Όσιος Παύλος ο Απλούς και η δύναμη της ταπείνωσης
Ο Παύλος ο Απλούς ήταν Αιγύπτιος γεωργός που εμπιστευόταν τον Θεό τόσο στις πλούσιες όσο και στις φτωχές σοδειές. Σε ηλικία εξήντα ετών άφησε το σπίτι του και ζήτησε να γίνει μοναχός υπό τον Μέγα Αντώνιο.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Ο Παύλος ο Απλούς ήταν Αιγύπτιος γεωργός που εμπιστευόταν τον Θεό τόσο στις πλούσιες όσο και στις φτωχές σοδειές.
- Σε ηλικία εξήντα ετών άφησε το σπίτι του και ζήτησε να γίνει μοναχός υπό τον Μέγα Αντώνιο.
- Ο Αντώνιος δοκίμασε τον Παύλο στην έρημο με νηστεία, προσευχή, χειρωνακτική εργασία και απαιτητικές οδηγίες.
- Ο Παύλος υπάκουσε χωρίς γογγυσμό, και ο Αντώνιος τελικά του παραχώρησε ξεχωριστό κελί.
- Με τη χάρη του Θεού ο Παύλος θεράπευσε αρρώστους και έδιωξε δαιμόνια.
- Όταν ένας ισχυρός δαίμονας αντιστάθηκε σε αυτόν, η ταπεινή προσευχή του Παύλου ελευθέρωσε τον πάσχοντα νεαρό.
- Η διάλεξη κλείνει διδάσκοντας ότι η απλότητα, η αθωότητα και η παιδική ταπείνωση ανοίγουν την καρδιά στη χάρη του Θεού.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 21 παράγραφοι
Θεοφόρος πατέρας μας Παύλος, ο οποίος επωνομάστηκε Απλούς, ήταν κατά το γένος Αιγύπτιος, σύγχρονος του Οσίου Αντωνίου του Μεγάλου. Ήταν γεωργός κατά το επάγγελμα, υπερβολικά απλός κατά τους τρόπους, άκακος και άπλαστος κατά τη γνώμη, τόσο που κανένας άλλος δεν μπορούσε να τον ξεπεράσει. Μέχρι την ηλικία των εξήντα χρόνων ασχολούνταν με τις γεωργικές του εργασίες, τις οποίες εκτελούσε με όλη την ευχαρίστηση και την υπομονή, δοξολογώντας το Θεό όταν υπήρχε ευφορία, ελπίζοντας δε στο έλεός Του και επαναπαυόμενος στη σοφία και την αγαθότητά Του, όταν η εισοδιά ήταν μικρή και ανεπαρκής. Είχε δε ο ευλογημένος αυτός και γυναίκα η
οποία όμως ήταν κακότροπη και μοιχαλίδα. Κάποια μέρα που τη βρήκε να αμαρτάνει στο σπίτι του, γέλασε σεμνά και της είπε: «Καλώς, δεν με ενδιαφέρει τίποτε πλέον, όμως από τώρα και στο εξής ούτε θέλω να σε δω στα μάτια μου». Στον μοιχό είπε: «Έχε τη γυναίκα μου αυτή εσύ, από τώρα, καθώς και τα παιδιά της, εγώ δε πηγαίνω να γίνω μοναχός». Πήγε τότε στο Μέγα Αντώνιο και αφού κτύπησε την πόρτα του, βγήκε ο θείος εκείνος ασκητής και του είπε: «Ποιος είσαι, αδελφέ, και τι ζητάς εδώ;» Αποκρίθηκε ο Παύλος: «Ξένος είμαι και ήλθα σε σένα για να γίνω μοναχός». Του είπε ο όσιος Αντώνιος: «Εξήντα χρονών γέροντας δεν μπορεί να γίνει μοναχός,
μπορεί να υπομείνει τις θλίψεις και τη στενοχώρια της ερήμου. Αλλά, εάν θέλεις, πήγαινε σε κοινόβιο και για να βρεις πλούσια τα σωματικά αγαθά και για να περάσεις άκοπα τη ζωή σου με τους κοινοβιάτες μοναχούς, διότι οι αδελφοί θα βοηθήσουν την αδυναμία σου. Εγώ δεν κάθομαι μόνος και κάθε πέντε μέρες τρώγω ψωμί κι αυτό με οικονομία». Ο μακάριος Παύλος όμως δεν ήθελε να ακούσει τον γέροντα, αλλά φρόντιζε να γίνει δεκτός για να συγκατοικήσει μαζί του. Καθώς δεν μπόρεσε ο Αντώνιος να τον διώξει, έκλεισε την πόρτα της σπηλιάς του και τον άφησε έξω τρεις μέρες, χωρίς να βγει και να τον δει. Ο δε Παύλος έμεινε νηστικός, αλλά δεν έφυγε. Την τέταρτη μέρα, έχοντας ανάγκη ο Μέγας Αντώνιος,
την πόρτα και βρίσκοντας έξω τον Παύλο του είπε: «Φύγε, γέρο, απ’ εδώ και μη με βιάζεις, γιατί δεν μπορείς να μείνεις μαζί μου». Ο Παύλος τότε του αποκρίθηκε: «Είναι αδύνατο να πάω σε άλλο μέρος». Βλέποντας λοιπόν ο θείος Αντώνιος ότι δεν είχε ούτε δισάκι, ούτε ψωμί, ούτε τίποτα άλλο, του είπε: «Εάν έχεις υπακοή και εκτελείς άοκνα και αγόγγιστα τις παραγγελίες μου, γνώριζε ότι και εδώ μπορείς να σωθείς. Εάν όμως δεν κάνεις ό,τι θα σου λέγω, γιατί να κοπιάζεις μάταια και δεν γυρίζεις εκεί από όπου ήλθες;» Ο μακάριος Παύλος του αποκρίθηκε: «Όσα με προστάζεις, όλα θα τα κάνω με προθυμία».
Του είπε αυστηρά ο Αντώνιος: «Στάσου και κάνε προσευχή μέχρι να γίνεις αδελφός». που να μπω στο σπήλιο και να σου φέρω εργόχειρο. Μπήκε ο Αντώνιος στο σπήλιο, έβλεπε δε έξω από κάποιο μικρό παραθυράκι τον Παύλο, ο οποίος στεκόταν ακίνητος και προσευχόταν. Μετά από μερικές μέρες και αφού καταξηράθηκε ο Παύλος από το καύμα του ηλίου, βγήκε ο Αντώνιος από το σπήλιο και αφού έβρεξε λορίδες φύλλων φοινίκων, είπε στον Παύλο: «Πάρε αυτά και πλέξε σειρά, καθώς με βλέπεις να πλέκω». Έπλεξε λοιπόν ο Παύλος μέχρι την ενάτη ώρα δεκαπέντε οργιές με πολύ κόπο. Τότε του είπε ο Αντώνιος: «Κακώς έπλεξες τη σειρά, χάλασέ την και πλέξ’ την από την αρχή». Ήταν δε ο Παύλος νηστικός επτά μέρες. Αυτά δε ο Αντώνιος τα έκαμνε για να τον στενοχωρήσει
να σηκωθεί να φύγει. Ο δε Παύλος με μακροθυμία χάλασε τη σειρά και την ξανάπλεξε από την αρχή αγόγγιστα. Βλέποντας αυτό, ο Άγιος Αντώνιος εκπλάγηκε. Τον συμπόνεσε και κατά τη δύση του ηλίου του είπε: «Θέλεις να φάμε ψωμί;» Ο Παύλος αποκρίθηκε: «Κάνε καθώς νομίζεις». Ο λόγος αυτός περισσότερο συγκίνησε την καρδιά του Αντωνίου. Ετοιμάζοντας την τράπεζα έβαλε σε αυτή τέσσερα κομμάτια ψωμιού, καθένα από τα οποία ζύγιζε περίπου 150 γραμμάρια και το μεν ένα από αυτά το έβρεξε για τον εαυτό του, τα άλλα δε τρία για τον Παύλο. Αμέσως άρχισε ο Μέγας Αντώνιος να λέγει κάποιον ψαλμό. Για να δοκιμάσει δε και σε αυτόν τον Παύλο έψαλε δυο φορές τον ίδιο ψαλμό.
Ο Παύλος προσευχόταν προθυμότερα από τον Αντώνιο. Τότε ο Αντώνιος είπε: «Παύλε, κάθισε μες στο τραπέζι, αλλά μην τρως, βλέπε δε μόνο και πρόσεχε αυτά που έχουν παρατεθεί». Επειδή δε ο Παύλος κι αυτό με προθυμία το έκανε, του είπε ο Αντώνιος: «Σήκω από το τραπέζι, κάνε την προσευχή σου και πήγαινε να κοιμηθείς». Ο δε Παύλος, χωρίς να φάγει καθόλου, έκανε καθώς προστάχθηκε και κοιμήθηκε. Κατά το μεσονύκτιο σηκώθηκε ο θείος Αντώνιος για προσευχή, σήκωσε δε και τον Παύλο και παρέτεινε την προσευχή μέχρι την ενάτη ώρα της ημέρας εκείνης. Όταν δε έγινε εσπέρα και νύκτωσε, ετοίμασε ο Αντώνιος τράπεζα και άρχισε να ψάλει και να προσεύχεται. Αφού λοιπόν προσευχήθηκαν, κάθισαν στο τραπέζι.
Ο μεν θείος Αντώνιος έφαγε το ένα κομμάτι και άλλο δεν άγγισε. Ο δε Παύλος, επειδή έτρωγε αργότερα, είχε ακόμη υπόλοιπο από το πρώτο κομμάτι. Αφού δε το έφαγε όλο, είπε προς αυτόν ο Μέγας Αντώνιος: «Φάγε, παπία, και άλλο κομμάτι». Αποκρίθηκε ο Παύλος: «Εάν φας, τότε θα φάγω κι εγώ». Είπε ο θείος Αντώνιος: «Σε μένα είναι αρκετό το ένα κομμάτι γιατί είμαι μοναχός». Αποκρίθηκε ο Παύλος: «Επειδή λοιπόν και εγώ μέλλω να γίνω μοναχός, αρκετό είναι και σε μένα το ένα κομμάτι». Έτσι αφού σηκώθηκαν και οι δυο έψαλαν και αφού λίγο κοιμήθηκαν πάλι σηκώθηκαν και έψαλαν μέχρι που ξημέρωσε. Έπειτα ο Άγιος Αντώνιος
τον Παύλο να περπατήσει τρεις μέρες στην έρημο και μετά να επανέλθει. Αφού δεν επέστρεψε, ήρθαν κάποιοι αδελφοί στον Αντώνιο. Πρόσεχε τότε ο Παύλος τι θα τον πρόσταζε ο γέροντας. Εκείνος χαμογελώντας του είπε: «Υπηρέτησε τους αδελφούς σιωπώντας και μη γευθείς τίποτε μέχρι που να αναχωρήσουν». Αφού δε πέρασαν ακόμη τρεις μέρες, κατά τις οποίες ο μακάριος Παύλος εκτελούσε την εντολή, χωρίς να πει κάποιο λόγο και χωρίς να γευθεί ούτε την ελάχιστη τροφή, τον ρώτησαν οι αδελφοί: «Γιατί σιωπάς;» Επειδή δε ο Παύλος δεν αποκρινόταν, του είπε ο Αντώνιος: «Μίλησε στους αδελφούς». Τότε ο Παύλος μίλησε σε αυτούς. Μια μέρα κάποιος αδελφός έφερε στον Αντώνιο
μικρό σταμνί με μέλι, ο δε Αντώνιος το έχυσε στη γη λέγοντας στον Παύλο: «Μάζεψε το μέλι τόσο καλά ώστε να μην χαθεί ούτε μια σταγόνα απ’ αυτό». Αλλά και με το λόγο αυτό δεν ταράχτηκε καθόλου ο Παύλος ούτε παρήκουσε, αλλά εκτέλεσε με προθυμία την εντολή. Άλλοτε τον πρόσταξε ο Αντώνιος να βγάζει νερό από το πηγάδι που ήταν εκεί και να το χύνει στη γη άσκοπα όλη τη μέρα. Άλλοτε πάλι έσχισε ο Αντώνιος το ένδυμα του Παύλου και μετά τον διέταξε να το ράψει. Όταν πλέον είδε ο Μέγας Αντώνιος ότι ο Παύλος αγόγγιστα και χωρίς δισταγμό εκτελούσε κάθε προσταγή του, του είπε: «Πρόσεχε, αδελφέ, και αν μπορείς να κάνεις έτσι κάθε μέρα, μένε μαζί μου».
Εάν δε δεν μπορείς, πήγαινε εκεί από όπου ήλθες». Αποκρίθηκε τότε ο Παύλος στον Αντώνιο: «Εάν έχεις να προστάξεις τίποτε παραπάνω από ό,τι με πρόσταξες μέχρι τώρα, δεν γνωρίζω. Όλα όμως όσα έως τώρα με πρόσταξες να κάνω, όλα τα έκανα με όση μπορούσα προθυμία». Τόση δε υπακοή και ταπείνωση απόκτησε ο μακάριος Παύλος, ώστε για τις αρετές του αυτές αξιώθηκε από το Θεό να λάβει τη δύναμη να διώχνει δαιμόνια. Αυτό, καθώς το πληροφορήθηκε από το Θεό ο Μέγας Αντώνιος, κράτησε μαζί του τον μακάριο Παύλο για κάποιο χρονικό ακόμη διάστημα, όταν δε έκρινε τον καιρό κατάλληλο, του είπε: «Εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού έγινες πλέον τέλειος μοναχός.
Με τη χάρη λοιπόν και την οδηγία του Κυρίου, σου κτίζω ιδιαίτερο κελί, τρία με τέσσερα μίλια μακριά από το δικό μου, σ’ αυτό να κατοικήσεις με το έλεος του Θεού, ο οποίος θα σου δώσει δύναμη και βοήθεια να αντιπολεμήσεις προς τις ενέργειες του δαίμονα». Κατοίκησε λοιπόν μόνος ο Παύλος ο Απλούς επί ένα ολόκληρο έτος, αξιώθηκε από το Θεό να κάνει θαύματα, διώχνοντας δαιμόνια και θεραπεύοντας κάθε ασθένεια, αγωνιζόμενος τελειότατα τον δρόμο της ασκήσεως. Κάποια μέρα έφεραν στο Μέγα Αντώνιο κάποιο νέο που είχε φοβερό και αγριότατο δαιμόνιο, τον άρχοντα των δαιμονίων, ο οποίος τολμούσε να βλασφημεί στον Ουρανό. Βλέποντας αυτό ο Άγιος είπε σε εκείνους που τον έφεραν:
«Δεν είναι δική μου η υπηρεσία αυτή, διότι δεν μου δόθηκε ακόμη χάρη να διώχνω το άρχον τάγμα των δαιμονίων. Αυτό το χάρισμα έχει δοθεί από το Θεό στον Παύλο τον Απλούν». Αφού είπε αυτά ο Μέγας Αντώνιος, τους οδήγησε στον μακάριο Παύλο, στον οποίο όταν έφτασαν είπε: «Αββά Παύλε, διώξε το δαιμόνιο από αυτόν τον άνθρωπο για να πάει στο σπίτι του υγιής και να ευχαριστεί και να δοξάζει το Θεό». Ρώτησε τότε ο Παύλος: «Γιατί, Αββά, δεν το διώχνεις εσύ;» Αποκρίθηκε ο Αντώνιος: «Δεν έχω καιρό επειδή είμαι απασχολημένος με άλλη υπηρεσία». Είπε αυτά και αναχώρησε για το κελί του. Σηκώθηκε τότε ο μακάριος και απλούστατος Παύλος, έκανε θερμή προσευχή προς τον Θεό και μετά την προσευχή
και έφεραν μπροστά του τον δαιμονιζόμενο. Είπε τότε προς αυτόν: «Ο Αββάς Αντώνιος σε προστάζει να φύγεις από τον άνθρωπο». Αποκρίθηκε με αυθάδεια το ακάθαρτο πνεύμα: «Δεν αναχωρώ, κακόγερε». Τότε ο Παύλος πήρε την ποδιά του ενδύματός του και χτυπούσε με αυτή την πλάτη του δαιμονισμένου λέγοντας: «Ο Αββάς Αντώνιος είπε να εξέλθεις». Ο δε δαίμονας περιγελούσε περισσότερο τον Αντώνιο και τον Παύλο. Είπε αυστηρά ο Παύλος: «Αναχωρείς, δαίμονα, ή πηγαίνω να το πω στον Χριστό; Εκείνος τότε θα τιμωρήσει, ταλαίπωρε, σκληρά την αυθάδειά σου». Ο δαίμονας όμως κακολογούσε και τον Ιησού φωνάζοντας ότι δεν αναχωρεί. Βλέποντας το πείσμα αυτό του δαίμονα βγήκε από το κελί του ο Παύλος,
στάθηκε απέναντι στον καυτερό ήλιο. Στάθηκε λοιπόν ώρα μεσημέρι ο όσιος, σαν στύλος ασάλευτος, και προσευχόταν λέγοντας: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο οποίος σταυρώθηκες επί Ποντίου Πιλάτου, συ γνωρίζεις ότι ούτε από τον τόπο αυτό αναχωρώ, ούτε τρώγω, ούτε πίνω έως ότου αποθάνω, εάν δεν μου επακούσεις τώρα να διώξεις αυτόν τον δαίμονα από το πλάσμα σου και να το ελευθερώσεις από το ακάθαρτο πνεύμα». Δεν είχε ακόμη τελειώσει τη δέηση ο ταπεινότατος και άκακος Παύλος και φώναξε με μεγάλη φωνή το δαιμόνιο: «Φεύγω, φεύγω, εξέρχομαι με τη βία, διότι διώχνομαι βασανιζόμενος. Αναχωρώντας δε από τον άνθρωπο αυτό, ποτέ πλέον δε θα τον πλησιάσω.
Η ταπείνωση και η απλότητα του Παύλου με διώχνει και δεν γνωρίζω πού να κατοικήσω». Αμέσως τότε βγήκε ο δαίμονας και μετασχηματίστηκε σε δράκο που φαινόταν μεγάλος και φοβερός και συρόταν προς την Ερυθρά Θάλασσα. Αυτά είναι τα έργα και οι αρετές του μακαρίου και οσιωτάτου Παύλου, του πράου και ταπεινού. Αφού δε άξια υπηρέτησε το Θεό, απήλθε στις αιώνιες μονές.
Χάρη λοιπόν και ευλογία δόθηκε στον Όσιο Παύλο και μάλιστα σε λίγο καιρό για την πραότητα και ακακία που είχε, καθώς λέγει ο Κύριος: «Επί τίνα επιβλέψω, αλλ’ ή επί των ταπεινών και ησύχιων και τρέμοντα τους λόγους μου; Σε ποιον άλλο να κατοικήσω, σε ποιον άλλο να δώσω τη χάρη μου περισσότερο παρά σε εκείνον που είναι πράος και ταπεινός και υπακούει στους λόγους μου;» Η απλότητα, μας λέγει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, είναι άκακη και καθαρά καρδία και ζωή απονήρευτη και ασκανδάλιστη και ορθή αγαθότητα που γίνεται στην ψυχή από τη Θεία βοήθεια και από την ανθρώπινη σπουδή και κόπο και επιμέλεια,
δεν κινείται σε κακό λογισμό και πράξη ποτέ, μόνο παρά τη θέλησή της. Η απλότητα και η ακακία μπορεί να είναι φυσική, δηλαδή μπορεί κανείς να γεννιέται απλός, άκακος, απονήρευτος. Αυτή η κατάσταση είναι καλή, διότι φυλάττει τον άνθρωπο άπτωτο από πολλά πάθη και κακές ορέξεις.
Ο μισθός της είναι λίγος και δεν είναι τόσο καλή και κάρπιμη όπως είναι εκείνη την οποία απέκτησε κάποιος με μετατροπή της φυσικής πονηρίας σε απλότητα και ακακία με πολλές κακοπάθειες και θλίψεις. Διότι αυτή η ακακία προξενεί βαθύτατη πραότητα σε εκείνον που την κέρδισε.
σε αυτόν χαρίσματα μεγάλα και θαυμαστά κατά τους κόπους του. Συμβουλεύει και προτρέπει ο Άγιος: «Όσοι θέλουμε να γίνουμε φίλοι με το Θεό και πολύ του αγαπημένοι για να κατοικήσει στην ψυχή μας, πρέπει να προσερχόμαστε ενώπιον αυτού χωρίς πονηρίες και δολιότητες όπως κάνουν τα αθώα παιδιά που πηγαίνουν στο δάσκαλο για να τα διδάξει και να τα μάθει γράμματα». Ο λόγος του Κυρίου εν προκειμένω είναι σαφής και κατηγορηματικός: «Αμήν λέγω υμίν, εάν μη στραφείτε και γένησθε ως τα παιδία, ου μη εισέλθετε εις την Βασιλεία των Ουρανών». Και αν ακόμη συμβεί κάποιος από απλότητα και ακακία να πλανηθεί, αφενός μεν ο Κύριος αυτό το συγχωρεί, αφετέρου δε θα βρει τρόπο να του υποδείξει το σωστό,
αυτός ο άνθρωπος, καθώς είναι άκακος και με καλή διάθεση, αμέσως θα καταλάβει την πλάνη και θα σπεύσει να δεχθεί το σωστό και σωτήριο.
Αγγλική μετάφρασηEN · 21 παράγραφοι
Our God-bearing father Paul, who was called the Simple, was Egyptian by birth and lived in the time of Anthony the Great. He was a farmer, remarkably simple in his ways, innocent and guileless in his thinking, beyond anyone else in these qualities. Until he was sixty, he worked the land with joy and patient endurance. When the harvest was plentiful, he praised God. When it was small and insufficient, he hoped in God’s mercy and rested in His wisdom and goodness. This blessed man also had a wife who
was ill-tempered and unfaithful. One day he found her committing adultery in his house. He gave a gentle laugh and said to her, “Very well. Nothing here concerns me anymore, but from now on I do not wish to see you again.” To the man he said, “You may have my wife and her children from now on. I am going to become a monk.” He went to Anthony the Great and knocked at his door. The holy ascetic came out and asked, “Who are you, brother, and what do you want here?” Paul answered, “I am a stranger, and I have come to you to become a monk.” Saint Anthony said, “A man of sixty cannot become a monk and
endure the hardships and privations of the desert. If you wish, go to a community monastery. There you will have plenty for your bodily needs and live more easily with the other monks, for the brothers will help you in your weakness. I live alone, and I eat bread only once every five days, and sparingly at that.” But blessed Paul would not be dissuaded. He kept asking to be accepted so that he could live with Anthony. Unable to send him away, Anthony shut the door of his cave and left him outside for three days without coming out to see him. Paul remained there without food and did not leave. On the fourth day, Anthony the Great had to come out.
He opened the door, found Paul still outside, and said, “Go away, old man. Stop pressing me, for you cannot live with me.” Paul replied, “I cannot go anywhere else.” Seeing that Paul had no bag, no bread, and nothing else with him, Anthony said, “If you are obedient and carry out my instructions tirelessly and without complaint, know that you can be saved here. But if you will not do what I tell you, why labor in vain? Why not go back where you came from?” Blessed Paul answered, “Whatever you command me, I will do willingly.”
Anthony said sternly, “Stand here and pray until you become a brother, while I go into the cave and bring you some handwork.” Anthony went inside and watched Paul through a small window. Paul stood motionless, praying. After several days, when the sun’s heat had left Paul parched, Anthony came out of the cave. He soaked some strips of palm leaves and said, “Take these and braid a rope, as you see me doing.” With great effort Paul braided fifteen fathoms by the ninth hour. Then Anthony said, “You have braided it badly. Undo it and start again.” Paul had eaten nothing for seven days. Anthony was doing all this to distress him
so that he would get up and leave. But Paul patiently undid the rope and braided it again from the beginning, without complaint. Saint Anthony was astonished. He felt compassion for Paul and, at sunset, asked, “Would you like us to eat some bread?” Paul replied, “Do as you think best.” This answer moved Anthony’s heart even more. He set out four pieces of bread, each weighing about 150 grams. He moistened one for himself and the other three for Paul. Then Anthony the Great began to recite a psalm. To test Paul in this too, he chanted the same psalm twice.
Paul prayed even more eagerly than Anthony. Then Anthony said, “Paul, sit at the table, but do not eat. Just look at what has been set before you and pay attention.” Paul willingly did this as well. So Anthony said, “Get up from the table, say your prayers, and go to sleep.” Without eating anything, Paul did as he was told and went to sleep. At midnight, Anthony rose to pray and woke Paul too. They continued praying until the ninth hour of the day. When evening came and it grew dark, Anthony prepared the table and began to chant and pray. After their prayers, they sat down to eat.
Anthony ate one piece of bread and touched no more. Paul ate more slowly and still had some of his first piece left. When he finished it, Anthony the Great said, “Eat another piece, my dear Paul.” Paul replied, “If you eat another, I will too.” Anthony said, “One piece is enough for me, because I am a monk.” Paul answered, “Since I too am going to become a monk, one piece is enough for me.” They both rose and chanted. After sleeping a little, they rose again and chanted until dawn. Then Saint Anthony
told Paul to walk for three days in the desert and then return. Some brothers came to visit Anthony, and Paul waited attentively to hear what his elder would command. Anthony smiled and said, “Serve the brothers in silence, and taste nothing until they leave.” Three more days passed. Throughout that time blessed Paul obeyed, saying nothing and eating nothing at all. The brothers asked him, “Why are you silent?” Paul did not answer, so Anthony said, “Speak to the brothers.” Then Paul spoke to them. One day a brother brought Anthony
a small jar of honey. Anthony poured it onto the ground and told Paul, “Gather up the honey so carefully that not a single drop is lost.” Paul was neither troubled by this command nor disobedient; he carried it out willingly. At another time Anthony told him to draw water from the nearby well and pour it onto the ground all day. On another occasion, Anthony tore Paul’s garment and then ordered him to sew it up. When Anthony the Great saw that Paul carried out every command without complaint or hesitation, he said, “Listen, brother. If you can do this every day, stay with me.
If you cannot, go back where you came from.” Paul answered Anthony, “I do not know whether you have anything more to command me than you have commanded so far. But everything you have told me to do, I have done as willingly as I could.” Blessed Paul attained such obedience and humility that, because of these virtues, God counted him worthy to receive the power to drive out demons. Anthony the Great learned this from God and kept blessed Paul with him a while longer. When he judged the time right, he said, “In the name of our Lord Jesus Christ, you have now become a fully formed monk.
By the Lord’s grace and guidance, I will build you a separate cell three or four miles from mine. Live there with the mercy of God, who will give you strength and help you resist the workings of the demon.” Paul the Simple lived alone there for a whole year. God counted him worthy to work miracles: he drove out demons and healed every kind of illness, pursuing the path of ascesis, the ascetic life, with great devotion. One day people brought Anthony the Great a young man possessed by a fierce and terrible demon, a ruler among demons who even dared to blaspheme Heaven. Seeing this, the saint said to those who had brought him,
“This task is not mine, for I have not yet been given the grace to drive out this high rank of demons. God has given that gift to Paul the Simple.” With that, Anthony the Great led them to blessed Paul. When they arrived, he said, “Abba Paul, drive the demon out of this man, so that he may go home well and give thanks and glory to God.” Paul asked, “Why do you not drive it out yourself, Abba?” Anthony replied, “I have no time, because I am occupied with another task.” Then he went back to his cell. Blessed, simple-hearted Paul rose and prayed fervently to God. After his prayer,
they brought the possessed man before him. Paul said to the demon, “Abba Anthony commands you to leave this man.” The unclean spirit answered insolently, “I will not leave, you wretched old man.” Paul took the hem of his garment and struck the afflicted man’s back with it, saying, “Abba Anthony said you must come out.” But the demon mocked Anthony and Paul all the more. Paul said sternly, “Will you leave, demon, or must I tell Christ? Then He will punish your insolence severely, miserable creature.” The demon also spoke against Jesus, shouting that it would not leave. Seeing the demon’s stubbornness, Paul went out of his cell
and stood under the scorching sun. At midday the saint stood as still as a pillar and prayed: “Lord Jesus Christ, who was crucified under Pontius Pilate, You know that I will not leave this place, nor eat or drink, even if I die, unless You hear me now, drive this demon from Your creature, and free him from the unclean spirit.” Humble, innocent Paul had not even finished his prayer when the demon cried out loudly, “I am leaving! I am leaving! I am being forced out in torment. Once I leave this man, I will never come near him again.
Paul’s humility and simplicity are driving me out, and I do not know where I can dwell.” At once the demon came out. It appeared in the form of a huge, fearsome dragon and slithered toward the Red Sea. These are the deeds and virtues of blessed and most holy Paul, the gentle and humble man. Having served God worthily, he departed to the eternal dwellings.
Grace and blessing were given to Saint Paul, and in a short time, because of his gentleness and innocence. As the Lord says, “On whom shall I look, if not on the humble and quiet person who trembles at My words? In whom else shall I dwell? To whom else shall I give My grace so abundantly, if not to the one who is gentle and humble and obeys My words?” Simplicity, Saint John Climacus tells us, is an innocent and pure heart, a life without cunning or cause for scandal, and a sincere goodness that takes shape in the soul through divine help and through human effort, labor, and care.
Such a soul is never drawn toward an evil thought or deed of its own will. Simplicity and innocence can also come naturally: a person may be born simple, innocent, and free of cunning. This is a good condition, for it protects a person from falling into many passions and evil desires.
But its reward is small. It is less fruitful than the innocence a person gains by turning a naturally cunning disposition toward simplicity through many hardships and tribulations. That hard-won innocence brings deep gentleness to the one who acquires it.
God grants that person great and wondrous gifts in keeping with their labors. The saint counsels us: “If we want to become God’s friends, dearly loved by Him, so that He may dwell in our souls, we must come before Him without cunning or deceit, like innocent children going to their teacher to learn their letters.” The Lord’s words here are clear and firm: “Amen, I say to you, unless you turn and become like children, you will never enter the Kingdom of Heaven.” Even if someone is led astray through simplicity and innocence, the Lord will forgive it and find a way to show that person what is right,
Because this person is innocent and has a good heart, he will immediately recognize his mistake and readily accept what is right and leads to salvation.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
03 ΜΑΡΤΙΟΥ\07 03 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.