα της Αγίας Τριάδος, δίδοντάς της ως ανάδοχο κάποια ενάρετη μοναχή, ονόματι Ρωμάνα. Αφού δε τέλεσε τη θεία μυσταγωγία, την κοινώνησε τα άχραντα μυστήρια. Όλη η Αντιόχεια χάρηκε και έγινε πάνδημη εορτή για τη σωτηρία της ψυχής αυτής. Καθένας δε νόμιζε τη χαρά της ως δική του, διότι νίκησε τον αρχαίο κακό όφη, διάβολο. Κάποια νύχτα ο μισόκαλος πήγε στην Πελαγία,
την ξύπνησε και άρχισε να την παρακινεί να ξαναρχίσει την προηγούμενή της ζωή. Η δε Οσία σηκώθηκε και τον έδιωξε με το σημείο του Τιμίου Σταυρού, φανέρωσε δε στη Ρωμάνα την υπόθεση, η οποία τη νουθέτησε να μη φοβάται καθόλου τον πειράζοντα. Λίγες μέρες μετά το βάπτισμα έδωσε πάλι άλλη πληγή στον εχθρό μας. Φωτισμένη από το Άγιο Πνεύμα, πρόσταξε κάποιο δούλο της να καταγράψει το χρυσό, το ασήμι, τα πολύτιμα πετράδια, τα μαργαριτάρια, τα σκεύη και ό,τι άλλο είχε, και το έγγραφο το έδωσε στα χέρια του Επισκόπου λέγοντας: «Λάβε, Άγιε Δέσποτα, όσα πράγματα αναφέρονται στο χαρτί αυτό και μοίρασέ τα όπως θέλεις, διότι για μένα αρκεί ο πλούτος του Δεσπότου Χριστού».
Ο δε Νόνος παρέδωσε το θησαυρό αυτό στον αρμόδιο Επίτροπο της Εκκλησίας με τη ρητή εντολή να μην κρατήσει τίποτε για την Εκκλησία, αλλά όλα να τα μοιράσει στους φτωχούς και τις χήρες για να διαμοιραστούν καλώς όσα αποκτήθηκαν κακώς. Ακόμη η Πελαγία ελευθέρωσε τους δούλους και τις δούλες της, χαρίζοντάς τους χρήματα και νουθετώντας τους να φροντίσουν για τη σωτηρία τους, να λυτρωθούν με την ευσπλαχνία του Δεσπότου Χριστού από την αιώνια αιχμαλωσία, όπως αυτοί λυτρώθηκαν από την πρόσκαιρη. Από την ημέρα που βαπτίστηκε η Μακαρία, δεν έφαγε άρτο από τα πλούτη της, επειδή ήταν κακώς μαζεμένα, τη συντηρούσε δε η Ρωμάνα τις λίγες μέρες που έμεινε μαζί της.
Μια νύχτα δε, άλλαξε τη γυναικεία στολή με τρίχινο και κουρελιασμένο χιτώνιο και αναχώρησε κρυφά για τα Ιεροσόλυμα. Πήγε στο όρος των Ελαιών και άγνωστη με ανδρικό σχήμα έμεινε κλεισμένη σε κελί τρία χρόνια αγωνιζόμενη κατά του δαίμονος με παλέσματα τα οποία μόνο ο παντογνώστης Θεός γνωρίζει.
Οικονόμησε δε να φανερωθεί προς ωφέλεια των πολλών ως εξής. Ο Ιάκωβος, τον οποίο προαναφέραμε, αποφάσισε από θείο πόθο κινούμενος να πάει να προσκυνήσει τον Πανάγιο Τάφο. Πήρε από τον Άγιο Νόνο ευλογία, εκείνος δε του είπε: «Πήγαινε εν ειρήνη, τέκνο μου, και αφού προσκυνήσεις στους Αγίους Τόπους, ρώτησε για κάποιον ευνούχο Πελάγιο, ενάρετο μοναχό».
Θα λάβεις από αυτόν μεγάλη ωφέλεια. Έφυγε ο Ιάκωβος, μη βάζοντας καθόλου στο νου του ό,τι για τη μακάρια Πελαγία του έλεγε. Αφού λοιπόν ο Ιερός Ιάκωβος πήγε και προσκύνησε τους Αγίους Τόπους, ρώτησε για τον Πελάγιο και του είπαν ότι ήταν στο όρος των Ελαιών. Πήγε λοιπόν και χτύπησε την πόρτα και βγήκε η Αγία φορώντας ανδρικό σχήμα και αυτή μεν εγνώρισε τον Ιάκωβο, εκείνος όμως δεν την αναγνώρισε διότι η ομορφιά της ήταν μαραμένη, τα μάτια βαθουλωμένα και όλη της η σάρκα αποξηραμένη από την πολλή εγκράτεια, ώστε φαινόταν μόνο το δέρμα και τα κόκκαλά της και παρουσιαζόταν φοβερό θέαμα. Τον ρώτησε λοιπόν η Αγία
αν ήταν ο υποτακτικός του επισκόπου Νόνου. Εκείνος απάντησε ναι. Του λέγει η Αγία: «Όντως Απόστολος Θεού είναι ο άνθρωπος εκείνος και πες του να δεηθεί του Θεού να μου συγχωρήσει τις αμαρτίες». Και έκλεισε την πόρτα για να συνεχίσει την προσευχή της. Αφού αναχώρησε από εκεί ο Ιάκωβος, πήγε σε άλλα κελιά για να επισκεφθεί και άλλους αδελφούς, οι οποίοι όλοι επαινούσαν τον Πελάγιο ως πολύ ενάρετο, αγιότατο άνθρωπο.
Μετά από λίγες μέρες ακούστηκε σε όλη την περιοχή ότι ο Πελάγιος αυτός απήλθε από την παρούσα ζωή και μαζεύτηκαν όχι μόνο από την Ιερουσαλήμ αλλά και από τον Ιορδάνη και από την Ιεριχώ και όλα τα περίχωρα με μεγάλη ευλάβεια για να ενταφιάσουν το Άγιο Λείψανο.
Θέλοντας δε να το χρίσουν κατά την τάξη, γνώρισαν ότι ήταν γυναίκα και με έκπληξη δόξασαν όλοι τον Κύριο, ο οποίος την δυνάμωσε να πολεμήσει τον εχθρό και να τον νικήσει κατά κράτος. Τέλος, αφού σήκωσαν το Άγιο Λείψανο άνδρες ευλαβείς και άγιοι, ακολουθώντας όλοι με λαμπάδες και θυμιάματα, το ενταφίασαν με κάθε τιμή, καθώς έπρεπε.
Αυτή ήταν η ζωή της πρώην πόρνης. Αυτά τα κατά του εχθρού αγωνίσματα, αυτήν ας τη μιμηθούμε και όλοι εμείς, οι οποίοι μολύναμε με τα πάθη και τις αμαρτίες μας το κατ' εικόνα Θεού με το οποίο πλαστήκαμε. Ας τη μιμηθούμε όχι βεβαίως κατά την αμαρτία, αλλά κατά τη μετάνοια. Ας κλείσουμε δε το σημερινό συναξάρι με την ενθαρρυντική προτροπή που κάνει σε όλους μας ο Θείος Χρυσόστομος με αφορμή ακριβώς την περίπτωση της Οσίας Πελαγίας. Κανείς λοιπόν, μας λέγει ο Άγιος, και αν ακόμη φτάσει στο τελευταίο σκαλοπάτι της κακίας, ας μη θεωρήσει αδύνατη τη μεταστροφή στο καλό, διότι είναι εύκολο και από αυτά τα βάραθρα της πονηρίας να ανέλθει κανείς και να επιδείξει αγγελική ζωή.
Ακούσατε πως εκείνη η πόρνη, η Πελαγία, που έζησε στην πόλη μας την Αντιόχεια, όλους τους ξεπέρασε στην ευλάβεια, διότι αφού θέλησε και άλλαξε και προσέλκυσε τη χάρη του Θεού, καταφρόνησε όλα τα παρόντα και αφού απόρριψε τις μαγγανείες του διαβόλου ανέβηκε στον ουρανό.
Αγγλική μετάφρασηEN · 19 παράγραφοι
Today, October 8, our Church commemorates Venerable Pelagia, Saint Pelagia the Virgin, Saint Thaisia, and the holy monastic martyr Ignatius the New.
Pelagia lived in Antioch during the reign of the Roman emperor Numerian, toward the end of the third century after Christ. She was a pagan, wealthy and very beautiful in body, but her soul was defiled. She was immersed in the mire of fleshly passions. Her only concern was to adorn herself with cosmetics and precious ornaments, attracting lovers and drawing them toward ruin. She had male and female servants, and rode through the streets without shame, making a show of herself and filling the air with perfume. Yet the most merciful Lord did not reject her. He knew the depth of repentance she would later reach, and saved her soul in the following way.
In those days, the bishop of Antioch, who ranked first among the bishops of the surrounding region, called them together to discuss a matter. Among them was Nonnus, then bishop of Edessa, a man of great virtue whose life was like that of an angel, and who knew Holy Scripture well. It was the year 453 after Christ. One day, during a celebration in honor of the martyrs at the church of Saint Julian, Nonnus was asked to preach for the edification of souls.
Because the church was too small for the crowd, he preached outdoors. His words were fervent, filled with compunction and inspiration, and the listeners hung on every word. Just then Pelagia passed by in a carriage, adorned as usual with dazzling jewels and filling the air with the scent of her perfume. Some of the bishops turned their eyes away. But blessed Nonnus looked at her, sighed, and reproached himself, as though the care she took with her appearance condemned his own neglect. He said to those around him, “Woe to us for our carelessness! At the hour of judgment we will be ashamed before this woman.
“To please mortal men, she takes such care with her appearance, all for a little pleasure that ends in bitterness. Yet we, in our foolishness, leave our souls untended instead of making them pleasing to the immortal and living God. We choose vain and perishable things. So we will lose true and eternal blessedness, and our carelessness will bring us condemnation to everlasting Hell.” When he had finished speaking and returned to his cell, he spent the whole day praying to God. In tears he said, “Most merciful God, forgive my carelessness. The care that woman takes in a single day
“surpasses all the effort I have made throughout my life to adorn my soul as a dwelling place for You.” The saint said this and much more, and his disciple, the deacon Jacob, heard him and later wrote down this account of his life. When the bishop lay down to rest, he had a vision. He was serving in the church, and a dove, filthy and foul-smelling, flew around him and troubled him with its stench.
When he said, “All catechumens, depart,” the dove went out too and waited outside until the Divine Liturgy was over. As Nonnus came out of the sanctuary, he saw it flying near him again. He reached out, took it, and immersed it in the baptismal font. At once it became clean. It rose from the water without a stain and flew so high that it vanished from sight. This vision foreshadowed something great that would happen the next day. In the morning, Nonnus told Jacob what he had seen. They went to the church, where the Patriarch gave Nonnus the Gospel and asked him to teach the people. Pelagia was there to hear him. She had not come out of devotion, but through the providence and prompting of the merciful God, who desires all people to be saved and to come to the knowledge of the truth. As that sinful woman listened
to the just judgment of God and the eternal punishments of Hell, a wonder took place. Her heart was moved to compunction. She wept bitterly, came to hate her impure deeds, and longed for Christ, her true beloved and bridegroom. She then sent Nonnus a letter asking him to hear her confession. He told her to come to the church, where the other bishops would be, and say what she wished. Pelagia ran to the church, fell to the ground, and confessed her many sins with abundant tears. She pleaded to be baptized soon, fearing that if she delayed, the deceiver would ensnare her and cast her back into her former life of sin.
The bishops saw how God had changed her, and they marveled at her tears and rejoiced that this woman, once so deep in sin, was being saved. Nonnus glorified God for her profound repentance. After hearing her confession, he baptized her in the name of the Holy Trinity, with a virtuous nun named Romana as her sponsor. He then celebrated the Divine Liturgy and gave her Holy Communion. All Antioch rejoiced, and the whole city celebrated the salvation of her soul. Each person felt her joy as their own, for she had overcome the ancient evil serpent, the devil. One night, the enemy of all that is good came to Pelagia,
woke her, and urged her to return to her former life. The venerable woman rose and drove him away with the sign of the precious Cross. She told Romana what had happened, and Romana counseled her not to fear the tempter. A few days after her Baptism, Pelagia struck another blow against our enemy. Guided by the Holy Spirit, she ordered one of her servants to make an inventory of her gold, silver, precious stones, pearls, vessels, and everything else she owned. She gave the list to the bishop and said, “Take everything written here, holy master, and distribute it as you see fit. For me, the riches of Christ my Master are enough.”
Nonnus entrusted this treasure to the Church official responsible for it, with strict instructions to keep none of it for the Church but to distribute it all to the poor and to widows. In this way, what had been acquired wrongly would be put to good use. Pelagia also freed her male and female servants, gave them money, and urged them to care for their salvation. Through the mercy of Christ their Master, they could be freed from eternal captivity, just as they had been freed from captivity in this life. From the day of her Baptism, blessed Pelagia ate nothing bought with her own wealth, for it had been wrongly gained. Romana provided for her during the few days they remained together.
Then, one night, Pelagia exchanged her women's clothing for a rough, ragged tunic and secretly left for Jerusalem. She went to the Mount of Olives, where she lived unrecognized, dressed as a man. For three years she remained enclosed in a cell, struggling against the demon in ways known only to the all-knowing God.
God arranged for her life to become known for the edification of many. Jacob, whom we mentioned earlier, was moved by a longing for God to make a pilgrimage to the most holy Tomb of Christ. He received a blessing from Saint Nonnus, who told him, “Go in peace, my child. When you have venerated the Holy Places, ask for a eunuch named Pelagios, a virtuous monk.
“You will be greatly edified by him.” Jacob set out without imagining that Nonnus was speaking of blessed Pelagia. After venerating the Holy Places, he asked for Pelagios and was told that he lived on the Mount of Olives. Jacob went there and knocked at the door. The saint came out dressed as a man. She recognized Jacob, but he did not recognize her. Her beauty had faded, her eyes were sunken, and her body had grown so thin through severe self-denial that she seemed to be only skin and bones. Her appearance was startling. The saint asked him
whether he was a disciple of Bishop Nonnus. When he said yes, she replied, “That man is truly an Apostle of God. Tell him to pray that God will forgive my sins.” Then she closed the door to continue her prayer. Jacob left and visited other cells to meet the brothers there. All of them praised Pelagios as a person of great virtue and holiness.
A few days later, word spread throughout the region that Pelagios had departed this life. People came with great reverence to bury the saint's body, from Jerusalem, the Jordan, Jericho, and all the surrounding places.
When they went to anoint the body according to custom, they discovered that Pelagios was a woman. Everyone was astonished and glorified the Lord, who had strengthened her to fight the enemy and defeat him completely. Finally, devout and holy men carried her body to the grave. All followed with candles and incense, and they buried her with every honor, as was fitting.
Such was the life of this woman who had once lived in sin, and such were her struggles against the enemy. Let all of us who have stained the image of God in which we were created with our passions and sins imitate her repentance. Let us close today's account of the saints with the encouraging words John Chrysostom offers us through the example of Venerable Pelagia: “No one, even if they have reached the lowest depths of wickedness, should think it impossible to turn toward what is good. Even from those depths of evil, a person can rise and live like an angel.”
“You have heard how Pelagia, who once lived as a prostitute here in our city of Antioch, surpassed everyone in devotion. She chose to change her life and drew the grace of God to herself. She cast aside all the things of this world, rejected the snares of the devil, and ascended to heaven.”
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
10 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ\08 10.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.