Αγία Μαρία η Αιγυπτία και ο δρόμος της μετανοίας
Ένας άγγελος κατευθύνει τον Αββά Ζωσιμά από το μοναστήρι του στην έρημο του Ιορδάνη, όπου συναντά μια γυναίκα που ζει μόνη στην έρημο. Η γυναίκα, η Αγία Μαρία η Αιγυπτία, του λέει ότι έφυγε από το σπίτι της για την Αλεξάνδρεια και έζησε εκεί στην αμαρτία για δεκαεπτά χρόνια.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Ένας άγγελος κατευθύνει τον Αββά Ζωσιμά από το μοναστήρι του στην έρημο του Ιορδάνη, όπου συναντά μια γυναίκα που ζει μόνη στην έρημο.
- Η γυναίκα, η Αγία Μαρία η Αιγυπτία, του λέει ότι έφυγε από το σπίτι της για την Αλεξάνδρεια και έζησε εκεί στην αμαρτία για δεκαεπτά χρόνια.
- Αφού ταξιδεύει στα Ιεροσόλυμα, διαπιστώνει ότι δεν μπορεί να μπει στον ναό για την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού και προσεύχεται μπροστά σε εικόνα της Θεοτόκου.
- Προσκυνά τον Σταυρό, περνά τον Ιορδάνη και ζει σαράντα χρόνια στην έρημο, υπομένοντας χρόνια πειρασμού με προσευχή και μετάνοια.
- Με δική της παράκληση, ο Ζωσιμάς της φέρνει τη Θεία Κοινωνία τη Μεγάλη Πέμπτη· όταν επιστρέφει τον επόμενο χρόνο, βρίσκει ότι εκείνη έχει κοιμηθεί και την θάβει με τη βοήθεια ενός λιονταριού.
- Η διάλεξη παρουσιάζει τη ζωή της Μαρίας ως μαρτυρία της θείας χάριτος και καλεί τους ακροατές να αναζητούν τη συγχώρηση χωρίς αναβολή της μετάνοιας.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 31 παράγραφοι
της οποίας η μνήμη επιτελείται κατά την 1η Απριλίου και την 5η Κυριακή των Νηστειών, γεννήθηκε στην Αίγυπτο κατά μία άποψη τον 4ο, κατά άλλη δε κατά τον 6ο μετά Χριστόν αιώνα. Στα μέρη της Παλαιστίνης ήταν κάποιος ιερομόναχος ονόματι Ζωσιμάς, γέροντας πολύ ενάρετος και τόσο φημισμένος για την αρετή του, ώστε πολλοί μοναχοί από τα γύρω μοναστήρια πήγαιναν για να ακούσουν λόγο πνευματικό από αυτόν. Στο μοναστήρι του έκανε 53 χρόνους. Μετά του ήρθε ο λογισμός: υπάρχει κανείς που να μη σφάλει σε τίποτε; Άραγε υπάρχει κανείς στην έρημο, ο οποίος να ξεπερνά εμάς τους κοινοβιάτες στην αρετή; Ενώ λοιπόν σκεπτόταν αυτά,
παρουσιάστηκε Άγγελος Κυρίου και του είπε: «Ζωσιμά, αν και μεγάλη είναι η δική σου αρετή, αλλά όμως πήγαινε στον Ιορδάνη ποταμό, στο μοναστήρι που είναι εκεί κοντά, να δεις άλλους μεγαλυτέρους από σένα στην αρετή». Αμέσως σηκώθηκε ο γέροντας και πήγε σε εκείνο το μοναστήρι και αφού έβαλε μετάνοια έμεινε εκεί. Είχαν δε οι μοναχοί εκείνη τη συνήθεια, να βγαίνουν την Καθαρά Δευτέρα από το μοναστήρι τους και να πηγαίνουν στην έρημο, ο καθένας χωριστά, έμεναν δε εκεί μέχρι την Κυριακή των Βαΐων. Κατά τη συνήθεια λοιπόν του μοναστηριού εκείνου, βγήκε και ο γέροντας Ζωσιμάς και πέρασε τον Ιορδάνη ποταμό με άλλους μοναχούς. Αφού χωρίστηκε από τους άλλους, του ήρθε ο λογισμός να προχωρήσει στη βαθύτερη έρημο
να βρει κάποιον άλλο γέροντα ασκητή για να ακούσει λόγο Θεού από εκείνον. Ενώ δε βάδιζε, έφτασε η ώρα να διαβάσει την ακολουθία του και αφού στάθηκε προς Ανατολάς προσευχόταν. Εκεί δε που στεκόταν είδε να εμφανίζεται κάποια σκιά ανθρωπίνου σώματος, νομίζοντας δε ότι ήταν φαντασία δαιμονική, έκανε αμέσως το σταυρό του. Όταν τέλειωσε την ακολουθία του, είδε φανερά ότι περπατούσε κάποιος άνθρωπος, το σώμα του οποίου ήταν κατά πολύ μαύρο, τα δε μαλλιά του άσπρα σαν το βαμβάκι. Ο γέροντας χάρηκε πολύ, διότι επιτέλους βρήκε εκείνο που ζητούσε και αμέσως άρχισε να τρέχει πίσω του. Εκείνος όμως, καθώς είδε τον Ζωσιμά να τρέχει προς αυτόν, έφευγε περισσότερο. Αλλά ο Ζωσιμάς, αν και ήταν γέροντας,
έτρεχε γρηγορότερα και όταν τον πλησίασε τόσο ώστε να ακούγεται φωνή, είπε ο γέροντας προς εκείνον που φαινόταν: «Γιατί με αποφεύγεις τον αμαρτωλό, δούλε του Θεού; Τι με απεχθάνεσαι τον γέροντα και δεν στέκεσαι να με ευλογήσεις; Στάσου για την αγάπη του Χριστού». Τότε εκείνος που φαινόταν είπε στον Ζωσιμά: «Συγχώρεσέ με, Αββά Ζωσιμά, για τον Ιησού Χριστό. Δεν μπορώ να σταθώ να με δεις, διότι είμαι γυμνή γυναίκα. Εάν θέλεις να σταθώ, ρίξε μου το ράσο σου για να ντυθώ και τότε με βλέπεις και μου δίνεις την ευχή σου». Καθώς ο Αββάς Ζωσιμάς άκουσε ότι τον καλούσε με το όνομά του, θαύμασε και κατάλαβε ότι πρόκειται για άνθρωπο χαρισματούχο. Της έριξε λοιπόν το εξώρασό του και τότε πήγε προς εκείνη και της έβαλε μετάνοια.
δε και εκείνη που φαινόταν του έβαλε μετάνοια, και πολλή ώρα έμεναν και οι δυο έτσι κάτω, και ο ένας έλεγε στον άλλο: «Ευλόγησέ με, δούλε του Θεού». Αφού πέρασε αρκετή ώρα, είπε η γυναίκα εκείνη: «Αββά Ζωσιμά, συ πρέπει να με ευλογήσεις, διότι είσαι ιερεύς του Θεού του Υψίστου, και τακτικώς στέκεσαι στο Άγιο Βήμα και παρακαλάς τον Θεό για τις αμαρτίες των άλλων. Γι' αυτό, συ ευλόγησέ με». Της είπε τότε ο Ζωσιμάς: «Αγία του Θεού, το χάρισμά σου φαίνεται περισσότερο από το δικό μου, διότι είσαι προορατική και γνωρίζεις όχι μόνο το όνομά μου, αλλά και ότι είμαι ιερεύς. Γι' αυτό σε παρακαλώ πολύ, συ να με ευλογήσεις». Καθώς λοιπόν είδε η γυναίκα εκείνη ότι πλέον δεν την ευλογεί,
σηκώθηκε μόνη της και είπε: «Ο Θεός ο Άγιος, που αγαπά την σωτηρία των αμαρτωλών, Εκείνος να σε ευλογήσει». Σηκώθηκε τότε και ο γέροντας Ζωσιμάς. Είπε δε προς αυτόν η Αγία: «Αββά Ζωσιμά, γιατί κοπίασες και ήλθες μέχρις εδώ να δεις μια γυναίκα αμαρτωλή; Επειδή όμως σε έφερε ο Θεός έως εδώ, πες μου πώς είναι οι χριστιανοί, πώς είναι ο κόσμος, πώς είναι οι βασιλείς, πώς είναι η Εκκλησία του Χριστού;» Και ο γέροντας απάντησε: «Όλοι καλά είναι με την ευχή σου, Μητέρα Οσία. Αλλά παρακάλεσε τον Θεό και για εκείνους και για μένα, διότι γι' αυτό κοπίασα και έκανα τόση οδοιπορία ο αμαρτωλός». Τότε του είπε η γυναίκα εκείνη: «Αββά Ζωσιμά, συ πρέπει να παρακαλέσεις τον Θεό για μένα».
Αφού με προστάζεις, θα κάνω υπακοή». Τότε στάθηκε η Αγία επί πολλή ώρα και προσευχόταν, αλλά δεν ακουγόταν φωνή από το στόμα της. Ο γέροντας έπεσε πρηνής στη γη και έλεγε το «Κύριε ελέησον». Μετά πολλή ώρα σήκωσε τα μάτια του και είδε τη γυναίκα εκείνη να στέκεται μια πήχη ψηλότερα από τη γη. Καθώς δε είδε αυτό, σκέφτηκε ότι ίσως είναι φάντασμα δαιμονικό και προσποιείται ότι προσεύχεται. Τότε είπε η γυναίκα: «Τι σκέπτεσαι ότι είμαι φάντασμα; Γυναίκα είμαι, αμαρτωλότερη από όλον τον κόσμο». Αφού δε έκανε το σημείο του σταυρού σε όλο της το σώμα, είπε προς τον γέροντα: «Ο Θεός, Αββά Ζωσιμά, να μας ελευθερώσει από τις τέχνες του διαβόλου».
Ο Ζωσιμάς έπεσε κάτω στη γη και με δάκρυα πολλά είπε προς αυτή: «Σε ορκίζω, δούλη του αληθινού Θεού και Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, πες μου πώς βρέθηκες εδώ στην έρημο, από πού είσαι και πόσα ασκήτευσες και πόσο καιρό έχεις που βρίσκεσαι εδώ.
Για την αγάπη του Θεού μη μου κρύψεις τίποτε, διότι γι' αυτό ευδόκησε ο Θεός και σε είδα, για να ακούσω κι εγώ και να ωφεληθώ από τους λόγους σου». Όταν λοιπόν άκουσε η Αγία τους λόγους και είδε τα δάκρυά του, είπε προς τον Ζωσιμά: «Αββά Ζωσιμά, ντρέπομαι η αμαρτωλή να διηγηθώ τα έργα μου, διότι είναι γεμάτα ντροπή, αλλά θα τα εξομολογηθώ σήμερα όλα προς την αγιοσύνη σου.
Εγώ, τίμιε γέροντα, είμαι από την Αίγυπτο. Όταν ήμουν δώδεκα ετών άφησα τους γονείς μου και πήγα στην Αλεξάνδρεια, εκεί δε ήμουν κοινή γυναίκα επί 17 χρόνους. Μια μέρα λοιπόν βγήκα έξω στην παραλία και είδα πλήθος ανθρώπων οι οποίοι έμπαιναν σε κάποιο μεγάλο πλοίο και καθώς το είδα ρώτησα έναν από εκείνους πού πήγαιναν οι άνθρωποι εκείνοι. Αυτός δε μου απάντησε: «Στην Ιερουσαλήμ πηγαίνουμε, διότι πλησιάζει η μέρα της Υψώσεως του Σταυρού». Τότε είπα σε εκείνον: «Άραγε θέλουν να πάω κι εγώ μαζί τους;» Μου είπε: «Εάν έχεις να δώσεις τον ναύλο, κανένας δεν σε εμποδίζει». Εγώ, Αββά Ζωσιμά, όχι ότι είχα καλό σκοπό να πάω στα Ιεροσόλυμα, αλλά επιθυμούσα να σύρω και άλλους κοντά μου. Μπήκα σε ένα πλοίο και όσες αμαρτίες έκανα εκεί, Αββά, ντρέπομαι να σου τις διηγηθώ. Αυτό δε μόνο θαυμάζω:
δεν σχίστηκε η θάλασσα να μας καταπιεί όλους, αλλά ο Θεός περίμενε τη μετάνοιά μου. Όταν δε βγήκα από το πλοίο, δεν με έφτασαν οι πρώτες μου αμαρτίες, αλλά ζητούσα και άλλους περισσότερους εραστές. Τέλος, έφτασε και η μέρα της Υψώσεως, κι εγώ συνέχιζα, όπως και πρώτα, την αμαρτία.
Όταν δε έφτασα στην εκκλησία, προσπαθούσα να εισέλθω κι εγώ από την θύρα, με απωθούσαν όμως άλλοι και δεν με άφηναν να μπω μέσα. Έτσι λοιπόν μπήκαν όλοι στην εκκλησία, σε μένα δε στάθηκε αδύνατο να προχωρήσω και έμενα έξω. Τρεις και τέσσερις φορές προσπάθησα, αλλά δεν μπόρεσα. Τότε στάθηκα σε μια εξωτερική γωνιά του ναού. Καθώς στεκόμουν εκεί, σκεφτόμουν.
Σκέφτηκα ότι για τις αμαρτίες μου δεν μπορώ να μπω μέσα και ενώ έκλαιγα για αυτές, είδα από πάνω μου ότι ήταν κάποια εικόνα της Παναγίας και καθώς την είδα δάκρυσα και είπα: «Παρθένε, Δέσποινα Θεοτόκε, εσύ που γέννησες τον Κύριον ημών Ιησού Χριστόν, γνωρίζω ότι δεν είμαι άξια να βλέπω την Αγία Σου εικόνα εξαιτίας των πολλών μου αμαρτιών, αλλά επειδή γι' αυτό έγινε ο Θεός άνθρωπος, για να καλέσει τους αμαρτωλούς σε μετάνοια, βοήθησέ με και εμένα να εισέλθω στην εκκλησία για να δω το Άγιο Ξύλο όπου σταυρώθηκε ο Υιός σου για τις δικές μου αμαρτίες και έχυσε το Άγιό Του Αίμα για να σώσει τους αμαρτωλούς. Και αν καταξιωθώ να το δω, σε παρακαλώ να γίνεις εγγυήτρια προς τον Υιό σου, ότι πλέον δεν θα μολύνω το σώμα μου, αλλά όταν βγω από την εκκλησία θα πάω όπου με οδηγήσεις».
Αυτά είπα και έλαβα λίγη άνεση. Έπειτα ανακατεύτηκα με άλλους ανθρώπους και μπήκα μέσα στην εκκλησία. Κανείς δε πλέον δε με εμπόδισε όπως την πρώτη φορά. Όταν δε είδα το Πανάγιο Ξύλο του Τιμίου Σταυρού, φόβος και τρόμος με κατέλαβε. Έπεσα λοιπόν κάτω στη γη και το προσκύνησα με δάκρυα και μετά έτρεξα πάλι στον τόπο που ήταν η εικόνα της Θεοτόκου και κλαίοντας έλεγα: «Συ, Παναγία Παρθένε, δεν με περιφρόνησες την αμαρτωλή και ανάξια δούλη σου, αλλά με καταξίωσες να δω εκείνο το οποίο αγαπούσα και επιθυμούσα. Γι' αυτό, Δέσποινα Θεοτόκε, δείξε μου τον δρόμο πώς να σωθώ. Συ η οποία έγινες εγγυήτρια, συ καθοδήγησέ με πώς να είμαι αρεστή στον Υιό σου». Ενώ δε έλεγα αυτά,
άκουσα φωνή που μου είπε: «Αν περάσεις τον Ιορδάνη, θα βρεις μεγάλη ανάπαυση». Φώναξα μεγαλόφωνα: «Δέσποινα, Δέσποινα, μη με εγκαταλείπεις». Αυτό είπα και βγήκα για να πάω προς τον Ιορδάνη. Στον δρόμο με είδε κάποιος χριστιανός και μου έδωσε τρία νομίσματα για το όνομα του Χριστού. Τα πήρα λοιπόν και αγόρασα με αυτά τρεις άρτους.
Κάποιος μου έδειξε τον δρόμο προς τον Ιορδάνη και άρχισα κλαίοντας να περπατώ. Αργά κατά το απόγευμα έφτασα στο ναό του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου κοντά στον Ιορδάνη. Έφαγα μισό ψωμί και ήπια νερό από τον ποταμό. Έπειτα έπεσα και κοιμήθηκα εκεί. Το πρωί, όταν ξημέρωσε, κατέβηκα στον Ιορδάνη, βρήκα πλοιάριο με αυτόν τον ποταμό και ήλθα μέχρις εδώ που βλέπεις, Αββά Ζωσιμά». Ρώτησε τότε ο γέροντας: «Πόσους χρόνους έχεις, Αγία, που είσαι εδώ στην έρημο;» Αποκρίθηκε εκείνη: «Σαράντα χρόνους έχω εδώ, Αββά Ζωσιμά». Ρώτησε και πάλι: «Και από πού βρίσκεις την τροφή σου μέχρι σήμερα; Πώς πέρασες τόσους χρόνους;» Αποκρίθηκε η Αγία: «Δυόμισι ψωμιά είχα όταν πέρασα τον Ιορδάνη. Και τόσο ξεράθηκαν, ώστε έγιναν σαν πέτρες, όμως με αυτά, τρώγοντας από λίγο, και με τα χορτάρια αυτής της ερήμου πέρασα». Μετά ρώτησε πάλι ο γέροντας: «Πώς πέρασες τόσο καιρό; Είχες κανένα πειρασμό ή όχι;» Η Αγία αποκρίθηκε: «Αββά Ζωσιμά, με ρώτησες πράγμα για το οποίο φρίττω και να το θυμούμαι.
Εάν σου πω τους όσους πειρασμούς έπαθα και υπέμεινα, φοβάμαι μήπως τους πάθω και πάλι». Καθώς επέμενε ο γέροντας, η Αγία συνέχισε: «Πίστευσέ με, Αββά Ζωσιμά, δεκαεπτά χρόνους έκανα στην έρημο αυτή, όπου είχα πολλούς πειρασμούς από τον δαίμονα. Διότι όταν άρχιζα να τρώγω, θυμόμουν το κρέας και τα ψάρια της Αιγύπτου, θυμόμουν το πολύ κρασί που έπινα, και κατακαιγόταν η καρδιά μου, διότι εδώ ούτε καν νερό δεν είχα να πιω.
Θυμόμουν πάλι τα τραγούδια που ήξερα, και άρχιζα να τραγουδώ, και αμέσως θυμόμουν τις αμαρτίες μου και την Παναγία Παρθένο, την οποία έβαλα εγγυήτρια, και μου έρχονταν δάκρυα και έκλαια η ταλαίπωρη. Αμέσως τότε επικαλούμουν την Θεοτόκο, και αμέσως έλαμπε μπροστά μου φως περισσό, χάνονταν οι κακοί λογισμοί. Πώς να διηγηθώ, Αββά Ζωσιμά, τη φλόγα που έκαιγε την καρδιά μου για την πορνεία; Όταν όμως μου ερχόταν τέτοιος λογισμός, έπεφτα κάτω στη γη με δάκρυα και δεν σηκωνόμουν, εάν δεν έβλεπα εκείνο το φως να σκορπίσει τους λογισμούς μου. Λοιπόν, με τέτοιους πειρασμούς, Αββά Ζωσιμά, ενοχλούμουν κατά τους δεκαεπτά εκείνους χρόνους. Από τότε δε μέχρι σήμερα, με τη βοήθεια της Παναγίας μου δεν έχω κανένα πειρασμό. Αισθανόμουν ψύχρα πολύ τη νύχτα και πάλι τη μέρα περισσό καύσωνα. Αλλά ο Θεός, ο οποίος είπε «Οὐκ ἐπ' ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος», αυτός με έθρεφε και με σκέπαζε, διότι αυτός περιβάλλει τὸν οὐρανὸν ἐν νεφέλαις. Όταν ο Ζωσιμάς άκουσε να του ομιλεί με
χωρία από την Αγία Γραφή, τη ρώτησε: «Γνωρίζεις, Αγία, γράμματα ή σου τα έδειξε κανείς;» Αποκρίθηκε εκείνη: «Αββά Ζωσιμά, εγώ άνθρωπο ακόμη δεν είδα τόσον καιρό, ούτε γράμματα γνωρίζω, αλλά ο Θεός, ο οποίος δίδει την γνώση στους ανθρώπους, Εκείνος μου διδάσκει τους λόγους αυτούς». Καθώς άκουσε ο Ζωσιμάς τα λόγια αυτά, θέλησε να βάλει μετάνοια. Η Αγία όμως δεν τον άφησε, μόνο του είπε: «Αββά Ζωσιμά, αυτά που σου είπα και άκουσες, πρόσεχε να μην τα πεις σε κανένα έως ότου αποθάνω. Τώρα πήγαινε στο καλό και τον ερχόμενο χρόνο θα με δεις πάλι. Μόνο σε παρακαλώ να κάνεις αυτό το οποίο θα σου πω. Τον ερχόμενο χρόνο
μην περάσεις τον Ιορδάνη, καθώς έχετε συνήθεια, αλλά μείνε στο μοναστήρι, διότι αν θέλεις να βγεις, δεν θα μπορέσεις. Κατά δε τη Μεγάλη Πέμπτη αργά, πάρε τα Άγια Μυστήρια και έλα στον Ιορδάνη. Περίμενέ με δε εκεί, διότι αφού ήρθα εδώ, ακόμη δεν μετέλαβα. Γι' αυτό σε παρακαλώ να μου φέρεις την Αγία Κοινωνία να μεταλάβω». Μετά η Αγία έφυγε προς την έρημο. Ο δε γέροντας έπεσε κάτω στη γη και ασπάστηκε τον τόπο στον οποίο είχε σταθεί η Αγία. Ευχαρίστησε τον Θεό και επέστρεψε στο μοναστήρι. Το επόμενο έτος, κατά τη συνήθεια του μοναστηριού, θέλησε ο Ζωσιμάς να βγει, αλλά δεν μπόρεσε, διότι προσβλήθηκε από πυρετό
και τότε θυμήθηκε ότι του είπε η Αγία να μην εξέλθει από το μοναστήρι. Έμεινε λίγες μέρες με πυρετό και θεραπεύτηκε. Όταν δε ήλθε η Μεγάλη Πέμπτη, έλαβε την Αγία Κοινωνία, καθώς του είπε η Αγία, πήρε και λίγα σύκα, φοινίκια και φακή βρεγμένη στο νερό και πήγε κοντά στον ποταμό. Ενώ δε περίμενε να δει την Αγία, στενοχωρούνταν διότι η ώρα περνούσε και εκείνη δεν φαινόταν. Σκεπτόταν δε και πώς θα περνούσε η Αγία τον ποταμό όταν ερχόταν, αφού πλοίο δεν υπήρχε εκεί. Ενώ δε σκεπτόταν αυτά είδε την Αγία να έρχεται. Αν και ήταν νύχτα, επειδή η σελήνη έφεγγε πολύ καθαρά, είδε την οσία να κάνει το σταυρό της και βρέθηκε στο άλλο μέρος του ποταμού.
Βλέποντας αυτά ο Ζωσιμάς, ετοιμαζόταν να προσκυνήσει και η Αγία του είπε: «Αββά Ζωσιμά, τι θέλεις να κάνεις; Τα Άγια Μυστήρια βαστάζεις και θέλεις να βάλεις μετάνοια;» Μετά το λόγο αυτό, η Αγία έφτασε κοντά στον γέροντα και του είπε: «Ευλόγησόν με, Αββά, ευλόγησόν με». Έπειτα παρακάλεσε τον γέροντα και είπε το «Πάτερ ημών» και το «Πιστεύω» και κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Κατόπιν προσευχήθηκε λέγοντας: «Νυν απολύεις την δούλη σου, Δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδαν οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου». Έπειτα στράφηκε προς τον γέροντα και του είπε: «Συγχώρησόν με, Αββά Ζωσιμά, και σε παρακαλώ, αν είναι ευλογημένο, να μου κάμεις άλλο ένα θέλημα. Πήγαινε στο μοναστήρι σου με τη βοήθεια του Θεού
και κατά τον επόμενο χρόνο να έρθεις πάλι στον τόπο που με συνάντησες την πρώτη φορά και θα με δεις καθώς θέλει ο Θεός». Ο δε γέροντας αποκρίθηκε: «Δούλη του αληθινού Θεού, ήθελα να ήμουν άξιος να σε ακολουθήσω, αλλά τουλάχιστον λάβε από αυτά τα φαγητά που σου έφερα». Άπλωσε τότε η Αγία το χέρι της και πήρε τρία μόνο σπυριά από τη φακή και πάλι έκανε το σταυρό της και πέρασε τον Ιορδάνη ποταμό, βαδίζοντας πάνω στο νερό όπως και πριν. Ο δε γέροντας επέστρεψε στο μοναστήρι του δοξάζοντας τον Θεό. Όμως πολύ πικραινόταν διότι δεν έμαθε το όνομα της Αγίας, αλλά έλπιζε ότι θα τη ρωτήσει κατά το επόμενο έτος. Όταν λοιπόν έφτασε ο νέος χρόνος και ήλθε η Κυριακή της Τυρινής,
βγήκε από το μοναστήρι κατά τη συνήθειά του και περπατούσε στην έρημο παρατηρώντας εδώ και εκεί μήπως δει την Αγία. Επειδή όμως δεν την έβλεπε, έλεγε προς τον Θεό: «Θεέ μου, εσύ ο οποίος με καταξίωσες να δω τέτοιο μυστήριο, μη με στερήσεις έως τέλους να το συμπληρώσω. Καταξίωσέ με, Χριστέ μου, να απολαύσω και πάλι την ευχή της δούλης σου». Ενώ δε παρακαλούσε τον Θεό, παρατηρούσε δεξιά και αριστερά μήπως τη δει. Και πράγματι την είδε, νεκρή όμως, με σταυρωμένα τα χέρια και την κεφαλή στραμμένη προς τη δύση. Έκλαψε με δάκρυα. Μετά διάβασε από το ψαλτήρι τον Άμωμο. Αφού τελείωσε την ανάγνωση είδε πάνω από την κεφαλή της Αγίας γράμματα χαραγμένα στη γη τα οποία έλεγαν:
«Ζωσιμά, θάψε το σώμα της ταπεινής Μαρίας εδώ όπου το βρήκες και παρακάλει τον Θεό για μένα. Τελειώθηκα κατά το μήνα Φαρμουθί, δηλαδή τον Απρίλιο, τη νύχτα εκείνη κατά την οποία μετέλαβα». Καθώς είδε ο Ζωσιμάς τη γραφή αυτή, απόρησε ποιος να την έγραψε, διότι η Αγία του είχε πει ότι δεν γνώριζε γράμματα. Απορούσε ακόμη και για το πώς η Αγία περπάτησε είκοσι ημερών δρόμο σε μια ώρα. Και πάλι βρισκόταν σε απορία με τι να σκάψει τη γη. Ξαφνικά είδε κάποιο λιοντάρι, το οποίο ήλθε και έγλυφε τα πόδια της Αγίας και πολύ φοβήθηκε. Έκανε όμως το σταυρό του και έλπιζε να μην βλαβεί. Είπε δε προς το λιοντάρι:
Η δύναμη του Θεού σε έφερε εδώ για να με βοηθήσεις. Σκάψε τη γη για να θάψω το λείψανο της Αγίας, διότι εγώ είμαι γέροντας και δεν μπορώ ούτε να σκάψω ούτε να πάω να φέρω σκαπτικά εργαλεία. Γι' αυτό κάνε εσύ τον τάφο της Αγίας». Έτσι είπε ο γέροντας και αμέσως το λιοντάρι άρχισε με τα μπροστινά του πόδια να σκάβει τη γη. Έσκαψε δε τόσο όσο χρειαζόταν για να σκεπαστεί το σώμα της Αγίας. Αφού δε τελείωσε, έβαλε μετάνοια στον γέροντα και έφυγε στην έρημο. Έθαψε τότε ο Ζωσιμάς το λείψανο της Αγίας στη θέση όπου το βρήκε και επέστρεψε στο μοναστήρι δοξάζοντας και υμνώντας τον Θεό. Στο μοναστήρι εκείνο απέθανε ο Όσιος Ζωσιμάς σε ηλικία 100 ετών.
Η μνήμη του δε επιτελείται κατά την 4η Απριλίου.
Μετά την πτώση του ανθρώπου στον Παράδεισο, ένας τρόπος υπάρχει για να σωθεί: ο δρόμος και ο τρόπος της μετανοίας. Γι' αυτό θα μπορούσαμε, νομίζουμε, να πούμε ότι έκτοτε βασική προσπάθεια του Θεού είναι να φέρει σε μετάνοια τον άνθρωπο. «Αδάμ, πού ει;» είναι το πρώτο ερέθισμα για μετάνοια. Ο τελευταίος λόγος της Παλιάς Διαθήκης, εάν ως τέτοιο μπορούμε να χαρακτηρίσουμε το κήρυγμα του Τιμίου Προδρόμου, είναι το «Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η Βασιλεία των Ουρανών». Με τον ίδιο λόγο αρχίζει και ο Κύριος το δικό Του κήρυγμα και το τελειώνει μιλώντας πάλι για τη μετάνοια. Και είπεν αυτοίς ότι ούτω γέγραπται και ούτως έδει παθείν τον Χριστόν
και αναστήναι εκ νεκρών τη τρίτη ημέρα και κηρυχθήναι επί τω ονόματι αυτού μετάνοιαν και άφεσιν αμαρτιών εις πάντα τα έθνη αρξάμενον από Ιερουσαλήμ. Και η Εκκλησία του Χριστού κάθε τόσο τη μετάνοια μας τονίζει και μας προβάλλει τη δε κατ' εξοχήν περίοδο της μετανοίας, της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, την ανοίγει με τη μετάνοια του τελώνου και την κλείνει με ένα από τα πιο δυνατά και χαρακτηριστικά παραδείγματα μετανοίας, αυτό της σήμερα επί τούτο εορταζομένης Αγίας Μαρίας της Αιγυπτίας, το οποίο μας τονίζει ότι η χάρη του Θεού μπορεί και τον αμαρτωλότατο άνθρωπο με τη μετάνοια να τον κάνει αγιότατο. Γι' αυτό ο Άγιος Νεκτάριος μας προτρέπει.
Λοιπόν, χριστιανοί αδελφοί, πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, δράμωμεν προς τον Κύριον. Επιστρέψομεν καλώς, όθεν κακώς απεμακρύνθημεν. Ιδού ο Δικαστής, πρόθυμος να συγχωρήσει ημών τα αμαρτήματα. Ιδού ο Δεσπότης, έτοιμος να χαρίσει ημίν την οφειλήν. Ιδού ο Σωτήρ, ορέγει χείρας ίνα εισαγάγει ημάς στον Παράδεισον, ίνα κουφίσει ημάς του βάρους των αμαρτιών ημών, ίνα χαρίσει ημίν την ειρήνη και ίνα αναπαύσει ημάς. Άρωμεν τον ζυγόν αυτού, ο γαρ ζυγός του Κυρίου χρηστός και το φορτίον αυτού ελαφρόν εστι.
Σπεύσωμεν ενόσω εστίν καιρός, ενόσω η θύρα της ζωής της αιωνίου διατελεί ανοιχτή. Ενόσω ο νυμφίος προσκαλεί ημάς να εισέλθουμε στους γάμους, μη αναβάλλουμε από ημέρα σε ημέρα, διότι ουκ οίδαμεν τι τέξεται η επιούσα. Προσέλθουμε προς τον Κύριον, εξαγορεύσουμε προς Αυτόν τας ανομίας ημών και έτοιμος είναι να αφήσει τας αμαρτίας ημών. Δεύτε πάντες επιζητήσωμεν τον Κύριον, όπως εύρωμεν ανάπαυσιν ταις ψυχαίς ημών. Αμήν.
Αγγλική μετάφρασηEN · 31 παράγραφοι
Saint Mary of Egypt, whose memory is celebrated on April 1 and on the fifth Sunday of Great Lent, was born in Egypt—in the fourth century after Christ according to one account, or in the sixth according to another. In Palestine there was a priest-monk named Zosimas. He was a deeply virtuous elder, so well known for his virtue that monks from nearby monasteries came to hear his spiritual counsel. He had spent fifty-three years in his monastery. Then a thought came to him: Is there anyone who never errs in anything? Could there be someone in the desert whose virtue surpasses that of us who live in community? As he was thinking about these things,
an angel of the Lord appeared and said, “Zosimas, great though your virtue is, go to the Jordan River, to the monastery nearby. There you will see others whose virtue is greater than yours.” The elder rose at once and went to that monastery. He made a prostration and stayed there. The monks had a custom: on Clean Monday they would leave the monastery and go into the desert, each one alone, remaining there until Palm Sunday. Following this custom, the elder Zosimas went out with the other monks and crossed the Jordan. After parting from them, he thought of going deeper into the desert
to find another ascetic elder and hear a word from God through him. As he walked, the time came to say his prayers. He stood facing east and prayed. While he stood there, he saw what looked like the shadow of a human figure. Thinking it might be a vision sent by a demon, he immediately made the sign of the Cross. When he finished his prayers, he could see clearly that someone was walking nearby. The person’s skin was very dark, and their hair was white as cotton. The elder was overjoyed: at last he had found what he was seeking. He began to run after the figure, but when that person saw Zosimas approaching, they fled all the faster. Yet Zosimas, though an elder,
ran faster still. When he came close enough to be heard, he called out, “Why do you flee from me, a sinner, servant of God? Why do you turn away from an elder instead of stopping to bless me? Stop, for the love of Christ!” The figure answered, “Forgive me, Abba Zosimas, for the sake of Jesus Christ. I cannot stand before you, for I am a naked woman. If you want me to stop, throw me your outer cassock so I may cover myself. Then you can see me and give me your blessing.” Abba Zosimas was amazed that she knew his name, and understood that she was a person endowed with grace. He threw her his outer cassock, went to her, and made a prostration.
She too made a prostration before him. For a long time they both remained bowed to the ground, each saying to the other, “Bless me, servant of God.” At last the woman said, “Abba Zosimas, you should bless me. You are a priest of God Most High, and you regularly stand in the sanctuary and pray to God for the sins of others. So please bless me.” Zosimas replied, “Saint of God, your gift of grace is greater than mine. You have spiritual foresight: you know my name and that I am a priest. So I beg you, bless me.” When she saw that he still would not bless her,
she rose and said, “May the holy God, who desires the salvation of sinners, bless you.” Then the elder Zosimas rose too. She said to him, “Abba Zosimas, why have you made this difficult journey to see a sinful woman? But since God has brought you here, tell me: How are the Christians? How is the world? How are the rulers? How is the Church of Christ?” The elder answered, “All are well through your prayers, venerable mother. But pray to God for them and for me too. That is why I, a sinner, have made this long journey.” The woman then said, “Abba Zosimas, it is you who should pray to God for me.”
“Since you ask me, I will obey.” The saint then stood praying for a long time, though no sound came from her lips. The elder fell face down on the ground, saying, “Lord have mercy.” After a long while, he raised his eyes and saw the woman standing about a cubit above the ground. At the sight, he wondered whether she might be a vision sent by a demon, pretending to pray. The woman said, “Do you think I am a phantom? I am a woman, more sinful than anyone in the world.” She made the sign of the Cross over her whole body and said to the elder, “May God, Abba Zosimas, deliver us from the snares of the devil.”
Zosimas fell to the ground and, with many tears, said to her, “I implore you, servant of the true God and of our Lord Jesus Christ: tell me how you came to be here in the desert, where you are from, how you have lived as an ascetic, and how long you have been here.
For the love of God, hide nothing from me. God has granted me the grace to see you so that I too may hear your words and be edified by them.” Hearing him and seeing his tears, the saint said, “Abba Zosimas, I am ashamed to tell you what I have done, for my deeds are full of shame. But today I will confess them all to you.”
“Honored elder, I am from Egypt. When I was twelve, I left my parents and went to Alexandria, where I lived as a prostitute for seventeen years. One day I went down to the shore and saw a crowd boarding a large ship. I asked one of them where they were going. He answered, ‘We are going to Jerusalem, because the feast of the Exaltation of the Cross is near.’ I asked, ‘Would they let me go with them?’ He said, ‘If you can pay the fare, no one will stop you.’ Abba Zosimas, I had no good purpose in going to Jerusalem. I wanted to draw still more people into sin with me. I boarded the ship, and I am ashamed to tell you how much I sinned there. What amazes me is this:
the sea did not split open and swallow us all. Instead, God waited for my repentance. When I left the ship, my past sins were still not enough for me; I sought even more lovers. At last the day of the Exaltation arrived, and I went on sinning as before.
When I reached the Church, I tried to enter through the door, but I was pushed back and could not go in. Everyone else entered, while I remained outside, unable to take a step forward. I tried three or four times, without success. Then I stood in a corner outside the Church and began to think.
I realized that my sins were keeping me from entering. As I wept over them, I looked up and saw an icon of the Most Holy Theotokos. Through my tears I said, ‘Virgin Lady and Theotokos, you who gave birth to our Lord Jesus Christ, I know that because of my many sins I am unworthy even to look upon your holy icon. But God became man to call sinners to repentance. Help me too to enter the Church and see the holy Wood on which your Son was crucified for my sins, shedding His holy Blood to save sinners. If I am counted worthy to see it, I beg you to be my surety before your Son: I will no longer defile my body, and when I leave the Church, I will go wherever you lead me.’”
“After saying this, I felt a little relief. I joined the other people and entered the Church. No one held me back as before. When I saw the most holy Wood of the precious Cross, fear and awe came over me. I fell to the ground and venerated it with tears. Then I hurried back to the icon of the Theotokos and wept as I said, ‘Most Holy Virgin, you did not turn away from your sinful and unworthy servant. You counted me worthy to see what I longed to see. Lady and Theotokos, show me the way to salvation. You who became my surety, guide me so that I may be pleasing to your Son.’ As I said these things,
I heard a voice say, ‘If you cross the Jordan, you will find great rest.’ I cried out, ‘Lady, Lady, do not abandon me!’ Then I left to make my way to the Jordan. On the road, a Christian saw me and gave me three coins for the sake of Christ. With them I bought three loaves of bread.
Someone showed me the way to the Jordan, and I set off in tears. Late that afternoon I reached the Church of Saint John the Forerunner near the river. I ate half a loaf and drank water from the Jordan, then lay down and slept there. At dawn I went to the river, found a small boat, crossed it, and came here to this place you see, Abba Zosimas.” The elder asked, “Saint of God, how many years have you been here in the desert?” She answered, “Forty years, Abba Zosimas.” He asked again, “Where have you found food all this time? How have you lived through so many years?” She replied, “I had two and a half loaves when I crossed the Jordan. They dried out until they were hard as stones. By eating a little of them at a time, along with the plants of this desert, I survived.” The elder then asked, “How did you live through all those years? Did you face any temptation?” She answered, “Abba Zosimas, you have asked me something I shudder even to remember.
If I tell you all the temptations I suffered and endured, I fear I may suffer them again.” But the elder persisted, and she continued, “Believe me, Abba Zosimas, for seventeen years in this desert I faced many temptations from the demon. Whenever I began to eat, I remembered the meat and fish of Egypt and the plentiful wine I used to drink. My heart burned with longing for them, for here I did not even have water to drink.
I remembered the songs I knew and would begin to sing. Then at once I would remember my sins and the Most Holy Virgin, whom I had asked to be my surety, and tears would come to my eyes. I would call upon the Theotokos, and a great light would shine before me, driving away those evil intrusive thoughts, the logismoi. How can I tell you, Abba Zosimas, of the fire of lust that burned in my heart? Whenever such a thought came, I fell to the ground in tears and would not rise until I saw that light scatter my thoughts. These temptations troubled me for those seventeen years, Abba Zosimas. From then until today, with the help of my Most Holy Theotokos, I have had no temptation. I felt bitter cold at night and fierce heat by day. But God, who said, ‘Man shall not live by bread alone,’ fed and sheltered me, for He clothes the heavens with clouds.” When Zosimas heard her speaking
in passages from Holy Scripture, he asked, “Saint of God, can you read, or has someone taught you these words?” She answered, “Abba Zosimas, I have not seen another human being all this time, and I cannot read. But God, who gives people knowledge, teaches me these words.” Hearing this, Zosimas wanted to make a prostration before her, but she stopped him. She said, “Abba Zosimas, tell no one what you have heard from me until I die. Now go in peace, and you will see me again next year. I ask only that you do what I am about to tell you. Next year,
do not cross the Jordan as you usually do. Stay at the monastery, for even if you try to leave, you will be unable to. On Great Thursday, late in the day, take the Holy Mysteries and come to the Jordan. Wait for me there. Since I came here, I have not received them, so I beg you to bring me Holy Communion.” Then the saint went back into the desert. The elder fell to the ground and kissed the place where she had stood. He gave thanks to God and returned to the monastery. The following year, when the time came for the monks to leave as usual, Zosimas tried to go with them but could not, because he had fallen ill with a fever.
Then he remembered that the Saint had told him to stay in the monastery. He spent a few days with a fever and recovered. When Great Thursday came, he took Holy Communion for her, as she had asked. He also took a few figs, dates, and lentils soaked in water, and went to the river. As he waited for the Saint, he grew anxious. The hour was passing, and she had not appeared. He also wondered how she would cross the river, since there was no boat there. While he was thinking this, he saw her coming. Though it was night, the moon shone brightly, and he saw the holy woman make the sign of the Cross and come to the other side of the river.
When Zosimas saw this, he was about to bow down before her, but the Saint said, “Abba Zosimas, what are you doing? You are carrying the Holy Mysteries, and you want to bow down before me?” She came up to him and said, “Bless me, Abba, bless me.” Then she asked him to pray. She said the Our Father and the Creed, and received the spotless Holy Mysteries. Afterward she prayed, “Now let Your servant depart in peace, Master, according to Your word, for my eyes have seen Your salvation.” Then she turned to the elder and said, “Forgive me, Abba Zosimas. And please, if you will bless it, do one more thing for me. Return to your monastery with God’s help
and next year come again to the place where you first met me. You will see me as God wills.” The elder answered, “Servant of the true God, I wish I were worthy to follow you. But at least take some of the food I brought you.” The Saint reached out and took only three lentils. Then she made the sign of the Cross again and crossed the Jordan, walking on the water as before. The elder returned to his monastery, glorifying God. But he was deeply grieved that he had not learned her name, and hoped to ask her the following year. When the new year came and it was the Sunday of Forgiveness,
he left the monastery as usual and walked through the desert, looking all around for the Saint. When he could not see her, he prayed, “My God, You counted me worthy to see such a mystery. Do not deprive me of seeing it through to the end. Grant me the grace, my Christ, to receive Your servant’s blessing once more.” As he prayed, he looked to his right and left. And then he saw her, but she was dead, her arms crossed and her head turned toward the west. He wept. Then he read the Blameless from the Psalter. When he finished, he saw words etched in the ground above the Saint’s head. They said:
“Zosimas, bury the body of humble Mary here where you found it, and pray to God for me. I died in the month of Pharmouthi, that is, April, on the night I received Holy Communion.” When Zosimas saw the writing, he wondered who had written it, for the Saint had told him she could not read or write. He also wondered how she had covered a journey of twenty days in a single hour. Then he wondered what he could use to dig the earth. Suddenly he saw a lion come and lick the Saint’s feet, and he was very afraid. But he made the sign of the Cross and trusted that it would not harm him. He said to the lion:
“The power of God has brought you here to help me. Dig the earth so that I can bury the Saint’s body. I am an elder and can neither dig nor go and fetch tools. So make her grave.” As soon as he spoke, the lion began digging with its front paws. It dug just deep enough to cover the Saint’s body. When it had finished, it bowed before the elder and went off into the desert. Zosimas buried the Saint’s body where he had found it and returned to the monastery, glorifying and praising God. Saint Zosimas died in that monastery at the age of one hundred.
His memory is commemorated on April 4.
After the Fall of man in Paradise, there is one way to be saved: the path of metanoia, of repentance. We might therefore say that, from that moment on, God’s great effort has been to bring man to repentance. “Adam, where are you?” is the first call to repent. If we may count the preaching of the Forerunner as the final word of the Old Testament, that word is: “Repent, for the Kingdom of Heaven is at hand.” The Lord begins His own preaching with the same words, and He ends it by speaking again of repentance. He said to them, “Thus it is written, and thus it was necessary for Christ to suffer
and to rise from the dead on the third day, and for metanoia, repentance, and the forgiveness of sins to be preached in His name to all nations, beginning at Jerusalem.” The Church of Christ continually calls us to repentance. It opens the season especially devoted to repentance, Holy and Great Lent, with the repentance of the publican, and closes it with one of the strongest and clearest examples of repentance: Saint Mary of Egypt, whom we celebrate today. Her life shows us that, through repentance, God’s grace can make even the greatest sinner a great saint. That is why Saint Nektarios of Aegina urges us:
“So then, Christian brothers and sisters, let all of us who labor and are heavy laden run to the Lord. Let us return to Him in the right way, from whom we strayed in the wrong way. Behold the Judge, ready to forgive our sins. Behold the Master, ready to cancel our debt. Behold the Savior, stretching out His hands to lead us into Paradise, to lift the burden of our sins, to grant us peace, and to give us rest. Let us take His yoke upon us, for the Lord’s yoke is easy and His burden is light.
Let us hurry while there is still time, while the door to eternal life remains open. While the Bridegroom invites us to enter the wedding feast, let us not put it off from day to day, for we do not know what tomorrow will bring. Let us come to the Lord and confess our sins to Him, for He is ready to forgive them. Come, let us all seek the Lord, that we may find rest for our souls. Amen.”
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
13 ΤΡΙΩΔΙΟΥ\E KYR NHST & 01 04 eid.mp3
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.