Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Άγιος Ονούφριος και η αγάπη προς τον Θεό στην ερημία

Γεννήθηκε από τον βασιλέα της Περσίας μετά από χρόνια προσευχής, βαπτίστηκε και ανατράφηκε σε μοναστήρι της Θηβαΐδας της Αιγύπτου. Οι διηγήσεις των μοναχών για τον Ηλία, τον Ιωάννη τον Πρόδρομο και τους ερημίτες ξύπνησαν την επιθυμία του για μοναξιά με τον Θεό.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων12 Ιουνίου19:51Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Γεννήθηκε από τον βασιλέα της Περσίας μετά από χρόνια προσευχής, βαπτίστηκε και ανατράφηκε σε μοναστήρι της Θηβαΐδας της Αιγύπτου.
  • Οι διηγήσεις των μοναχών για τον Ηλία, τον Ιωάννη τον Πρόδρομο και τους ερημίτες ξύπνησαν την επιθυμία του για μοναξιά με τον Θεό.
  • Ένας άγγελος τον οδήγησε στην έρημο, όπου ο γέροντας Ερμίας τον δίδαξε πριν εγκατασταθεί μόνος δίπλα σε μια πηγή και έναν φοίνικα.
  • Για εβδομήντα χρόνια ο Ονούφριος υπέμεινε πείνα, σκληρές καιρικές συνθήκες και αρρώστιες, διατηρούμενος, σύμφωνα με τη διήγηση, από αγγελική φροντίδα και τη Θεία Κοινωνία.
  • Ο μοναχός Παφνούτιος τον συνάντησε λίγο πριν από τον θάνατό του, άκουσε την ιστορία του, είδε την τελευταία του προσευχή και τον έθαψε με τη βοήθεια δύο λιονταριών.
  • Ο ομιλητής παρουσιάζει τη μοναξιά του Ονούφριου ως έκφραση αγάπης προς τον Θεό και προτρέπει τους χριστιανούς να απελευθερώσουν την καρδιά τους από την προσκόλληση σε υλικά αγαθά και πάθη.
  • Το τελικό δίδαγμα είναι ότι η ζωή που κατευθύνεται προς τον Θεό εξαρτάται από τον τρόπο που ζει κανείς, όπου κι αν ζει.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 22 παράγραφοι

Ο Ασκητής άκμασε κατά τον τέταρτο μετά Χριστόν αιώνα. Καθώς είπε στον μοναχό Παφνούτιο, ο οποίος μετά από πολυήμερη οδοιπορία στην έρημο τον συνάντησε, ήταν υιός βασιλέως της Περσίας.

Η μητέρα του ήταν στείρα. Δέονταν και οι δυο στο Θεό να τους δώσει κληρονόμο και μετά από πολλές προσευχές τους άκουσε ο Κύριος και όταν συνέλαβε η μητέρα του έγινε η χαρά μεγάλη στο παλάτι. Όμως μετά τη γέννηση είδε ο πατέρας του θεία αποκάλυψη, με την οποία του δόθηκε προσταγή να τον ονομάσει στο Άγιο Βάπτισμα Ονούφριο, να τον οδηγήσει σε ένα μοναστήρι, ησυχαστήριο της Θηβαΐδος της Αιγύπτου. Τούτο έκανε ο βασιλέας εκείνος και καθώς πορεύονταν προς την Αίγυπτο, συνόδευε κατά θεία προσταγή μια ελαφίνα, η οποία καθ' όλη την οδοιπορία εκείνη έτρεφε τον μικρό Ονούφριο με το γάλα της, προς θαυμασμό και έκπληξη όλων. Όταν έφτασαν στο μοναστήρι, είπε ο πατέρας του τα πάντα στον ηγούμενο του Κοινοβίου, στο οποίο τον άφησε και αναχώρησε για τη χώρα του. Η δε ελαφίνα πήγαινε κάθε μέρα, μέχρι τον τρίτο χρόνο, και τον θήλαζε. Ήταν δε όλοι οι μοναχοί του μοναστηριού εκείνου αγιότατοι, πορευόμενοι σε όλες τις εντολές του Κυρίου άμεμπτοι.

Όλοι μια ψυχή και μια καρδιά και πολλή η μεταξύ τους αγάπη. Προσεύχονταν όλη τη νύχτα και τη μέρα έκαναν με τόση σιωπή το εργόχειρο, ώστε κανείς τους δεν τολμούσε χωρίς ανάγκη να πει τίποτε. Διδάχθηκε και έμαθε από αυτούς την Αγία Γραφή και όλα τα της μοναχικής πολιτείας με κάθε ακρίβεια. Πολλές φορές δε επαινούσαν τον προφήτη Ηλία, πως δυναμώθηκε από το Θεό στην έρημο με την υπομονή και την εγκράτεια και έλαβε χάρη από το Θεό να θαυματουργεί και μάλιστα να μη γευτεί θάνατο αλλά να μεταστεί με το σώμα του στον παράδεισο. Και πάλι, στη Νέα Διαθήκη, τον Βαπτιστή και Πρόδρομο επαινούσαν πολύ. Ακούοντας αυτά, ρώτησε ο Όσιος: «Λοιπόν, οι αναχωρητές έχουν περισσότερη παρρησία στο Θεό;» «Ναι», του είπαν, «είναι μεγαλύτεροι από μας, διότι εμείς βλέπουμε κάθε μέρα ο ένας τον άλλο, διαβάζουμε από κοινού την ακολουθία με πνευματική ευφροσύνη και αγαλλίαση».

Πεινάσουμε, βρίσκουμε την τράπεζα έτοιμη. Εάν αρρωστήσει κάποιος σωματικά ή ψυχικά, τον βοηθούν και τον υπηρετούν οι άλλοι με πολλή επιμέλεια και απλώς, εάν κάτι άλλο χρειαστούμε, βρίσκουμε εκείνο που έχουμε ανάγκη. Αλλά εκείνοι οι ευλογημένοι ησυχαστές δεν έχουν κάποια παράκληση από τους ανθρώπους, αλλά ελπίζουν μόνο στο Θεό. Εάν τους έρθει κάποιος πειρασμός, δεν έχουν κάποιον να τους συμβουλεύσει. Εάν πεινάσουν ή διψάσουν ή χρειαστούν κάτι άλλο παρόμοιο, δεν έχουν τίποτε από όλα τα αναγκαία. Αλλά και στις ακολουθίες και τις προσευχές επιδίδονται περισσότερο, μη έχοντας σωματικό εργόχειρο. Και οι άγγελοι του Θεού κάθε μέρα τους διακονούν. Και όταν βγαίνει η ψυχή τους από το σώμα, την λαμβάνουν με πολλή ευλάβεια

την πηγαίνουν ενώπιον της Παναγίας Τριάδος, ψάλλοντας με ευφροσύνη και αγαλλίαση. Αυτά καθώς άκουσε ο Ονούφριος από τους θεοφόρους εκείνους πατέρες, τρώθηκε η καρδιά του από τον πόθο και τον έρωτα της αναχωρήσεως και κάθε μέρα αύξανε ο πόθος αυτός και έλιωνε η ψυχή του από την αγάπη της ησυχίας. Λοιπόν, μια νύχτα, αφού πήρε λίγους άρτους, βγήκε από το μοναστήρι παρακαλώντας το Θεό να τον οδηγήσει όπου ήταν ευάρεστο σ' αυτόν να ασκητέψει. Αφού έφτασε σε κάποια έρημο, σκέφτηκε να μείνει εκεί και τότε είδε μπροστά του φως μέγα. Φοβήθηκε και θέλησε να επιστρέψει στο κοινόβιο, αλλά αμέσως φάνηκε σε εκείνο το φως ένας ωραιότατος άνθρωπος, θαυμάσιος στην όψη

δόξα πολύ, λέγοντάς του: «Μη φοβηθείς, Ονούφριε. Εγώ είμαι άγγελος του Θεού, ο οποίος με πρόσταξε να σε φυλάγω από την ώρα της γεννήσεως μέχρι την τελευταία μέρα σου. Προχώρησε λοιπόν και μη δειλιάσεις πανουργίες του δαίμονος, ούτε πειρασμούς ή άλλο συναπάντημα, διότι εγώ είμαι μαζί σου, να σε φυλάττω μέχρι που να παραστήσω την ψυχή σου στα χέρια του Θεού». Αυτά αφού του είπε ο Άγγελος, τον συνόδεψε εβδομήντα μίλια, όπου ήταν ένα σπήλαιο, και τότε αυτός έγινε άφαντος. Ο Ονούφριος χτύπησε την πόρτα του σπηλαίου και είδε να βγαίνει ένας γηραιός και χαριέστατος στην όψη, εξαιρετικά δε ενάρετος. Αφού τον προσκύνησε, τον ασπάστηκε εκείνος και του είπε: «Καλώς ήλθες, τέκνον και αδελφέ».

Συνεργάτα Ονούφριε, ο Κύριος να σε περισκέπει και να σε διαφυλάττει στο φόβο του. Μπήκαν λοιπόν στο σπήλαιο και έμεινε εκεί λίγες μέρες διδασκόμενος διάφορα πράγματα και αφού τον νουθέτησε αρκετά με όσα ήταν αναγκαία για την άσκηση, του είπε: «Σήκω, παιδί μου, να σε οδηγήσω σε ένα σπήλαιο ησυχαστικό στη βαθύτερη έρημο».

οποίο θέλει ο Κύριος να κατοικήσεις μόνος σου, να πολεμήσεις ανδρείως κατά του δαίμονος, για να λάβεις της νίκης τα τρόπαια. Αφού περπάτησαν τέσσερα μερόνυχτα, έφτασαν σε μια μικρή καλύβη, η οποία είχε φοίνικα και ωραία βρύση, και του είπε: «Αυτός είναι ο τόπος, τον οποίο σου ετοίμασε ο Κύριος για να κατοικήσεις». Έμεινε μαζί του τριάντα μέρες,

με κάθε ακρίβεια του μοναχικού αγώνος αφού έφυγε για το σπήλαιό του, ερχόταν κάθε χρόνο και τον επισκεπτόταν, μέχρι που πέθανε εκεί και τον ενταφίασε. Ονομαζόταν Ερμίας, καθώς του είπε, ήταν από την φυλή του Ισάχαρ. Η ζωή εκεί του Ονουφρίου ήταν μαρτυρική. Βασανίστηκε μέχρι απελπισίας από τον μεγάλο καύσωνα του θέρους, την ψυχρότητα του χειμώνα, την πείνα και τις άλλες ταλαιπωρίες του σώματος. Τα ενδύματά του φθάρθηκαν και έμεινε γυμνός, αρρώστησε πολλές μέρες και άλλους πειρασμούς και βάσανα έπαθε που δεν φτάνει η γλώσσα να τα διηγηθεί. Και όλα αυτά τα υπέμεινε καρτερικά, στοχαζόμενος καθώς πρέπει να κάνει καθένας τα ανεκλάλητα αγαθά τα οποία ετοίμασε ο Θεός για αυτούς που τον αγαπούν.

Ο δε Κύριος, βλέποντας την πολλή του στενοχώρια, πρόσταξε και φύτρωσαν τρίχες σε όλο του το σώμα και σκεπασμένος με αυτές δεν αισθανόταν πλέον το ψύχος ή άλλο βάσανο. Αλλά και κάθε μέρα του έφερνε Άγιος Άγγελος έναν άρτο για να στηρίζεται και να δουλεύει το Θεό με περισσότερη θερμότητα. Κάθε Κυριακή ερχόταν Άγιος Άγγελος και μετελάμβανε αυτόν και όλους τους ερημίτες και τη μέρα εκείνη κατά την οποία κοινωνούσαν γέμιζαν με κάθε πνευματική παρηγοριά. Δεν πεινούσαν, ούτε διψούσαν, ούτε πόνο ή άλλη θλίψη αισθάνονταν και όταν κάποιος από αυτούς επιθυμούσε να δει άνθρωπο, αναλαμβανόταν από τους αγγέλους στον Παράδεισο και θεωρώντας τόση λάμψη και ωραιότητα των ουρανίων ταγμάτων

ερχόταν σε έκσταση μετέχοντας εκείνου του Θείου Φωτός. Ευφραινόταν και αγαλλόταν υπερβολικά, αξιούμενος τέτοιου μεγάλου αγαθού και λησμονούσε τελείως όλους τους προηγουμένους κόπους και τις στενοχώριες τις οποίες υπέμεινε. Έτσι μεγάλωνε ο πόθος του, ο Θείος έρωτας, και δούλευε περισσότερο με όλη του την ψυχή στους πνευματικούς αγώνες για να αξιωθεί να κληρονομήσει αιώνια τόσο μεγάλη μακαριότητα. Όταν ο μοναχός Παφνούτιος που προαναφέρθηκε συνάντησε τον Όσιο Ονούφριο, ήταν εξαιρετικά ταλαιπωρημένος από τα γερατιά και την εγκράτεια, βασιλεία, δασύτριχος, ζωσμένος στη μέση με βλαστούς δένδρων, οι δε τρίχες του λευκές σαν το γάλα. Κατά τα εβδομήντα χρόνια της παραμονής του στον τόπο εκείνο,

δεν είχε δει ποτέ άλλον άνθρωπο παρά μόνο εκείνο τον μοναχό Παφνούτιο, τον οποίο έστειλε ο Θεός για να ενταφιάσει το σώμα του την επομένη. Από τον τόπο που συναντήθηκαν περπάτησαν τρία μίλια και έφτασαν σε μικρή καλύβα που είχε πηγή και κάποιο φοίνικα κοντά της και αφού προσευχήθηκαν κάθισαν και διηγούνταν τα περί Θεού. Κατά τη δύση του ηλίου είδε ο Παφνούτιος στο μέσο του κελιού ένα μεγάλο άρτο και ωραιότατο. Ευλόγησε ο Όσιος την τράπεζα, έφαγαν και μετά την ευχαριστία πέρασαν όλη τη νύχτα προσευχόμενοι. Όταν έγινε πρωί το πρόσωπο του Αγίου φάνηκε χλωμό και αλλαγμένο. Ο Όσιος Ονούφριος είπε στον Παφνούτιο: «Να, σήμερα τελειώνει η παροικία μου

θα απέλθει η ψυχή μου στην ανεκλάλητη ευφροσύνη της ουρανίου μακαριότητος και θυμήσου όταν πας στην Αίγυπτο να κηρύξεις στους μοναχούς και σε όλους τους χριστιανούς ότι ζήτησα αυτή τη χάρη από το Θεό. Όποιος τελέσει το μνημόσινό μου και με γιορτάσει ή γράψει και κηρύξει το βίο μου, να μην του έλθει από το διάβολο πειρασμός». Ο Παφνούτιος ζήτησε από τον Όσιο την ευλογία να περάσει εκεί το υπόλοιπο της ζωής του. Όμως εκείνος του απάντησε: «Δε σε έστειλε ο Κύριος να μείνεις εδώ, αλλά μόνο να ενταφιάσεις το σώμα μου και να ευφρανθείς με τους οσίους δούλους του που κατοικούν σε αυτή την έρημο και να κηρύξεις στον κόσμο τους φιλοχρίστους την πολιτεία τους εις δόξαν Θεού για να τους μιμηθούν το κατά δύναμιν». Μετά ευλόγησε τον Παφνούτιο και κατόπιν έκλινε

τα γόνατα, ύψωσε προς τον ουρανό τα χέρια και τα όμματα και με δάκρυα μεταξύ των άλλων είπε: «Δέομαί σου, Κύριέ μου, τη ση δεξιά σκέπασόν με, ίνα μη ταραχθεί η ψυχή μου από τους δαίμονας όταν εξέρχεται εκ του σώματος, αλλά παράλαβε αυτήν δι' αγίων αγγέλων σου και κατάταξον αυτήν ένθα επισκοπεί το φως του προσώπου σου, ότι ευλογητός ει και δεδοξασμένος εις τους αιώνας. Μνήσθητι, πανικτίρμον και πολυέλεε, του πιστού λαού σου, και όστις ευρεθεί εις κίνδυνον θαλάσσης ή εις θυμόν δικαστού ή εις άλλην τινά στενοχωρίαν και σε επικαλεστεί λέγων: Παντοδύναμε Κύριε, δια πρεσβειών του δούλου σου Ονουφρίου, ελέησόν με, παρακαλώ την βασιλεία σου καθώς μου έταξες επάκουσον της δεήσεως αυτού». Κατόπιν πρόσθεσε:

«Κύριε, εις χείρας σου παρατίθημι το πνεύμα μου». Έτσι έπεσε ύπτιος στη γη και πάλι προσευχόταν μυστικά. Το δε πρόσωπό του έγινε σαν φως και καθώς έλεγε ο Παφνούτιος βγήκε τόση ευωδία που έμεινε εκστατικός.

Στη συνέχεια έγιναν βροντές και αστραπές φοβερές. Ο μοναχός έπεσε από το φόβο του στη γη και είδε ανεωγμένους τους ουρανούς και όλη τη στρατιά των αγγέλων να ψάλλουν πάνω από τον Άγιο γλυκύτατους ύμνους με αναμμένες λαμπάδες και χρυσά θυμιατά στα χέρια τους. Στο μέσο τους φάνηκε φως μέγα και από το φως βγήκε φωνή γλυκύτατη που έλεγε:

«Φιλτάτη μου, για να σε οδηγήσω σε εκείνη την ανάπαυση των δικαίων και την άρρητη αγαλλίαση την οποία πόθησες». Βγήκε από το σώμα η μακαρία εκείνη ψυχή εν είδει λευκότατης περιστεράς, και αφού την πήρε στα πανάχραντά του χέρια ο Κύριός μας Ιησούς, ανέβηκε στους ουρανούς με τους Αγίους Αγγέλους, ψάλλοντας με ευφροσύνη και αγαλλίαση. Σηκώθηκε ο Παφνούτιος και καταφίλησε με δάκρυα το ιερότατο λείψανο, το οποίο άστραπτε και ευωδίαζε. Οδυρόταν διότι τόσο γρήγορα έχασε τέτοιο πολύτιμο θησαυρό και ενώ σκεπτόταν πώς να σκάψει τη γη για να τον κρύψει καθώς δεν είχε εργαλείο ήρθαν δυο λιοντάρια και αφού πλησίασαν με πραότητα έγλυφαν τα πόδια του ιερού λειψάνου και έκαναν σχήματα πένθους και θλίψεως σαν να ήταν λογικά κτίσματα. Έσκαψαν με τα νύχια τους και έκαναν το λάκκο.

Ο μοναχός, με ένα τμήμα από το επανωφόρι του, τύλιξε το Άγιο Λείψανο με ευλάβεια και το ενταφίασε. Τα δε λιοντάρια, αφού έβαλαν μετάνοια στον τάφο του Αγίου και στον μοναχό, αναχώρησαν. Καθώς δε ο Παφνούτιος σκεπτόταν να μείνει στον τόπο εκείνο και να αγωνιστεί, έγινε τέτοιος σεισμός που έπεσε το βουνό εκείνο και σκέπασε όλο το σπήλαιο, την πηγή και το φοίνικα και όλα εξαφανίστηκαν. Έτσι φάνηκε ότι δεν ήταν θέλημα Θεού να μείνει εκεί. Ο δε πανόλβιος Ονούφριος εκοιμήθη τη 12η Ιουνίου εις δόξαν του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

Μπορούσε να πει σε μας και να μας ωφελήσει το συναξάρι του σήμερα εορταζομένου Οσίου Ονουφρίου, του γίγαντα αυτού της πνευματικής ζωής, αυτού που έζησε τόσο αυστηρή ερημητική ζωή, του πραγματικά μοναχού, καθώς ο μοναχός σημαίνει ότι ζει κανείς μόνος με μόνο το Θεό. Αυτό, εκείνο που βγάζει τον ερημίτη στην έρημο, είναι ο πόθος, ο έρωτας του Θεού. Αυτό νομίζουμε είναι το βασικότερο που μας δείχνει και μας διδάσκει. Κοντά σε αυτό τονίζει ο ερημίτης, όπως εξάλλου και ο μάρτυρας, ιδιαίτερα σε εμάς που ζούμε σε μια καταναλωτική κοινωνία, ότι πρέπει να φτάσουμε στην ερημία του κόσμου. Εκείνοι οι ερημίτες δηλαδή και οι μάρτυρες

τον κόσμο κατά τρόπο απόλυτο για να στραφούν και να δοθούν κατά το δυνατόν περισσότερο, κατά το δυνατόν καθαρότερα στο Θεό. Όσοι όμως ζουν στον κόσμο και είναι αναγκασμένοι να τον χρησιμοποιούν, πώς μπορούν να τους μιμηθούν; Μπορούν και πρέπει για τον κόσμο να έχουν τον κόσμο, αλλά να τον έχουν σαν να μην τον έχουν. Δηλαδή η καρδιά, η επιθυμία, η θέληση να είναι ελεύθερα από τα καλούδια του κόσμου τούτου, έρημη από την αγάπη του κόσμου, ώστε ελεύθερη να μπορεί να δοθεί στο Θεό

μπορεί να πραγματοποιηθεί ο Λόγος του Χριστού: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου και εξ όλης της ισχύος σου». Και αυτό, η ερημία, η ερήμωση από τα πάθη, είναι το μόνο το οποίο τελικά χρειάζεται. Η τοπική απομάκρυνση δεν είναι ο σκοπός, αλλά το βοηθητικό μέσο για την απόκτηση της ερημίας των παθών και με αυτή την έννοια έχει την αξία της και μακάριοι όσοι μπορούν να τη χρησιμοποιήσουν. Έτσι γενικότερα θα μπορούσαμε να πούμε ότι σημασία έχει ουχ ο τόπος, αλλ' ο τρόπος. Όχι το πού αλλά το πώς ζει κανείς και ότι ζωή ευλογημένη

οδηγεί στη σωτηρία είναι η κατά Θεόν και διά τον Θεόν.

Αγγλική μετάφρασηEN · 22 παράγραφοι

The ascetic flourished in the fourth century after Christ. As he told the monk Paphnutius, who met him after traveling for many days through the desert, he was the son of the king of Persia.

His mother was barren. She and her husband prayed to God for an heir, and after many prayers the Lord heard them. When she conceived, there was great joy in the palace. But after the child was born, his father received a divine revelation. He was told to name the child Onuphrius at his holy Baptism and take him to a monastery, a hesychasterion, or hermitage, in the Thebaid of Egypt. The king did so. As they traveled toward Egypt, a doe accompanied them by divine command and fed little Onuphrius with her milk throughout the journey, to everyone’s wonder and amazement. When they reached the monastery, his father told the abbot of the community everything, left the child there, and returned to his country. The doe came each day to nurse him until he was three years old. All the monks of that monastery were exceedingly holy, walking blamelessly in all the commandments of the Lord.

They were all of one soul and one heart, with great love for one another. They prayed all night, and by day they did their handiwork in such quiet that none of them spoke without need. From them Onuphrius learned Holy Scripture and every part of the monastic life with great care. They often praised the Prophet Elijah: how God strengthened him in the desert through patient endurance and self-restraint, and gave him grace to work miracles. Above all, Elijah did not taste death but was taken bodily into Paradise. They also spoke with great praise of the Baptist and Forerunner in the New Testament. Hearing this, the venerable Onuphrius asked, “Then do the hermits have greater boldness before God?” “Yes,” they told him. “They are greater than we are. We see one another every day, and we read the service together with spiritual gladness and rejoicing.”

“When we are hungry, we find the table ready. If someone falls ill in body or soul, the others help and care for him attentively. Whatever else we need, we can find it. But those blessed hesychasts, living in inner stillness, have no comfort from other people. They hope in God alone. When temptation comes, they have no one to counsel them. If they are hungry or thirsty, or need anything similar, they have none of the necessities at hand. They also give themselves more fully to the services and prayers, since they have no physical handiwork. God’s angels minister to them every day. And when their souls leave their bodies, the angels receive them with great reverence”

“and carry them before the Holy Trinity, singing with gladness and rejoicing.” As Onuphrius heard these things from those God-bearing fathers, his heart was pierced with longing and love for the solitary life. Each day that longing grew, and his soul melted with love for hesychia, for inner stillness. One night he took a few loaves and left the monastery, asking God to lead him wherever it pleased Him for Onuphrius to live as an ascetic. When he reached a place in the desert, he thought of staying there. Then he saw a great light before him. Frightened, he wanted to return to the monastery. But at once there appeared within the light a man of wondrous beauty”

“and great glory. He said, ‘Do not be afraid, Onuphrius. I am an angel of God. He commanded me to guard you from the hour of your birth until your last day. Go forward, then, and do not lose heart before the cunning of the demon, temptations, or anything else you may encounter. I am with you to protect you until I present your soul into the hands of God.’ After saying this, the angel accompanied him for seventy miles, to a cave, and then disappeared. Onuphrius knocked at the entrance to the cave. An elderly man came out, gracious in appearance and outstanding in virtue. Onuphrius bowed before him, and the man embraced him and said, ‘Welcome, my child and brother.’”

“‘Fellow worker Onuphrius, may the Lord watch over you and keep you in the fear of Him.’ They entered the cave, and Onuphrius stayed there for a few days, learning many things. After the man had instructed him in what he needed for the ascetic life, he said, ‘Come, my child. I will lead you to a cave for a life of inner stillness, deep in the desert’”

“‘where the Lord wants you to live alone and fight bravely against the demon, so that you may receive the trophies of victory.’ After walking for four days and nights, they came to a little hut with a palm tree and a lovely spring. The man said, ‘This is the place the Lord has prepared for you to live.’ He stayed with Onuphrius for thirty days,”

“teaching him every detail of the monastic struggle. Then he returned to his cave, but came to visit Onuphrius every year until he died there and Onuphrius buried him. His name was Hermias, and, as he had told Onuphrius, he was from the tribe of Issachar. Onuphrius’s life there was a kind of martyrdom. The fierce heat of summer, the cold of winter, hunger, and other bodily hardships brought him close to despair. His clothes wore out, leaving him naked. He was ill for many days and suffered more temptations and torments than words can tell. He bore them all with patient endurance, keeping in mind, as each of us should, the unspeakable good things God has prepared for those who love Him.”

Seeing his great suffering, the Lord commanded hair to grow over his whole body. Covered by it, Onuphrius no longer felt the cold or other bodily hardship. A holy angel also brought him a loaf of bread each day to sustain him, so that he could serve God with greater fervor. Every Sunday a holy angel came and gave Holy Communion to him and all the hermits. On the day they received it, they were filled with every spiritual comfort. They felt neither hunger nor thirst, pain nor any other affliction. And when one of them longed to see another person, the angels would take him up into Paradise. There, beholding the splendor and beauty of the heavenly hosts,”

“he would be caught up in ecstasy, sharing in that divine light. He rejoiced beyond measure, having been counted worthy of so great a blessing, and completely forgot all the labors and hardships he had endured. In this way his longing, his love for God, grew. He devoted himself still more, with all his soul, to the spiritual struggle, so that he might be counted worthy to inherit such great and eternal blessedness. When the monk Paphnutius, whom I mentioned earlier, met the venerable Onuphrius, Onuphrius was worn down by age and self-restraint. He was covered in thick hair, with shoots from trees tied around his waist, and his hair was white as milk. In the seventy years he had spent in that place,”

“he had never seen another human being, until the monk Paphnutius came. God had sent Paphnutius to bury his body the following day. From the place where they met, they walked three miles and reached a small hut with a spring and a palm tree nearby. After praying, they sat and spoke about God. At sunset, Paphnutius saw a large, beautiful loaf of bread in the middle of the cell. The venerable Onuphrius blessed the table, and they ate. After giving thanks, they spent the whole night in prayer. When morning came, the saint’s face looked pale and changed. Onuphrius said to Paphnutius, ‘Today my sojourn on earth comes to an end.’”

“‘My soul will depart to the unspeakable joy of heavenly blessedness. When you go to Egypt, remember to tell the monks and all Christians that I asked God for this grace: whoever holds a memorial for me and celebrates my feast, or writes and preaches about my life, may no temptation come upon them from the devil.’ Paphnutius asked the venerable Onuphrius for his blessing to spend the rest of his life there. But Onuphrius answered, ‘The Lord did not send you to stay here. He sent you only to bury my body, to rejoice with His venerable servants who live in this desert, and to tell the Christ-loving people of the world about their way of life, for the glory of God, so that they may imitate them as far as they are able.’ Then he blessed Paphnutius and”

“knelt down, raised his hands and eyes to heaven, and said through tears, among other things: ‘I beseech You, my Lord: shelter me with Your right hand, so that the demons may not trouble my soul when it leaves my body. Receive it through Your holy angels and place it where the light of Your countenance shines, for You are blessed and glorified forever. Remember, all-compassionate and most merciful Lord, Your faithful people. If anyone is in danger at sea, faces the anger of a judge, or suffers any other hardship, and calls upon You, saying, “Almighty Lord, through the intercessions of Your servant Onuphrius, have mercy on me,” I ask You, by Your kingdom, as You promised me, hear that person’s prayer.’ Then he added:”

“‘Lord, into Your hands I commend my spirit.’ He lay back on the ground and continued to pray silently. His face became like light, and, as Paphnutius said, such a fragrance arose that he stood transfixed.

Then came terrifying thunder and lightning. The monk fell to the ground in fear and saw the heavens opened. He saw the whole host of angels above the saint, singing the sweetest hymns, with lit lamps and golden censers in their hands. A great light appeared in their midst, and from the light came a most gentle voice, saying:

“‘My dearest one, I have come to lead you to the rest of the righteous and the unspeakable joy for which you have longed.’ That blessed soul left the body in the form of a pure white dove. Our Lord Jesus took it into His most pure hands and ascended into the heavens with the holy angels, amid songs of gladness and rejoicing. Paphnutius rose and, with tears, kissed the sacred remains again and again. They shone and gave off a sweet fragrance. He grieved that he had lost such a precious treasure so soon. As he wondered how he could dig a grave without a tool, two lions came near. Gently, they licked the feet of the sacred remains and showed signs of mourning and sorrow, as though they were creatures endowed with reason. Then they dug a grave with their claws.

The monk reverently wrapped the saint’s remains in part of his outer garment and buried them. The lions bowed before the saint’s grave and the monk, then went away. Paphnutius was thinking of staying there to pursue the ascetic life when an earthquake struck. The mountain fell, covering the cave, the spring, and the palm tree, and all of them disappeared. It was clear, then, that God did not will for him to stay. The most blessed Onuphrius fell asleep in the Lord on June 12, to the glory of our Lord Jesus Christ.

What can the account of Saint Onuphrius, whom we celebrate today, say to us, and how can it edify us? He was a giant of the spiritual life, who lived so strict a life in the desert. He was truly a monk: one who lives alone with God alone. What draws a hermit into the desert is longing and love for God. That, I think, is the chief lesson his life teaches us. Alongside this, the hermit, like the martyr, speaks especially to us who live in a consumer society. He shows us that we must become detached from the world. Those hermits and martyrs”

“left the world completely so that they could turn to God and give themselves to Him as fully and purely as possible. But how can those who live in the world and must make use of it imitate them? They can, and should, have the things of this world as though they did not have them. Their hearts, desires, and wills must be free from the comforts of this world, empty of love for the world, so that they are free to give themselves to God.”

Then the Word (Logos) of Christ can be fulfilled: “Love the Lord your God with all your heart, with all your soul, with all your mind, and with all your strength.” This solitude, this clearing away of the passions, is ultimately all that is needed. Going away to a remote place is not the goal; it is a means of helping us become free of the passions. That is where its value lies, and blessed are those who can make use of it. More broadly, we could say that what matters is not the place, but the way one lives. It is not where, but how, one lives. A blessed life

that leads to salvation is a life lived according to God and for God.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

06 ΙΟΥΝΙΟΥ\12 06 eid.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα