Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Άγιος Νικόλαος ο Παντοπώλης και η σταθερή του πίστη

Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Αγίου Νικολάου του Παντοπώλη στις 23 Σεπτεμβρίου, μαζί με άλλους αγίους. Γεννημένος στο Καρπενήσι, ο Νικόλαος μετακόμισε στην Κωνσταντινούπολη ως έφηβος για να εργαστεί στο παντοπωλείο του πατέρα του και να μάθει τουρκικά.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων23 Σεπτεμβρίου16:37Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Αγίου Νικολάου του Παντοπώλη στις 23 Σεπτεμβρίου, μαζί με άλλους αγίους.
  • Γεννημένος στο Καρπενήσι, ο Νικόλαος μετακόμισε στην Κωνσταντινούπολη ως έφηβος για να εργαστεί στο παντοπωλείο του πατέρα του και να μάθει τουρκικά.
  • Ο δάσκαλός του τον εξαπάτησε ώστε να διαβάσει μια ισλαμική ομολογία πίστης και στη συνέχεια ψευδώς ισχυρίστηκε ότι είχε αλλαξοπιστήσει.
  • Οδηγημένος ενώπιον του καϊμακάμη, ο Νικόλαος επανέλαβε επανειλημμένα τη χριστιανική του πίστη, παρά τις προσφορές πλούτου και κύρους.
  • Υπέμεινε αναγκαστική περιτομή, φυλάκιση, πείνα και ξυλοδαρμούς χωρίς να αρνηθεί τον Χριστό.
  • Ο Νικόλαος αποκεφαλίστηκε κοντά στο παντοπωλείο του πατέρα του στις 23 Σεπτεμβρίου 1672, σε ηλικία περίπου δεκαέξι ετών.
  • Η αφήγηση περιγράφει φως πάνω από τα λείψανά του και θεραπείες που συνδέονται με αυτά, ενώ η διάλεξη προτρέπει τους νέους να εκτιμούν τον Χριστό πάνω από τις πρόσκαιρες ανταμοιβές.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 18 παράγραφοι

Σήμερα, 23 του μηνός Σεπτεμβρίου, η Εκκλησία μας εορτάζει τη σύλληψη του Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου, τη μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Ανδρέου, του Αγίου Μάρτυρος Ιωάννου και των τέκνων του Πέτρου και Αντονίου, της Αγίας Μάρτυρος Ραΐδος της Παρθένου, των Οσίων Αδελφών Ξανθήπης και Πολυξένης, του Αγίου Νεομάρτυρος Νικολάου του Παντοπώλου και του Αγίου Νεομάρτυρος Ιωάννου, ο οποίος καταγόταν από την Κόνιτσα.

Ο Άγιος Νεομάρτυς Νικόλαος γεννήθηκε από ευσεβείς και φιλόθεους γονείς, πατρίδα δε είχε το Καρπενήσι. Από τους καλούς του γονείς στάλθηκε στο σχολείο, όπου έμαθε τα ιερά γράμματα. Όταν έγινε δεκαπέντε ετών, ο πατέρας του τον πήρε στην Κωνσταντινούπολη, όπου ήταν παντοπώλης, και τον είχε στο κατάστημά του, στο μέρος που λεγόταν Ταχτά Καλέ. Απέναντι από το παντοπωλείο, ο πατέρας του είχε ένα φίλο Αγαρηνό, έμπειρο κουρέα και κάτοχο καλό της τουρκικής γλώσσας. Σ' αυτόν, λοιπόν, θέλησε ο πατέρας του να βάλει τον καλό αυτό νέο για να μάθει τα τουρκικά γράμματα. Αυτό δε ήταν τέχνη του διαβόλου για να παρασύρει το νέο σε κακές και αμαρτωλές συνήθειες

και τελείως στην ασέβεια, επειδή τέτοια είναι πάντοτε του πονηρού διαβόλου τα τεχνάσματα, να παρακινεί τους ταλαίπωρους χριστιανούς, τάχα για κάποιο σωματικό κέρδος, να βάζουν στις παγίδες του εχθρού τα παιδιά τους και έτσι να τα απομακρύνουν λίγο λίγο από την πίστη του Χριστού.

Στον Άγιο αυτό νέο συνέβη το εντελώς αντίθετο, διότι πέφτοντας αυτός στις παγίδες του διαβόλου, σύντριψε εκείνον που τις έστησε και ανέβηκε εστεφανωμένος στα ουράνια. Καθώς λοιπόν διδασκόταν ο Μάρτυς τα τουρκικά γράμματα και ήταν ευφυής, τα μάθαινε τόσο εύκολα, ώστε τον θαύμαζε ο Αγαρηνός. Έβαλε δε στο νου του να τον τουρκέψει.

Μηχανεύτηκε λοιπόν το εξής κακούργημα. Μια μέρα φώναξε και μερικούς άλλους Τούρκους γενίτσαρους και τους είπε: «Αυτός ο παντοπώλης έχει ένα γιο πολύ μυαλωμένο και στα γράμματα πολύ ικανό, τόσο που καθώς του παραδίνω τα μαθήματα αμέσως τα μαθαίνει. Γι' αυτό σας παρακαλώ, αδερφοί, να βοηθήσετε κι εσείς να τουρκέψουμε ένα τέτοιο προκομμένο παιδί». Υποσχέθηκαν δε αυτοί ότι θα τον βοηθούσαν όσο μπορούσαν. Μετά από λίγες μέρες, ο κουρέας έγραψε το σαλαβάτι, δηλαδή την ομολογία της πίστης τους, και το είχε έτοιμο. Όταν ήρθε ο Νικόλαος για το συνηθισμένο μάθημα και αφού του το παρέδωσε ο δάσκαλος, του έδωσε τη γραπτή εκείνη ομολογία και του είπε: «Διάβασε αυτό το γράμμα». Ήταν δε και οι γενίτσαροι εκείνοι παρόντες.

Λοιπόν ο Νικόλαος το χαρτί εκείνο το διάβασε, μη γνωρίζοντας ότι είναι η ομολογία της πίστεώς τους, και οι Τούρκοι εκείνοι, κατά την εντολή του κουρέα, φώναξαν και είπαν: «Τούρκος έγινες, Νικόλαε, επειδή διάβασες το σαλαβάτι». Ο Νικόλαος, έκπληκτος για το τέχνασμα, έλεγε: «Χριστιανός είμαι και όχι όπως εσείς λέγετε. Εγώ ό,τι μάθημα μου δώσει ο δάσκαλός μου χρεωστώ να το διαβάσω».

Εκείνοι και άλλοι πολλοί μαζεμένοι τον άρπαξαν και τον οδήγησαν με τη βία στον Καϊμακάμη, δηλαδή τον Επίτροπο του Βεζήρη. Πηγαίνοντας τον μακάριο εκείνο Νικόλαο στον Επίτροπο και Δικαστή, άλλοι φώναζαν και άλλοι ψευδομαρτυρούσαν και έλεγαν: «Ο άνθρωπος αυτός, αφέντη, έκανε παρουσία μας σαλαβάτι, και αν θέλεις να βεβαιωθείς για την αλήθεια των λόγων μας, έχει και το χαρτί στο οποίο το έχει γραμμένο και το διαβάζει κάθε ώρα. Τώρα τον προτρέπουμε να γίνει Τούρκος και αυτός περιγελά την πίστη μας». Ο δε δικαστής του λέγει: «Νικόλαε, γιατί, αφού έγραψες την ομολογία και τη διαβάζεις, έπειτα Τούρκος δεν γίνεσαι;» Αποκρίνεται ο Νικόλαος έντονα, χωρίς καμιά δειλία, και του λέγει: «Σήμερα, μετά το μάθημα, ο δάσκαλός μου μού έδωσε και αυτό το γράμμα και μου είπε να το διαβάσω, αλλά εγώ δεν ήξερα ότι είναι το σαλαβάτι σας. Εγώ νόμιζα ότι, επειδή είναι δάσκαλός μου, ό,τι γράμμα μου δώσει είναι ανάγκη να το διαβάσω». Ο δε δικαστής του είπε: «Επειδή, Νικόλαε, διάβασες την ομολογία, πρέπει να γίνεις Τούρκος. Εγώ δε θα σου δώσω αξίωμα μεγάλο, όποιο θέλεις. Θα σε πλουτίσω, θα

σε τιμήσω, θα σε δοξάσω μέσα στο παλάτι». Ο Άγιος όμως του είπε: «Εγώ Χριστιανός είμαι και το Χριστό μου πιστεύω, το Θεό αληθινό. Οι δε τιμές και τα αξιώματα που μου υπόσχεσαι δεν τα χρειάζομαι. Εγώ τον Χριστό μου δεν αρνούμαι. Στο Χριστό μου πιστεύω. Για το όνομά Του πεθαίνω. Τούρκος δεν γίνομαι». Βλέποντας ο Καϊμακάμης ότι τίποτε δεν κατόρθωνε, πρόσταξε να δέσουν τα χέρια του μάρτυρος πίσω και να τον κρεμάσουν σε ένα στύλο του μεγάλου, προτρέποντάς τον ακόμη μια φορά: «Νικόλαε, βλέπε τι θα σου κάνουμε. Μόνο γίνε με το καλό Τούρκος». «Εξουσιαστής είσαι», του απάντησε ο Άγιος, «και κάνεις ό,τι θέλεις. Εγώ Χριστιανός είμαι. Δεν λέγει το Κοράνι σας, με το ζόρι μη κάνετε κανένα Τούρκο;»

Ο Κριτής διέταξε να τον περιτάμουν, νομίζοντας ότι έτσι θα τον καταπείσει να ομολογήσει τη θρησκεία τους ως αληθινή. Αλλά αυτός ο μακάριος φώναζε: «Και αν το σώμα μου όλο κατακόψετε σε λεπτά κομμάτια, το Χριστό μου δεν αρνούμαι. Σ' Αυτόν πιστεύω, Αυτόν λατρεύω, Αυτόν έχω βοηθό, ο οποίος στέκεται αόρατος και με ενδυναμώνει». Οι αλλόθρησκοι του έλεγαν: «Νικόλαε, σου κάναμε περιτομή, είσαι Τούρκος» και ο Άγιος έλεγε: «Ψέματα λέτε, εγώ Χριστιανός είμαι και τον Χριστό μου πιστεύω». Ω μακαρίας φωνής, μακαριότερον στόμα, το οποίο έλαμψε λαμπρότερα από τον ήλιο. Βλέποντας ο τύρανος ότι και με την περιτομή τίποτε δεν κατόρθωσε, διέταξε να τον κλείσουν στη φυλακή των κακούργων και να μην του δώσουν

ψωμί, ούτε νερό. Έμεινε σε αυτή εξήντα πέντε μέρες. Μετά τον αποφυλάκισαν και τον πήγαν πάλι στον Κριτή. Ήταν δε χαρούμενος, γεμάτος χάρη Θεού. Οι δε κατήγοροι του φώναζαν: «Ή Τούρκος να γίνει ή να θανατωθεί». Τον ρώτησε πάλι ο δικαστής αν τυχόν μετανόησε και δέχεται την πίστη του Μωάμεθ. Αλλά αυτός ο γενναίος, με ακόμη περισσότερο θάρρος και τόλμη, φώναξε: «Χριστιανός είμαι, τον Χριστό μου δεν αρνούμαι και αν μύρια βάσανα μου δώσετε». Έτσι πάλι τον φυλάκισαν και τον ράβδιζαν συχνά. Για τρίτη φορά παρουσίασαν τον μάρτυρα στον Κριτή, ο οποίος, βλέποντάς τον πολύ νέο και το πρόσωπό του να λάμπει,

άρχισε να τον κολακεύει και να τον προτρέπει να αλλάξει την πίστη του. Όμως ο Μάρτυς του Χριστού έμενε ακλόνητος. «Χριστιανός επιθυμώ να αποθάνω. Τι χασομεράτε; Αυτή τη χάρη μόνο σας ζητώ, να μου δώσετε το γρηγορότερο το θάνατο». Αφού άκουσε αυτά ο Κριτής, βλέποντας δε το αμετάθετο της γνώμης του, ότι δεν ήταν δυνατόν να τον μετακινήσει από την πίστη του Χριστού, για να μην ντροπιαστεί περισσότερο, διέταξε να τον αποκεφαλίσουν. Τον παρέδωσε στον έπαρχο, ο οποίος τον έδεσε και τον έφερε στον τόπο του μαρτυρίου, στο μέρος όπου ήταν το παντοπωλείο του πατέρα του. Ο Μάρτυς όμως ήταν όλος χαρά, χωρίς καθόλου να φοβάται το θάνατο. Το πρόσωπό του έλαμπε από τη χάρη που πλημμυρούσε την ψυχή του

τότε του Πρωτομάρτυρος Στεφάνου. Φαινόταν σαν να πηγαίνει σε γάμο και όχι σε θάνατο. Τόσο ήταν ολόκληρος αλλοιωμένος, τόσο ποθούσε και διψούσε τον υπέρ Χριστού θάνατο, όπως η έλαφος εκείνη που αναφέρει ο προφητάναξ Δαβίδ, η οποία τρέχει διψασμένη στις πηγές των υδάτων. Διότι είχε στην καρδιά το πυρ της αγάπης του Χριστού, από το οποίο φλεγόταν και φώναζε και αυτός κατά τον Παύλο: «Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Θλίψις ή στενοχωρία ή λιμός ή διωγμός ή γυμνότης ή μάχαιρα;» Όταν λοιπόν έφτασαν στον ορισμένο τόπο, έκλινε ο μακάριος Νικόλαος τα γόνατα και άπλωσε όσο μπορούσε το λαιμό του

να τον αποκεφαλίσει ο δήμιος εύκολα και γρήγορα. Καθώς προσευχόταν, του κόπηκε η μακαρία κεφαλή στις 23 Σεπτεμβρίου, ημέρα Δευτέρα, κατά το έτος 1672, και κέρδισε έτσι το στεφάνι του μαρτυρίου. Και η μεν αγία και καθαρή του ψυχή ανέβηκε στα ουράνια, όλη φως ουράνιο αστράπτουσα, στεφανηφόρος, συνοδευόμενη από τάγματα των Αγίων Αγγέλων και των Μαρτύρων, όπου και απολαμβάνει το φως της Αγίας Τριάδος. Η δε θεία χάρις έμεινε στο άγιο του και σεβάσμιο λείψανο. Γι' αυτό και έβλεπαν όλοι ολοφάνερα φως θεϊκό, το οποίο κατέβαινε πάνω σ' αυτό από τον ουρανό επί τρεις ολόκληρες νύχτες.

Από το οποίο το μαρτυρικό εκείνο λείψανο φαινόταν όλο φως. Και οι μεν χριστιανοί βλέποντάς το χαίρονταν και αγαλλόταν, οι δε Αγαρηνοί, θέλοντας να διαστρέψουν και να σκοτίσουν το θαύμα, έλεγαν: «Εμείς τον κόψαμε και ο Θεός έριξε φωτιά και τον καίει». Βλέποντας οι χριστιανοί το άγιο εκείνο φως, ευλαβήθηκαν και πήγαν μερικοί από αυτούς στον Κριτή, του έδωσαν αρκετά χρήματα, πήραν το Άγιο Λείψανο και με πολλή ευλάβεια το έθαψαν στο Μοναστήρι της Παναγίας που ονομάζεται Χάλκι.

Από αυτά, όποιος ήθελε, έδινε ένα φλουρί και έβαφε το μαντήλι του στο αίμα του μάρτυρος, στον τόπο του μαρτυρίου, και, ω του θαύματος, από οποιοδήποτε νόσημα και αν έπασχε, θεραπευόταν. Κάποιος ευλαβής πήρε το μαντήλι με το οποίο, όπως συνηθίζεται, είχαν δεμένα τα μάτια του μάρτυρος κατά την αποκεφάλισή του και, αφού το έβαλε σε άνθρωπο που έπασχε από χρόνια πολυκαιρινή θέρμη, τον γιατρέψε αμέσως με τη χάρη του. Μετά την ανακομιδή του Αγίου Λειψάνου του Μάρτυρος, η Αγία του Κάρα, μετά από θαυμαστό γεγονός, αποδόθηκε σε Αγιορείτες Πατέρες, μεταφέρθηκε δε και εναποτέθηκε στην Ιερά Μονή του Ξηροποτάμου του Αγίου Όρους, όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα και επιτελεί διάφορα θαύματα σε αυτούς που με πίστη προστρέχουν σε αυτή προς δόξαν του δωρεοδότου Τριαδικού Θεού.

Και πόσο σημαντικά δεν έχει να μας υπενθυμίσει ο σήμερα εορταζόμενος νεομάρτυς Άγιος Νικόλαος. Να υπενθυμίσει και να τονίσει σε όλους μας, ιδιαίτερα δε στους σημερινούς νέους, καθώς ο Άγιος μαρτύρησε σε εφηβική ηλικία, περίπου 16 ετών. «Οι δε τιμές και τα αξιώματα που μου υπόσχεσαι δεν τα χρειάζομαι. Εγώ τον Χριστό μου δεν αρνούμαι. Στον Χριστό μου πιστεύω. Για το όνομά Του πεθαίνω». Να η πραγματική σύνεση, η πραγματική σοφία, η πραγματική εξυπνάδα, το πραγματικό συμφέρον. Πραγματικά έξυπνος και καταφερτζής δεν είναι αυτός που καταφέρνει να ξεγελάσει τους άλλους για να κερδίσει πρόσκαιρα υλικά αγαθά, χρήματα, ανέσεις,

αξιώματα, χειροκροτήματα. Πραγματικά έξυπνος είναι εκείνος που καταφέρνει να ξεγελάσει τον διάβολο, να ξεφύγει από τις παγίδες του, να γλιτώσει από την έλξη του κόσμου. Πραγματικά καταφερτζής είναι εκείνος που καταφέρνει να μην είναι θύμα των παθών του και της ματαιότητας. Πραγματικά ανοιχτομάτης είναι εκείνος που μπορεί να βλέπει πίσω από την επιφάνεια και πέρα από το εφήμερο, βαθιά στο μέλλον. Αυτός που μπορεί να αναγνωρίζει στο πρόσωπο του Χριστού τον αληθινό και μένοντα θησαυρό, για την απόκτηση και διατήρηση του οποίου αξίζει κανείς τα πάντα να δώσει, ακόμη και τη ζωή του, διότι ο Χριστός είναι η αληθινή ζωή

ανέκφραστη ευφροσύνη των αγαπώντων Αυτόν, είναι το παν.

Αγγλική μετάφρασηEN · 18 παράγραφοι

Today, September 23, our Church celebrates the Conception of the Venerable Forerunner and Baptist John. We also commemorate Saint Andrew the Martyr; Saint John the Martyr and his children, Peter and Anthony; Saint Raïs, Virgin and Martyr; the venerable sisters Xanthippe and Polyxena; Saint Nicholas the Grocer, a new martyr; and Saint John, a new martyr from Konitsa.

Saint Nicholas the New Martyr was born in Karpenisi to devout parents who loved God. They sent him to school, where he learned the sacred writings. When he was fifteen, his father took him to Constantinople, where he worked as a grocer, and kept Nicholas with him in his shop in the district called Tahtakale. Across from the grocery, his father had a Muslim friend who was a skilled barber and knew Turkish well. The father decided to send the young man to him to learn to read and write Turkish. But this became a scheme of the devil to draw Nicholas into sinful ways

and, in the end, into complete unbelief. Such are the tricks of the wicked devil: he persuades struggling Christian parents to place their children in the enemy’s snares for the sake of some supposed worldly gain, and so draws them little by little away from faith in Christ.

But with this saintly young man, the very opposite happened. He fell into the devil’s snare, yet crushed the one who had set it and rose to heaven crowned with victory. As the martyr studied Turkish, he learned so quickly that the Muslim barber marveled at his intelligence. The barber then resolved to make him a Muslim.

So he devised this wicked plan. One day he summoned several Turkish Janissaries and told them, “This grocer has a very bright son, so gifted at his lessons that he learns them as soon as I teach them. Brothers, please help me bring such a promising boy over to our faith.” They promised to help as much as they could. A few days later, the barber wrote out the salavat, their confession of faith, and kept it ready. When Nicholas came for his usual lesson, the teacher gave him the written confession and said, “Read this.” The Janissaries were there to witness it.

Nicholas read the paper, unaware that it was their confession of faith. At the barber’s signal, the Turks cried out, “You have become a Muslim, Nicholas, because you read the salavat!” Astonished by their trick, Nicholas replied, “I am a Christian, whatever you say. When my teacher gives me something to read for a lesson, I am expected to read it.”

They and many others who had gathered seized him and dragged him before the kaymakam, the vizier’s deputy. As they brought blessed Nicholas before the deputy and judge, some shouted while others gave false testimony: “Sir, this man recited the salavat in our presence. If you want proof, he even has the paper with it written down and reads it all the time. Now we urge him to become a Muslim, but he mocks our faith.” The judge asked him, “Nicholas, if you wrote out the confession and read it, why do you refuse to become a Muslim?” Nicholas answered firmly, without a trace of fear: “Today, after my lesson, my teacher gave me this paper and told me to read it. I did not know it was your salavat. I thought that, since he was my teacher, I had to read whatever he gave me.” The judge said, “Nicholas, because you read the confession, you must become a Muslim. I will give you whatever high office you wish. I will make you rich,

honor you, and raise you to glory in the palace.” But the saint replied, “I am a Christian, and I believe in my Christ, the true God. I have no need of the honors and offices you promise me. I will not deny my Christ. I believe in my Christ. I will die for His name. I will not become a Muslim.” Seeing that he was getting nowhere, the kaymakam ordered the martyr’s hands tied behind his back and had him hung from a great pillar. He urged him once more: “Nicholas, look what we are about to do to you. Just agree to become a Muslim.” The saint answered, “You have the power to do as you wish. I am a Christian. Does your own Quran not say that no one should be forced to become a Muslim?”

The judge ordered Nicholas to be circumcised, thinking this would persuade him to profess their religion as true. But blessed Nicholas cried out, “Even if you cut my whole body into tiny pieces, I will not deny my Christ. I believe in Him, I worship Him, and I have Him as my helper. He stands beside me unseen and gives me strength.” The men of the other faith told him, “Nicholas, we have circumcised you. You are a Muslim now.” But the saint answered, “That is a lie. I am a Christian, and I believe in my Christ.” What a blessed voice, and still more blessed the mouth that shone brighter than the sun! When the tyrant saw that even circumcision had achieved nothing, he ordered Nicholas shut in the prison for criminals and given no

bread or water. Nicholas remained there for sixty-five days. Then they took him out and brought him before the judge again. He was joyful and filled with the grace of God. His accusers shouted, “Either he becomes a Muslim or he must die!” The judge asked again whether he had changed his mind and accepted the faith of Muhammad. But the brave young man cried out with even greater boldness, “I am a Christian. I will not deny my Christ, even if you inflict countless torments on me.” So they imprisoned him again and beat him often with rods. When they brought the martyr before the judge a third time, the judge saw how young he was and how his face shone,

and began to flatter him and urge him to change his faith. But the martyr of Christ stood firm. “I wish to die a Christian. Why do you delay? This is the one favor I ask of you: put me to death as soon as you can.” Hearing this and seeing that Nicholas would not be moved from his faith in Christ, the judge ordered him beheaded rather than face further humiliation. He handed Nicholas over to the governor, who bound him and led him to the place of martyrdom, near his father’s grocery. The martyr was full of joy and had no fear of death. His face shone with the grace that filled his soul,

like the face of Stephen the First Martyr. He seemed to be going to a wedding, not to his death. So completely was he changed, and so deeply did he long and thirst to die for Christ, like the deer described by David the prophet and king, thirsting for streams of water. For the fire of love for Christ burned in his heart, and he too cried out with Paul: “Who shall separate us from the love of Christ? Tribulation, or hardship, or hunger, or persecution, or nakedness, or the sword?” When they reached the appointed place, blessed Nicholas knelt down and stretched out his neck as far as he could

so that the executioner could behead him quickly and easily. As he prayed, his blessed head was cut off on Monday, September 23, 1672, and thus he received the crown of martyrdom. His holy and pure soul rose to heaven, shining with heavenly light, crowned and accompanied by ranks of holy angels and martyrs. There he enjoys the light of the Holy Trinity. Divine grace remained in his holy and venerable relics. For three whole nights, everyone plainly saw a divine light descend upon them from heaven.

The martyr’s relics appeared to be radiant with light. The Christians rejoiced when they saw it. But the Muslims, wishing to explain away and obscure the miracle, said, “We beheaded him, and God has sent down fire to burn him.” Seeing that holy light, some of the Christians were moved with reverence. They went to the judge, paid him a substantial sum, received the holy relics, and buried them with great reverence at the monastery of the Most Holy Theotokos called Chalki.

At the place of martyrdom, anyone who wished could pay a gold coin and dip a handkerchief in the martyr’s blood. And, wonder of wonders, whatever illness they suffered, they were healed. One devout person took the cloth that, as was customary, had covered the martyr’s eyes at his beheading. He placed it on a man suffering from a long-standing fever, and the man was healed at once by the martyr’s grace. After the martyr’s holy relics were taken up, a wondrous event led to his holy head being entrusted to fathers from Mount Athos. It was brought to Xeropotamou Monastery on the Holy Mountain, where it remains to this day and works various miracles for those who come to it in faith, to the glory of the Triune God, the giver of every gift.

How much Saint Nicholas, the new martyr we celebrate today, has to remind us of! He speaks to us all, and especially to young people, for he was martyred as a teenager, at about sixteen years of age. “I have no need of the honors and offices you promise me. I will not deny my Christ. I believe in my Christ. I will die for His name.” That is true good sense, true wisdom, true intelligence, and our true good. The truly clever and capable person is not the one who manages to deceive others to gain passing possessions, money, comforts,

high office, or applause. The truly clever person is the one who outwits the devil, escapes his snares, and breaks free from the world’s pull. The truly capable person avoids becoming a slave to the passions and to vanity. The person who truly sees clearly can look beneath the surface and beyond what soon passes away, far into the future. Such a person recognizes in Christ the true and lasting treasure, worth giving everything to gain and keep, even one’s life. For Christ is true life,

unspeakable joy to those who love Him. He is everything.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

09 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ\23 09.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα