Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Άγιος Νύφων, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, και η ταπεινοφροσύνη

Η μνήμη της 11ης Αυγούστου παρουσιάζει τη ζωή του Αγίου Νύφωνος, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Γεννημένος Νικόλαος στην Πελοπόννησο, ασκήτεψε και έγινε μοναχός υπό τον Αντώνιο.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων11 Αυγούστου20:25Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Η μνήμη της 11ης Αυγούστου παρουσιάζει τη ζωή του Αγίου Νύφωνος, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.
  • Γεννημένος Νικόλαος στην Πελοπόννησο, ασκήτεψε και έγινε μοναχός υπό τον Αντώνιο.
  • Αφού μαθήτευσε κοντά στον Ζαχαρία, ο Νύφων ταξίδεψε στο Άγιον Όρος και εντάχθηκε στη Μονή Διονυσίου, όπου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.
  • Εκλεγμένος μητροπολίτης Θεσσαλονίκης και αργότερα Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, δίδαξε την πίστη, ενθάρρυνε την αγάπη προς τους φτωχούς και υπερασπίστηκε την Ορθοδοξία.
  • Μετά από δύο εκπτώσεις από τον πατριαρχικό θρόνο, διακόνησε στη Βλαχία, όπου αντιτάχθηκε σε έναν παράνομο γάμο παρά την πίεση του ηγεμόνα της.
  • Επιστρέφοντας στη Μονή Διονυσίου, έκρυψε το αξίωμά του και υπηρέτησε ως ταπεινός εργάτης· η διήγηση αναφέρει επίσης οράματα, θαύματα και θεραπείες που συνδέονται με αυτόν.
  • Με βάση τον Ισαάκ τον Σύρο, η διάλεξη παρουσιάζει την ταπεινοφροσύνη του Νύφωνος ως υπόδειγμα δοξολογίας του Θεού αντί της υπερηφάνειας για αξίωμα ή αρετή.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 21 παράγραφοι

Σήμερα, 11 του μηνός Αυγούστου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Ευπλού του Διακόνου, την ανάμνηση των εγκαινίων του Σεβασμίου και Θείου Ναού της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου της Ελεούσης. Γίνεται διήγηση περί της αχειροποιήτου εικόνος του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Επιτελείται η μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Νεοφύτου, Ζήνονος, Γαΐου, Μάρκου, Μακαρίου και Γαϊανού, του Οσίου Πασαρίωνος, του Αγίου Νύφωνος, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, των Αγίων Οσιομαρτύρων Βασιλείου και Θεοδώρου, των Σπηλαιωτών των Ρώσων, και επιτελείται η ανάμνηση του εν Κερκύρα υπερφυούς κατά των Αγαρηνών θαύματος του Αγίου Σπυρίδωνος του Θαυματουργού.

Ο εορταζόμενος Άγιος Νύφων γεννήθηκε στην Πελοπόννησο από γονείς λαμπρούς και ευγενείς κατά κόσμον, λαμπρότερους δε κατά την ευσέβεια και την αρετή, Μανουήλ και Μαρία ονομαζόμενους. Κατά το Άγιο Βάπτισμα ονομάστηκε Νικόλαος, στην κατάλληλη δε ηλικία άρχισε να μαθαίνει τα ιερά γράμματα κοντά σε σοφούς και ενάρετους διδασκάλους. Διακρινόταν για την ευφυΐα του, διάβαζε συχνά τους βίους των Αγίων Πατέρων, των οποίων τις αρετές προσπαθούσε να μιμείται. Με τόση προθυμία επιδόθηκε στην εγκράτεια, ώστε με ψωμί μόνο και νερό κάλυπτε τις ανάγκες του σώματος, παρόμοια δε αγωνιζόταν και σε κάθε άλλη αρετή. Στην Επίδαυρο

ασκήτευε ένας ασκητής ονόματι Αντώνιος. Σε αυτόν πήγε ο Νικόλαος, μπήκε στην υπακοή του και από αυτόν ντύθηκε το μοναχικό σχήμα και μετονομάστηκε Νίφων. Το εργόχειρο με το οποίο κέρδιζε τα προς το ζην αναγκαία ήταν η καλλιγραφία. Αγωνιζόμενος προχώρησε πνευματικά και έγινε τέλειος σε όλα τα της μοναχικής ζωής. Μετά την τελευτή του Αντωνίου, ο Νύφων πήγε και βρήκε τον σοφότατο διδάσκαλο και πολύ ενάρετο Ζαχαρία, του οποίου έγινε μαθητής και συνοδός. Μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, το 1453, οι δυο τους πήγαν στην Αχρίδα και έμειναν στο εκεί μοναστήρι της Υπεραγίας Θεοτόκου. Μετά το θάνατο του Αρχιερέως της Αχρίδος Νικολάου

χειροτονήθηκε αρχιερέας ο Ιερός Ζαχαρίας, με την ευχή του οποίου, μετά από όραμα, ο Μακάριος Νύφων κίνησε για το Άγιον Όρος. Πρώτα πήγε στη Μονή του Βατοπεδίου, όπου, αφού προσκύνησε και επισκέφτηκε πολλούς ενάρετους άνδρες, πήγε στις Καρυές και έμεινε κοντά σε θαυμαστούς ασκητές, σε σπήλαιο που ονομαζόταν Κρήτη. Μετά προσκλήθηκε από τους προεστώτες της Λαύρας του Αγίου Αθανασίου για να λάβουν ωφέλεια από τους πνευματικούς του λόγους. Κάνοντας υπακοή, πήγε και αφού τους εδίδαξε αρκετό καιρό, άκουσε για τη μονή του Τιμίου Προδρόμου του Διονυσίου ότι ήταν μοναστήρι με αυστηρή κοινοβιακή τάξη, με πολλούς ενάρετους μοναχούς.

Ποθώντας να τους γνωρίσει, πήγε εκεί, έβαλε μετάνοια στον ηγούμενο και κατόπιν έγινε σταυροφόρος, μετά δε από παράκληση των μοναχών χειροτονήθηκε ιερέας. Από τότε ο Άγιος αγωνιζόταν περισσότερο στους πνευματικούς αγώνες, στις νηστείες, αγρυπνίες, προσευχές και στην προς όλους αγάπη.

Καθώς ομολόγησε ένας ενάρετος γέροντας, ονόματι Πετρόνιος, μια νύχτα είδε τον Άγιο να στέκεται όρθιος, με υψωμένα τα χέρια και τους οφθαλμούς προς τον ουρανό, και να είναι γεμάτος φως, το οποίο ανέβαινε μέχρι τον ουρανό και έλαμπε παντού. Κατά τον καιρό εκείνο γνώρισαν τον Άγιο δύο άρχοντες Θεσσαλονίκης, οι οποίοι ενθουσιάστηκαν από αυτόν και μετά τον διαφήμιζαν στην πατρίδα τους. Σε λίγο τελεύτησε ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Παρθένιος και αφού μαζεύτηκαν οι επίσκοποι και όλοι οι κληρικοί αποφάσισαν να ζητήσουν ως ποιμένα τους τον Πάνσοφο Νύφωνα. Στάλθηκαν δύο επίσκοποι και άλλοι κληρικοί και πήγαν στη Μονή Διονυσίου. Τόσο οι πατέρες όσο και ο Νύφων ήταν αρνητικοί στο αίτημα των Θεσσαλονικέων. Τελικά όμως, ο ηγούμενος αποκάλυψε ότι κατά την προηγούμενη νύχτα ο Κύριος τον πρόσταξε να μην εμποδίσουν το δρόμο του Αγίου. Έτσι πήγε στη Θεσσαλονίκη όπου και χειροτονήθηκε και έγινε ποιμενάρχης της.

Ο Άγιος αγωνίστηκε εκεί ιδιαίτερα κατά των καινοτομιών και σοφισμάτων των Λατίνων. Παρακινούσε τους πλούσιους στην ελεημοσύνη και πολλούς άπιστους τους έφερε στην πίστη του Χριστού. Η φήμη του έφτασε μέχρι τη Βασιλεύουσα. Μετά δύο χρόνους προσκλήθηκε από τους αρχιερείς στην Κωνσταντινούπολη για κάποιες αναγκαίες υποθέσεις της Εκκλησίας. Αυτό δε έγινε κατ' οικονομία Θεού για να τεθεί το φως σε υψηλότερο τόπο και να φωτίζει όλους. Σε λίγες μέρες τελεύτησε ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και χωρίς αναβολή οι αρχιερείς ανέβασαν στον Οικουμενικό θρόνο, και χωρίς τη θέλησή του, τον Σοφότατον Νύφωνα, ο οποίος με θείο ζήλο δίδασκε, νουθετούσε, επιτιμούσε

να διώξει τους λύκους από την ποίμνη του Χριστού και να στερεώσει την Ορθοδοξία. Με τα θεία του λόγια κέρδιζε πολλούς που δεν ήταν χριστιανοί, τους βάπτιζε μυστικά και με τις ευχές του αρνούνταν το γένος και έφευγαν μακριά για να μην κινδυνεύουν από τους ασεβείς. Χαιρόταν λοιπόν η Εκκλησία που είχε τέτοιο φωστήρα και έλαμπε σε όλη την οικουμένη. Αλλά ο μισόκαλος διάβολος παρακίνησε μερικούς σκανδαλοποιούς, οι οποίοι όρμησαν και με απόφαση του Σουλτάνου τον έδιωξαν από το Πατριαρχείο. Ο Άγιος παρακαλούσε τον Κύριο να συγχωρέσει τους σκανδαλοποιούς. Αυτός δε πορευόταν το δρόμο του με χαρά, διότι γλίτωσε από τις φροντίδες και θα απολάμβανε την ποθητή του ησυχία. Έτσι

σε ένα μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου στη Σωζόπολη και όλοι οι χριστιανοί έτρεχαν να ακούσουν τα ψυχοφελή του λόγια. Μετά δύο χρόνια προσκλήθηκε και ανέβηκε για δεύτερη φορά στον Οικουμενικό θρόνο, αλλά και πάλι εξορίστηκε από τον βασιλέα, διότι όταν τον συνάντησε στον δρόμο, τάχα δεν τον τίμησε πρεπόντως. Αυτή τη φορά στάλθηκε στην Αδριανούπολη, έμενε στο ναό του Αγίου Στεφάνου και δόξαζε τον Κύριο, στον οποίο παραδόθηκε ολόψυχα, μη ελπίζοντας σε καμιά ανθρώπινη βοήθεια. Η φήμη του Αγίου διαδόθηκε και στη Βλαχία. Ο άρχοντας Ράδουλος τον συνάντησε και τον παρακάλεσε να μεταβεί στη Βλαχία για να αναλάβει τη διαποίμανσή τους. Ο Άγιος δέχτηκε

και έτσι πήγε εκεί όπου τον δέχτηκαν ως Απόστολο του Κυρίου. Χειροτόνησε επισκόπους και παρακινούσε όλους να αφήσουν τις κακές τους συνήθειες, ιδιαίτερα της μέθης, και να πορεύονται κατά το θέλημα του Θεού. Όλοι δόξαζαν το Θεό που τους έστειλε τέτοιο φωστήρα, τον οποίο ονόμαζαν Νέο Χρυσόστομο. Τι ενήργησε όμως ο μισόκαλος για να ανακόψει το θείο του κήρυγμα; Μεγάλος άρχοντας έφυγε από την πατρίδα του, αφήνοντας γυναίκα και παιδιά, και πήγε στη Βλαχία, όπου έγινε φίλος με τον αυθέντη Ράδουλο και παράνομα θέλησε να πάρει άλλη γυναίκα. Ο Ράδουλος του έδωσε την αδελφή του. Ο Άγιος αντιτάχθηκε στην παρανομία και προσπάθησε πρώτα με πραότητα

να διορθώσει τους παρανομούντες. Εκείνοι όμως, όχι μόνο δεν μετανόησαν, αλλά και εχθροί και διώκτες του έγιναν. Ο Νύφων αναγκάστηκε να αφορίσει τους μοιχούς και όσους τους βοηθούσαν στην παρανομία. Δίνοντας τόπο στην οργή, πήγε σε μια άκρη της χώρας, βοηθούμενος κρυφά από ένα αρχοντόπουλο, πνευματικό του παιδί, ονόματι Νεάγκο. Ο Ράδουλος, φοβούμενος τον αφορισμό του Αγίου, προσπάθησε να αποσπάσει τη συγχώρησή του με κολακίες και υποσχέσεις, λέγοντας ακόμη ότι για το συνοικέσιο του άρχοντα που προαναφέρθηκε δόθηκε συγχώρηση από τη Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη. Ο Θείος όμως Νύφων έμεινε άκαμπτος και πιστός στον νόμο του Θεού.

Προλέγοντας τις πολλές συμφορές που έμελλαν να ακολουθήσουν στον τόπο και τους ίδιους, αναχώρησε από το παλάτι. Με τον Μακάριο και τον Ιωάσαφ, τους μαθητές του, πήγε ο Άγιος στο Άγιον Όρος στη Μονή Βατοπεδίου. Μετά αναχώρησε κρυφά από εκεί και ως άγνωστος και ευτελής μοναχός πήγε στη Μονή Διονυσίου, όπου κατά τη συνήθεια που είχαν τον έβαλαν έξω από το μοναστήρι να υπηρετεί τα μουλάρια. Κάποια φορά που είχαν βάλει τον Άγιο να φυλάγει σκοπιά για τον φόβο των πειρατών, κατά τη νύχτα και ενώ αυτός προσευχόταν, είδαν μερικοί ενάρετοι μοναχοί μια πύρινη φλόγα να ανεβαίνει από τη γη στον ουρανό. Ένας δε αδελφός που ήταν μαζί με τον Άγιο,

σηκώθηκε και τον είδε να είναι γεμάτος φως θεϊκό. Τρομοκρατημένος ο μοναχός έτρεξε στο μοναστήρι και διηγήθηκε, όπως και οι άλλοι μοναχοί, το φοβερό θέαμα. Ο δε ηγούμενος του μοναστηριού είδε σε όραμα τον Τίμιο Πρόδρομο που του είπε: «Σύναξε όλη την αδελφότητα και βγείτε να προϋπαντήσετε τον Πατριάρχη Νίφωνα». Ο ηγούμενος ξύπνησε, μάζεψε τους αδελφούς, τους διηγήθηκε το όραμα και όλοι μαζί τον Άγιο που ως μουλαράς ερχόταν προϋπάντησαν με λαμπάδες και θυμιάματα. Όλοι οι αδελφοί έκλαιγαν και μάλιστα όσοι τον είχαν λυπήσει και του ζητούσαν συγχώρηση, ο δε Άγιος τους ευλόγησε και τους ασπάστηκε. Μετά μπήκε στο μοναστήρι,

αγωνιζόταν με άκρα σκληραγωγία, υπηρετούσε δε σε όλες τις ανάγκες της Μονής. Έσκαβε στον κήπο, βοηθούσε στο μύλο, κατέβαινε στο λιμάνι για τις ανάγκες των πλοίων, συγκοπίαζε με τους διακονητές. Δεν στοχαζόταν καθόλου το αρχιερατικό αξίωμα, ούτε ότι έγινε Οικουμενικός Πατριάρχης. Άλλοτε, αδελφοί παρακάλεσαν τον Άγιο να προσευχηθεί για να ταξιδεύουν στη θάλασσα χωρίς κίνδυνο και να φέρνουν χωρίς ζημιά τις τροφές στο μοναστήρι. Εκείνος έκλινε τα γόνατα και προσευχήθηκε ώρα πολύ πάνω στην άγκυρα του πλοίου και την ευλόγησε. Όταν δε συνέβαινε τρικυμία, την κρεμούσαν στη θάλασσα, επικαλούνταν με ευλάβεια το όνομα του Αγίου και γινόταν γαλήνη.

Ο Άγιος Πατριάρχης έφτασε σε βαθύ γήρας, περίπου 90 ετών, και προγνώρισε από θεία αποκάλυψη την τελευτή του. Τούτο έκανε γνωστό στους αδελφούς, προς τους οποίους έδωσε τις τελευταίες του νουθεσίες και έγραψε, κατά παράκλησή τους, συγχωρητικές ευχές για να τις διαβάζουν στον τάφο κάθε αδελφού κατά την τελευτή του, για να λαμβάνει τη λύση των αμαρτημάτων του. Μετά έλαβε συγχώρεση από όλη την αδελφότητα, κοινώνησε τα άχραντα μυστήρια και έτσι παρέδωσε τη μακάρια του ψυχή στα χέρια του Θεού κατά την ενδεκάτη του Αυγούστου μηνός του έτους 1460. Μετά από ολονύκτια αγρυπνία ενταφίασαν το ιερό λείψανο του

λαμπρού φωστήρα της οικουμένης που υπέμεινε τα πάντα για την αγάπη του Κυρίου. Με το θείο βάπτισμα είχε αναγεννήσει πλήθος Αρμενίων, Εβραίων και Οθωμανών, με τη διδασκαλία του είχε προσφέρει στον Κύριο αναρίθμητους σεσωσμένους, μεταξύ των οποίων και δύο νεομάρτυρες, τους μαθητές του Μακάριο και Ιωάσαφ. Στη Βλαχία δε μετά την αναχώρηση του Αγίου ακολούθησαν μεγάλες συμφορές και όλοι κατάλαβαν ότι έγιναν για το διώξιμό του. Ο Ράδουλος κατέληξε με φοβερή και αθεράπευτη αρρώστια, με πολλούς πόνους και δυσοσμία, και ο τάφος του έτρεμε τρεις μέρες. Για να παύσουν οι πληγές και να συγχωρηθεί ο Ράδουλος, έκαναν εκταφή του λειψάνου του Αγίου,

το οποίο ανέδιδε άρρητη ευωδία και θεράπευσε κωφό και άλαλο μοναχό, καθώς και τυφλό κατά τους δύο του οφθαλμούς, και το μετέφεραν με μεγάλες τιμές στο Βουκουρέστι. Μετά το έβαλαν πάνω στον τάφο του Ράδουλου και έκαναν αγρυπνία για να συγχωρέσει ο Άγιος το ανόμημα του ελεεινού εκείνου. Κατά το μέσο της αγρυπνίας, ο ευσεβής άρχοντας Νεάγκος, με όραμα πληροφορήθηκε ότι δόθηκε η συγχώρηση, ακολούθησαν δε πολλές θαυμαστές θεραπείες από το Ιερό Λείψανο, το οποίο μαζί με την πάντιμη κάρα του Τιμίου Προδρόμου επεστράφη στη Μονή Διονυσίου, εκτός από την κάρα και τη χείρα του Αγίου Νύφωνος, τα οποία αποθησαυρίστηκαν στο περικαλλές μοναστήρι του Άρτζεση, εις δόξαν του

Αγίου Τριαδικού Θεού.

Ο σήμερα εορταζόμενος Άγιος Νύφων και ιδιαίτερα η διαμονή του στο Ιερό Αγιορείτικο Μοναστήρι του Διονυσίου αποτελεί κλασικό, δυνατό και ψυχωφελέστατο παράδειγμα ταπεινώσεως. Μερικοί άνθρωποι φαίνονται από τη φύση τους, από την ίδια συγκρασία τους να είναι πράοι και ταπεινοί. Άλλοι ταπεινώνουν τη σκέψη τους με το να σκέπτονται τις αμαρτίες και τις πτώσεις τους. Αλλά καμιά από αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι η αληθινή ταπείνωση. Καθώς μας λέγει ο Αββάς Ισαάκ ο Σύρος, ταπεινός κατά αυτόν είναι εκείνος που έχει κάτι μέσα του άξιο προβολής και υπερηφάνειας και δεν υπερηφανεύεται και θεωρεί τον εαυτό του χώμα και στάχτη. Παράδειγμα ο Άγιος Νίφων, ο οποίος αν

και αρχιερέας και μάλιστα Οικουμενικός Πατριάρχης, αν και είχε όχι μόνο αξιώματα αλλά και την αξία της αρετής, όχι μόνο ανεχόταν αλλά και επιθυμούσε να ζει ως απλός μοναχός και μάλιστα ως ο τελευταίος από τους μοναχούς που ζούσε ως μουλαράς και έπρεπε να δοκιμαστεί για να μπει στο μοναστήρι. Ο Άγιος Νύφων με την πραγματική του ταπείνωση ελέγχει εμάς που επιστρατεύουμε πραγματικά ή φανταστικά προτερήματα για να υψηλοφρονούμε και μας υποδεικνύει το πώς πρέπει να θεωρούμε όλα εκείνα τα οποία έχουμε περί πολλού, ότι δηλαδή πρέπει να τα λογαριάζουμε σαν ένα τίποτε. Όχι διότι καθεαυτά δεν έχουν καμιά αξία, αλλά διότι είναι ξένα. Κάποιος άλλος μας τα έδωσε.

Σε αυτόν ανήκει η δόξα και όχι σε εμάς που προερχόμαστε από το μηδέν, στο οποίο και θα καταλήγαμε, εάν δεν μας κρατούσε το θέλημα του Θεού. Ο Θεός είναι η πηγή κάθε καλού. Επομένως, σε Αυτόν και μόνο σε Αυτόν ταιριάζει η δόξα. Σε εμάς ταιριάζει η ταπεινοφροσύνη. Η ταπεινοφροσύνη που είναι αληθινό φρόνημα αλλά και προϋπόθεση για να αποκτήσουμε όχι την εφήμερη δόξα των ανθρώπων αλλά τη θεϊκή και άφθαρτη.

Αγγλική μετάφρασηEN · 21 παράγραφοι

Today, August 11, our Church commemorates Saint Euplus the Great Martyr and Deacon, and the dedication of the venerable and holy church of our Most Holy Lady, the Theotokos of Mercy. We also recount the story of the icon of our Lord, God, and Savior Jesus Christ that was not made by human hands. We commemorate the holy martyrs Neophytos, Zeno, Gaius, Mark, Makarios, and Gaianos; Saint Passarion; Saint Niphon, Patriarch of Constantinople; and the holy monastic martyrs Basil and Theodore of the Caves in Rus’. We also remember the wondrous miracle of Saint Spyridon the Wonderworker against the Ottoman forces on Corfu.

Saint Niphon, whom we celebrate today, was born in the Peloponnese. His parents, Manuel and Maria, were distinguished and noble in the eyes of the world, and still more distinguished in piety and virtue. At his holy Baptism he was named Nicholas. When he was old enough, he began to study the sacred writings under wise and virtuous teachers. He stood out for his intelligence and often read the lives of the holy Fathers, striving to imitate their virtues. He took up fasting with such eagerness that he lived on bread and water alone, and he pursued every other virtue with the same zeal. In Epidaurus

there lived an ascetic named Anthony. Nicholas went to him, placed himself under his obedience, received the monastic habit from him, and was given the name Niphon. He earned what he needed to live by doing calligraphy. Through his spiritual struggles he advanced and became accomplished in every part of monastic life. After Anthony died, Niphon sought out Zacharias, a teacher of great wisdom and virtue, and became his disciple and companion. After the fall of Constantinople in 1453, the two went to Ohrid and stayed at the monastery of the Most Holy Theotokos there. After Nicholas, the hierarch of Ohrid, died,

the venerable Zacharias was consecrated as hierarch. With Zacharias’s blessing, and after a vision, blessed Niphon set out for the Holy Mountain. He first went to Vatopedi Monastery, where he venerated the holy places and visited many virtuous men. Then he went to Karyes and stayed with remarkable ascetics in a cave called Crete. Later, the leaders of the Lavra of Saint Athanasios invited him so that they might be edified by his spiritual words. He obeyed and went to teach them for some time. Then he heard that the Monastery of Saint John the Forerunner, known as Dionysiou, followed a strict communal rule and was home to many virtuous monks.

Longing to meet them, he went there, bowed before the abbot, and later received the cross bearing monastic habit. At the monks’ request, he was ordained a priest. From then on, the Saint devoted himself even more to spiritual struggle: fasting, keeping vigil, praying, and showing love to everyone.

As a virtuous elder named Petronios recounted, one night he saw the Saint standing with his hands raised and his eyes turned toward heaven. Niphon was filled with light that rose to heaven and shone all around. Around that time, two leading men from Thessalonica met the Saint. Deeply impressed, they spoke of him when they returned home. Soon afterward, Parthenios, the Metropolitan of Thessalonica, died. The bishops and all the clergy gathered and decided to ask the wise Niphon to be their shepherd. They sent two bishops and other clergy to Dionysiou Monastery. Both the fathers there and Niphon resisted the request. At last, however, the abbot revealed that the Lord had commanded him the previous night not to stand in the Saint’s way. So Niphon went to Thessalonica, where he was consecrated and became its shepherd.

There the Saint worked especially hard against the innovations and arguments of the Latins. He urged the wealthy to give alms and brought many unbelievers to faith in Christ. His reputation reached Constantinople, the imperial city. After two years, the hierarchs called him there to attend to certain pressing matters of the Church. By God’s providence, this placed the light higher, so that it could shine on everyone. A few days later, the Patriarch of Constantinople died. Without delay, the hierarchs raised the wise Niphon to the Ecumenical Throne, despite his wishes. With divine zeal, he taught, counseled, and rebuked,

seeking to drive the wolves away from Christ’s flock and strengthen Orthodoxy. Through his God inspired words, he won over many who were not Christians. He baptized them in secret, and with his prayers they left their former communities and went far away to escape danger from the impious. The Church rejoiced to have such a shining light, whose radiance reached throughout the world. But the devil, who hates what is good, stirred up troublemakers. They descended on him and, by order of the Sultan, drove him from the Patriarchate. The Saint prayed that the Lord would forgive them. He went on his way with joy, for he was free of his cares and could enjoy the stillness he longed for. And so he went

to a monastery of Saint John the Forerunner in Sozopol, where Christians flocked to hear his words for the good of their souls. Two years later, he was called back to the Ecumenical Throne for a second time. Yet the ruler exiled him again, claiming that Niphon had failed to show him proper honor when they met on the road. This time he was sent to Adrianople. He stayed at the church of Saint Stephen and glorified the Lord, entrusting himself to Him wholeheartedly and placing no hope in human help. News of the Saint also spread to Wallachia. Its ruler, Radu, met him and asked him to come and shepherd his people. The Saint agreed,

and went there, where they received him as an Apostle of the Lord. He ordained bishops and urged everyone to abandon their bad habits, especially drunkenness, and to live according to God’s will. All glorified God for sending them such a shining light, whom they called a new Chrysostom. But what did the enemy of all that is good do to stop his preaching? A powerful nobleman left his homeland, abandoning his wife and children, and went to Wallachia. There he became a friend of Radu and sought unlawfully to take another woman as his wife. Radu gave him his sister. The Saint opposed this wrongdoing and first tried gently

to correct those involved. But they did not repent; instead, they became his enemies and persecutors. Niphon had to excommunicate the adulterers and those who helped them break God’s law. To let their anger subside, he withdrew to a remote part of the country. A young nobleman named Neagoe, one of his spiritual children, secretly helped him. Fearing the Saint’s excommunication, Radu tried to win his forgiveness with flattery and promises. He even claimed that the Synod in Constantinople had granted approval for the nobleman’s marriage. But holy Niphon stood firm and remained faithful to God’s law.

After foretelling the many calamities that would come upon the land and upon those involved, he left the palace. With his disciples Makarios and Ioasaph, the Saint went to Vatopedi Monastery on the Holy Mountain. Then he left secretly and came to Dionysiou Monastery as an unknown, lowly monk. Following their custom, the brothers put him to work outside the monastery caring for the mules. Once, when the Saint had been assigned to keep watch for pirates, several virtuous monks saw a flame of fire rising from earth to heaven as he prayed in the night. One brother who was with the Saint

rose and saw him filled with divine light. Frightened, the monk ran to the monastery and described the awe inspiring sight, as did the other monks. The abbot then saw Saint John the Forerunner in a vision. He said, “Gather the whole brotherhood and go out to meet Patriarch Niphon.” The abbot awoke, assembled the brothers, and told them of the vision. Together they went out with candles and incense to meet the Saint as he came in from tending the mules. All the brothers wept, especially those who had caused him sorrow, and asked his forgiveness. The Saint blessed and embraced them. Then he entered the monastery

and continued his rigorous ascetic life, serving wherever the monastery needed him. He dug in the garden, helped at the mill, went down to the harbor to tend to the ships, and labored alongside the other brothers. He gave no thought to his rank as a hierarch or to the fact that he had been Ecumenical Patriarch. On one occasion, the brothers asked the Saint to pray that they might travel safely by sea and bring food back to the monastery without loss. He knelt for a long time in prayer over the ship’s anchor and blessed it. Whenever a storm arose, they lowered the anchor into the sea and reverently called upon the Saint by name, and the waters grew calm.

The holy Patriarch lived to a great age, about ninety, and learned through divine revelation that his death was near. He told the brothers and gave them his final counsel. At their request, he also wrote prayers of absolution to be read at each brother’s grave after his death, for the forgiveness of his sins. Then he asked forgiveness of the whole brotherhood, received Holy Communion, and gave his blessed soul into God’s hands on August 11 in the year 1460. After an all night vigil, they buried the holy remains of

this shining light to the world, who had endured everything for love of the Lord. Through holy Baptism, he had brought new life to many Armenians, Jews, and Ottomans. Through his teaching, he had brought countless saved souls to the Lord, among them two new martyrs, his disciples Makarios and Ioasaph. After the Saint left Wallachia, great calamities followed, and everyone understood that they had come because he had been driven away. Radu died after a terrible, incurable illness, with great pain and a foul stench; his tomb shook for three days. To bring the calamities to an end and seek forgiveness for Radu, they exhumed the Saint’s relics,

which gave forth an indescribable fragrance. They healed a monk who was deaf and unable to speak, as well as a man blind in both eyes. The relics were taken to Bucharest with great honor and placed upon Radu’s tomb. There the people held a vigil, asking that the Saint forgive the wretched man’s wrongdoing. Halfway through the vigil, the devout ruler Neagoe learned through a vision that forgiveness had been granted. Many more wondrous healings followed through the holy relics. The relics were returned to Dionysiou Monastery, together with the precious head of Saint John the Forerunner, except for Saint Niphon’s head and hand, which were enshrined in the beautiful monastery at Argeș, to the glory of

the Holy Triune God.

Saint Niphon, whom we celebrate today, gives us a powerful and deeply edifying example of humility, especially in the time he spent at the holy monastery of Dionysiou on the Holy Mountain. Some people seem gentle and humble by nature, simply because of their temperament. Others humble their thoughts by reflecting on their sins and falls. But neither of these is true humility. As Abba Isaac the Syrian tells us, a humble person is someone who has something within himself that could rightly earn recognition and stir pride, yet does not grow proud and regards himself as dust and ashes. Saint Niphon is an example. Although he

was a hierarch, and indeed an Ecumenical Patriarch, and although he possessed not only high office but genuine virtue, he was willing, even eager, to live as a simple monk. He chose to be the least of the monks, tending mules and undergoing the trial required before he could enter the monastery. By his true humility, Saint Niphon calls us to account when we use real or imagined strengths as reasons to think highly of ourselves. He shows us how to regard the things we prize: we should count them as nothing. This is not because they have no value in themselves, but because they are not ours by our own doing. Someone else gave them to us.

The glory belongs to Him, not to us. We came from nothing, and we would return to nothing if God's will did not sustain us. God is the source of every good thing. So glory belongs to Him, and to Him alone. What belongs to us is humility. Humility is a truthful way of seeing ourselves, and it prepares us to receive the divine, unfading glory rather than the fleeting praise of others.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

08 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ\11 08.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα