Οσιομάρτυς Παρασκευή της Ρώμης: Μαρτύριο και αυταπάρνηση
Στις 26 Ιουλίου η Εκκλησία τιμά την Οσιομάρτυρα Παρασκευή της Ρώμης μαζί με άλλους αγίους. Γεννημένη από τους ευσεβείς Αγάθωνα και Πολιτεία, η Παρασκευή αναπτύχθηκε στην προσευχή, την εγκράτεια και την ελεημοσύνη.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Στις 26 Ιουλίου η Εκκλησία τιμά την Οσιομάρτυρα Παρασκευή της Ρώμης μαζί με άλλους αγίους.
- Γεννημένη από τους ευσεβείς Αγάθωνα και Πολιτεία, η Παρασκευή αναπτύχθηκε στην προσευχή, την εγκράτεια και την ελεημοσύνη.
- Μετά τον θάνατο των γονέων της, μοίρασε την κληρονομιά της στους φτωχούς, μπήκε σε μοναστήρι και αργότερα ταξίδεψε για να κηρύξει τον Χριστό.
- Επί Αντωνίνου του Ευσεβούς υπέμεινε βασανιστήρια χωρίς βλάβη· ο αυτοκράτορας θεραπεύτηκε από τύφλωση και βαπτίστηκε.
- Η προσευχή της και το σημείο του Σταυρού νίκησαν έναν όφι μπροστά στον Ασκληπιό, ο οποίος στη συνέχεια δέχθηκε το βάπτισμα.
- Ο Ταράσιος διέταξε περαιτέρω βασανιστήρια και τελικά τον αποκεφαλισμό της· Χριστιανοί την έθαψαν και αναφέρθηκαν θαύματα στον τάφο της.
- Η ομιλία καλεί τους ακροατές να ακολουθήσουν την αυταπάρνηση της αγάπης της για τον Θεό και τους άλλους στην καθημερινή ζωή, και όχι να αναζητούν προσωπικό όφελος από την πίστη.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 16 παράγραφοι
Σήμερα, 26 του μηνός Ιουλίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος Ερμολάου και των συναθλητών του Ερμίππου και Ερμοκράτους, της Αγίας Οσιοπαρθενομάρτυρος Παρασκευής, της Αγίας Μάρτυρος Ωρεοζήλης, του Οσίου Ιγνατίου του Στιρονίτου, του Αγίου Μάρτυρος Απίωνος, της Αγίας Μάρτυρος Ιερουσαλήμ και του Οσίου Γεροντίου, ο οποίος σύστησε τη σκήτη της Αγίας Άννης στο Άγιον Όρος.
Η πανέφημη Οσιομάρτυς του Χριστού Παρασκευή γεννήθηκε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Αδριανού, ο οποίος βασίλεψε από το 117 μέχρι το 138 μετά Χριστόν. Οι γονείς της, Αγάθων και Πολιτεία ονομαζόμενοι, ήταν ευσεβείς χριστιανοί και έμεναν σε προάστιο της Ρώμης. Καλλιεργούσαν τις αρετές και ιδιαίτερα την ελεημοσύνη, αλλά ήταν άτεκνοι. Παρακαλούσαν θερμά το Θεό να λύσει την ατεκνία τους. Και ο Πανάγαθος Θεός, ο οποίος ποιεί το θέλημα των φοβουμένων αυτόν, άκουσε τη δέησή τους. Απόκτησαν την Αγία αυτή, την οποία ονόμασαν Παρασκευή, διότι γεννήθηκε την ομώνυμη ημέρα της εβδομάδος. Αυτή από την πρώτη της ηλικία
στολιζόταν με τη φρονιμάδα, τη σύνεση και διαπαιδαγωγούνταν από τη μητέρα της σε κάθε θεάρεστο έργο. Έμαθε τα ιερά γράμματα και σύχναζε στην εκκλησία, πολύ δε αγάπησε την παρθενία και όχι μόνο φύλαγε τους οφθαλμούς της από προκλητικά θεάματα, αλλά και την ακοή από απρεπείς ακροάσεις και το στόμα από την αργολογία. Ζούσε με εγκράτεια, νηστεία, σιωπή, προσοχή, ελεημοσύνη, παρθενία. Πολλοί άρχοντες θέλησαν να την κάνουν νύφη στα παιδιά τους, αλλά αυτή, έχοντας το θείο έρωτα, δεν ήθελε να ακούσει για παντρειά. Όταν η Αγία έγινε είκοσι ετών, απέθαναν οι γονείς της και ο πολύς τους πλούτος έμεινε στα χέρια της, αλλά αυτή, ακολουθώντας το ευαγγελικό
«ελεημοσύνην, ποιήσατε εαυτοίς βαλάντια μη παλαιούμενα, θησαυρόν ανέκλειπτον εν τοις ουρανοίς», τον μοίρασε όλον σε εκείνους που είχαν ανάγκη. Μετά πήγε σε γυναικείο μοναστήρι και φόρεσε το μοναχικό σχήμα, εκεί δε έμεινε αρκετό καιρό, με κάθε ταπείνωση και υπακοή δουλεύοντας το Θεό και την προεστώσα. Επειδή όμως ποθούσε να μαρτυρήσει για το Χριστό, πήρε την ευχή της ηγουμένης και των άλλων αδελφών ως αγαθό συνοδοιπόρο και βγήκε από το μοναστήρι για να κηρύξει το Ευαγγέλιο χωρίς την παραμικρή προφύλαξη από την οργή και την εκδίκηση των ειδωλολατρών. Έτσι περιερχόταν διάφορες πόλεις και χωριά κηρύττοντας τον Χριστό και εργαζόμενη για την εξάπλωση της πίστης του Θεού.
Την εποχή εκείνη ήταν βασιλέας της Παλαιάς Ρώμης ο Αντωνίνος Πίος, που βασίλεψε μετά τον Αδριανό, το 138 μετά Χριστόν. Κηρύττοντας λοιπόν η Αγία, πολλοί ειδωλολάτρες και Ιουδαίοι έρχονταν σε θεογνωσία. Άλλοι δε Ιουδαίοι, που έβλεπαν τους χριστιανούς να πληθύνονται, κατήγγειλαν την Αγία στο βασιλέα. Τότε εκείνος πρόσταξε να προσαχθεί η Χριστιανή Παρθένος ενώπιόν του, προσπάθησε δε και με απαλά λόγια και με πολλές απειλές να μεταβάλει τη γνώμη της. Καθώς δε απέτυχε, διέταξε η Αγία να βασανιστεί. Καταρχάς, πυράκτωσαν σιδερένια περικεφαλαία και την έβαλαν στην κεφαλή της. Αλλά ο Θεός που φύλαξε κάποτε τους τρεις παίδας στην κάμινο και δεν κατακάηκαν, αυτός και τότε θαυματούργησε στην Αγία.
Έμεινε εντελώς αβλαβής. Πολλοί από τους παριστάμενους ειδωλολάτρες, καθώς είδαν το παράδοξο θαύμα, πίστεψαν αμέσως στο Χριστό. Αυτούς ο βασιλέας πρόσταξε να θανατώσουν, είτε πνίγοντάς τους στον Τίβερη ποταμό είτε με άλλους τρόπους, τη δε Αγία να βάλουν στη φυλακή. Εκεί, κατά το μεσονύκτιο, και καθώς η Αγία προσευχόταν, της παρουσιάστηκε Άγγελος Κυρίου, ο οποίος την ενθάρρυνε και την ελευθέρωσε από τα δεσμά. Το πρωί, έκπληκτοι οι στρατιώτες είδαν ότι η Αγία ήταν ελεύθερη από τις αλυσίδες που κείτονταν κοντά στα πόδια της. Ο βασιλέας προσπάθησε και πάλι να την απομακρύνει από το Χριστό. Αλλά βλέποντας την επιμονή της, τη βασάνισε προστάζοντας να την κρεμάσουν από τις τρίχες της κεφαλής της
και να την κατακαίνε με αναμμένες λαμπάδες. Βλέποντας ο βασιλέας ότι η Αγία με ανδρεία υπέμενε τη βάσανο αυτή και ακλόνητη παρέμεινε στην πίστη της, διέταξε να βάλουν σε ένα μεγάλο καζάνι λάδι και πίσσα, να τα βράσουν δυνατά και εκεί μέσα να ρίξουν την Αγία. Έγινε αυτό, αλλά η Αγία παρέμεινε εντελώς αβλαβής. Βλέποντας το παράδοξο ο βασιλέας και απορώντας, πλησίασε και είπε: «Ράντισέ με με αυτό το λάδι, Παρασκευή, για να δω αν πράγματι καίει ή είναι φαντασία αυτό που βλέπω, το να μην κατακαίεσαι». Γέμισε η Αγία τα δυο της χέρια με το λάδι και την πίσσα εκείνη και έριξε στο πρόσωπο του βασιλέα, που τυφλώθηκε και φώναζε: «Δώσε μου το φως των οφθαλμών μου και πιστεύω στο Θεό που κηρύττεις».
Τον ελέησε η Αγία και γιάτρεψε τον βασιλέα σωματικά αλλά και ψυχικά, καθώς τον οδήγησε στο Άγιο Βάπτισμα. Μετά από αυτό η Αγία βγήκε από τη μεγαλούπολη της Ρώμης και πήγε σε άλλα μέρη κηρύττοντας το Χριστό. Έτσι έφτασε στην πόλη που βασίλευε άλλος βασιλέας, ονόματι Ασκληπιός, συνεχίζοντας με θάρρος να κηρύττει. Όταν το έμαθε ο βασιλέας, παρέστησε την Αγία στο κριτήριό του, όπου αυτή διακήρυξε την ακλινή πίστη της στον αληθινό Θεό. Τότε ο Ασκληπιός πρόσταξε να την ρίξουν σε θηριοτροφείο, όπου φυλασσόταν τεράστιο δηλητηριώδες φίδι. Αλλά η χριστιανή αθλήτρια προσευχήθηκε και αντί άλλου όπλου μεταχειρίστηκε το σημείο του Σταυρού. Αμέσως το θαύμα έγινε.
Το θηρίο διερράγη και, βλέποντας αυτό, ο Ασκληπιός και αυτοί που ήταν μαζί του πίστεψαν στο Χριστό και βαπτίστηκαν. Η δε Αγία έφυγε από την πόλη εκείνη για να συνεχίσει το ιεραποστολικό της έργο. Έτσι έφτασε στην πόλη όπου ήταν βασιλέας ο Ταράσιος, ο οποίος, όταν έμαθε τα σχετικά με την Αγία, την παρέστησε στο κριτήριό του και, καθώς είδε το στέρεο της πίστεώς της, πρόσταξε να τη βάλουν μέσα σε μεγάλο καζάνι όπου έβραζαν λάδι και πίσσα.
Άγγελος Θεού έσβησε τη φλόγα και ψύχρανε τα υγρά. Πολλοί ειδωλολάτρες πίστεψαν, όχι όμως και ο Ταράσιος, ο οποίος αντίθετα πρόσταξε να δέσουν την Αγία και να τη μαστιγώσουν, μετά δε να τη βάλουν στη φυλακή και εκεί να την καρφώσουν στη γη και να βάλουν μεγάλη πλάκα στο στήθος της. Αλλά, κατά τη νύχτα, φάνηκε στην Αγία ο Κύριος, ο οποίος ενίσχυσε την υπομονή, θεράπευσε τις πληγές και έλυσε τα δεσμά της. Δυστυχώς όμως, ο βασιλέας αυτός το θαύμα του αληθινού Θεού το απέδωσε στους ψευδοθεούς και έτσι έμεινε στην πλάνη του. Μετά οδήγησαν την Αγία στο ναό των ειδώλων, όπου ο δαίμονας που έμενε στο είδωλο του Απόλλωνος, πιεζόμενος από τη χάρη του Θεού που είχε η Αγία, ομολόγησε απαντώντας σε σχετική ερώτησή της: «Δεν είμαι εγώ Θεός, ούτε άλλος κανείς από εμάς, αλλά μόνο Αυτός τον οποίο κηρύττεις είναι Θεός αληθινός. Εμείς ήμασταν προηγουμένως άγγελοι, για δε την υπερηφάνειά μας
διάβολοι και από τότε απατούμε τους ανθρώπους από το φθόνο μας και μας προσκυνούν ως θεούς». Μετά δε έπεσαν τα είδωλα και συντρίφτηκαν. Ούτε έτσι όμως πίστεψαν όσοι δεν είχαν καλή προαίρεση. Τέλος, αποφασίστηκε ο αποκεφαλισμός της Αγίας. Στον τόπο της καταδίκης, αυτή, αφού προσευχήθηκε, έκλινε την τίμια της κεφαλή, την οποία και απέκοψε κάποιος στρατιώτης κατά την προσταγή του βασιλέα. Και η μεν Αγία και ολόφωτη ψυχή της ανήλθε στις ουράνιες μονές, το δε τίμιο της λείψανο χριστιανοί ενταφίασαν με ευλάβεια, δοξάζοντας και ευλογώντας τον Θεό. Ο δε Κύριος, θέλοντας να δοξάσει την Αγία, έκανε πάμπολλα θαύματα στον τάφο της, διότι οι χωλοί ανορθώθηκαν,
τυφλοί ανέβλεψαν, δαιμονισμένοι θεραπεύτηκαν, στείρες απέκτησαν παιδιά, αλλά και πολλά άλλα θαύματα γίνονταν σε όσους με πίστη ζητούσαν τη βοήθειά της. Όχι δε μόνο τους παλαιούς καιρούς θαυματουργούσε η Αγία, αλλά και μέχρι σήμερα, εάν κανείς την επικαλεστεί με πίστη, τη βρίσκει βοηθό σε κάθε του ψυχωφελές ζήτημα. Ο Θεός την τίμησε και τη δοξάζει, διότι τον αγάπησε μέχρι θανάτου.
Αυτό είναι σήμερα το συναξάρι της Αγίας Παρασκευής και είναι εύκολο να διαπιστώσει κανείς ότι η Παρασκευή ήταν Αγία και πριν τελευτήσει με τον αποκεφαλισμό της, και τούτο διότι είχε αφιερώσει την ύπαρξη και τη ζωή της στο Θεό. Η ζωή της ήταν κατά Θεόν, έτσι όπως τη θέλει ο Θεός, και διά τον Θεόν, δηλαδή ό,τι έκανε, το έκανε για χάρη του Θεού. Ζούσε όχι για να ευχαριστήσει τον εαυτό της, αλλά το Θεό. Και με την τελευτή της ολοκλήρωσε την προς Αυτόν προσφορά της. Και εμείς έτσι πρέπει να μάθουμε να ζούμε. Δεν χρειάζεται να κάνουμε ό,τι ακριβώς έκανε εκείνη. Δεν θα πάρουμε το γράμμα αλλά το πνεύμα του παραδείγματος της Αγίας.
Το πνεύμα είναι το ότι ζούσε η Αγία για να αναπαύσει όχι τον εαυτό της, αλλά το Θεό και τις εικόνες του, τους συνανθρώπους της. Και αυτό είναι η αγάπη. Η αγάπη κατά τον Απόστολο χρηστεύεται και ου ζητεί τα εαυτής. Δεν επιζητεί το δικό της συμφέρον, αλλά θυσιάζεται χάριν των άλλων. Αυτό το πνεύμα της αληθινής αγάπης να πάρουμε και να εφαρμόσουμε ο καθένας στη ζωή του, εκεί όπου βρίσκεται. Ο άνδρας προς τη γυναίκα και τα παιδιά, η γυναίκα προς τον άνδρα και τα παιδιά, τα παιδιά προς τους γονείς και τα αδέλφια, ο καθένας και η καθεμιά προς τον κάθε άνθρωπο. Πρωτίστως όμως και κυρίως στις σχέσεις μας με το Θεό. Και αυτό διότι πολλές φορές οι σχέσεις μας με το Θεό
έχουν χαρακτήρα εμπορικότητας και καλοβολέματος. Δηλαδή, κάνουμε το καλό, προσευχόμαστε, εκκλησιαζόμαστε, κάνουμε τάματα κλπ. για να πάνε καλά οι δουλειές, να τακτοποιηθούν τα οικογενειακά προβλήματα, να γλιτώσουμε από κάποια αρρώστια ή άλλο κίνδυνο και γενικά για να περάσουμε καλά στη ζωή αυτή και τελικά δεν μας ενδιαφέρει ο ίδιος ο Θεός, δεν αγαπάμε το Θεό, μένουμε μακριά από Αυτόν, ξεκόβουμε από τη ζωή του Θεού και παραμένουμε στον πνευματικό θάνατο. Αντίθετα, αυτός που ζει για το Θεό και τον άνθρωπο, αυτός που πραγματικά αγαπά, πλουτίζει με την αληθινή ζωή, τη θεϊκή ζωή και σώζεται. Χρειάζεται να χάσουμε για να βρούμε.
Ος γαρ αν απολέσει την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού και του Ευαγγελίου, ούτος σώσει αυτήν.
Αγγλική μετάφρασηEN · 16 παράγραφοι
Today, July 26, our Church commemorates the Holy Hieromartyr Hermolaus and his fellow martyrs Hermippus and Hermocrates; Saint Paraskevi, the venerable virgin martyr; Saint Oreozeli the Martyr; Saint Ignatius of Stironi; Saint Apion the Martyr; Saint Jerusalem the Martyr; and Saint Gerontios, who founded the Skete of Saint Anne on the Holy Mountain.
The renowned venerable martyr of Christ, Paraskevi, was born during the reign of Emperor Hadrian, who ruled from AD 117 to 138. Her parents, Agathon and Politia, were devout Christians who lived in a suburb of Rome. They cultivated the virtues, especially almsgiving, but had no children. They prayed fervently that God would grant them a child. And the all-good God, who fulfills the will of those who fear Him, heard their prayer. They were blessed with this saint, whom they named Paraskevi because she was born on Friday, the day of the week called Paraskevi in Greek. From her earliest years,
she was adorned with wisdom and good judgment, and her mother taught her to do all that pleases God. She learned the sacred writings and often went to church. She deeply loved virginity, guarding her eyes from immodest sights, her ears from improper talk, and her mouth from idle words. She lived with self-restraint, fasting, quietness, attentiveness, almsgiving, and chastity. Many noblemen wanted her to marry their sons, but she was filled with love for God and would hear nothing of marriage. When the saint was twenty, her parents died and left her their great wealth. But she followed the words of the Gospel:
“Give alms. Make for yourselves purses that do not wear out, an unfailing treasure in the heavens.” She gave it all to those in need. Then she entered a women’s monastery and took the monastic habit. She remained there for some time, serving God and the abbess with humility and obedience. But she longed to bear witness to Christ through martyrdom. So she received the blessing of the abbess and the other sisters as a precious companion for her journey, and left the monastery to preach the Gospel, with no thought of protecting herself from the anger and vengeance of the pagans. She traveled through towns and villages, preaching Christ and working to spread faith in God.
At that time, Antoninus Pius ruled in Rome. He had succeeded Hadrian in AD 138. As the saint preached, many pagans and Jews came to know God. Other Jews, seeing the number of Christians grow, denounced her to the emperor. He ordered the Christian virgin brought before him and tried both gentle words and many threats to change her mind. When he failed, he ordered her tortured. First they heated an iron helmet until it glowed and placed it on her head. But God, who had once kept the three young men from being consumed in the furnace, worked a miracle for the saint as well.
She was completely unharmed. Many pagans who were present saw this astonishing miracle and immediately believed in Christ. The emperor ordered them killed, whether by drowning in the Tiber or by other means, and had the saint thrown into prison. There, at midnight, while she was praying, an angel of the Lord appeared, encouraged her, and freed her from her bonds. In the morning, the soldiers were astonished to find her free, with her chains lying at her feet. The emperor again tried to turn her away from Christ. But when he saw how steadfast she was, he ordered her hung by her hair
and burned with flaming torches. When the emperor saw her bear this torment with courage and remain firm in her faith, he ordered a large cauldron filled with oil and pitch, brought to a fierce boil, and the saint thrown into it. This was done, but she remained completely unharmed. Astonished by what he saw, the emperor came closer and said, “Sprinkle some of that oil on me, Paraskevi, so I can see whether it truly burns or whether what I am seeing—your escape from the flames—is an illusion.” The saint scooped up the oil and pitch in both hands and threw it in the emperor’s face. He was blinded and cried out, “Give me back my sight, and I will believe in the God you preach.”
The saint showed him mercy and healed him in body and soul, leading him to Holy Baptism. After this, she left the great city of Rome and went elsewhere to preach Christ. She came to a city ruled by another ruler, named Asclepius, and continued to preach boldly. When he heard of it, he brought her before his tribunal, where she declared her unwavering faith in the true God. Asclepius then ordered her thrown into an enclosure that held a huge venomous serpent. But this Christian champion prayed and, as her only weapon, made the sign of the Cross. At once, a miracle took place.
The serpent burst apart. Seeing this, Asclepius and those with him believed in Christ and were baptized. The saint left that city to continue her missionary work. She came to a city ruled by Tarasios. When he heard about her, he brought her before his tribunal and, seeing how firm her faith was, ordered her placed in a large cauldron of boiling oil and pitch.
An angel of God extinguished the flame and cooled the oil and pitch. Many pagans believed, but Tarasios did not. Instead, he ordered the saint bound and whipped. Then he had her taken to prison, where they pinned her to the ground and placed a heavy slab on her chest. During the night, the Lord appeared to her, strengthened her patient endurance, healed her wounds, and freed her from her bonds. Sadly, this ruler attributed the true God’s miracle to false gods and remained in error. Then they led the saint into the temple of the idols. Pressed by the grace of God within her, the demon dwelling in the idol of Apollo answered her question and confessed: “I am not God, nor is any other among us. Only the One you preach is the true God. We were once angels, but because of our pride
we became devils. Ever since, envy has driven us to deceive people, and they worship us as gods.” Then the idols fell and shattered. Even this did not bring those who were unwilling to believe to faith. At last, they decided to behead the saint. At the place of execution, she prayed and bowed her honored head, and a soldier cut it off at the ruler’s command. Her radiant soul ascended to the heavenly dwellings. Christians buried her honored remains with reverence, glorifying and blessing God. And the Lord, wishing to glorify the saint, worked countless miracles at her tomb: the lame were restored to health,
the blind regained their sight, those afflicted by demons were healed, and women who had been unable to have children gave birth. Many other miracles also took place for those who sought her help in faith. The saint worked miracles not only in former times but even today: whoever calls on her in faith finds her ready to help in every matter that benefits the soul. God honored her and continues to glorify her because she loved Him to the point of death.
This is the account of Saint Paraskevi’s life that we hear today. We can readily see that she was a saint even before she died by beheading, because she had dedicated her whole being and life to God. She lived according to God’s will and for God’s sake: everything she did, she did for Him. She lived to please God, not herself. In death, she brought her offering to Him to completion. We too must learn to live this way. We do not have to do exactly what she did. We must take to heart the spirit of her example.
That spirit is this: the saint lived to bring comfort to God and to her fellow human beings, who bear His image, rather than to seek comfort for herself. This is love. As the Apostle says, love is kind and does not seek its own. It seeks no advantage for itself but sacrifices itself for others. Let each of us take up this spirit of true love and live it wherever we are: a husband toward his wife and children, a wife toward her husband and children, children toward their parents and siblings, and every one of us toward every other person. Above all, let it shape our relationship with God. For all too often, our relationship with God
becomes a matter of bargaining and seeking our own comfort. We do good, pray, go to church, make vows, and so on, hoping that our work will go well, our family problems will be resolved, or we will escape an illness or some other danger. In general, we want to have a pleasant life here. In the end, God Himself does not matter to us. We do not love Him. We remain far from Him, cut ourselves off from His life, and stay in spiritual death. But the person who lives for God and for others, who truly loves, grows rich in true life, divine life, and is saved. We must lose in order to find.
“For whoever loses his life for My sake and the Gospel’s will save it.”
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
07 ΙΟΥΛΙΟΥ\26 07.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.