Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης και η χάρη της προσευχής

Γεννημένος ως Μανουήλ στη Λάμψακο, ο Άγιος Μάξιμος μπήκε στη μοναχική ζωή σε ηλικία δεκαεπτά ετών και εκπαιδεύτηκε κοντά σε ασκητές γέροντες. Ασκήθηκε στη φτώχεια, τη νηστεία, τις αγρυπνίες, την ταπείνωση και την Ευχή του Ιησού, καθώς ταξίδευε προς την Κωνσταντινούπολη και το Άγιον Όρος.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων13 Ιανουαρίου18:09Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Γεννημένος ως Μανουήλ στη Λάμψακο, ο Άγιος Μάξιμος μπήκε στη μοναχική ζωή σε ηλικία δεκαεπτά ετών και εκπαιδεύτηκε κοντά σε ασκητές γέροντες.
  • Ασκήθηκε στη φτώχεια, τη νηστεία, τις αγρυπνίες, την ταπείνωση και την Ευχή του Ιησού, καθώς ταξίδευε προς την Κωνσταντινούπολη και το Άγιον Όρος.
  • Σύμφωνα με τον βίο του, η Θεοτόκος του εμφανίστηκε στο Άγιον Όρος, όπου είδε όραμα και υπέμεινε κατηγορίες για πνευματική πλάνη.
  • Έγινε γνωστός ως Καυσοκαλύβης, επειδή επανειλημμένα έκαιγε τις μικρές καλύβες του και έφευγε, κρύβοντας τα πνευματικά του χαρίσματα με την ταπείνωση.
  • Σε συζήτηση με τον Γρηγόριο τον Σιναΐτη, ο Μάξιμος περιέγραψε πώς η αφοσίωση στη Θεοτόκο οδηγεί σε αδιάλειπτη προσευχή και δίδαξε πώς να διακρίνει κανείς τη θεία χάρη από τη δαιμονική απάτη.
  • Αφού εγκαταστάθηκε σε σπήλαιο, αποδίδονται σε αυτόν θεραπείες, απελευθερώσεις από δαίμονες, οράματα και προφητείες· προείπε τον θάνατό του και ετάφη δίπλα στην κατοικία του.
  • Η ομιλία κλείνει με την πρόσκληση του Μαξίμου να αναζητήσουμε τον Θεό μέσα από την ησυχία και την προσευχή, πριν κρίνουμε τους αγώνες και τα θαύματα των αγίων.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 21 παράγραφοι

Σήμερα, 13 του μηνός Ιανουαρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Ερμύλου και Στρατονίκου, του Οσίου Ιακώβου του Απονησίβεως, του Αγίου Μάρτυρος Αθανασίου, των Αγίων Μαρτύρων Παχωμίου και Παπηρίνου και του Οσίου Μαξίμου του Καυσοκαλύβη.

Ο Μάξιμος ήταν από τη Λάμψακο της μικρασιατικής ακτής του Ελλησπόντου. Οι γονείς του ήταν ευγενείς, ευσεβείς και ενάρετοι. Επειδή ήταν άτεκνοι, παρακαλούσαν τον Θεό μετὰ δακρύων να τους δώσει τέκνο. Ο Κύριος άκουσε τη δέησή τους και τους χάρισε τον Μανουήλ, τον οποίο ανέτρεφαν με μεγάλη αγάπη και επιμέλεια και του μάθαιναν τα ιερά γράμματα. Σε ικανή δε ηλικία τον έφεραν στο ναό της Παναγίας Θεοτόκου και τον αφιέρωσαν στον Θεό. Ο Μανουήλ διακρινόταν για τη φρόνησή του. Συναστρεφόμενος δε και υπηρετώντας οσίους γέροντες, οδηγούνταν από αυτούς στη θεάρεστη ζωή. Άναψε δε στην καρδιά του ο θείος πόθος για τη μοναχική ζωή.

Σε ηλικία 17 ετών, άφησε τους γονείς, την πατρίδα και τον κόσμο, πήγε στο απέναντι όρος του Γάνου, έγινε μοναχός με το όνομα Μάξιμος και υποτάχθηκε σε έναν ενάρετο γέροντα ονόματι Μάρκο και επιδόθηκε στην άσκηση με υπερβολική και αδιάλειπτη σκληραγωγία. Μετά το θάνατο του γέροντός του πήγε στη Μακεδονία, στο Παπίκιον Όρος, κοντά σε αγίους ασκητές, και έγινε κοινωνός των υπεράνθρωπων αρετών τους. Μετά πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου προσκύνησε τους ωραιότατους ναούς της. Έμεινε στα προαύλια του ναού της Θεοτόκου στις Βλαχέρνες. Ζούσε ανυπόδητος και φορώντας μόνο ένα τρίχινο παλιό ιμάτιο, με πείνα, δίψα,

αγρυπνία, ορθοστασία, προσευχή, δάκρυα, αγωνιζόμενος όλη τη νύχτα, καλλιεργώντας δε την ταπείνωση και αποφεύγοντας την ανθρωπαρέσκεια, υποκρινόταν τον διά Χριστόν σαλό.

Έμεινε εκεί αρκετό καιρό, πήγε στη Θεσσαλονίκη, όπου προσκύνησε τον Άγιο Δημήτριο τον Μυροβλύτη, και μετά στο Άγιον Όρος, όπου έγινε μοναχός της Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Αθανασίου. Με τους ύμνους και τα αναγνώσματα, ο νους του ανέβαινε στον Θεό. Θαύμαζε την άπειρη του Θεού φιλανθρωπία, φλεγόταν από τη Θεία Χάρη.

Αν και μέσω πολλών δεν εμποδιζόταν από τη νοερά προσευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με»,

την οποία είχε αδιάλειπτη μέσα στο νου και την καρδιά του, έχοντας τούτο ως χάρισμα από την παιδική του ηλικία. Έκανε με προθυμία τα προστασσόμενα και ζούσε με τη συνηθισμένη του σκληραγωγία, την ολονύκτιο στάση και αγρυπνία, τρεφόμενος τόσο όσο να ζει, με κατοικία του τα στασίδια του νάρθηκα της εκκλησίας. Εκεί του παρουσιάστηκε η Κυρία Θεοτόκος, έχοντας στην αγκαλιά τον Κύριο, που του είπε να ανέβει στον Άθωνα για να λάβει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, καθώς επιθυμούσε. Έτσι ανέβηκε στην κορυφή του όρους και τρία μερόνυχτα αδιαλείπτως προσευχόταν στον Θεό και τη Θεοτόκο, παρά τους σφοδρούς δαιμονικούς πειρασμούς. Εκεί

είδε και πάλι τη Θεοτόκο με τον Κύριο στην αγκαλιά της σε απαστράπτον θείο φως και αφού βεβαιώθηκε ότι δεν ήταν δαιμονική πλάνη, έπεσε και τους προσκύνησε. Έλαβε από την Κυρία Θεοτόκο την κατά των δαιμόνων χάρη και του δόθηκε άρτος ουράνιος, τον οποίο μόλις έβαλε στο στόμα του κυκλώθηκε από θείο φως και άκουσε ύμνο αγγελικό. Όταν όμως κατέβηκε από την κορυφή του Άθωνος και φανέρωσε εκείνο που είδε και άκουσε σε γέροντα ασκητή, εκείνος νόμισε ότι ήταν δαιμονικά και τον ονόμασε πλανεμένο και από τότε όλοι έτσι τον αποκαλούσαν, τον αποστρέφονταν και τον έδιωχναν. Εκείνος τα δέχθηκε με μεγάλη χαρά και μάλιστα υποκρινόταν ο ίδιος τον πλανεμένο.

Έφτιαχνε μικρή καλύβα με χόρτα, μετά από λίγο την έκαιγε και πήγαινε σε άλλο μέρος και πάλι τα ίδια και έτσι τον λέγανε Πλανεμένο και Καυσοκαλύβη και αυτός φύλαγε με την ταπεινοφροσύνη τη Χάρη του Θεού που είχε μέσα του και με την οποία αρπαζόταν σε υπερκόσμιες θεωρίες και έβλεπε αποκαλύψεις μυστηρίων. Τον καιρό εκείνο ήλθε στο Άγιο Όρος και ο Γρηγόριος ο Σιναΐτης, μεγάλος διδάσκαλος της πνευματικής ζωής και ιδιαίτερα της νοεράς προσευχής. Όταν άκουσε για τον Όσιο Μάξιμο επιθύμησε να τον δει και να συνομιλήσει μαζί του. Έστειλε μερικούς μαθητές του και τον κάλεσε. Στη συνάντηση που είχαν, ο Όσιος Μάξιμος του φανέρωσε την προηγούμενή του θαυμαστή ζωή.

Σχετικά με την απόκτηση της νοεράς προσευχής, του είπε: «Από τη νεότητά μου είχα πολλή πίστη στην Κυρία Θεοτόκο και την παρακαλούσα με δάκρυα να μου δώσει τη χάρη της νοεράς προσευχής. Μια μέρα την παρακάλεσα και πάλι με άμετρη θερμότητα καρδίας και εκεί που ασπαζόμουν με πόθο την Αγία εικόνα της, αισθάνθηκα στην καρδιά μου μια φλόγα που ήλθε από την εικόνα, που δεν με έκαιγε αλλά με δρόσιζε, με γλύκαινε και μου προξενούσε μεγάλη κατάνυξη. Από τότε άρχισε η καρδιά μου να λέγει ακατάπαυστα την ευχή». «Καρπός της ευχής αυτής», πρόσθεσε, «είναι αγάπη υπερβολική για τον Θεό και η αρπαγή του νοός προς τον Κύριο». Την αρπαγή αυτή, κατά την οποία σταματά η προσευχή,

κάνει το Άγιο Πνεύμα, όπως τον προφήτη Ησαΐα που είδε τον Κύριο επί θρόνου υψηλού και τα Σεραφείμ κύκλω αυτού και όπως τον πρωτομάρτυρα Στέφανο που είδε τους ουρανούς ανεωγμένους και τον Ιησού εν δεξιά του Πατρός κλπ.

Όταν λοιπόν η χάρη αυτή του Αγίου Πνεύματος έλθει σε κάποιον, πρόσθεσε, δεν του φανερώνει τα συνηθισμένα και αισθητά του κόσμου τούτου, αλλά μυστήρια υψηλά και απόκρυφα, εκείνα τα οποία, όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος, δεν μπορεί να τα δει ο οφθαλμός σωματικός, ούτε νους του ανθρώπου να τα συλλογιστεί από τον εαυτό του.

Είπε ο Όσιος Μάξιμος ότι άλλα είναι τα σημάδια της δαιμονικής πλάνης και άλλα της χάρης του Θεού. Το πονηρό πνεύμα, όταν πλησιάζει τον άνθρωπο, συγχύζει και ταράζει το νου, σκληραίνει την καρδιά, προκαλεί δειλία και φόβο και υπερηφάνεια, αγριεύει τους οφθαλμούς, ανατριχιάζει το σώμα, βλέπει όχι λαμπρό και καθαρό φως, αλλά κόκκινο, παρακινεί σε βλάσφημα λόγια, καύχηση για κατορθώματα, προκαλεί οργή. Η χάρη του Αγίου Πνεύματος κάνει το νου προσεκτικό, ταπεινό, φέρνει την ενθύμηση των αμαρτιών, του θανάτου, της μελλούσης κρίσεως, κατάνυξη στην ψυχή, φέρνει δάκρυα, την ημερώνει, την παρηγορεί, προξενεί υψηλές και αληθινές θεωρίες. Η καρδιά αναβρύει τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, τη χαρά, την ειρήνη, τη μακροθυμία,

την αγάπη, την ταπείνωση, απολαμβάνει άφατη αγαλλίαση. Ακούγοντας αυτά ο Άγιος Γρηγόριος τον ονόμασε επίγειο άγγελο και όχι άνθρωπο, τον προέτρεψε δε να μείνει σε έναν τόπο για να κάνει περισσότερο καρπό και να ωφελήσει πολλούς. Βρήκε λοιπόν ένα σπήλαιο και έμεινε σε αυτό την υπόλοιπη ζωή του με την υπεράνθρωπη άσκησή του. Έσκαψε και τον τάφο του εκεί κοντά και καθημερινά έκλαιε τον Μάξιμο και έψαλλε νεκρόσιμα τροπάρια. Έτσι και με το λόγο του μόνο γιατρεύε πολλούς και τα δαιμόνια έδιωχνε από τους δαιμονιζομένους, προγνώριζε και τα μέλλοντα να συμβούν. Ένας μοναχός ήθελε να ταξιδέψει στην Κωνσταντινούπολη με κάποιο πλοίο, ο δε Όσιος

δεν τον άφησε. Μετά τρεις μέρες το πλοίο εκείνο βυθίστηκε στη θάλασσα με όλους τους επιβάτες. Άλλο πλοίο είχε έρθει στο λιμάνι της Λαύρας και οι άνθρωποι του πλοίου έφεραν στον Όσιο για να τον θεραπεύσει ένα δαιμονισμένο που είχε το δαίμονα του να μην χορταίνει, αν και έτρωγε όσο πέντε άνδρες. Ο Άγιος πήρε ένα παξιμάδι, το έδωσε στον πάσχοντα και είπε: «Εν τω ονόματι του Κυρίου Ιησού Χριστού τόσο να τρως και να χορταίνεις και να ειρηνεύεις». Έτσι ελευθερώθηκε από το δαιμόνιο εκείνο και δεν έτρωγε περισσότερο από την ποσότητα του ενός παξιμαδιού. Αρνήθηκε τον κόσμο και έγινε δοκιμότατος μοναχός κοντά στον Άγιο.

Προγνώρισε τον ερχομό σε αυτόν των βασιλέων Ιωάννου Καντακουζηνού και Ιωάννου του Παλαιολόγου. Και πράγματι ήρθαν, τους δίδαξε πολλά ψυχωφελή και τους προείπε τα μέλλοντα να τους συμβούν, τα οποία και πραγματοποιήθηκαν. Από τον Όσιο Μάξιμο πέρασε και ο Πατριάρχης Κάλλιστος πηγαίνοντας στη Σερβία. Αφού συνομίλησαν, ο Όσιος τον προέπεμψε και έψαλε το «Μακάριοι οἱ ἄμωμοι ἐν ὁδῷ» κτλ., προμηνύοντας τον επικείμενο θάνατο που επήλθε σε όλους της πατριαρχικής συνοδείας στη Σερβία. Κάποιος ασκητής ονόματι Μεθόδιος πήγε στον Όσιο και είδε να τον περιλάμπει θείο φως. Δεν τολμούσε να πλησιάσει μέχρι που τον πρόσταξε ο Όσιος.

Για τον Όσιο Μάξιμο λεγόταν, καθώς διαπίστωσαν δύο μοναχοί της Λαύρας, ότι δεχόταν άρτο ουράνιο, άλλο δε ότι νερό της θάλασσας το έκανε γλυκό, από το οποίο ήπιε αυτός και εκείνοι. Άλλος πάλι, που συνέγραψε το βίο του Οσίου, μαρτυρεί ότι τον είδε να έρχεται προς αυτόν από μεγάλη απόσταση, πετώντας πάνω από το δάσος και τις μεγάλες πέτρες. Όταν δε ήλθε κοντά του, του επέστησε την προσοχή να μη πει σε κανέναν εκείνο που είδε μέχρις ότου θα ήταν στην παρούσα ζωή. Επίσης, του προείπε ότι θα γινόταν ηγούμενος και μητροπολίτης, τα οποία κι έγιναν. Κάποιος μοναχός, ονόματι Νικόδημος, πήγε στον Όσιο χάριν ωφελείας.

Ο Άγιος του είπε: «Αδελφέ Νικόδημε, σύντομα θα αποθάνω» και μετά του φανέρωσε τη μέρα της κοιμήσεώς του και ποιοι θα παρευρίσκονταν κατά τον ενταφιασμό. Όταν έφτασε η ημέρα που προείπε, εκοιμήθη ο Όσιος Μάξιμος σε ηλικία 95 ετών και τάφηκε στο μνήμα που έσκαψε ο ίδιος κοντά στην καλύβα του και παρευρέθηκαν μόνο εκείνοι τους οποίους είχε προαναφέρει. Για να μη δοξάζεται, έδωσε εντολή να μη πάρει κανείς μέρος από το λείψανό του, αλλά να το αφήσουν κρυμμένο στον τάφο. Αλλά ο Θεός δόξασε και μετά την κοίμησή του τον Όσιο, καθώς επικαλούμενος θεράπευε πάσχοντες, ο δε τάφος του ανέδιδε ευωδία.

Αυτά τα οποία ακούσαμε στο σημερινό συναξάρι αλλά και των άλλων Αγίων της Εκκλησίας μας είναι τόσο θαυμαστά που πολλοί δυσκολεύονται να τα πιστέψουν και τα θεωρούν απίθανες υπερβολές. Την απάντηση σε αυτούς δίνει ο σήμερα εορταζόμενος Όσιος Μάξιμος με εκείνα που είπε σε κάποιο επισκέπτη του, λόγιο από την Κωνσταντινούπολη, που είχε παρόμοιους λογισμούς. «Πού είδες εσύ», του είπε, «τους αγώνες και τα παλέσματα των Αγίων και τη χάρη που τους δίνει ο Θεός και βλασφημείς σε αυτούς, λέγοντας ότι οι Άγιοι λίγο αγωνίστηκαν, αλλά εκείνοι που γράφουν τους βίους τους τους κάνουν χάρη και προσθέτουν πολλά ψευδώς, τα οποία δεν έκαναν,

και τη χάρη των θαυμάτων που έλαβαν νομίζεις ότι είναι ψεύτικη; Πάψε από τέτοιους σατανικούς λογισμούς για να μην παροργίσεις τον Θεό και σε κατακάψει. Διότι οι Άγιοι επειδή αφιέρωσαν ολοκληρωτικά τον εαυτό τους στον Θεό, όλα τα νοήματα και τα έργα τα έκαναν για τον Θεό και για την ευαρέστησή Του και ήταν όλα θεάρεστα. Και ποιος, πες μου, μπορεί να περιγράψει όλο το βίο κάθε Αγίου καθώς ήταν, ή ποιος τον ξέρει καταλεπτώς; Μόνο λίγα γράφουν από τα πολλά. Γνώριζε δε ότι και η χάρη του Αγίου Πνεύματος που τους δόθηκε δεν είναι τόση μόνο όση φαίνεται, αλλά υπερβαίνει κάθε νου και διάνοια. Αν θέλεις να είσαι αληθινά σοφός,

άφησε τη μωρολογία των σοφιστών και γνώρισε τον Θεό με την πνευματική ησυχία και να ενωθείς με Αυτόν όσο μπορέσεις και τότε θα γνωρίσεις τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και τα θεία και ακατανόητα θαυμάσια του Θεού και έτσι θα θαυμάσεις και θα κατηγορήσεις τον εαυτό σου γνωρίζοντας σε πόσο σκοτάδι ήσουν πρώτα. Διότι χωρίς το φως δεν φανερώνεται το σκότος. Έλα στο φως της ησυχίας και της προσευχής και αφού φύγει πρώτα το σκότος από τον εαυτό σου, τότε θα δεις την πραγματική χάρη και τη δύναμη των Αγίων και θα ποθήσεις να την απολαύσεις.»

Αγγλική μετάφρασηEN · 21 παράγραφοι

Today, January 13, our Church commemorates the Holy Martyrs Hermylos and Stratonikos; Venerable James of Aponesibos; the Holy Martyr Athanasios; the Holy Martyrs Pachomios and Papyrinos; and Venerable Maximos Kausokalybites.

Maximos came from Lampsacus, on the coast of Asia Minor along the Hellespont. His parents were noble, devout, and virtuous. They had no children, so they begged God with tears to give them a child. The Lord heard their prayer and gave them Manuel. They raised him with great love and care and taught him the sacred writings. When he was old enough, they brought him to the church of the Most Holy Theotokos and dedicated him to God. Manuel was known for his good judgment. By spending time with and serving venerable elders, he was guided toward a life pleasing to God. A longing for monastic life was kindled in his heart.

At seventeen, he left his parents, his homeland, and the world. He went to Mount Ganos across the water, became a monk with the name Maximos, and placed himself under a virtuous elder named Mark. He devoted himself to ascesis, an ascetic discipline of severe and unceasing hardship. After his elder died, he went to Mount Papikion in Macedonia, where he lived among holy ascetics and shared in their extraordinary virtues. Then he went to Constantinople and venerated its beautiful churches. He stayed in the courtyards of the church of the Theotokos at Blachernae. He lived barefoot, wearing only an old garment of coarse hair, enduring hunger and thirst,

keeping vigil, standing for long hours, praying, and weeping as he struggled through the night. Cultivating humility and avoiding human praise, he pretended to be a fool for Christ.

He remained there for some time, then went to Thessaloniki, where he venerated Saint Demetrios the Myrrh-streamer. After that he went to Mount Athos and became a monk of the Great Lavra of Saint Athanasios. Through the hymns and readings, his nous, his spiritual mind, rose to God. He marveled at God's boundless love for mankind and burned with divine grace.

Even amid all this, he was never kept from noetic prayer, the prayer of the nous: “Lord Jesus Christ, Son of God, have mercy on me.”

He kept this prayer unceasingly in his nous and heart, a gift he had possessed since childhood. He readily did what he was told and continued his usual life of hardship, standing and keeping vigil all night. He ate only enough to stay alive and made his home in the stalls of the church narthex. There the Lady Theotokos appeared to him, holding the Lord in her arms. She told him to climb Mount Athos and receive the grace of the Holy Spirit, as he desired. So he climbed to the summit and prayed without ceasing to God and the Theotokos for three days and nights, despite fierce temptations from demons. There

he again saw the Theotokos with the Lord in her arms, surrounded by radiant divine light. Once he was sure this was no deception from demons, he fell down and venerated them. The Lady Theotokos gave him grace to overcome the demons and gave him heavenly bread. As soon as he put it in his mouth, divine light surrounded him and he heard an angelic hymn. But when he came down from the summit of Athos and told an ascetic elder what he had seen and heard, the elder thought it was the work of demons and called him deluded. From then on, everyone called him that, shunned him, and drove him away. Maximos accepted it all with great joy and even pretended to be deluded himself.

He would build a little hut out of grass, burn it after a while, and move somewhere else, only to do the same again. So people called him both the Deluded One and Kausokalybites, the Hut Burner. Through humility, he guarded the grace of God within him. By that grace he was caught up into visions beyond this world and saw hidden mysteries revealed. Around that time Gregory of Sinai came to Mount Athos. He was a great teacher of the spiritual life, especially of noetic prayer. When he heard about Venerable Maximos, he wished to meet and speak with him. He sent some of his disciples to invite him. At their meeting, Venerable Maximos told him about his wondrous life up to that point.

Speaking of how he received noetic prayer, he said: “From my youth I had great faith in the Lady Theotokos, and with tears I begged her to give me the grace of noetic prayer. One day I prayed to her again with intense warmth of heart. As I lovingly kissed her holy icon, I felt a flame come from the icon into my heart. It did not burn me. It refreshed and delighted me and filled me with deep katanyxis, or compunction. From then on, my heart began to say the Jesus Prayer without ceasing.” He added, “The fruit of this prayer is an overflowing love for God and the lifting of the nous toward the Lord.” In this rapture, prayer falls silent,

and the Holy Spirit takes over. So it was with the prophet Isaiah, who saw the Lord on a lofty throne with the seraphim around Him, and with the first martyr Stephen, who saw the heavens opened and Jesus at the right hand of the Father, and so on.

When this grace of the Holy Spirit comes to someone, he added, it does not show them the ordinary things of this visible world. It reveals lofty, hidden mysteries: things which, as the Apostle Paul says, the bodily eye cannot see and the human nous cannot conceive on its own.

Venerable Maximos said that deception from demons has one set of signs, and God's grace has another. When an evil spirit approaches a person, it confuses and disturbs the nous, hardens the heart, and brings timidity, fear, and pride. It makes the eyes look fierce and the body shudder. The person sees a red light instead of one that is bright and clear. The spirit urges blasphemous speech, boasting about one's achievements, and anger. The grace of the Holy Spirit makes the nous attentive and humble. It brings remembrance of one's sins, of death, and of the judgment to come. It brings katanyxis, or compunction, to the soul, along with tears; it softens and comforts the soul and grants lofty, true visions of God. The heart overflows with the fruits of the Holy Spirit: joy, peace, patient endurance,

love, and humility, and it enjoys inexpressible gladness. On hearing this, Saint Gregory called him an angel on earth rather than a man. He urged Maximos to stay in one place, so that he might bear more fruit and edify many people. Maximos found a cave and spent the rest of his life there in extraordinary ascesis, or ascetic discipline. He dug his own grave nearby, mourned his own death each day, and sang funeral hymns. With a word alone he healed many people and drove demons out of those they possessed. He also foresaw things to come. A monk wanted to sail to Constantinople, but the venerable father

would not let him go. Three days later, that ship sank with everyone aboard. Another ship came into the harbor of the Lavra. Its crew brought Maximos a man possessed by a demon that left him constantly hungry, though he ate as much as five men. The saint took a piece of dry bread, gave it to the sufferer, and said: “In the name of the Lord Jesus Christ, eat only this much, be satisfied, and be at peace.” The man was freed from the demon and afterward ate no more than that amount of bread. He renounced the world and became a very worthy monk under the saint's guidance.

Maximos foresaw that the emperors John Kantakouzenos and John Palaiologos would visit him. They did come, and he taught them many things for the good of their souls. He also foretold events in their lives, which came to pass. Patriarch Kallistos visited Venerable Maximos on his way to Serbia. After they spoke, Maximos saw him off, singing, “Blessed are the blameless in the way,” and so on. In this way he foretold the approaching death that would come to everyone in the patriarch's party in Serbia. An ascetic named Methodios came to visit Maximos and saw divine light shining around him. He did not dare approach until Maximos told him to come closer.

Two monks of the Lavra confirmed the report that Venerable Maximos received heavenly bread. There was also a report that he turned seawater sweet, and that both he and the monks drank it. Another man, who wrote the saint's life, testified that he saw Maximos coming toward him from far away, flying over the forest and the great rocks. When Maximos reached him, he warned him to tell no one what he had seen while Maximos was still alive. He also foretold that the man would become an abbot and a Metropolitan, and both came to pass. A monk named Nikodemos went to Maximos to seek spiritual benefit.

The saint told him, “Brother Nikodemos, I shall die soon.” He then told him the day of his repose and who would be present at his burial. On the day he had foretold, Venerable Maximos reposed at the age of ninety-five. He was buried in the grave he had dug near his hut, with only the people he had named in attendance. To avoid being honored, he had instructed them not to take any part of his relics, but to leave his body hidden in the grave. Yet God glorified him after his repose: those who called upon him were healed of their ailments, and a sweet fragrance came from his tomb.

What we have heard in today's account of the saints, and in the lives of other saints of our Church, is so wondrous that many people find it hard to believe. They dismiss it as unlikely exaggeration. Venerable Maximos, whom we celebrate today, gave an answer to such people when a learned visitor from Constantinople came to him with similar logismoi, or intrusive thoughts. “Did you see,” he asked him, “the struggles and contests of the saints, or the grace God gives them? Why then do you speak against them, saying that the saints struggled only a little, while the writers of their lives did them a favor by falsely adding many things they never did,

and that the grace of miracles they received is a lie? Put an end to such thoughts from Satan, lest you provoke God and be consumed by His wrath. The saints dedicated themselves entirely to God. All their thoughts and deeds were directed toward Him and toward pleasing Him, and they were pleasing to Him. Tell me, who can describe the whole life of any saint exactly as it was? Who knows every detail? Only a little is written of the great deal that happened. Know, too, that the grace of the Holy Spirit given to them is far greater than what can be seen. It surpasses every nous and every power of understanding. If you want to be truly wise,

Leave behind the foolish talk of the sophists. Come to know God through spiritual hesychia, inner stillness, and unite yourself with Him as far as you can. Then you will know the grace of the Holy Spirit and God’s divine wonders, which are beyond understanding. You will marvel at them and reproach yourself when you see how deep in darkness you once were. For without light, darkness cannot be revealed. Come into the light of stillness and prayer. Once the darkness within you has gone, you will see the true grace and power of the saints, and you will long to share in that grace.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

01 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ\13 01.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα