Άγιος Παντελεήμων: Ιαματική διακονία και μαρτύριο
Η Εκκλησία τιμά στις 27 Ιουλίου τον Άγιο Παντελεήμονα, ιαματικό και μεγαλομάρτυρα. Γεννήθηκε στη Νικομήδεια με το όνομα Παντολέων, διδάχθηκε την πίστη από τη μητέρα του και αργότερα σπούδασε ιατρική.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Η Εκκλησία τιμά στις 27 Ιουλίου τον Άγιο Παντελεήμονα, ιαματικό και μεγαλομάρτυρα.
- Γεννήθηκε στη Νικομήδεια με το όνομα Παντολέων, διδάχθηκε την πίστη από τη μητέρα του και αργότερα σπούδασε ιατρική.
- Ο Άγιος Ερμόλαος τον κατήχησε και τον βάπτισε, αφού η προσευχή του αποκατέστησε ένα παιδί που είχε σκοτωθεί από δάγκωμα φιδιού.
- Ο Παντολέων θεράπευε τους φτωχούς χωρίς αμοιβή, θεράπευσε έναν τυφλό με προσευχή και οδήγησε εκείνον και τον πατέρα του στο βάπτισμα.
- Μετά από καταγγελία φθονερών γιατρών, θεράπευσε έναν παράλυτο μπροστά στον Διοκλητιανό και αρνήθηκε να θυσιάσει στα είδωλα.
- Επέζησε από επαναλαμβανόμενα βασανιστήρια με θεία βοήθεια, και μια φωνή από τον ουρανό τον μετονόμασε σε Παντελεήμονα, που σημαίνει «ο απόλυτα ελεήμων», πριν την εκτέλεσή του το 304.
- Η ομιλία κλείνει με την προειδοποίηση ότι η υπερηφάνεια μπορεί να τυφλώσει τους ανθρώπους ως προς την αλήθεια, όπως φανερώνει η απάντηση του Διοκλητιανού στα θαύματα.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 17 παράγραφοι
Σήμερα, 27 του μηνός Ιουλίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη του Αγίου Μεγαλομάρτυρος και Ιαματικού Παντελεήμονος, του υπό του Αγίου Παντελεήμονος ιαθέντος τυφλού, της Οσίας Ανθούσης της Ομολογητρίας, των Αγίων 153 Μαρτύρων, των εν τη Θράκη και του Οσίου Μανουήλ.
Ένδοξος Μεγαλομάρτυς και Ιαματικός Παντελεήμων άκμασε κατά τα τέλη του τρίτου μετά Χριστόν αιώνος και τις αρχές του τετάρτου, επί του Αυτοκράτορα Διοκλητιανού. Καταγόταν από τη Νικομήδεια και ο μεν πατέρας του ονομαζόταν Ευστόργιος, η δε μητέρα του Εβούλη. Αυτή ήταν από τους προγόνους της χριστιανή και με την ορθόδοξη πίστη ανέτρεφε το μικρό Παντολέοντα, διότι έτσι τότε ονομαζόταν ο Άγιος. Όμως πέθανε πρόωρα και τον άφησε στις φροντίδες του πατέρα, ο οποίος δυστυχώς ήταν ειδωλολάτρης. Αλλά τα σπέρματα της χριστιανικής ζωής, τα οποία είχαν καταβληθεί στην απαλή και αγαθή ψυχή του παιδιού, δεν εξαφανίστηκαν. Η ανάμνηση της ευσεβούς και φιλόστοργης μητέρας
παρέμενε πάντα ζωηρή στην ψυχή του. Επειδή δε και ο Ευστόργιος ήταν φύση αγαθή και διατηρούσε με αγάπη τη μνήμη της αποθανούσης συζύγου του, ο Παντολέων ανατρεφόταν χωρίς να καταβάλλεται κάποια ιδιαίτερη προσπάθεια για διέγερση στην ψυχή του κάποιας αντιπάθειας κατά της θρησκείας της μητέρας του.
Έφτασε στη νεαρή ηλικία, όχι μεν ακόμη χριστιανός, αλλά με την ψυχική κλίση προς το Χριστό. Στην κατάσταση αυτή τον γνώρισε ο Άγιος Ιερέας Ερμόλαος, διακεκριμένος λειτουργός της Εκκλησίας και για τη μόρφωση και για τον ζήλο και για την όλη του αρετή. Είχε δε τότε ο Παντολέων τελειώσει τις βασικές του σπουδές και πλησίαζε να τελειώσει και τις ιατρικές που έκανε με τον θαυμαστό ιατρό του καιρού εκείνου Εφρόσινο. Η γνωριμία εκείνη με τον Ερμόλαο αναζωπύρωσε όλη τη φλόγα της χριστιανικής ευσέβειας, την οποία είχε ανάψει η μητρική επιμέλεια. Αφού δε διδάχθηκε καλώς τα δόγματα και τις εντολές της πίστεως και αφού βεβαιώθηκε για την αλήθειά της με το να αναστήσει με προσευχή του προς τον Χριστό νεκρό παιδί που το είχε δαγκάσει φαρμακερό φίδι, ο Παντολέων έλαβε το Άγιο Βάπτισμα εν αγνοία του πατέρα του. Δεν το απέκρυψε από φόβο, αλλά ήξερε ότι ο πατέρας του έπρεπε προηγουμένως να διαφωτιστεί, να έλθει στην κατάλληλη κατάσταση δεκτικότητας. Και η κατάλληλη προς τούτο ευκαιρία δεν άργησε να έλθει.
Ο Παντολέων, αφού τελείωσε τις ιατρικές του σπουδές, χρησιμοποιούσε την επιστήμη και τέχνη του υπέρ των πτωχών ιδίως ασθενών, προστρέχοντας με μοναδική προθυμία στα φτωχικά τους και βοηθώντας τους ακόμη και χρηματικά από τα δικά του. Ο Θεός ευλόγησε πλούσια την αγαθοεργή του διάθεση και το φιλάνθρωπο έργο του και του δώρισε το χάρισμα των ιαμάτων, να θεραπεύει τους αρρώστους με μόνη την προσευχή του. Έτσι θεράπευσε κάποτε ένα τυφλό, τον οποίο οι συγγενείς του τον είχαν φέρει στο πατρικό σπίτι του Παντολέοντος και ο οποίος από άλλους γιατρούς όχι μόνο δεν μπόρεσε να θεραπευτεί, αλλά και χειρότερα έγινε. Ενώ δε ανέβλεπαν οι σωματικοί οφθαλμοί του τυφλού, στην ψυχή του Ευστοργίου
έγινε ανώτερη ακόμη ανάβλεψη. Ο Υιός έφερε προς την αλήθεια και την οδό της αιωνίου ζωής τον Πατέρα. Τα χέρια του Ερμολάου βάπτισαν με αγαλλίαση και αυτόν και τον πρώην τυφλό. Και τότε Πατέρας και Υιός αμιλλώνταν σε πράξεις χριστιανικής φιλαδελφίας. Απέλυσαν όλους τους δούλους, χάρισαν όλα τα προς τον Ευστόργιο χρέη διαφόρων οφειλετών, πολλές και μεγάλες ήταν οι ελεημοσύνες τους. Ο δε Παντολέων εξακολουθούσε τη θεραπευτική του διακονία. Από όσους δε θεράπευε, δεν ζητούσε άλλη αμοιβή παρά μόνο να ομολογούν το Χριστό αληθινό θεραπευτή των ψυχικών και σωματικών παθών. Έτσι δε πιστεύοντας σε Αυτόν, θεραπεύονταν κατά δύο τρόπους.
Τη θεραπεία της ψυχής και του σώματος. Οι δε γιατροί της πόλεως τον φθόνησαν βλέποντας τέτοια θαυμαστά. Γι' αυτό τον κατήγγειλαν στον αυτοκράτορα Διοκλητιανό, όταν αυτός εξέδωσε το κατά των χριστιανών διάταγμα. Ο αυτοκράτορας πρόσταξε και έφεραν σε αυτόν τον θεραπευμένο τυφλό. Επειδή δε ομολόγησε αυτός το Χριστό, πρόσταξε και τον αποκεφάλισαν. Μετά, ο Αυτοκράτορας προσκάλεσε τον Παντολέοντα και τον προέτρεψε να θυσιάσει στους θεούς. Ο Άγιος όμως κήρυξε τον από αυτόν πιστευόμενο Θεό, Θεό αληθινό, και για να αποδειχθεί τούτο, πρότεινε να φέρουν κάποιον με ανίατη ασθένεια και να παρακαλέσουν και οι ιερείς τους θεούς των ειδώλων και εκείνος το δικό του Θεό.
Σε όποιου το όνομα θα θεραπευόταν ο ασθενής, εκείνον να θεωρούσαν αληθινό. Άρεσε ο λόγος αυτός στον βασιλέα, πρόσταξε δε και έφεραν κάποιον παραλυτικό. Έπασχε από χρόνια και βαρύτατη παράλυση, ο οποίος θεωρούνταν πλέον οριστικά αθεράπευτος. Οι ιερείς των ειδώλων επικαλέστηκαν επί πολλή ώρα τους ψευδοθεούς τους, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Αντίθετα, η προσευχή του Παντολέοντος απάλλαξε τον άνθρωπο από την πάθησή του. Στη φωνή «Εν ονόματι του Χριστού, του ανορθούντος τους κατερραγμένους, έγειρε και περιπάτει», στερεώθηκε στα πόδια του, ευκίνητος δε άρχισε να περπατά. Αυτό το μεγάλο και αποδεικτικό θαύμα, καθώς είδαν οι ειδωλολάτρες,
κατεπλάγηκαν και πολλοί αρνήθηκαν τα είδωλα και πίστεψαν στον αληθινό Θεό. Οι δε ιερείς των ειδώλων, όπως και ο Διοκλητιανός, έμειναν στην απιστία τους. Η ψυχή τους έμεινε τυφλή μπρος στο φως. Οι ειδωλολάτρες ιερείς φώναξαν ότι η θεραπεία έγινε με μαγεία. Προέτρεψαν δε τον Αυτοκράτορα να βασανίσει και να θανατώσει τον Άγιο και ο Άρχοντας διέταξε. Πρώτα κρέμασαν τον μάρτυρα και τον ξέσκισαν με σιδερένια νύχια, έπειτα με αναμμένες δάδες κατέκαψαν τις πλευρές και τα άλλα πληγωμένα του μέλη. Αλλά το μεν σώμα του μάρτυρος έτσι τιμωρούνταν, ο δε νους του ήταν στραμμένος όλος προς εκείνον που μπορούσε να του δώσει βοήθεια,
προς τον Κύριο, ο οποίος επακούοντάς τον, του παρουσιάστηκε με τη μορφή του Ερμολάου και του είπε ως γνήσιος και φιλόστοργος Πατέρας: «Μη φοβάσαι, παιδί μου, διότι εγώ είμαι μαζί σου και βοηθώ σε όσα θα πάθεις για μένα». Και αμέσως με το λόγο έγινε το θαύμα. Αμέσως τα χέρια των στρατιωτών παρέλυσαν, οι δάδες σβήστηκαν και οι πληγές του Αγίου θεραπεύτηκαν. Ο δε ασύνετος βασιλέας, αντί να μετανοήσει, ρώτησε: «Με ποια τέχνη και μαντεία παρέλυσε τα χέρια των στρατιωτών και έσβησε τις λαμπάδες;» Ο δε Άγιος αποκρίθηκε: «Η τέχνη μου και η μαντεία μου είναι ο Χριστός». Είπε ο Διοκλητιανός: «Αλλά εάν σε βάλω σε σκληρότερη βάσανο, τι θα γίνεις;»
Απάντησε ο Άγιος: «Τότε θα λάβω κι εγώ από το Χριστό μου περισσότερη βοήθεια». Πρόσταξε λοιπόν ο βασιλέας και έβαλαν τον μάρτυρα μέσα σε καζάνι που έβραζε. Εκείνος ανέκραξε: «Εισάκουσον, ο Θεός, της φωνής μου εν τω δέεσθαί με προς σε· από φόβου εχθρού εξελού την ψυχή μου». Το δε μέσα στο λέβητα νερό έγινε αμέσως ψυχρό και ακίνδυνο. Το γεγονός προκάλεσε κατάπληξη. Ο δε Παντολέων δεν έπαυε να αναφωνεί: «Προς Θεόν εκέκραξα και εισήκουσέ μου». Ο βασιλέας όμως, ως πεπωρωμένος, δεν ενόησε και πάλι τον ισχυρό και αληθινό Θεό, ο οποίος επιτελούσε τα θαύματα, αλλά τα θεωρούσε αποτέλεσμα μαγείας.
Έχοντας δέσει στο λαιμό του μεγάλη πέτρα, ο δε Χριστός παρουσιάστηκε και την μεν πέτρα έκανε ελαφριά ώστε να επιπλέει, το δε μάρτυρα να περπατά όπως ο Πέτρος πάνω στα νερά και έτσι να βγει στην ξηρά αβλαβής. Κατόπιν ο μάρτυρας ρίχτηκε σε άγρια θηρία μέσα σε αμφιθέατρο. Αλλά και εδώ το θαύμα δεν καθυστέρησε. Λιοντάρι και αρκούδα και τίγρης που απολύθηκαν το ένα μετά το άλλο κατά του Παντολέοντος, δεν τον έβλαψαν διόλου, αλλά πλησίαζαν τον Άγιο με πολλή ευλάβεια και ημερότητα και τον προσκυνούσαν, δεν παραμέριζαν δε εάν ο Άγιος δεν έβαζε τη δεξιά του να τα ευλογήσει. Όταν είδαν αυτό το θαυμάσιο, φώναξαν όλοι με μια φωνή:
«Μέγας και αψευδής ο Θεός των Χριστιανών και ας αφεθεί ελεύθερος ο δίκαιος». Ο δε ασύνετος βασιλέας, αντί να μετανοήσει, πρόσταξε και θανάτωσαν τα θηρία. Ακολούθως έδεσαν το μάρτυρα σε τροχό για να τον κυλήσουν σε κατήφορο και να συντριβεί. Αλλά και πάλι επενέβη ο Κύριος και έλυσε το μάρτυρα από τα δεσμά του. Τέλος, βλέποντας ο Διοκλητιανός ότι δεν μπορούσε να αλλάξει τον αδαμάντινο και αήττητο, πρόσταξε να τον αποκεφαλίσουν, το δε λείψανό του να κάψουν. Όμως όταν έπεσε το σπαθί για την αποτομή, η κόψη του λύγισε σαν να ήταν από κερί. Οι στρατιώτες τρόμαξαν, πίστεψαν στον Χριστό και παρακάλεσαν τον Άγιο να τους συγχωρέσει,
να προσευχηθεί για αυτούς. Τότε ο Μάρτυς του Χριστού έκανε προσευχή για αυτούς και άλλα ζητήματα, ήλθε δε φωνή από τον Ουρανό που έλεγε: «Όσα ζήτησες θα γίνουν και άλλα περισσότερα, στο εξής δε να μην ονομάζεσαι Παντολέων, αλλά Παντελεήμων, διότι πολλοί δια σου θα βρουν έλεος». Μετά από αυτά οι στρατιώτες δεν ήθελαν να απλώσουν χέρι πάνω στο μάρτυρα. Αυτός δε τους πίεσε πολύ να κάνουν το πρόσταγμα του τυράννου, εκείνοι δε με μεγάλη δυσκολία και αφού πρώτα του έδειξαν την αγάπη και το σεβασμό τους, έκοψαν την τιμία του κεφαλή κατά την 27η του Ιουλίου μηνός του έτους 304.
Οι στρατιώτες έφυγαν κηρύττοντας παντού του Θεού τα θαυμάσια, μερικοί δε χριστιανοί πήραν το Άγιο Λείψανο και το ενταφίασαν με ευλάβεια. Για τον Άγιο Παντελεήμονα κατ' εξοχήν ισχύουν οι λόγοι της Γραφής: «Έδοξαν εν οφθαλμοίς αφρόνων τεθνάναι, και ελογίσθη κάκωσις η έξοδος αυτών, και η αφ' ημών πορεία σύντριμμα, οι δε εισιν εν ειρήνη. Και γαρ εν όψει ανθρώπων εάν κολασθώσιν, η ελπίς αυτών αθανασίας πλήρης. Και ολίγα παιδευθέντες μεγάλα ευεργετηθήσονται, ότι ο Θεός επείρασεν αυτούς και εύρεν αυτούς αξίους εαυτού».
Αγαπώσιν τον Θεόν πάντα συνεργεί εις αγαθόν, και τα θετικά για να τα μιμείται και τα αρνητικά για να τα αποφεύγει. Ένα τέτοιο αρνητικό προς αποφυγή είναι η συμπεριφορά και η ψυχική κατάσταση του Αυτοκράτορα Διοκλητιανού. Μας θυμίζει την πονηρή κατάσταση των Γραμματέων και Φαρισαίων. Αυτοί οι οποίοι είχαν δει τόσα πολλά και τόσο μεγάλα θαύματα, ζητούσαν και πάλι θαύμα. Είχαν δει πολλά, όμως τα διέστρεφαν και τα αχρήστευαν, καθώς πονηρά κινούμενοι τα απέδιδαν σε συνεργασία με τον άρχοντα των δαιμονίων. «Ούτος ουκ εκβάλλει τα δαιμόνια ει μη εν τω Βεελζεβούλ, άρχοντι των δαιμονίων». Φαίνεται ότι και ο Διοκλητιανός δεν είχε καλή διάθεση,
κακές προκαταλήψεις και δεν ήταν ανοιχτός στην αλήθεια. Ήταν προσκολλημένος σε εκείνο που εκείνος νόμιζε σωστό ή συμφέρον και απέκλειε κάθε διαφορετικό και με κάθε τρόπο προσπαθούσε να το εξουδετερώσει. Έτσι διέστρεφε τα θαύματα του Αγίου Παντελεήμονος και τα θεωρούσε μαγικά έργα. Τελικά φαίνεται ότι η τύφλωση και η διαστροφή αυτή είναι ένα ακόμη αποτέλεσμα, ίσως από τα χειρότερα, του εγωισμού. Ο Θεός να μας φυλάγει από το πνεύμα του εγωισμού που τυφλώνει τον άνθρωπο και δεν βλέπει την αλήθεια και το πραγματικό του συμφέρον, να μας δίνει δε πνεύμα ταπεινώσεως και με τη χάρη Του να μας οδηγεί στην αλήθεια και τη σωτηρία.
Αγγλική μετάφρασηEN · 17 παράγραφοι
Today, July 27, our Church commemorates Saint Panteleimon, the Great Martyr and Healer; the blind man whom Saint Panteleimon healed; Saint Anthousa the Confessor; the 153 martyrs of Thrace; and Saint Manuel.
The glorious Great Martyr and Healer Panteleimon lived in the late third and early fourth centuries after Christ, during the reign of Emperor Diocletian. He came from Nicomedia. His father was named Eustorgios, and his mother, Eubula. She came from a Christian family and raised little Pantoleon, as the saint was then called, in the Orthodox faith. But she died early, leaving him in the care of his father, who, sadly, worshipped idols. Even so, the seeds of Christian life that she had planted in the child's gentle and good soul did not disappear. The memory of his devout and loving mother
remained vivid in his soul. Eustorgios, too, was kind by nature and lovingly cherished the memory of his departed wife. So Pantoleon grew up without any particular effort being made to turn him against his mother's faith.
He reached young adulthood without yet becoming a Christian, but with his heart inclined toward Christ. It was then that Saint Hermolaus, a priest distinguished in the Church for his learning, zeal, and virtue, came to know him. Pantoleon had completed his basic studies and was nearing the end of his medical training under Euphrosynus, a renowned physician of the time. His acquaintance with Hermolaus rekindled the flame of Christian devotion his mother had lit in him. After learning the teachings and commandments of the faith, Pantoleon was assured of its truth when, through prayer to Christ, he raised a child who had died from the bite of a poisonous snake. He then received Holy Baptism without his father's knowledge. He did not hide it out of fear. He knew his father first needed to be enlightened and brought to a point where he could receive the faith. The right opportunity soon came.
After finishing his medical studies, Pantoleon used his knowledge and skill especially for the poor who were sick. He eagerly went to their humble homes and even helped them with his own money. God richly blessed his kindness and care for others, giving him the gift of healing: he could heal the sick through prayer alone. On one occasion, he healed a blind man whom his relatives had brought to Pantoleon's father's house. Other doctors had failed to cure the man and had even made his condition worse. As the blind man's bodily eyes were opened, the soul of Eustorgios
experienced an even greater opening of the eyes. The son led his father to the truth and the path of eternal life. With joy, Hermolaus baptized both Eustorgios and the man who had been blind. Father and son then strove to outdo one another in acts of Christian brotherly love. They freed all their slaves, forgave everyone who owed Eustorgios money, and gave generously to those in need. Pantoleon continued his healing ministry. From those he healed, he asked no payment. He asked only that they confess Christ as the true healer of the soul and the body. And so, through faith in Him, they received healing in both ways.
They were healed in soul and body. But the city's physicians envied Pantoleon when they saw such wonders. So, when Diocletian issued his decree against the Christians, they denounced Pantoleon to him. The emperor ordered the blind man who had been healed to be brought before him. When the man confessed Christ, the emperor ordered him beheaded. Then Diocletian summoned Pantoleon and urged him to sacrifice to the gods. But the saint proclaimed that the God in whom he believed was the true God. To prove it, he proposed that they bring someone with an incurable illness. The priests could pray to their idols, and he would pray to his God.
Whichever one healed the sick man would be acknowledged as the true God. The emperor liked the proposal and ordered a paralyzed man brought in. The man had suffered from severe paralysis for years and was considered beyond all hope of a cure. The priests of the idols called on their false gods for a long time, to no effect. Pantoleon's prayer, however, freed the man from his illness. At the words, “In the name of Christ, who raises up those who have fallen, rise and walk,” strength returned to his legs, and he began to walk freely. When the people who worshipped idols saw this great miracle, which gave such clear proof,
they were astonished, and many rejected the idols and believed in the true God. But the priests of the idols, like Diocletian, persisted in unbelief. Their souls remained blind before the light. The priests claimed the healing had been done by magic. They urged the emperor to torture and kill the saint, and he gave the order. First they hung up the martyr and tore his flesh with iron claws. Then they burned his sides and other wounded parts of his body with flaming torches. While his body suffered these torments, his nous, his spiritual mind, was wholly turned toward the One who could help him:
the Lord. Hearing his prayer, the Lord appeared to him in the likeness of Hermolaus and spoke like a true and loving Father: “Do not be afraid, my child. I am with you, and I will help you through all that you suffer for Me.” At once, His word brought about a miracle. The soldiers' hands became paralyzed, their torches went out, and the saint's wounds were healed. But the foolish emperor, instead of repenting, asked, “By what skill and sorcery did he paralyze the soldiers' hands and put out the torches?” The saint replied, “My skill and my sorcery are Christ.” Diocletian said, “And what will become of you if I put you through even harsher torture?”
The saint answered, “Then I will receive still more help from my Christ.” So the emperor ordered the martyr placed in a cauldron of boiling water. Pantoleon cried out, “Hear my voice, O God, when I pray to You; deliver my soul from fear of the enemy.” Immediately, the water in the cauldron became cool and harmless. Everyone was amazed. Pantoleon kept crying out, “I cried to God, and He heard me.” But the emperor's heart was hardened. Once again, he failed to recognize the mighty and true God who was working these miracles, and took them for acts of magic.
They tied a large stone around Pantoleon's neck and cast him into the water. But Christ appeared and made the stone light enough to float, while the martyr walked on the water like Peter and came safely to shore. Then the martyr was thrown to wild beasts in an amphitheater. Here, too, a miracle followed at once. A lion, a bear, and a tiger were released against Pantoleon one after another. None harmed him. Instead, they approached the saint meekly and reverently and bowed before him. They would not move away until he placed his right hand on them and blessed them. At this wondrous sight, everyone cried out together:
“Great and true is the God of the Christians! Let this righteous man go free!” But the foolish emperor, instead of repenting, ordered the beasts killed. Next, the martyr was bound to a wheel to be rolled downhill and crushed. Once again, the Lord intervened and freed him from his bonds. At last Diocletian saw that he could not sway this steadfast, unconquerable man, and ordered him beheaded and his body burned. But when the sword fell upon his neck, its blade bent as though it were made of wax. The soldiers were frightened. They believed in Christ and begged the saint to forgive them
and to pray for them. The martyr of Christ prayed for them and made other requests as well. Then a voice came from Heaven, saying, “All that you have asked will be done, and more besides. From now on you shall be called not Pantoleon but Panteleimon, for through you many will find mercy.” After this, the soldiers did not want to lay a hand on the martyr. But he pressed them to carry out the tyrant's order. With great difficulty, and only after showing him their love and respect, they beheaded him on July 27 in the year 304.
The soldiers left, proclaiming God's wonders everywhere. Some Christians took the saint's body and buried it reverently. The words of Holy Scripture apply especially to Saint Panteleimon: “In the eyes of the foolish they seemed to have died, and their departure was thought to be a misfortune, their going from us a ruin. But they are at peace. Though in the sight of others they may be punished, their hope is full of immortality. After being disciplined a little, they will receive great blessings, because God tested them and found them worthy of Himself.”
For those who love God, all things work together for good. We can imitate what is good and avoid what is bad. One example to avoid is the conduct and state of soul of Emperor Diocletian. It reminds us of the wicked disposition of the scribes and Pharisees. They had seen so many great miracles, yet they still demanded another sign. They had seen much, but they twisted and dismissed what they saw, maliciously attributing the miracles to an alliance with the ruler of the demons: “This man casts out demons only by Beelzebul, the ruler of the demons.” It seems that Diocletian, too, lacked a willing heart.
He was burdened by harmful prejudices and was not open to the truth. He clung to what he thought was right or served his interests. He shut out every other view and tried by every means to destroy it. So he distorted Saint Panteleimon's miracles and treated them as acts of magic. In the end, such blindness and distortion seem to be another result of pride, perhaps one of its worst. May God protect us from the spirit of pride, which blinds us to the truth and to what is truly good for us. May He give us a spirit of humility and, by His grace, lead us to truth and salvation.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
07 ΙΟΥΛΙΟΥ\27 07.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.