Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: ζωή, έργα και μετάνοια

Γεννημένος στη Νάξο το 1749, ο Νικόλαος επέδειξε εξαιρετική μόρφωση και ευσέβεια προτού σπουδάσει στη Σμύρνη. Μετά την επιστροφή του στη Νάξο, έμαθε για τη μοναχική ζωή του Άθω και για τη νοερά προσευχή, και στη συνέχεια συνάντησε τον Άγιο Μακάριο Κορίνθου.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων14 Ιουλίου24:46Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Γεννημένος στη Νάξο το 1749, ο Νικόλαος επέδειξε εξαιρετική μόρφωση και ευσέβεια προτού σπουδάσει στη Σμύρνη.
  • Μετά την επιστροφή του στη Νάξο, έμαθε για τη μοναχική ζωή του Άθω και για τη νοερά προσευχή, και στη συνέχεια συνάντησε τον Άγιο Μακάριο Κορίνθου.
  • Εισήλθε στο Άγιον Όρος το 1775, έγινε μοναχός με το όνομα Νικόδημος και ετοίμασε για έκδοση τη Φιλοκαλία, τον Ευεργετινό και ένα έργο για τη συχνή Θεία Κοινωνία.
  • Μέσα από νηστεία, προσευχή, μελέτη και μοναξιά, ακολούθησε ασκητική ζωή, ενώ παράλληλα έγραφε και δίδασκε για την Ορθόδοξη Εκκλησία.
  • Τα πολλά έργα του περιλάμβαναν το Εξομολογητάριον, τον Αόρατο Πόλεμο, το Πηδάλιον, βιβλικά υπομνήματα, ύμνους και κείμενα για τους αγίους.
  • Παρά την ασθένεια και τις κατηγορίες, υπερασπίστηκε τις παραδόσεις της Εκκλησίας, καθοδήγησε όσους ζητούσαν τη συμβουλή του και συνέχισε να γράφει έως τον θάνατό του το 1809.
  • Η ομιλία κλείνει με τη διδασκαλία του ότι οι χριστιανοί πρέπει να εξετάζουν τον εαυτό τους καθημερινά, να μετανοούν για τις αμαρτίες τους και να αναζητούν θεραπεία μέσω της εξομολόγησης.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 26 παράγραφοι

Τη σοφία και μέγας κατά την αρετή, ο περιφανής της Εκκλησίας φωστήρας και διδάσκαλος, ο σήμερα εορταζόμενος Όσιος Νικόδημος, γεννήθηκε στο νησί των Κυκλάδων Νάξο, κατά το έτος 1749, από γονείς ευσεβείς και ενάρετους, τον Αντώνιο και την Αναστασία. Κατά το Άγιο Βάπτισμα τον ονόμασαν Νικόλαο και πρώτοι αυτοί τον γαλούχισαν από τη βρεφική ηλικία με τα ζωηφόρα της πίστεως νάματα. Από μικρός φαινόταν ο Όσιος ποιος έμελλε να γίνει κατόπιν, διότι ήταν πολύ προσεκτικός και φρόνιμος, με ζήλο για τα καλά και ωφέλιμα, με αγάπη για την κοσμική και την κατά Θεόν παιδεία. Προπάντων όμως διακρινόταν για τη μεγάλη του ευφυΐα και την τεράστια του μνήμη.

Πρώτα γράμματα διδάχτηκε στην πατρίδα του από τον ιερέα της ενορίας του, από τον οποίο διδασκόταν συγχρόνως την αγάπη προς τον Χριστό και την Αγία του Εκκλησία. Τον ιερέα δε αυτό με ευλάβεια και προθυμία εξυπηρετούσε, διακονώντας κατά την τέλεση της Θείας Λειτουργίας και των Ιερών Ακολουθιών. Κατόπιν φοίτησε στη σχολή της Νάξου με δάσκαλο τον Αρχιμανδρίτη Χρύσανθο, αδελφό του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού. Κατά το 16ο έτος της ηλικίας του οδηγήθηκε από τον πατέρα του στη λαμπρή ελληνική σχολή της Σμύρνης, στη μετέπειτα περίφημη Ευαγγελική Σχολή, και μπήκε στο μαθητικό της οικοτροφείο. Στη σχολή αυτή έμεινε πέντε έτη. Προκόπτοντας στα μαθήματα, κατέπληξε όλους με τις θαυμάσιες του επιδόσεις.

Πλουσιότατη μνήμη, τη φωτεινή κρίση, αλλά και για τους καλούς του τρόπους. Μαθητεύοντας στη σχολή αυτή ο νεαρός Νικόλαος έγινε και δάσκαλος των συμμαθητών του, αναλύοντας, αποσαφηνίζοντας και μαθαίνοντας αυτούς όσα δεν μπορούσαν κατά τις ώρες της διδασκαλίας να αντιληφθούν και σαφώς να εννοήσουν. Στη σχολή αυτή διδάχθηκε και έμαθε εκτός από τα θεολογικά γράμματα και τα αρχαία ελληνικά, τη λατινική, την ιταλική και τη γαλλική γλώσσα. Η δε επίδοσή του στην αρχαία ελληνική ήταν πράγματι σπάνια. Μπορούσε να γράφει και να εκφράζεται σε οποιαδήποτε παραλλαγή της γλώσσας μας. Με την ίδια ευχέρεια με την οποία εξηγούσε στην απλή ελληνική τα ιερά κείμενα για να γίνουν κατανοητά από τον απλό λαό,

και τα αρχαιοπρεπέστατα επιγράμματα στην Ομηρική διάλεκτο. Κατά το 1770, εξαιτίας των διωγμών και των σφαγών των Τούρκων κατά των Χριστιανών στη Σμύρνη, επανήλθε στην πατρίδα του, τη Νάξο, και έγινε γραμματέας και ακόλουθος του τότε Μητροπολίτου Παροναξίας.

Εκεί πέντε έτη και του δόθηκε ευκαιρία εκεί να γνωριστεί με τους οσιότατους και εναρέτους Αγιορείτες ιερομονάχους Γρηγόριο και Νήφωνα και τον μοναχό Αρσένιο, οι οποίοι του αφηγήθηκαν τα σχετικά με τη μοναχική ζωή και την αγγελική πολιτεία των ασκητών του Άθω και τον μύησαν στη νοερά προσευχή. Από τη συναναστροφή και συνομιλία με τους όσιους αυτούς άνδρες αναφλέχθηκε η καρδιά του με τον πόθο της αγγελικής ζωής των μοναχών του Άθω.

Πολλά είχε ακούσει για την αρετή και τη σοφία του Μητροπολίτου Κορίνθου Αγίου Μακαρίου του Νοταρά, πήγε και τον συνάντησε στην Ύδρα και από την αγία εκείνη συνάντηση αναπτύχθηκε στενός και ισόβιος εν πνεύματι άγιος σύνδεσμος και βαθιά αγάπη και εκτίμηση μεταξύ των δύο αυτών αγίων και θεοφόρων ανδρών. Εκεί γνώρισε επίσης τον περιβόητο για την αρετή του μοναχό Σίλβεστρο τον Καισαρέα. Με πολύ πόθο για τη μοναχική ζωή και με συστατικά γράμματα του γέροντος Σιλβέστρου, αναχώρησε από τη Νάξο κατά το 1775 για το Άγιο Όρος. Πήγε στην Ιερά Μονή του Αγίου Διονυσίου. Εκεί, με πολύ ζήλο για την κατά Χριστόν οσία ζωή και αφού απέβαλε εντελώς κάθε κοσμικό φρόνημα και νόημα

το μικρό μοναχικό σχήμα και από Νικόλαος μετονομάστηκε Νικόδημος. Οι αδελφοί της Μονής, καθώς γνώρισαν τα εξαιρετικά του χαρίσματα, τη βαθιά του παιδεία και την πολλή του ευλάβεια, τον διόρισαν αναγνώστη και γραμματέα της Μονής. Κατά το έτος 1777 επισκέφθηκε το Άγιο Όρος ο Κορίνθου Άγιος Μακάριος, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, είχε γνωρίσει τον Νικόδημο στην Ύδρα και, αφού προσκύνησε τις Ιερές Μονές, κατέληξε στο κελί Άγιος Αντώνιος στις Καρυές. Εκεί κάλεσε τον Όσιο Νικόδημο και τον προέτρεψε να επιθεωρήσει προς έκδοση τα ογκωδέστατα πνευματικά βιβλία «Φιλοκαλία» και «Ευεργετινό» και το πόνημά του για τη Θεία και Ιερά Μετάληψη.

Έτσι έδωσε αφορμή στον Όσιο να επιδοθεί στους υψηλούς πνευματικούς αγώνες, οι οποίοι τον ανέδειξαν φωστήρα της Εκκλησίας και οικουμενικό της ευσεβείας διδάσκαλο. Άρχισε από τη Φιλοκαλία, την οποία τακτοποίησε όπου ήταν ανάγκη, σύνταξε με συντομία κάθε οσίου συγγραφέα τον βίο και έγραψε το προοίμιο του όλου βιβλίου. Μετά διόρθωσε τον Ευεργετινό, σύνταξε το θαυμάσιο προοίμιό του και τελικά διόρθωσε και πλάτυνε το «Περί συνεχούς μεταλήψεως», τα οποία, αφού παρέλαβε ο Άγιος Μακάριος, πήγε στη Σμύρνη για εκτύπωση. Μετά την αναχώρηση του Αγίου Μακαρίου, ο Όσιος Νικόδημος φιλοξενήθηκε στο κελί του Αγίου Γεωργίου, το κοινώς επονομαζόμενο των Σκουρτέων,

με τους οποίους και συνδέθηκε με άρρηκτη εν Χριστώ φιλία και αγάπη και μετά επέστρεψε στη μονή του. Καταφλεγόμενος από τον έρωτα της ησυχίας για απερίσπαστη μελέτη των θείων γραφών και αδιάλειπτη και αρέμβαστη προσευχή, πήγε προσωρινά στο κελί των Σκουρτέων και μετά εγκαταστάθηκε στο κελί Άγιος Αθανάσιος, όπου είχε ως εργόχειρο την αντιγραφή κωδίκων. Κατόπιν έγινε υποτακτικός του γέροντα Αρσενίου του Πελοποννησίου στη σκήτη του Παντοκράτορος. Εκεί, στην ποθητή ησυχία, επιδόθηκε εξ ολοκλήρου στους μεγάλους πνευματικούς αγώνες της κατά Χριστόν ιερής φιλοσοφίας, μελετώντας τις θεόπνευστες Άγιες Γραφές και τους θεοσόφους Πατέρες της Εκκλησίας. Με την πολλή νηστεία,

αδιάλειπτη νοερά προσευχή και τις λοιπές κακουχίες της επίπονης ασκητικής ζωής, όλος λαμπρύνθηκε και αγιάστηκε. Θεώθηκε και έγινε άγγελος μετά σώματος. Καθώς δε γέμισε από χάρη και σοφία και έλαβε από τον Θεό το χάρισμα της διδασκαλίας, αναδείχθηκε φωστήρας και μεγάλος διδάσκαλος της Ορθοδόξου Εκκλησίας και ισχυρός αντίπαλος κάθε αιρέσεως και ετερόδοξης διδασκαλίας. Το άγιο του χέρι αναδείχθηκε κάλαμος γραμματέως οξυγράφου που συνέγραψε πλήθος ιερών συγγραμμάτων και αγίων βιβλίων και πολλούς πνευματικούς και γλυκείς ύμνους και ασματικές ακολουθίες σε διαφόρους αγίους. Ολόκληρη βιβλιοθήκη αποτελούν τα ιερά του συγγράμματα, θεολογικά, δογματικά, ερμηνευτικά και ηθικά.

στα οποία διαφαίνεται το ύψος και το βάθος της θείας και ανθρωπίνης γνώσεως και η ουράνια σοφία. Μύριους κόπους και ιδρώτες κατέβαλε ο θεοφόρος Νικόδημος, συγγράφοντας νύχτα και μέρα τις ιερές του διδαχές προς ωφέλεια των πλησίων και πλουτισμό της Αγίας μας Εκκλησίας, την οποία τόσο κατελάμπρυνε και κατεκόσμησε. Κατά το 1782, ο γέροντας Αρσένιος πήγε στην απέναντι από τον Άθω νησίδα Σκυροπούλα και τον ακολούθησε ο Όσιος Νικόδημος. Η διαβίωση εκεί ήταν γεμάτη δυσκολίες και ταλαιπωρίες, αλλά αν και στερούνταν από όλα, ζώντας ως άγγελος, αν και αποφεύγοντας κάθε επικοινωνία και φροντίδα με τον κόσμο, υπάκουσε όμως σε παράκληση του εξαδέλφου του Ιεροθέου,

Επισκόπου Ευρίπου, και έγραψε το σοφό σύγγραμμα «Συμβουλευτικό», όπου διαπραγματεύεται για την προφύλαξη των αισθήσεων και τον αγώνα του έσω ανθρώπου για τελειοποίησή του. Για να τον ανακουφίσει λίγο από τις στερήσεις της ερημικής ζωής, ο Ιερόθεος του έστειλε στη Σκυροπούλα τροφές, ενδύματα και σκεπάσματα, τα οποία ευχαρίστως δέχθηκε ο θείος Πατέρας. Κατά το 1783 επανήλθε στο Άγιον Όρος και έλαβε το Μέγα και Αγγελικό Σχήμα και μετά από λίγο καιρό εγκαταστάθηκε οριστικά στην καλύβα τη λεγόμενη του Θεωνά, που βρίσκεται πάνω από το Κυριακό της σκήτης του Παντοκράτορος. Σε αυτή μετά από έναν χρόνο πήρε ως υποτακτικό τον συμπολίτη του Ιωάννη

που με το αγγελικό σχήμα μετονομάστηκε Ιερόθεος, ο οποίος και τον υπηρέτησε επί έξι έτη. Εκεί ο Όσιος, ησυχάζοντας και εργαζόμενος στο μέλι της αρετής και καταλαμπόμενος από το φως του Αγίου Πνεύματος, συνέγραφε συνεχώς και δίδασκε τους προσερχομένους με τα σοφά και μελισταγή του λόγια και πνευματικές του νουθεσίες. Εκεί, με την προτροπή του αγαπητού του Αγίου Μακαρίου, που για δεύτερη φορά ήρθε στο Άγιον Όρος, διόρθωσε και ετοίμασε για έκδοση τα συγγράμματα του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου. Επίσης συνέθεσε το Εξομολογητάριο, συνέλεξε και καλλώπισε το Θεοτοκάριο, ομοίως τον Αόρατο Πόλεμο, το Νέο Μαρτυρολόγιο και τα Πνευματικά Γυμνάσματα, βιβλία γεμάτα θεία χάρη

ουράνια σοφία. Κατά τον ίδιο καιρό, με την προτροπή του σοφού διδασκάλου Αθανασίου του Παρίου, ο οποίος δίδασκε τότε στη Θεσσαλονίκη, μάζεψε από τις βιβλιοθήκες του Αγίου Όρους και ετοίμασε για έκδοση τα συγγράμματα του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, τα οποία με πολλές σημειώσεις έστειλε στη Βιέννη για να τυπωθούν στο τυπογραφείο των αδελφών Μαρκίδου Πουλίου. Δυστυχώς όμως τα πολύτιμα εκείνα χειρόγραφα χάθηκαν, διότι το τυπογραφείο εκείνο καταστράφηκε και διαρπάχτηκε από τους Αυστριακούς εξαιτίας μερικών επαναστατικών προκηρύξεων που είχαν τυπωθεί εκεί. Κατόπιν ο Όσιος άρχισε να κάνει συστηματική κατάταξη και ερμηνεία των ιερών της Εκκλησίας Κανόνων.

Με τη βοήθεια του ιεροδιδασκάλου Αγαπίου από τη Δημητσάνα της Πελοποννήσου, γράφτηκε το πολύτιμο σύγγραμμα το οποίο ονομάστηκε «Πηδάλιο», διότι κυβερνά και κατευθύνει την Εκκλησία του Χριστού, είναι δε πλουτισμένο, εκτός από την ερμηνεία κάθε κανόνος, με πλήθος σχολίων και σημειώσεων για ακριβή γνώση του κανονικού δικαίου και του πνεύματος των ιερών κανόνων. Μετά το πέρας του έργου αυτού, το έστειλε ο θείος Πατέρας για να εγκριθεί από τη Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία, το οποίο και έγινε με τη σύμφωνη γνώμη του Αγίου Μακαρίου Κορίνθου. Κατόπιν στο παντοκρατορινό κελί Άγιος Βασίλειος συνέγραψε τη Χρηστοήθεια, βιβλίο διδακτικότατο που διορθώνει τα ήθη των ευσεβών χριστιανών

διδάσκει αποχή από κάθε πλάνη και μαγεία και αργότερα σε κοντινή καλύβα ερμήνευσε τις 14 επιστολές του Αποστόλου Παύλου και τις 7 καθολικές, μετά μετέφρασε και σχολίασε την Ερμηνεία των Ψαλμών του Ευθυμίου του Ζυγαδηνού και τις 9 ωδές, βιβλίο που το ονόμασε «Κήπος των Χαρίτων». Ο Όσιος, αγωνιζόμενος τον καλό της αρετής αγώνα και συγγράφοντας με την οδηγία του Αγίου Πνεύματος τα ιερά του βιβλία, ποικιλότροπα φθονήθηκε και πειράστηκε τόσο από απαιδεύτους και αμαθείς ανθρώπους όσο και από τους νοητούς εχθρούς. Και τους μεν αδελφούς ο θείος Πατέρας θεωρούσε γνησίους αδελφούς και μεγάλους ευεργέτες και, υπομένοντας τα πάντα, συγχωρούσε από την καρδιά του, στους δε νοητούς εχθρούς

έχοντας τη χάρη του Αγίου Πνεύματος δεν έδινε καμία σημασία και πολλές φορές γελούσε με τις ανόητές τους πράξεις. Έτσι προχωρούσε στον ανηφορικό αλλά καλλιστέφανο αγώνα της ασκήσεως ο Όσιος αυτός Νικόδημος, αντιμετωπίζοντας πολλές δυσχέρειες και ποικίλους πειρασμούς, με τους οποίους δοκιμάστηκε ως χρυσός εν χωνευτηρίω και έλαμψε περισσότερο από τον ήλιο η δικαιοσύνη του. Η φήμη των αρετών και της σοφίας του βγήκε γρήγορα και διαδόθηκε παντού και πολλοί που είχαν πνευματική ανάγκη έτρεχαν σε αυτόν για να βρουν ψυχική παρηγοριά. Η συνεχής όμως και τόσο γόνιμη εργασία, η προθυμία του να καθοδηγεί με πνευματικές συνομιλίες και συμβουλές και παραινέσεις τόσο τους μοναχούς του Αγίου Όρους

και τους χριστιανούς που συνέρρεαν από έξω, αλλά και η έντονη, με συνεχείς προσευχές, αγρυπνίες και άλλους ασκητικούς καμάτους, ασκητική του ζωή, έκαμψαν την αντοχή του σώματός του και κλόνισαν την υγεία του, οπότε αναγκάστηκε να καταφύγει στο κελί του ζωγράφου Κυπριανού. Εκεί, παρά τις ασθένειες του σώματός του, εξακολουθούσε τους τίμιους αγώνες του. Κατά τα τελευταία έτη της μακαρίας του ζωής συνέταξε τον Συναξαριστή, ερμήνευσε και ανέλυσε σε ογκώδες θεολογικότατο βιβλίο, το Εορτοδρόμιο, τους ασματικούς κανόνες των δεσποτικών και θεομητορικών εορτών και σε άλλο βιβλίο που επιγράφεται «Νέα Κλίμαξ», τους αναβαθμούς της Οκτωήχου. Εν τέλει συνέταξε την ομολογία της εαυτού πίστεως

για να αναιρέσει ανευλαβείς και ασύστατες κατηγορίες οι οποίες είχαν διατυπωθεί από κάποιους φθονερούς και κακόβουλους μοναχούς του Αγίου Όρους κατά του μεγίστου αυτού κατά την αρετή και κατά τη σοφία. Ο Όσιός μας αγωνίστηκε καρτερóψυχα καταβάλλοντας κάθε προσπάθεια για την τήρηση των υγιών και αληθινών της Εκκλησίας μας παραδόσεων και μάλιστα για την τέλεση των μνημοσύνων των τεθνεώτων κατά την ημέρα του Σαββάτου, καθώς όρισε από την αρχή η Αγία μας Εκκλησία, και για την αναζωογόνηση μιας αληθινής πνευματικής ζωής μεταξύ των μοναχών του Αγίου Όρους και του υπολοίπου Ορθοδόξου πληρώματος. Για αυτά καταδιώχθηκε αμείλικτα ο δίκαιος από ψευδαδέλφους

συκοφαντήθηκε υπό χειλέων αδίκων όπως οι μεγάλοι της Εκκλησίας μας Πατέρες, των οποίων ήταν μιμητής και ζηλωτής. Τότε, για τη συνείδηση των απλουστέρων αδελφών, αναγκάστηκε να γράψει την ομολογία που προαναφέρθηκε. Η δε Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους υπεραμύνθηκε την αθωότητα και δικαιοσύνη του μεγάλου διδασκάλου με εγκύκλιο η οποία ήλεγχε σφοδρά και επιτιμούσε εκείνους που έσπειραν ζιζάνια στην Εκκλησία. Διανύοντας το τελευταίο στάδιο της επίγειας ζωής του και αισθανόμενος καταβεβλημένος, επανήλθε στο κελί των αγαπητών του Σκουρτέων, όπου και δέχτηκε τις αδελφικές τους περιποιήσεις. Ο οργανισμός του είχε εξαντληθεί, τα δόντια του είχαν πέσει, η ακοή του είχε γίνει βαριά, με δυσκολία κινούνταν.

5 Ιουλίου του 1809 παρουσίασε δεξιά ημιπληγία. Ο θείος Πατέρας προαισθανόταν ότι πλησίαζε το ποθητό τέλος και χαιρόταν. Προετοιμαζόμενος για την από εδώ αποδημία του, έκανε γενική εξομολόγηση, ζήτησε και έγινε ευχέλαιο και καθημερινά μεταλάμβανε τα άχραντα μυστήρια. Την 13η Ιουλίου βάρυνε ακόμη περισσότερο η κατάστασή του. Με φωνή που μόλις ακουόταν, απηύθυνε με μικρές διαλείψεις θερμή προσευχή προς τον Χριστό, λέγοντας στους αδελφούς: «Δεν μπορώ, πατέρες μου, να προσευχηθώ νοερά και προσεύχομαι με το στόμα». Ευχαριστούσε συνεχώς τους αδελφούς για την αγάπη και τους κόπους που κατέβαλαν γι' αυτόν. Τη νύχτα βάρυνε περισσότερο.

Ζήτησε και κοινώνησε πάλι. Τη δεκάτη τετάρτη Ιουλίου, ημέρα Τετάρτη, περιστοιχιζόμενος από αγαπητούς αδελφούς, σε ηλικία εξήντα ετών, παρέδωσε τη μακαρία του ψυχή στα χέρια του ζώντος Θεού, τον οποίο από τη νεότητά του αγάπησε και σ' αυτόν αφιέρωσε τον εαυτό του. Το τίμιο του λείψανο ενταφιάστηκε στο κελί των Σκουρτέων όπου και εκοιμήθη. Σε αυτό φυλάσσεται η τίμια του κάρα, η οποία αποπνέει θεία ευωδία αγιότητος. Η δε μακαρία του ψυχή συναριθμήθηκε μετά των οσίων και θεολόγων και διδασκάλων και όλων των Αγίων ως Οσίου και Θεολόγου και Διδασκάλου και Αγίου και πρεσβεύει πάντοτε υπέρ του Αγιονύμου Όρους

όλου του Ορθοδόξου Χριστιανικού πληρώματος ως συμπαθέστατος πατέρας και διδάσκαλος.

Ο εορταζόμενος Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο μεγάλος αυτός σοφός και διδάσκαλος της Εκκλησίας μας, κλείνοντας τον ψυχωφελέστατο λόγο του περί μετανοίας και με αυτόν το Εξομολογητάριό του, λέγει μεταξύ των άλλων τα εξής, με τα οποία κλείνουμε το σημερινό συναξάρι. Ο Θεός, αγαπητοί μου αδελφοί, δεν έχει να μας εγκαλέσει και να μας κατακρίνει εν τη ημέρα του θανάτου και της κρίσεως, δι' ατί δεν εθεολογήσαμε, ή δεν εκάμαμεν θαύματα, ή δεν εγενήκαμεν θεωρητικοί. Όχι, αλλά δι' ατί δεν εμετανοήσαμεν και δεν ελυπήθημεν δια τας αμαρτίας μας.

Δια τούτο εμείς οι αμαρτωλοί χρεωστούμεν καθ' εκάστην ημέραν, ή να μη λέγω και κάθε ώραν, να εξετάζομεν τον εαυτόν μας, εάν ευρισκόμεθα εις την αληθινή μετάνοια. Κάμνω τέλος και λέγω με τον Άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, ότι είναι ανάγκη όλοι εμείς οι χριστιανοί να ιατρευθούμε από τα πάθη και τας πληγάς της αμαρτίας και έπειτα να φυλάξουμε και όλας τας εντολάς του Κυρίου και να κάμωμε κάθε αρετήν. Ει δε και δεν προφθάσουμε να κάμωμε όλας τας εντολάς του Κυρίου και άλλας αρετάς, το ελάχιστον, ελάχιστον είναι ανάγκη καν να ευρεθώμεν υγιείς και ολόκληροι από τας πληγάς και ασθενείας της αμαρτίας διαμέσου της εντολής και της αρετής της μετανοίας. Διατί εάν μεν αποθάνωμεν υγιείς και ιατρευμένοι από τα πάθη και αμαρτίας δια της μετανοίας, απερχόμεθα εις την Βασιλεία των Ουρανών.

Εάν δε αποθάνωμεν ανιάτρευτοι, ασθενείς και μισεροί δια της αμετανοησίας, απερχόμεθα εις τον Άδην. Επειδή και η Βασιλεία των Ουρανών δεν είναι νοσοκομείον και σπιτάλι, δια να δέχεται τους αρρώστους και μισέρους, αλλά είναι κατοικία και παλάτι, δια να δέχεται τους υγιείς και γερούς. Δια τούτο, αμαρτωλοί σύντροφοι εδικοί μου, ας φωνάζομε πάντοτε προς τον Θεό τας κοινάς εκείνας της Εκκλησίας δεήσεις: «Άγιε, επίσκεψαι και ίασαι τας ασθενείας ημών, ένεκεν του ονόματός σου». Και «Επουράνιε Βασιλεύ, ημάς εν μετανοία και εξομολογήσει παράλαβε, ως αγαθός και φιλάνθρωπος». Αμήν.

Αγγλική μετάφρασηEN · 26 παράγραφοι

Wise in learning and great in virtue, a shining light and teacher of the Church, Saint Nikodemos, whom we celebrate today, was born on the Cycladic island of Naxos in 1749. His parents, Antonios and Anastasia, were devout and virtuous. At his Holy Baptism they named him Nicholas, and from infancy they nurtured him with the life-giving waters of faith. Even as a child, one could see what he would become. He was attentive and sensible, eager for what was good and beneficial, and loved both secular learning and education in the ways of God. Above all, he stood out for his keen intellect and remarkable memory.

He learned his first letters in his homeland from his parish priest, who also taught him to love Christ and His Holy Church. Nicholas served this priest with reverence and willingness, helping during the Divine Liturgy and the sacred services. He then attended the school on Naxos, where his teacher was Archimandrite Chrysanthos, the brother of Saint Kosmas of Aetolia. At sixteen, his father took him to the renowned Greek school in Smyrna, later known as the Evangelical School, where he entered the boarding house. He remained there for five years. He excelled in his studies and astonished everyone with his achievements.

They were also struck by his extraordinary memory, his clear judgment, and his good manners. While still a student, young Nicholas became a teacher to his fellow students, explaining and clarifying what they had not grasped during lessons. At that school he studied theology and ancient Greek, as well as Latin, Italian, and French. His command of ancient Greek was truly rare. He could write and express himself in any form of the Greek language. He could explain sacred texts in plain Greek so ordinary people could understand them, and with the same ease he could write

epigrams in the ancient style and in the Homeric dialect. Around 1770, because of the persecution and massacres of Christians by the Turks in Smyrna, he returned to his homeland, Naxos, and became secretary and attendant to the Metropolitan of Paronaxia.

He spent five years there and had the opportunity to meet the deeply devout and virtuous priest monks Gregory and Niphon from the Holy Mountain, and the monk Arsenios. They told him about monastic life and the angelic way of the ascetics of Mount Athos, and introduced him to noetic prayer. Through his time and conversations with these holy men, his heart caught fire with longing for the angelic life of the monks of Athos.

He had heard much about the virtue and wisdom of Saint Makarios Notaras, the Metropolitan of Corinth. He went to meet him on Hydra, and from that holy meeting grew a close, lifelong spiritual bond, with deep love and esteem between these two holy, God-bearing men. There he also met the monk Silvestros of Caesarea, famed for his virtue. Filled with longing for monastic life, and carrying letters of recommendation from the elder Silvestros, he left Naxos for the Holy Mountain in 1775. He went to the Holy Monastery of Saint Dionysios. There, with great zeal for a holy life in Christ, and having cast aside every worldly way of thinking,

he received the little schema of monastic life and was renamed Nikodemos in place of Nicholas. When the brothers of the monastery recognized his exceptional gifts, his deep learning, and his great devotion, they appointed him reader and secretary of the monastery. In 1777 Saint Makarios of Corinth visited the Holy Mountain. As we have heard, he had met Nikodemos on Hydra. After visiting the holy monasteries, he came to the cell of Saint Anthony in Karyes. There he called Saint Nikodemos and urged him to review for publication the substantial spiritual books the Philokalia and the Evergetinos, along with his own work on receiving of the Holy Gifts.

In this way, he prompted the saint to undertake the great spiritual labors that made him a shining light of the Church and a teacher of the faith for all. Nikodemos began with the Philokalia. He put it in order where needed, wrote a brief life of each holy author, and composed an introduction to the whole book. Next he corrected the Evergetinos and wrote its fine introduction. Finally, he corrected and expanded On Frequent Holy Communion. Saint Makarios took these works to Smyrna to have them printed. After Saint Makarios left, Saint Nikodemos stayed for a time in the cell of Saint George, commonly called the cell of the Skourtai,

with whom he formed a lasting friendship and love in Christ. He then returned to his monastery. Burning with love for hesychia, inner stillness in which he could study the divine Scriptures without distraction and pray without ceasing or wandering, he went for a time to the cell of the Skourtai. He later settled in the cell of Saint Athanasios, where he copied manuscripts as his handiwork. After that, he became a disciple of the elder Arsenios of the Peloponnese in the skete of Pantokrator. There, in the stillness he longed for, he devoted himself completely to the great spiritual struggle of the holy life in Christ, studying the God-inspired Holy Scriptures and the God-wise Fathers of the Church. Through much fasting,

unceasing noetic prayer, and the other hardships of a demanding ascetic life, he was wholly illumined and sanctified. He attained theosis, union with God by grace, and became like an angel in the flesh. Filled with grace and wisdom and given the gift of teaching by God, he became a shining light and great teacher of the Orthodox Church, and a strong opponent of every heresy and teaching at odds with the faith. His holy hand became like the pen of a swift writer. He wrote many sacred works and holy books, along with spiritual hymns and sung services for various saints. His sacred writings form an entire library of theology, doctrine, scriptural interpretation, and moral teaching.

In them we see the breadth and depth of his knowledge, both divine and human, and his heavenly wisdom. The God-bearing Nikodemos labored tirelessly, writing his sacred teachings day and night to benefit his neighbors and enrich our Holy Church, which he so greatly illuminated and adorned. Around 1782, the elder Arsenios went to the small island of Skyropoula, across from Athos, and Saint Nikodemos followed him. Life there was full of hardship and deprivation. Although he lacked everything, lived like an angel, and avoided worldly contacts and concerns, he answered a request from his cousin Hierotheos,

the bishop of Evripos, and wrote the wise work Counsels, which deals with guarding the senses and the inner person's struggle toward perfection. To ease the hardships of his solitary life, Hierotheos sent him food, clothing, and blankets on Skyropoula, which the holy Father gladly accepted. In 1783 Nikodemos returned to the Holy Mountain and received the great and angelic schema. Soon afterward he settled permanently in the hut known as that of Theonas, above the central church of the skete of Pantokrator. A year later he took as his disciple a fellow townsman named John,

who was renamed Hierotheos when he received the monastic schema and served him for six years. There the saint lived in stillness, gathered the sweetness of virtue, and was filled with the light of the Holy Spirit. He wrote continually and taught those who came to him with wise, gracious words and spiritual counsel. At the urging of his beloved Saint Makarios, who came to the Holy Mountain a second time, he corrected and prepared the writings of Saint Symeon the New Theologian for publication. He also composed the Exomologetarion, collected and refined the Theotokarion, and worked on Unseen Warfare, the New Martyrology, and the Spiritual Exercises, books filled with divine grace

and heavenly wisdom. Around the same time, at the urging of the wise teacher Athanasios of Paros, who was then teaching in Thessaloniki, he gathered the writings of Saint Gregory Palamas from libraries on the Holy Mountain and prepared them for publication. He sent them, with many notes, to Vienna to be printed by the Markides Pouliou brothers. Sadly, those precious manuscripts were lost when the Austrians destroyed and looted the printing house because some revolutionary proclamations had been printed there. Saint Nikodemos then began systematically arranging and interpreting the sacred Canons of the Church.

With the help of Agapios, a teacher of the faith from Dimitsana in the Peloponnese, he wrote the precious work called the Pedalion, or Rudder, because it guides and directs the Church of Christ. Alongside an interpretation of each Canon, it contains many comments and notes to help readers understand Church law and the spirit of the sacred Canons. When the work was finished, the holy Father sent it to the Great Church of Christ for approval, which it received with the agreement of Saint Makarios of Corinth. Later, in the cell of Saint Basil belonging to the monastery of Pantokrator, he wrote the Chrestoetheia, a highly instructive book that corrects the conduct of devout Christians

and teaches them to avoid every form of deception and magic. Later, in a nearby hut, he interpreted the fourteen epistles of the Apostle Paul and the seven general epistles. He then translated and commented on Euthymios Zigabenos's Interpretation of the Psalms and the nine biblical odes in a book he called the Garden of Graces. As the saint fought the good fight for virtue and wrote his sacred books under the guidance of the Holy Spirit, he faced envy and many trials, both from uneducated and uninformed people and from spiritual enemies. The holy Father regarded the brothers who troubled him as true brothers and great benefactors. He endured everything and forgave them from his heart. As for those spiritual enemies,

he had the grace of the Holy Spirit and paid them no attention, often laughing at their foolish acts. So Saint Nikodemos continued the uphill but glorious struggle of ascesis, or ascetic discipline. He faced many difficulties and temptations, through which he was tested like gold in a furnace, and his righteousness shone brighter than the sun. Word of his virtue and wisdom soon spread everywhere, and many people in spiritual need came to him for comfort. Yet his ceaseless and fruitful work, and his eagerness to guide the monks of the Holy Mountain through spiritual conversations, counsel, and encouragement,

and the Christians who came from elsewhere, took their toll. So did his demanding ascetic life of constant prayer, vigils, and other labors. His strength failed and his health declined, forcing him to seek refuge in the cell of Kyprianos the painter. There, despite his bodily illnesses, he continued his noble struggle. In the final years of his blessed life, he compiled the Synaxarion. In a large and deeply theological book called the Eortodromion, he interpreted and explained the sung Canons for the feasts of the Lord and the Theotokos. In another book, entitled the New Ladder, he explained the hymns of ascent in the Octoechos. Finally, he wrote a confession of his own faith

to answer irreverent and baseless accusations made against this man of great virtue and wisdom by some envious and malicious monks of the Holy Mountain. Our saint struggled with steadfast courage and made every effort to preserve the sound and true traditions of our Church, especially the remembrance of the departed on Saturdays, as our Holy Church had established from the beginning. He also worked to revive a genuine spiritual life among the monks of the Holy Mountain and the rest of the Orthodox faithful. For these efforts, the righteous man was relentlessly persecuted by false brothers

and slandered by unjust voices, just as the great Fathers of our Church had been. He followed their example and was zealous for their teaching. For the sake of the consciences of the simpler brothers, he was compelled to write the confession of faith already mentioned. The Holy Community of the Holy Mountain defended the great teacher's innocence and integrity in a letter that sternly rebuked those who had sown discord in the Church. As he entered the final stage of his earthly life and felt his strength failing, he returned to the cell of his beloved Skourtai, who cared for him as brothers. His body was exhausted, his teeth had fallen out, his hearing had grown weak, and he could move only with difficulty.

On July 5, 1809, he suffered paralysis on his right side. The holy Father sensed that the end he longed for was near, and he rejoiced. Preparing to depart this life, he made a full confession, asked for and received Holy Unction, and received the immaculate Mysteries each day. On July 13, his condition grew worse. In a voice barely audible, he offered fervent prayer to Christ, pausing now and then. He told the brethren, “My fathers, I cannot pray inwardly, so I pray with my lips.” He continually thanked them for their love and all the care they had given him. That night, his condition worsened further.

He asked to receive Holy Communion once more. On Wednesday, July 14, surrounded by beloved brethren, he gave his blessed soul into the hands of the living God at the age of sixty. He had loved God from his youth and had dedicated himself to Him. His precious remains were buried at the cell of the Skourtaioi, where he had fallen asleep in the Lord. His precious skull is kept there and gives forth a divine fragrance of holiness. His blessed soul was numbered among the holy ascetics, theologians, teachers, and all the Saints. As a holy ascetic, theologian, teacher, and Saint, he continually intercedes for the Holy Mountain

and for all Orthodox Christians, as a most compassionate father and teacher.

Saint Nikodemos the Hagiorite, whom we celebrate today, was a great scholar and teacher of our Church. At the close of his soul-profiting teaching on metanoia (repentance), with which he also ends his Exomologetarion, he says the following words. We will close today’s account of his life with them: “My beloved brethren, on the day of death and judgment, God will not call us to account and condemn us because we did not become theologians, work miracles, or attain contemplation. No. He will do so because we did not repent and did not grieve over our sins.”

“Therefore we sinners ought to examine ourselves every day, perhaps even every hour, to see whether we are truly repentant. I will conclude with the words of Saint Symeon the New Theologian: all of us Christians need to be healed of the passions and the wounds of sin, and then to keep all the commandments of the Lord and cultivate every virtue. But if we do not have time to fulfill all the Lord’s commandments and cultivate the other virtues, then at the very least we must be made whole and healed of the wounds and sicknesses of sin through the commandment and virtue of repentance. For if we die healed of the passions and sins through repentance, we depart for the Kingdom of Heaven.

“But if we die unhealed, sick and wretched because we have not repented, we depart for Hades. The Kingdom of Heaven is no hospital that receives the sick and wretched. It is a dwelling and a palace that receives those who have been made whole and well. So, my fellow sinners, let us always cry out to God with these prayers of the Church: ‘O Holy One, visit and heal our infirmities for Your name’s sake.’ And, ‘O Heavenly King, receive us in repentance and confession, for You are good and love mankind.’ Amen.”

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

07 ΙΟΥΛΙΟΥ\14 07 eid.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα