Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Ο Άγιος Μαρτινιανός: ασκητικός αγώνας και φυγή από τον πειρασμό

Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Οσίου Μαρτινιανού στις 13 Φεβρουαρίου, μαζί με άλλους αγίους. Καταγόμενος από την Καισάρεια της Παλαιστίνης, ο Μαρτινιανός άρχισε την ασκητική ζωή στην ηλικία των δεκαοκτώ ετών και έγινε γνωστός για τις θεραπείες και τις πνευματικές του συμβουλές.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων13 Φεβρουαρίου16:08Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Οσίου Μαρτινιανού στις 13 Φεβρουαρίου, μαζί με άλλους αγίους.
  • Καταγόμενος από την Καισάρεια της Παλαιστίνης, ο Μαρτινιανός άρχισε την ασκητική ζωή στην ηλικία των δεκαοκτώ ετών και έγινε γνωστός για τις θεραπείες και τις πνευματικές του συμβουλές.
  • Μια γυναίκα ήρθε στο κελί του με σκοπό να τον πειράξει. Αφού για λίγο συναίνεσε στην αμαρτία, μετανόησε και έκαψε τα πόδια του στη φωτιά.
  • Συγκινημένη από τη μετάνοιά του, η γυναίκα εισήλθε στη μονή της Αγίας Παύλας στη Βηθλεέμ και έζησε ζωή νηστείας και προσευχής.
  • Ο Μαρτινιανός αποσύρθηκε σε ένα απομακρυσμένο νησί, έπειτα έσωσε μια ναυαγισμένη γυναίκα και έφυγε από το νησί για να αποφύγει περαιτέρω πειρασμό.
  • Μετά από δύο χρόνια περιπλάνησης, ο Μαρτινιανός πέθανε στην Αθήνα. Η διασωθείσα γυναίκα έμεινε στο νησί ως ασκήτρια μέχρι τον θάνατό της.
  • Η ομιλία περιγράφει τέσσερα στάδια που οδηγούν στην αμαρτία (την πρώτη υποβολή, την εμπλοκή, τη συναίνεση και την πράξη) και προτρέπει τους ακροατές να φεύγουν από τον πειρασμό από νωρίς.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 18 παράγραφοι

13 του μηνός Φεβρουαρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη του Οσίου Μαρτινιανού, των Αγίων Αποστόλων και Μαρτύρων Ακύλα και Πρισκύλλης, του Αγίου Ευλογίου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, των Αγίων Μαρτύρων Πατρός και Υιού και του Οσίου Συμεών, του Κτίτορος της εν Άθω Μονής του Χιλανδαρίου.

Ο Μαρτινιανός καταγόταν από την Καισάρεια της Παλαιστίνης, ήταν δε κατά τους χρόνους του Θεοδοσίου του Μικρού, που βασίλευσε από το 408 μέχρι το 450 μετά Χριστόν. Την ασκητική ζωή άρχισε στην ηλικία των 18 ετών. Ζούσε με πολλή άσκηση και υπέμενε πολλούς πολέμους από τους πονηρούς δαίμονες. Επί 26 χρόνους αγωνιζόταν τόσο θεάρεστα, ώστε κατόρθωσε κάθε είδος αρετής και απέκτησε πλούσια τη Θεία Χάρη, με την οποία θεράπευε με ευκολία κάθε ασθένεια. Έτσι έγινε περιβόητος και σεβάσμιος. Πολλοί έρχονταν σ' αυτόν για να βρουν την υγεία του σώματος ή και να λάβουν νουθεσίες για τον πνευματικό τους αγώνα.

Βλέποντας αυτά, ο Μισόκαλος δυσανασχετούσε και ξεσήκωσε εναντίον του δυνατούς πειρασμούς για να τον ρίξει στην αμαρτία και να σταματήσει το έργο του. Το επιχείρησε με φαντασίες και λογισμούς και άλλα αισθητά μέσα. Κάποιοι διηγούνταν τις αρετές του Οσίου. Μια κακότροπη γυναίκα τους είπε: «Ποια κατορθώματα έκανε και τον έχετε σε τόση ευλάβεια; Πήγε και κλείστηκε στο σπήλαιο και επαινείται ότι κάνει άσκηση και φυλάττει σωφροσύνη. Οι καλοί ναυτικοί στη φουρτούνα φαίνονται και όχι όταν κάθονται στο λιμάνι. Δεν είναι καθόλου θαυμαστό το να μην καταφλέγεται το χορτάρι όταν βρίσκεται μακριά από τη φωτιά. Αλλά εάν, επί παραδείγματι, εγώ πάω στο κελί του και μείνει απαθής και άτρωτος...

δικαίως θα επαινείτε». Κόμπαζε δε ότι θα μπορούσε να τον μολύνει και υποσχέθηκε να το πραγματοποιήσει. Κάποια νύχτα, με μεγάλη κακοκαιρία, φορώντας φτωχικά ρούχα, με ατημέλητη την όψη και καλυμμένη την κεφαλή, πήγε έξω από το κελί του Οσίου, χτύπησε την πόρτα με επιμονή και, λέγοντας ότι έχασε τον δρόμο και ότι δεν έχει άλλη καταφυγή, άρχισε να τον παρακαλεί και να τον εξορκίζει να τη λυπηθεί και να μην την αφήσει έξω εκτεθειμένη στον κίνδυνο των θηρίων. Ο Όσιος βρέθηκε προ διλήμματος. Τελικά, σκεπτόμενος τον κίνδυνο της ζωής της γυναίκας και φοβούμενος τη δική του για ασπλαχνία καταδίκη, έκανε το σταυρό του, επικαλέστηκε τη Θεία Βοήθεια και άνοιξε.

Την υποδέχθηκε, άναψε φωτιά για να ζεσταθεί και της έδωσε φοίνικες για να φάει. Αυτός εισήλθε στο εσώτερο σπήλαιο, κλείστηκε και πέρασε το περισσότερο μέρος της νύχτας προσευχόμενος. Έπειτα αποκοιμήθηκε για λίγο. Σηκώθηκε το πρωί, αλλά τον πείραζαν σαρκικοί λογισμοί. Έτσι βγήκε για να κατευοδώσει τη γυναίκα. Αλλά εκείνη είχε νωρίτερα σηκωθεί και στολιστεί με τα πολυτελή ενδύματα και κοσμήματα που μέσα σε σάκο για το σκοπό αυτό είχε φέρει μαζί της. Ο πονηρός με το όργανό του διήγειρε την επιθυμία του αγωνιστού, ο οποίος, βλέποντας τη μεταβολή εκείνη, απόρησε και ρώτησε την αιτία. Τότε η κακότροπη εκείνη γυναίκα με ανάλογο σχήμα, βλέμμα, ομιλία

αποκάλυψε την αμαρτωλή επιθυμία και τον άνομο σκοπό της και μάλιστα προσπάθησε να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα αναφέροντας διάφορα πρόσωπα εν γάμω από την Αγία Γραφή. Αυτά έλεγε εκείνη, ή μάλλον ο της κακίας δημιουργός και διδάσκαλος. Ο δε Όσιος, από τις κολακίες της, την ομορφιά της όψεως και τα άσεμνα αγγίγματα, άρχισε να κλονίζεται. Διότι ως άνθρωπος και αυτός, ως σάρκα φορών, ήταν εύκολο να νικηθεί από τον αισθητό πειρασμό της γυναίκας και το νοητό του διαβόλου που του ενέσπειρε αισχρούς λογισμούς. Μένοντας ακόμη λίγο υπό την επήρεια του ισχυρού εκείνου σκανδαλισμού, τελικά ως άνθρωπος νικήθηκε και έκανε συγκατάθεση στην αμαρτία.

Είπε στη γυναίκα: «Περίμενε λίγο να δω μήπως έρχεται κανείς και μας δει». Βγήκε λοιπόν ο Μαρτινιανός, ανέβηκε σε ένα βράχο και κοίταζε μήπως δει κάποιον. Ο δε ελεήμων Θεός, σπλαχνιζόμενος, τον βοήθησε να μην χάσει τους κόπους και τους αγώνες που έκανε από τη νεότητά του. Του έβαλε καλούς λογισμούς και μετανόησε ολόψυχα με δριμύτατο πόνο για την προηγούμενη συγκατάθεση. Κατέβηκε από το βράχο, μάζεψε πολλά φρύγανα, μπήκε στο κελί και άναψε μεγάλη φωτιά. Γύμνωσε τα πόδια του και μπήκε στις φλόγες λέγοντας στον εαυτό του: «Εάν μπορείς να υποφέρεις τη φωτιά της κολάσεως θέλοντας την αισχρή ηδονή, πείσου και κάνε αυτό που σου λέγει η γυναίκα». Έτσι κατέφλεξε τον εαυτό του,

κατέσβησε τη σαρκική πύρωση και ταπείνωσε το σαρκικό φρόνημα. Αυτά αφού άκουσε η γυναίκα και είδε την πράξη εκείνη του Οσίου, ότι δηλαδή για μια μόνη συγκατάθεση αμαρτίας παίδεψε τόσο αυστηρά το σώμα, θυμήθηκε όλα της τα αμαρτήματα, έβγαλε τα στολίδια και τα κοσμήματά της και τα έριξε στη φωτιά. Έπειτα, πέφτοντας με δάκρυα στα πόδια του Οσίου, τον παρακάλεσε να ικετεύσει το Θεό να τη συγχωρέσει ως εύσπλαχνος, δήλωσε δε την απόφασή της να ζήσει ζωή μετανοίας. Ο Όσιος τη νουθέτησε, την έστειλε σε ένα μοναστήρι της Βηθλεέμ, στην Παρθένο Παύλα, και της είπε: «Πήγαινε και κάνε τρόπο να μην επιστρέψεις πλέον στα οπίσω, αλλά μίσησε τις του βίου ηδονές».

Επέμενε μέχρι τέλους στη μετάνοια. Έτσι αναχώρησε. Όταν έφτασε στο μοναστήρι της Οσίας Παύλας, της είπε όλα τα συμβάντα, εκείνη δε τη φρόντισε σωματικά και πνευματικά και την έκανε μοναχή. Έμεινε δε η γυναίκα εκεί μιμούμενη τη δασκάλα της Παύλα σε όλες τις πράξεις και τόσο έγινε ενάρετη, ώστε αξιώθηκε με τη χάρη του Θεού να κάνει θαύματα. Η πρώην φαύλη και άσημνη έζησε με πολλή εγκράτεια. Δεν γεύτηκε λάδι ή κρασί ή κάποιο οπωρικό κατά τους δώδεκα χρόνους που έζησε στο μοναστήρι. Μόνο με ψωμί και νερό τρεφόταν και εκείνο τόσο μόνο όσο να μην πεθάνει. Έτσι με ανδρεία αγωνιζομένη κατήσχυνε τον αντίπαλο διάβολο,

απήλθε με την πρόσκαιρη κακοπάθεια στην αιώνια ευφροσύνη και άπειρη αγαλλίαση. Ο δε Όσιος Μαρτινιανός έκλαψε πολύ, όπως ο προφητάναξ Δαβίδ για την αμαρτία του. Επί επτά μήνες ήταν σε άθλια κατάσταση και δεν μπορούσε να περπατήσει. Όταν θεραπεύτηκαν τα πόδια του, άφησε το κελί του, βρήκε κάποιο πλοίαρχο που τον μετέφερε σε μια βραχονησίδα σε απόσταση μιας μέρας ταξιδιού και τον άφησε με τη συμφωνία τρεις φορές το χρόνο να του πηγαίνει ψωμιά και νερό, καθώς και μαλλί ή βάια φοινίκων για εργόχειρο που θα του το έδινε σε αντάμειψη των κόπων του. Στο ξερονήσι εκείνο έμεινε ο Όσιος έξι χρόνους, υπομένοντας κάθε κακοπάθεια, τόσο κατά το θέρος

και κατά το χειμώνα, νομίζοντας όλα τα λυπηρά ευχάριστα και αποβλέποντας στη μέλλουσα αιώνια αγαλλίαση. Αλλά ο εχθρός μας διάβολος δεν τον άφησε απείραστο και του έκανε νέο μεγάλο πόλεμο. Καθώς περνούσε κοντά από το βράχο εκείνο κάποιο πλοίο, έκανε τέτοια θαλασσοταραχή που το καράβι συντρίφθηκε στα βράχια και οι επιβάτες του, άνδρες και γυναίκες, όλοι πνίγηκαν εκτός από μια κοπέλα η οποία σώθηκε με μια σανίδα και ζητούσε τη βοήθειά του. Ο Όσιος την έσυρε από το νερό, αλλά είδε ότι για αυτόν ήταν φωτιά και, επειδή γνώριζε ότι το χορτάρι δεν μπορεί να μην καεί όταν είναι κοντά στη φωτιά, άφησε την κόρη να πορευτεί με το νερό και τα ψωμιά που είχε εκεί.

Εκείνος δε ρίχτηκε στη θάλασσα και, ω του θαύματος, δυο δελφίνια τον πήραν στη ράχη τους και τον μετέφεραν στην απέναντι ακτή. Βλέποντας ο Όσιος ότι ούτε στα βουνά ούτε στη θάλασσα είχε μόνιμη ησυχία από τις προσβολές του εχθρού, αποφάσισε να μετακινείται από τόπο σε τόπο λέγοντας: «Φεύγε, Μαρτινιανέ, μη σε καταλάβει πειρασμός». Έτσι πέρασαν δύο χρόνια, κατά τα οποία πέρασε από 164 πόλεις, τελευταία των οποίων ήταν η πόλη των Αθηνών. Εκεί άφησε την τελευταία του πνοή με ιλαρό πρόσωπο, μετά από μακρό ανδρείο αγώνα για τη σωφροσύνη και εκούσιο μαρτύριο της συνειδήσεως για να γλιτώσει την αιώνια κόλαση.

Ο Επίσκοπος και όλος ο λαός ενταφίασαν με τιμές το τίμιο του λείψανο. Η δε κόρη που προαναφέραμε έμεινε στο ξερονήσι, μετά δε δύο μήνες ήλθε ο πλοίαρχος στον οποίο διηγήθηκε καταλεπτώς τα του Οσίου Μαρτινιανού. Εκείνος δόξασε το Θεό και θέλησε να τη μεταφέρει στον τόπο της. Η μακάρια όμως και γενναία ψυχή δεν δέχτηκε και θέλησε να παραμείνει και να αγωνίζεται σκληρά. Κάθε τρεις μήνες ερχόταν ο πλοίαρχος με τη σύζυγό του και της έφεραν άρτους, νερό και μαλλί για το εργόχειρο. Όταν έφτασε στο ξερονήσι ήταν 25 ετών. Εκεί με υπερθαύμαστη ζωή, αγωνιζόμενη με πολλή προσευχή και νηστεία, έκανε 6 χρόνους,

απήλθε προς τον Ποθούμενο δύο μήνες προτού να έρθει ο πλοίαρχος. Όταν δε εκείνος ήλθε με τη σύζυγό του, βρήκαν την Αγία να κείται με ευσχημοσύνη, σώα και άφθαρτη, σαν να είχε τελευτήσει εκείνη την ώρα. Προσκύνησαν το Άγιό της Λείψανο και μετά το μετέφεραν στον τόπο τους ως πολύτιμο θησαυρό. Ευχαριστώ.

Χαρακτηριστική και διδακτική η ζωή και ο αγώνας του σήμερα εορταζομένου Οσίου Μαρτινιανού. Ιδιαίτερα δε διδακτικό είναι το τρόπον τινά σύνθημά του: «Φεύγε, Μαρτινιανέ, μη σε καταλάβει ο πειρασμός». Η φυσική κατάσταση του ανθρώπου είναι εκείνη της αρετής. Από αυτή προσπαθεί ο διάβολος να τον εκτρέψει, φέρνοντάς τον στην παρά φύσιν κατάσταση της αμαρτίας. Η διαδικασία που φέρνει στην αμαρτία έχει τέσσερα κύρια στάδια. Το πρώτο, της προσβολής, όταν πρωτοπαρουσιάζεται μια σκέψη ή μια φαντασία ή κάτι το αισθητό που διεγείρει μέσα μας την επιθυμία για την αμαρτία. Το δεύτερο είναι του συνδυασμού, κατά τον οποίο

η ψυχή δεν διώχνει, αλλά συνομιλεί με τον πειρασμό. Το τρίτο, της συγκαταθέσεως, κατά το οποίο λέγεται το ναι στη διάπραξη της αμαρτίας, και το τελευταίο είναι η πράξη της αμαρτίας. Όσο νωρίτερα ξεφύγουμε από τα γρανάζια της διαδικασίας αυτής, τόσο ευκολότερο και καλύτερο είναι. Το καλύτερο δε και ασφαλέστερο είναι το να μην μπούμε καθόλου σε αυτή, αποφεύγοντας τις αφορμές της αμαρτίας. Αυτό δε κατ' εξοχήν ισχύει για τα σαρκικά αμαρτήματα. Γι' αυτά ισχύει το «φεύγε και σώζου».

Αν κανείς υπερήφανα στηρίζεται στις δυνάμεις του και έτσι πλησιάζει τις αφορμές της αμαρτίας, τότε τον εγκαταλείπει η χάρη του Θεού και τότε η πτώση

να θεωρείται βέβαιη.

Αγγλική μετάφρασηEN · 18 παράγραφοι

On February 13, our Church commemorates Saint Martinian; the holy Apostles and Martyrs Aquila and Priscilla; Saint Eulogius, Archbishop of Alexandria; the holy Martyrs, a father and son; and Saint Symeon, founder of Hilandar Monastery on Mount Athos.

Martinian came from Caesarea in Palestine and lived during the reign of Theodosius the Younger, who ruled from AD 408 to 450. He began his ascetic life at eighteen. He lived with great ascetic discipline and endured many attacks from evil demons. For twenty-six years he struggled in a way pleasing to God. He grew in every kind of virtue and received grace from God in abundance, through which he readily healed every illness. He became widely known and deeply respected. Many came to him for healing of the body or for counsel in their spiritual struggle.

Seeing this, the devil, who hates all that is good, was troubled. He stirred up powerful temptations against Martinian, hoping to draw him into sin and stop his work. He tried through images, logismoi—intrusive thoughts—and other things Martinian could see and feel. Some people were speaking of the saint’s virtues when a woman of wicked character said to them, “What has he done that makes you revere him so much? He shut himself in a cave, and people praise him for his ascetic discipline and chastity. Good sailors prove themselves in a storm, not while sitting in harbor. It is no wonder that grass does not catch fire when it is far from the flames. But if I were to go to his cell and he remained untouched and unharmed…”

“then you would be right to praise him.” She boasted that she could defile him and promised to do it. One stormy night, wearing poor clothes, with an unkempt appearance and her head covered, she came to the saint’s cell and knocked insistently. She said she had lost her way and had nowhere else to go. She begged him, even implored him before God, to take pity on her and not leave her outside at the mercy of wild beasts. The saint faced a dilemma. At last, thinking of the danger to her life and fearing that he himself would be condemned for lack of compassion, he made the sign of the Cross, called on God for help, and opened the door.

He welcomed her in, lit a fire to warm her, and gave her dates to eat. Then he went into the inner cave, shut himself in, and spent most of the night in prayer. After that, he slept for a little while. When he rose in the morning, lustful logismoi, intrusive thoughts, were troubling him. He went out to see the woman on her way. But she had already risen and dressed herself in the fine clothes and jewelry she had brought in a sack for this very purpose. Through her, the evil one stirred desire in the ascetic. Astonished at the change in her appearance, Martinian asked why she had dressed that way. Then the woman, with her manner, her gaze, and her words,

revealed her sinful desire and unlawful purpose. She even tried to justify what could not be justified by citing various married people from Holy Scripture. So she spoke—or rather, the one who creates and teaches evil spoke through her. The saint began to waver under her flattery, the beauty of her face, and her indecent touches. He too was human, clothed in flesh, and could be overcome by the woman’s visible temptation and by the unseen temptation of the devil, who was sowing shameful logismoi, intrusive thoughts, in him. He remained under the force of that temptation a little longer. In the end, being human, he yielded and consented to sin.

He said to the woman, “Wait a little while. Let me see if anyone is coming who might see us.” Martinian went out, climbed a rock, and looked around for anyone approaching. But merciful God took pity on him and helped him not to lose the fruit of all his labors and struggles since his youth. God placed good thoughts in his heart, and Martinian repented with all his heart, deeply pained by his earlier consent. He came down from the rock, gathered a great deal of brushwood, went into his cell, and lit a large fire. He bared his feet and stepped into the flames, saying to himself, “If you can bear the fire of Hell for the sake of this shameful pleasure, then go ahead and do what the woman asks.” In this way he burned himself,

quenched the fire of bodily desire, and humbled the desires of the flesh. When the woman heard his words and saw what the saint had done—how severely he had punished his body for a single act of consent to sin—she remembered all her own sins. She took off her finery and jewelry and threw them into the fire. Then, falling in tears at the saint’s feet, she begged him to ask the merciful God to forgive her. She declared her resolve to live a life of metanoia, of repentance. The saint counseled her and sent her to Saint Paula at a monastery in Bethlehem. He told her, “Go, and make sure you never turn back. Come to hate the pleasures of this life.”

He urged her to persevere in repentance to the end. So she departed. When she reached Saint Paula’s monastery, she told her everything that had happened. Paula cared for her body and soul and made her a nun. The woman stayed there, following her teacher Paula in everything she did. She became so virtuous that, by God’s grace, she was counted worthy to work miracles. Once wayward and immoral, she now lived with great self-restraint. Throughout her twelve years in the monastery, she tasted neither oil nor wine nor fruit. She lived on bread and water alone, and took only enough to keep herself alive. Struggling courageously in this way, she put her adversary, the devil, to shame

and passed from the hardships of this brief life into eternal gladness and boundless rejoicing. Saint Martinian, meanwhile, wept bitterly over his sin, as the prophet and king David had done. For seven months he was in a wretched state and could not walk. When his feet healed, he left his cell and found a ship’s captain who took him to a rocky islet a day’s journey away. They agreed that the captain would bring him bread and water three times a year, along with wool or palm leaves for handiwork, which Martinian would give him in return for his trouble. The saint stayed on that barren island for six years, enduring every hardship, through summer

and winter. He counted every sorrow a joy as he looked toward the eternal rejoicing to come. But our enemy, the devil, did not leave him without temptation. He brought another great trial upon him. As a ship passed near that rock, the devil raised such a violent sea that the ship broke against the rocks. All those aboard, men and women, drowned except for one young woman. Clinging to a plank, she called out to Martinian for help. The saint pulled her from the water. But he saw that her presence was a fire of temptation for him. Knowing that grass cannot help burning when it is close to a fire, he left the young woman with the water and bread he had there.

Then he threw himself into the sea and, O wonder, two dolphins carried him on their backs to the opposite shore. Seeing that neither the mountains nor the sea gave him lasting peace from the enemy’s attacks, the saint decided to travel from place to place, saying, “Flee, Martinian, before temptation overtakes you.” Two years passed in this way. He went through 164 cities, the last of them Athens. There, after a long and courageous struggle for chastity and a freely chosen martyrdom of conscience to escape eternal Hell, he breathed his last with a peaceful face.

The bishop and all the people buried his honored remains with reverence. The young woman we mentioned stayed on the barren island. Two months later, the ship’s captain came, and she told him in detail what had happened to Saint Martinian. He glorified God and offered to take her home. But this blessed and courageous soul declined. She wanted to remain there and continue her hard struggle. Every three months the captain came with his wife, bringing her bread, water, and wool for her handiwork. She was twenty-five when she came to the island. There she lived a remarkable life of prayer and fasting for six years,

and went to the One she longed for two months before the captain’s next visit. When he arrived with his wife, they found the saint lying with dignity, her body whole and incorrupt, as though she had died only that moment. They venerated her holy remains and took them home as a precious treasure. Thank you.

The life and struggle of Saint Martinian, whom we celebrate today, teach us much. His words are especially instructive: “Flee, Martinian, before temptation overtakes you.” The natural state of a human being is a life of virtue. The devil tries to draw us away from it and into the unnatural state of sin. The path that leads to sin has four main stages. The first is the initial suggestion: a thought, an image, or something we see or feel first appears and stirs a desire for sin within us. The second is engagement, when

the soul does not drive the temptation away but enters into conversation with it. The third is consent, when we say yes to committing the sin. The last is the sinful act itself. The sooner we get free of this process, the easier and better it is. Safest of all is to avoid entering it in the first place by staying away from occasions of sin. This applies especially to sins of the flesh. For these, the saying is, “Flee and be saved.”

If someone proudly relies on his own strength and approaches occasions of sin, then God’s grace leaves him, and his fall

can be considered certain.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

02 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ\13 02.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα