Άγιος Μιχαήλ ο Μαλείνος και η ταπεινοφροσύνη της μοναχικής ζωής
Γεννημένος Μανουήλ σε πλούσια οικογένεια της Καππαδοκίας, ο Μιχαήλ θεωρήθηκε δώρο της Θεοτόκου μετά τις προσευχές των γονέων του για παιδιά. Ο θάνατος του αυτοκράτορα Λέοντος ΣΤ' τον οδήγησε να αμφισβητήσει την κοσμική εξουσία και να επιδιώξει μοναχική ζωή στο Όρος Κυμινά, υπό τον Γέροντα Ιωάννη.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Γεννημένος Μανουήλ σε πλούσια οικογένεια της Καππαδοκίας, ο Μιχαήλ θεωρήθηκε δώρο της Θεοτόκου μετά τις προσευχές των γονέων του για παιδιά.
- Ο θάνατος του αυτοκράτορα Λέοντος ΣΤ' τον οδήγησε να αμφισβητήσει την κοσμική εξουσία και να επιδιώξει μοναχική ζωή στο Όρος Κυμινά, υπό τον Γέροντα Ιωάννη.
- Παρά την αρχική αντίθεση των γονέων του, επέστρεψε στη μονή, αγκάλιασε ταπεινή εργασία και αυστηρή άσκηση και έλαβε το όνομα Μιχαήλ.
- Μοίρασε μέρος της κληρονομιάς του στους φτωχούς και χρησιμοποίησε το υπόλοιπο για να ιδρύσει τη Λαύρα Κυμινά, όπου οργάνωσε μια πειθαρχημένη μοναστική κοινότητα.
- Η διάλεξη αφηγείται τη φροντίδα του για ταξιδιώτες και τους θλιμμένους, την πνευματική του καθοδήγηση και θαύματα που αποδίδονται στις προσευχές του.
- Το μοναστήρι προσέλκυσε μοναχούς, αξιωματούχους και μελλοντικούς αγίους, μεταξύ των οποίων τον Αθανάσιο Αθωνίτη, που αναζήτησε εξομολόγηση ή πνευματική συμβουλή.
- Η ζωή του Μιχαήλ οδηγεί σε προειδοποίηση κατά της κενοδοξίας: τα καλά έργα πρέπει να γίνονται για τον Θεό, και οι επιτυχίες να αποδίδονται στη χάρη Του.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 18 παράγραφοι
μας Μιχαήλ, ο επιλεγόμενος Μαλείνος, έζησε κατά τους χρόνους των βασιλέων Κωνσταντίνου του 7ου μέχρι και του Βασιλείου του 2ου του Βουλγαροκτόνου, δηλαδή κατά τον 10ο αιώνα. Καταγόταν δε από την Καππαδοκία και είχε γενεά όχι μόνο ευσεβή, αλλά και πλούσια και κατά κόσμον επιφανή. Οι γονείς του, Ευδόκιμος και Αναστασώ, συγγένευαν με τον τότε βασιλέα Λέοντα. Είχαν όλα τα αγαθά του Αβραάμ. Ήταν όχι μόνο πλούσιοι, αλλά και εύσπλαχνοι και φιλάνθρωποι, όπως εκείνος. Είχαν όμως και τη θλίψη εκείνου, διότι ήταν άτεκνοι. Πήγαιναν σε εκκλησίες και παρακαλούσαν τον Θεό να τους δώσει παιδί, αλλά η προσευχή τους δεν εισακουόταν. Τέλος,
σε έναν ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου, η οποία μετά την προσευχή τους παρουσιάστηκε στον εφημέριο της εκκλησίας και μήνυσε ότι θα αποκτούσαν τρία παιδιά, με τη συμφωνία το ένα να το λάβαινε πάλι πίσω η Παναγία. Πράγματι, οι άτεκνοι έγιναν καλλίτεκνοι και το πρώτο παιδί ονόμασαν Μανουήλ. Ο μικρός αύξανε και ανατρεφόταν με πολλή επιμέλεια. Νεαρός ο Μανουήλ τοποθετήθηκε στα ανάκτορα για να αποκτήσει τρόπους, αλλά και γνωριμίες που θα του χρησίμευαν στη μετέπειτα σταδιοδρομία του. Ήταν τότε η βασιλεία του Λέοντος του 6ου κατά το τέλος της. Ο βασιλέας αυτός πέθανε τον Μάιο του 912, με πολλή θλίψη
επ' αυτού το κράτος έπαθε πολλές και μεγάλες συμφορές από τους Βουλγάρους, τους Ρώσους και άλλους εχθρούς, και έτσι ο νεαρός Μανουήλ είδε από κοντά, κάτω από τα απατηλά φαινόμενα της κοσμικής λάμψεως και δυνάμεως, όλη την ανθρώπινη αθλιότητα και μηδαμινότητα. Αναστρεφόμενος στα ανάκτορα είδε ότι σε αυτά η ψυχή δεν βρίσκει τη γαλήνη της, μάλλον εξάπτονται τα πάθη και κορυφώνονται οι κακίες. Όταν δε είδε τον νεκρό βασιλέα, συλλογίστηκε και είπε: «Εάν και οι βασιλείς αποθνήσκουν, τι ωφελούμαι με το να βρίσκομαι στη ματαιότητα του κόσμου; Καλύτερα να πάω σε τόπο ήσυχο να προσεύχομαι για τη σωτηρία μου». Κλαίοντας πήγε σε μια εκκλησία και προσευχήθηκε.
«Δέσποτα, αν σου είναι αρεστό να γίνω μοναχός, δείξε μου το θέλημά σου». Άνοιξε το ψαλτήρι και διάβασε: «Επί τω Κυρίω πέποιθα, πώς ερείτε τη ψυχή μου, μεταναστεύου επί τα όρη ως στρουθίον;» Έτσι άφησε τη Βασιλεύουσα και κατέφυγε στο όρος του Κιμινά στη Μικρά Ασία. Εκεί βρήκε γέροντα μοναχό, ονόματι Ιωάννη, άνδρα μεγάλης αρετής και πείρας, που τον παρακάλεσε θερμότατα να τον δεχτεί κοντά του. Ο γέροντας δίστασε στην αρχή, βλέποντας τη νεότητα του ξένου, την απαλότητα και την ενδυμασία που φανέρωνε ότι ήταν από οικογένεια πλούσια και επίσημη. Ποιος ξέρει, σκέφτηκε ο γέροντας, αν μετά κάποιες μέρες
μεταμεληθεί ο νέος και ποθήσει την πολυτελή και άνετη ζωή του αρχοντικού του; Αλλά ο Μανουήλ τόσο θερμά τον ικέτευε και τόσο πόθο έδειχνε, που ο γηραιός μοναχός συγκατένευσε στις παρακλήσεις του. Έτσι, αυτός που μεγάλωσε σε πολυτελείς αίθουσες και βασιλικά ανάκτορα, έβγαλε τα κοσμικά ενδύματα, φόρεσε το ράσο και άρχισε την τραχιά στο όρος εκείνο ασκητική ζωή. Εν τω μεταξύ οι γονείς του Μανουήλ, καθώς έμαθαν την αναχώρησή του, λυπήθηκαν και πόνεσαν πολύ. Ο δε πατέρας του, συνοδευόμενος από συγγενείς και υπηρέτες, πήγε στο μοναστήρι και, αφού βρήκε τον γιο του, τον υποχρέωσε να αφήσει τον γέροντά του και να επιστρέψει στο σπίτι τους. Ο Μανουήλ όμως και μετά την επάνοδο
κατεχόταν από τον πόθο της επιστροφής στο μοναστήρι. Μάταια η μητέρα του μεταχειριζόταν τα τρυφερότερα λόγια για να αναθερμάνει την αγάπη του για τη στέγη των προγόνων του. Μάταια και ο πατέρας του προσπαθούσε να τον πείσει ότι άριστα θα μπορούσε να συμβιβάσει την ευσέβεια με τη ζωή μέσα στον κόσμο. Όμως εκείνος που είχε γευθεί το μέλι, τη χάρη της μοναχικής ζωής, και ήταν μεθυσμένος από τον έρωτα του Θεού, δεν ήταν δυνατό να πεισθεί και να τα ανταλλάξει με τις πρόσκαιρες ευχαριστήσεις του κόσμου τούτου. Εξάλλου η Παναγία τους είχε χαρίσει κι άλλο γιο και θυγατέρα, υπήρχε δε και η συμφωνία της Θεοτόκου. Γιατί λοιπόν θα έπρεπε να επιμένουν; Τελικά οι γονείς του Μανουήλ είδαν ότι έπρεπε να τον αφήσουν στην ελευθερία του.
Έτσι αυτός, μετά από λίγους μήνες, επέστρεψε στον γέροντά του, ο οποίος τον ξαναείδε γεμάτος χαρά. Στο μοναστήρι υπηρετούσε τους αδελφούς με πολλή επιμέλεια. Έγινε τραπεζάρης, μαγείρευε, έφερνε τροφές με δουλική ταπείνωση, έπλενε τα σκεύη, σκούπιζε και όλοι θαύμαζαν πώς καταδεχόταν να κάνει τέτοιες ταπεινές εργασίες. Ακόμη φορούσε μόνο έναν χιτώνα, ήταν ανυπόδητος και αγωνιζόταν ενάντια στον ύπνο, τον οποίο έκανε πάνω σε μια σανίδα. Μετά δύο χρόνια έγινε μεγαλόσχημος μοναχός με το όνομα Μιχαήλ και, όταν έτσι τον είδε ο πατέρας του, χάρηκε και δακρυσμένος τον νουθέτησε. «Βλέπε, παιδί μου», του είπε, «να μη ζημιωθείς τον Θεό,
τον οποίο περισσότερο από τους γονείς και τον κόσμο αγάπησες». Όταν επέστρεψε στη σύζυγό του, της είπε: «Είδα τον Μανουήλ και η ψυχή μου ευφράνθηκε. Σκέπτομαι ότι αυτός είναι που μας χάρισε η Κυρία Θεοτόκος και πάλι τον πήρε κατά την όραση. Λοιπόν, ας μη λυπούμαστε, αλλά μάλλον ας δοξάζουμε τη Δέσποινα. Αυτός ο γιος μας μέλλει να γίνει καύχημα και στήριγμά μας και πολλών ψυχών παρακίνηση προς την αρετή και παρηγοριά». Σε λίγο πέθανε ο πατέρας του Οσίου, η δε μητέρα μοίρασε την περιουσία στα παιδιά της και έγινε μοναχή και με τη βοήθεια του Μιχαήλ τελείωσε θεάρεστα τη ζωή της. Παιδιά της αδελφής του Οσίου ήταν οι στρατηγοί Νικηφόρος και Λέων.
Ο δε Νικηφόρος έγινε μετά και βασιλέας. Η κληρονομική μερίδα την οποία πήρε ο Μιχαήλ δεν ήταν μικρή. Ένα μέρος από αυτή μοίρασε στους φτωχούς και το άλλο πήρε για να το διαθέσει για ιερούς επίσης σκοπούς. Προσθέτηκαν κι άλλοι μοναχοί. Όταν δε ο γέροντας Ιωάννης απεδήμησε προς τον Κύριο, ο Μιχαήλ αναζήτησε τόπο στο όρος κατάλληλο για να ιδρύσει μεγάλο μοναστήρι. Αφού τον βρήκε, ίδρυσε την περίφημη Λαύρα του Κιμινά, ξοδεύοντας για αυτή το υπόλοιπο μέρος της κληρονομιάς του. Ο Όσιος αξιώθηκε και της ιεροσύνης, ως καθαρός και ενάρετος. Από το στόμα του ποτέ δεν βγήκε λόγος κακός ή όρκος. Ευχόταν αυτούς που τον μισούσαν, συμπονούσε και βοηθούσε τους θλιμμένους,
κατ' εξοχήν τους πτωχούς, και για τους ξένους και οδοιπόρους έκτισε μεγάλο ξενώνα. Έφτασε στην απάθεια και σε ύψος θεωρίας και απέκτησε διορατικό και προορατικό χάρισμα. Η φήμη τέτοιας μονής και με τέτοιο προϊστάμενο έφερε εκεί και άλλους μοναχούς. Σχηματίστηκε έτσι η πολυάριθμη αδελφότητα, την οποία ο Μιχαήλ οργάνωσε κοινοβιακώς. Στην αρχή δεν έλειψαν και κάποιοι που έκλιναν προς τη φιλονικία, την απείθεια, τη διαίρεση. Αλλά ο Όσιος απομάκρυνε όσους, μετά από δοκιμασία μερικών μηνών, τους έβρισκε ανεπίδεκτους διορθώσεως. Τους άλλους πέτυχε να διορθώσει είτε με τη δύναμη της εξουσίας που είχε είτε με την αγάπη. Έτσι έμειναν στο μοναστήρι
αληθινά θεοσεβείς που μπορούσαν όχι μόνο να λέγονται, αλλά και να είναι αδελφοί. Οι μοναχοί αυτοί δεν ήταν μόνο στην καθημερινή ακολουθία τακτικοί, αλλά ήξεραν και να λατρεύουν τον Θεό εν πνεύματι και αληθεία. Μελετούσαν, συμβουλεύονταν, υπάκουαν, προσπαθούσαν ο ένας να τιμήσει περισσότερο τον άλλον. Ήταν σοβαροί και ιλαροί, ασκούσαν την εγκράτεια, την ολιγάρκεια, τη νηστεία, την ταπείνωση. Από τα πολλά θαύματα που έκανε ο Όσιος αναφέρουμε λίγα με πολλή συντομία. Κάποιος που έκλεβε νουθετήθηκε από τον Όσιο να σταματήσει την αμαρτία. Εκείνος όμως τον μίσησε και πήγε να τον φονεύσει. Καθώς όμως είδε τον Όσιο, ενώ προσευχόταν, να είναι μέσα σε θεϊκή φωτιά
να γνωρίζει το φονικό του σχέδιο, έπεσε στα πόδια του και εξομολογήθηκε την αμαρτία του. Ο δε ανεξίκακος τον συγχώρησε και τον προέτρεψε να μετανοήσει, καθώς σύντομα θα απέθνησκε, το οποίο και έγινε μετά 40 μέρες. Σε κάποιο μοναχό που κινδύνεψε νύχτα σε απόκρημνο μέρος, παρουσιάστηκε κατά τρόπο θαυμαστό ο Όσιος, του έφεξε, γύρισε στο μοναστήρι και μετά έγινε άφαντος. Άλλη φορά, μοναχός που γόγγυσε καταπλακώθηκε από μεγάλο ξύλο. Ο Όσιος από μακριά το γνώρισε με τη χάρη του Θεού που είχε, έστειλε άλλο μοναχό και τον γλίτωσε. Δέντρο που από δαιμονική ενέργεια έγινε άκαρπο, ο Όσιος το ευλόγησε
και έγινε περισσότερο κάρπιμο από ό,τι ήταν προηγουμένως. Σε κάποιο μοναχό που κινδύνευσε να πεθάνει από μεγάλο οίδημα του προσώπου, παρουσιάστηκε στον ύπνο του ο Όσιος και, βάζοντας το καλυμμαύχι του σε αυτόν, τον θεράπευσε. Αυτή η πνευματική λαμπρότητα της Μονής, που τιμόταν επ' ονόματι της Υπεραγίας Θεοτόκου, προσέλκυε από καιρό σε καιρό ιδιαίτερα εκλεκτές ψυχές, όπως τον Όσιο Αθανάσιο, ο οποίος ίδρυσε τη Μεγίστη Λαύρα στο Άγιον Όρος. Ακόμη έρχονταν στο μοναστήρι πολλοί από τις πόλεις και από τη Βασιλεύουσα για να εξομολογηθούν και να ενισχυθούν στις θλίψεις και τους πειρασμούς της καθημερινής ζωής. Στρατηγοί, πατρίκιοι και άλλοι αξιωματούχοι
χτυπούσαν την πόρτα του μοναστηριού για να πουν τις αμαρτίες τους και ήταν συγκινητικό πολέμαρχοι όπως ο Νικηφόρος Φωκάς να ταπεινώνονται ενώπιον του πνευματικού και να δέονται γονατιστοί με δάκρυα στις αγρυπνίες του μοναστηριού. Η Μονή αυτή του Κιμινά έγινε ακόμη πολύ γνωστή και για τους καλλιγράφους αντιγραφής ιερών βιβλίων. Ακόμη, ο Όσιος αυτός Μιχαήλ ήταν πολύ φιλέορτος, ιδιαίτερα δε όταν επρόκειτο για δεσποτική ή θεομητορική εορτή, κατά τις οποίες έκανε ολονύκτια αγρυπνία. Αξιώθηκε δε πολλών επισκέψεων της Θεοτόκου. Έκανε στην άσκηση 50 χρόνους και έτσι, θεάρεστα αφού πολιτεύτηκε,
ισάγγελος και αγγελόνυμος, αυτός ο Όσιος απήλθε προς την αιώνια βασιλεία, την οποία ήδη από την παρούσα ζωή είχε αρχίσει να ζει και την οποία είθε και εμείς να επιτύχουμε με τη θεία φιλανθρωπία.
Από τα πολλά τα οποία θα μπορούσε κάποιος να προσέξει και να διδαχθεί ακούοντας το συναξάρι του σήμερα εορταζομένου Οσίου Μιχαήλ είναι η έλλειψη κενοδοξίας. Είχε πολλούς και ισχυρούς λόγους ο Όσιος για τους οποίους θα μπορούσε να κενοδοξήσει: την καταγωγή και τη βασιλική συγγένεια, τον πλούτο, τη μόρφωση, τα προσωπικά χαρίσματα, ακόμη και τις αρετές. Όμως οι Άγιοι Πατέρες μας λένε ότι ο άνθρωπος που εργάζεται τις αρετές, εάν δεν τις κρύβει και δεν τις κάνει για να ευαρεστήσει τον Θεό, μοιάζει με τον γεωργό που σπέρνει τον σπόρο του επάνω στο έδαφος χωρίς να τον σκεπάσει, και έρχονται τα πετεινά του ουρανού, τον τρώγουν και όλος ο κόπος του πάει χαμένος.
Όχι απλώς χάνεται, αλλά πρέπει να γνωρίζουμε ότι όποια αρετή εργαστούμε σε αυτή τη ζωή, εάν δεν τη φυλάξουμε από το δηλητήριο της κενοδοξίας, τότε αυτή γίνεται ενώπιον του Θεού μισητή. Γι' αυτό, κάθε έργο που κάνουμε, ας ρωτάμε τον εαυτό μας γιατί το κάνουμε. Εάν το κάνουμε για τη δόξα του Θεού και τη σωτηρία της ψυχής μας, ας έχουμε ελπίδα στο έλεος του Θεού ότι θα μας ωφελήσει. Εάν όμως έχουμε άλλους σκοπούς για τους οποίους αγωνιζόμαστε να αποκτήσουμε τις αρετές, τότε ας γνωρίζουμε ότι τις εργαζόμαστε για βλάβη και όχι για τη σωτηρία μας. Ο δε Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μας λέγει ότι η κενοδοξία είναι μητέρα της γέεννας, προσκύνηση των ειδώλων
και πηγή όλων των κακών. Ο δε Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής λέγει ότι η τέχνη αγώνας κατά της κενοδοξίας είναι να προσευχόμαστε διαρκώς και να κάνουμε τα καλά έργα κρυφά, ενώ για να νικήσουμε την υπερηφάνεια πρέπει να αποδίδουμε κάθε επιτυχία στη δύναμη και ευλογία του Θεού και όχι στον εαυτό μας. Και πράγματι τι έχουμε που δεν ελάβαμε;
Αγγλική μετάφρασηEN · 18 παράγραφοι
Our Saint Michael, called Maleinos, lived in the tenth century, from the reign of Constantine VII to that of Basil II, the Bulgar-Slayer. He came from Cappadocia, from a family that was devout, wealthy, and prominent in the world. His parents, Eudokimos and Anastaso, were related to Emperor Leo. Like Abraham, they had abundant blessings. They were wealthy, but also compassionate and generous, as he was. Yet they shared Abraham’s sorrow too: they had no children. They went from church to church, begging God to give them a child, but their prayer seemed to go unanswered. At last,
at a church dedicated to the Most Holy Theotokos, they prayed again. Afterward, she appeared to the church’s priest and told him they would have three children, on the understanding that she would take one of them back for herself. And so the childless couple were blessed with children. They named their firstborn Manuel and raised him with great care. As a young man, Manuel was placed in the palace to learn courtly manners and make connections that would help him later in life. The reign of Leo VI was then drawing to a close. The emperor died in May 912, bringing great sorrow.
After his death, the empire suffered many grave calamities at the hands of the Bulgarians, the Russians, and other enemies. Young Manuel saw firsthand the human misery and frailty hidden beneath the deceptive glitter of worldly power. Life at court taught him that the soul finds no peace there; instead, the passions are stirred up and wrongdoing grows. When he saw the dead emperor, he thought, “If even emperors die, what do I gain by living amid the vanity of this world? Better to go somewhere quiet and pray for my salvation.” Weeping, he went into a church and prayed.
“Master, if it pleases You that I become a monk, show me Your will.” He opened the Psalter and read: “In the Lord I put my trust. How can you say to my soul, ‘Flee to the mountains like a sparrow’?” So he left Constantinople and went to Mount Kyminas in Asia Minor. There he found an elder monk named John, a man of great virtue and experience, and earnestly begged to stay with him. At first the elder hesitated. The stranger was young, delicate, and dressed like someone from a wealthy and distinguished family. Who knows, the elder thought, whether in a few days
this young man will change his mind and long for the luxury and comfort of his family home? But Manuel pleaded so earnestly and showed such longing that the elder agreed. The young man who had grown up in splendid halls and royal palaces took off his worldly clothes, put on a cassock, and began the harsh ascetic life of that mountain. Meanwhile, when Manuel’s parents learned that he had gone, they were deeply grieved. His father came to the monastery with relatives and servants, found his son, and compelled him to leave his elder and return home. Yet even after coming back, Manuel
longed to return to the monastery. His mother tried in vain, with the tenderest words, to rekindle his love for his ancestral home. His father tried in vain to persuade him that he could live a devout life in the world. But Manuel had tasted the honey and grace of monastic life. Filled with love for God, he could not be persuaded to exchange it for this world’s passing pleasures. Besides, the Most Holy Theotokos had given them another son and a daughter, and there was their agreement with her. Why should they insist? In the end, Manuel’s parents saw that they had to let him choose freely.
A few months later, he returned to his elder, who welcomed him with joy. At the monastery, Manuel served the brothers diligently. He tended the dining hall, cooked, brought in food with the humility of a servant, washed the dishes, and swept the floors. Everyone marveled that he willingly did such humble work. He wore only a single tunic, went barefoot, and fought off sleep, resting on a plank. After two years, he became a great schema monk and received the name Michael. When his father saw him so clothed, he rejoiced and, with tears in his eyes, counseled him: “Take care, my son, that you do not lose God,
whom you have loved more than your parents and the world.” When his father returned to his wife, he told her, “I saw Manuel, and my soul rejoiced. I believe he is the child the Lady Theotokos gave us and then took back, just as the vision foretold. So let us not grieve. Let us glorify the Lady instead. This son of ours will be our pride and support, and he will encourage and comfort many souls on the path of virtue.” Soon afterward, the saint’s father died. His mother divided her property among her children and became a nun. With Michael’s help, she lived out her life in a way pleasing to God. The generals Nikephoros and Leo were the sons of the saint’s sister.
Nikephoros later became emperor. Michael’s share of the inheritance was considerable. He distributed part of it to the poor and kept the rest for sacred purposes. Other monks joined them. When Elder John departed to the Lord, Michael looked for a suitable place on the mountain to build a large monastery. There he founded the renowned Lavra of Kyminas, spending the remainder of his inheritance on it. Because of his purity and virtue, the saint was also counted worthy of the priesthood. No evil word or oath ever came from his mouth. He prayed for those who hated him, and he had compassion for and helped those in sorrow,
especially the poor. For strangers and travelers he built a large guesthouse. He attained apatheia, freedom from the passions, and a high degree of theoria, the contemplation of God. He also received the gifts of spiritual insight and foresight. The reputation of the monastery and its abbot drew still more monks, forming a large brotherhood that Michael organized as a community living together. At first, some were inclined to quarrel, disobey, and cause division. After testing them for several months, the saint sent away those he found unwilling to change. He succeeded in correcting the others, either through the authority entrusted to him or through love. In this way, those who remained in the monastery
were truly devout men who were brothers in deed as well as in name. They faithfully attended the daily services, but they also knew how to worship God in spirit and in truth. They studied, sought counsel, obeyed, and tried to show one another honor. They were earnest and cheerful, practicing self-restraint, simplicity, fasting, and humility. Let us briefly mention a few of the saint’s many miracles. He urged a thief to stop sinning, but the man came to hate him and set out to kill him. Then he saw the saint at prayer, surrounded by divine fire,
and realized that the saint knew of his murderous plan. He fell at Michael’s feet and confessed his sin. The saint bore him no resentment. He forgave him and urged him to repent, for he would soon die. And forty days later, he did. One night, a monk was in danger on a steep slope. The saint appeared to him miraculously, lit his way back to the monastery, and then vanished. On another occasion, a monk who had been grumbling was pinned beneath a great piece of timber. Through the grace God had given him, the saint knew this from afar and sent another monk to rescue him. A tree that had ceased to bear fruit through demonic influence was blessed by the saint
and became more fruitful than before. Another monk was in danger of dying from a severe swelling of his face. The saint appeared to him in a dream, placed his monastic hat on him, and healed him. The spiritual radiance of the monastery, which was dedicated to the Most Holy Theotokos, drew especially gifted souls from time to time, including Saint Athanasius, who founded the Great Lavra on the Holy Mountain. Many people also came from the cities and from Constantinople to confess their sins and find strength amid the sorrows and temptations of daily life. Generals, nobles, and other officials
knocked at the monastery door to confess their sins. It was moving to see military commanders such as Nikephoros Phokas humble themselves before their spiritual father and kneel in prayer with tears during the monastery’s all-night vigils. The monastery at Kyminas also became well known for its calligraphers, who copied sacred books. Saint Michael loved to celebrate the feasts, especially feasts of the Lord and the Theotokos, for which he held all-night vigils. He was counted worthy of many visits from the Theotokos. After fifty years of ascetic discipline and a life pleasing to God,
this saint, who lived like an angel and bore an angel’s name, departed for the eternal Kingdom. He had already begun to live in that Kingdom here on earth. May we too attain it through God’s loving mercy.
Among the many lessons we can learn from the life of Saint Michael, whom we celebrate today, is his freedom from vainglory. He had many reasons he might have boasted: his family and royal connections, his wealth, his education, his personal gifts, and even his virtues. Yet the Holy Fathers tell us that someone who cultivates the virtues without keeping them hidden and doing them to please God is like a farmer who scatters seed on the ground but does not cover it. The birds of the air come and eat it, and all his labor is wasted.
More than that, we must know that any virtue we cultivate in this life becomes hateful in God’s sight if we fail to guard it against the poison of vainglory. So with everything we do, let us ask ourselves why we are doing it. If it is for the glory of God and the salvation of our souls, let us hope in God’s mercy that it will benefit us. But if we strive for virtue for other reasons, we must know that our efforts will harm us rather than lead us to salvation. Saint John Chrysostom tells us that vainglory is the mother of Gehenna, a form of idol worship,
and the source of every evil. Saint Maximus the Confessor says that the way to fight vainglory is to pray constantly and do good works in secret. To overcome pride, we must credit every success to the power and blessing of God, rather than to ourselves. After all, what do we have that we did not receive?
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
07 ΙΟΥΛΙΟΥ\12 07 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.