Το μαρτύριο της Αγίας Μαρίνας και η διάκριση των πνευμάτων
Μεγαλωμένη ανάμεσα σε χριστιανούς κοντά στην Αντιόχεια της Πισιδίας, η Μαρίνα αγκάλιασε την πίστη στον Χριστό παρά την απόρριψη του ειδωλολάτρη πατέρα της. Στα δεκαπέντε της αρνήθηκε τις απαιτήσεις του ηγεμόνα Ολυβρίου να θυσιάσει στα είδωλα ή να τον παντρευτεί, και υπέμεινε φυλάκιση και βασανιστήρια.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Μεγαλωμένη ανάμεσα σε χριστιανούς κοντά στην Αντιόχεια της Πισιδίας, η Μαρίνα αγκάλιασε την πίστη στον Χριστό παρά την απόρριψη του ειδωλολάτρη πατέρα της.
- Στα δεκαπέντε της αρνήθηκε τις απαιτήσεις του ηγεμόνα Ολυβρίου να θυσιάσει στα είδωλα ή να τον παντρευτεί, και υπέμεινε φυλάκιση και βασανιστήρια.
- Στη φυλακή νίκησε τις τρομακτικές εμφανίσεις του διαβόλου, επικαλούμενη τον Χριστό και κάνοντας το σημείο του Σταυρού.
- Θεραπευμένη με τη θεία χάρη, η Μαρίνα προσευχήθηκε για το Άγιο Βάπτισμα και βγήκε ανέπαφη από δεξαμενή με νερό που προοριζόταν για να την πνίξει.
- Μετά από ουράνιο σημείο που οδήγησε πολλούς μάρτυρες να ομολογήσουν τον Χριστό, ο Ολύβριος διέταξε τον θάνατό τους και την αποκεφαλισμό της Μαρίνας.
- Η ομιλία προειδοποιεί ότι οι δαίμονες χρησιμοποιούν σκέψεις, οράματα, φόβο και ακόμη φαινομενικό έπαινο για να απομακρύνουν τους ανθρώπους από τη σωτηρία.
- Χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα τη διάκριση του Αποστόλου Παύλου, καλεί σε ταπείνωση και σε καθοδήγηση από τον πνευματικό πατέρα για να αντισταθούμε στην πλάνη.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 17 παράγραφοι
Μάρτυς του Χριστού, Μαρίνα, καταγόταν από την Αντιόχεια της Πισιδίας, άκμασε δε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Κλαυδίου του Δευτέρου, που βασίλευσε κατά το 270 μ.Χ.
Μέρες μετά τη γέννησή της, πέθανε η μητέρα της και έτσι η νεογέννητη έμεινε μόνο με τον πατέρα της, ο οποίος ονομαζόταν Εδέσιος και ήταν όχι μόνο ειδωλολάτρης, αλλά και ιερέας των ειδωλολατρών. Την τροφή και ανατροφή της μονογενούς του κόρης, ο Εδέσιος εμπιστεύτηκε σε κάποια γυναίκα που έμενε έξω από την Αντιόχεια.
Αυτό φαίνεται ότι ήταν οικονομία Θεού, διότι εκεί ήταν χριστιανοί. Όταν δε λίγο μεγάλωσε... Από κάποιους το λόγο της πίστεως του Χριστού. Επειδή δε ήταν φύσεως αγαθής και καλής προαιρέσεως, καθώς και συνετή και φρόνιμη, δέχθηκε το σωτήριο σπόρο της πίστεως στην καρδιά της, ο οποίος φύτρωσε και με τη χάρη του Θεού, με τον καιρό απέδωσε καρπό εκατονταπλασίονα. Την ομολογία της, τη μίσησε ολόψυχα και την αποκλήρωσε.
Όσο όμως την αποστρεφόταν ο σαρκικός της πατέρας, τόσο ο Ουράνιος τη δεχόταν. Όσους δε έβλεπε να τους βασανίζουν και να τους θανατώνουν για το όνομά Του, αυτούς σεβόταν και μελετούσε να μαρτυρήσει και αυτή για το Χριστό, όταν οικονομούσε η χάρη Του. Ήθελε να Τον δοξάσει και με τα έργα, δηλαδή να βασανιστεί, να δοκιμαστεί στην πίστη για να συνδοξαστεί στη βασιλεία Του με τους άλλους μάρτυρες. Τον καιρό εκείνο ήταν στην Ανατολή ένας έπαρχος ονόματι Ολύμβριος, άγριος και θηριόγνωμος. Μεταβαίνοντας δε στην Αντιόχεια, συνέβη να δει τη δεκαπεντάχρονη Μαρίνα, της οποίας η ωραιότητα έβαλε στην καρδιά του δυνατό πάθος. Έτσι πρόσταξε να του τη φέρουν στο κριτήριο.
Λοιπόν την πήγαν. Προσευχόταν στον δρόμο να της δώσει ο Κύριος σοφία και δύναμη να φυλάξει μέχρι τέλους την ευσέβεια και να στεφανωθεί με τους Αγίους Μάρτυρες. Όταν έφτασαν στο παλάτι, τη ρώτησε ο άρχοντας να πει το όνομα, το γένος και το Θεό που πίστευε. Απάντησε ομολογώντας την πίστη της στο Χριστό, γι' αυτό και τη φυλάκισαν. Την επομένη, που είχαν εορτή και πρόκειτο να κάνουν θυσίες, μαζεύτηκαν, έφεραν δε και τη Μαρίνα με την ελπίδα ότι θα θυσίαζε και αυτή. Μάταια όμως προσπάθησαν προς τούτο, διότι εκείνη δεν νικήθηκε ούτε με τις κολακίες και τις υποσχέσεις ούτε με τις απειλές. «Δεν λυπούμαι», είπε στον άρχοντα, «ζωή πρόσκαιρη».
Παραδίδω πρόθυμα το σώμα μου για τον αθάνατο Θεό και Δεσπότη μου, καθώς και Αυτός για την αγάπη μου σταυρώθηκε. Όταν ο τύρανος είδε ότι η Αγία καταφρονούσε τα λόγια και την πρότασή του να την πάρει για γυναίκα του, δεν μπόρεσε να κρύψει τη θηριότητά του και πρόσταξε να τη δείρουν άσπλαχνα με αγκαθωτά μαστίγια. Οι σάρκες καταξεσχίστηκαν και η γη κοκκίνισε από τα αίματα. Η δε Αγία, σαν να βασανιζόταν άλλος, στεκόταν στερεή και αήττητη, νοερά δε επικαλούνταν το Θεό σε βοήθεια και με τη δύναμή Του υπέφερε τις πληγές με ανδρεία θαυμάσια. Μετά πολλή ώρα σταμάτησαν και την έκλεισαν στη φυλακή. Έπειτα από μερικές μέρες την έφεραν και πάλι στο κριτήριο. Την κρέμασαν.
Ξέσχισαν τις πλευρές της με σιδερένια νύχια. Τη φυλάκισαν και πάλι και την άφησαν χωρίς τροφή ή κάποια φροντίδα. Εκείνη δε προσευχόταν και ευχαριστούσε, διότι την αξίωσε ο Κύριος να βασανιστεί για την αγάπη Του. Ο δε μισόκαλος διάβολος, βλέποντας ότι δεν μπορούσε να νικήσει τη νεαρή κόρη ο υπηρέτης του ο έπαρχος και να την κάνει να προσκυνήσει τους δαίμονες, αποφάσισε να της επιτεθεί αυτός ο ίδιος. Μεταμορφώθηκε λοιπόν σε μεγάλο και φοβερό δράκοντα και όρμησε να την καταπιεί. Όμως με την επίκληση του ονόματος του Σωτήρος Χριστού και τη σημείωση του Τιμίου Σταυρού, ο μεν δράκοντας διερράγη και έγινε άφαντος, η δε Αγία έμεινε αβλαβής και με χαρά δοξολογούσε το Θεό.
Ο πονηρός όμως έκανε και νέα επίθεση. Αυτή τη φορά μετασχηματίστηκε σε κατάμαυρο σαν Αιθίοπα άνθρωπο. Τότε η Μάρτυς τον άρπαξε από τις τρίχες και με ένα σφυρί που βρέθηκε τον κτύπησε στην κεφαλή και τη ράχη και έτσι έγινε άφαντος.
Έλαμψε στο δεσμωτήριο φως λαμπρό και ουράνιο, όλες δε οι πληγές της Αγίας θεραπεύτηκαν και δεν έμεινε κανένα σημάδι τραύματος. Γι' αυτό γέμισε με πολλή χαρά και με περισσή αγαλλίαση ευχαριστούσε και δόξαζε το Θεό, από τον οποίο ζήτησε να την αξιώσει να αναγεννηθεί με το λουτρό του Αγίου Βαπτίσματος.
Έτσι προσευχόταν η Αγία όλη τη νύχτα και το πρωί την οδήγησαν μπρος στον έπαρχο. Ο οποίος θαύμασε μεν για την αποκατάσταση της υγείας της, την απέδωσε δε στους ψευδοθεούς, αλλά εκείνη διακήρυξε: «Δεν με γιάτρευσαν οι αναίσθητοι θεοί σου, αλλά ο αληθινός Θεός, τον οποίο θα λατρεύω πάντοτε». Ο τύρανος πρόσταξε να την κρεμάσουν στο ξύλο και να την κατακαίγουν με αναμμένες λαμπάδες. Η δε Αγία υπέμενε τους πόνους ευχαριστώντας το Θεό. Μετά έφεραν ένα καζάνι γεμάτο νερό, μέσα στο οποίο βούτηξαν τη μάρτυρα κατακέφαλα για να πνιγεί. Εκείνη προσευχήθηκε και ζήτησε να της λυθούν τα δεσμά και το νερό εκείνο να γίνει εις ζωήν αιώνιον, εις αναπλήρωση του επιθυμητού Αγίου Βαπτίσματος. Και πράγματι...
Από το νερό εκείνο βγήκε η Μαρίνα με λυμένα τα δεσμά και με άφραστη αγαλλίαση, διότι με τη χάρη του Θεού φωτίστηκε. Ακόμη δε φάνηκε περιστερά η οποία σε επήκοο όλων την καλούσε να ανέλθει στις μονές του παραδείσου, στα αγαπητά του Θεού σκηνώματα, να χαίρεται με τους Αγίους και να αναπαύεται αιώνια. Αυτά καθώς άκουσαν πάρα πολλοί, πίστεψαν στον Χριστό και φώναξαν ότι ήταν έτοιμοι να πεθάνουν γι' αυτόν. Ο έπαρχος πρόσταξε να θανατώσουν όσους τότε πίστεψαν στον Χριστό. Εκείνοι δε οι μακάριοι έτρεχαν με τη θέλησή τους προς τη σφαγή και έτσι φονεύτηκαν πολλοί που βαπτισμένοι στο αίμα τους ανήλθαν στη Βασιλεία του Θεού. Ο δε Ολύμβριος, παραμένοντας στην ασέβειά του...
Για να μην πιστέψουν και οι υπόλοιποι της πόλεως μέσω της Αγίας, πρόσταξε τη με το ξίφος θανάτωσή της. Οδήγησαν τη Μαρίνα στον τόπο της καταδίκης, όπου απηύθυνε την τελευταία πάνω στη γη προσευχή της. Μετά απέκοψαν την τίμια της κεφαλή και το μεν πολύαθλο λείψανο παρέλαβαν κρυφά οι χριστιανοί και το ενταφίασαν καθώς έπρεπε, η δε αγία της ψυχή ανήλθε στην ουράνια και ατελεύτητη του Θεού μακαριότητα.
Στο σημερινό συναξάρι το διάβολο να πολεμά την Αγία Μαρίνα με διαφόρους τρόπους, είτε εμμέσως με τα όργανά του είτε αμέσως παρουσιαζόμενος αυτός ο ίδιος, τη δε Αγία με τη χάρη του Θεού άφοβα να τον αντιμάχεται και να τον νικά. Ο μισόκαλος ως πονηρός χρησιμοποιεί πολλά τεχνάσματα για να ξεγελάσει τον άνθρωπο και να τον απομακρύνει από τη σωτηρία του. Οι μεθοδείες του, όπως τις παρουσιάζουν και τις αναλύουν οι Άγιοι Πατέρες μας, είναι τρομακτικές. Οι δαίμονες πολεμούν τον άνθρωπο με πονηρούς λογισμούς και πολλές φορές με φαινομενικά αγαθούς λογισμούς, με ρυπαρές εικόνες, με φαντασίες, με οράματα, με τάχα προβλέψεις.
Όνειρα και λοιπά. Πολλές φορές μετασχηματίζονται μιμούμενοι γυναίκες, θηρία, ερπετά, πλήθος στρατιωτών για να εκφοβήσουν. Ή, όπως λέγει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, άλλοτε προσπαθούν να μην κάνουμε το καλό, άλλοτε να μην το κάνουμε έτσι όπως το θέλει ο Θεός και άλλοτε μας μακαρίζουν διότι κάναμε το αγαθό.
Να μας ρίξουν στην υπερηφάνεια. Ακόμη δε υπάρχουν και περιπτώσεις που εμφανίζονται με μορφή αγγέλων, διαφόρων Αγίων και αυτού του Χριστού. Γι' αυτό χρειάζεται η ικανότητα να διακρίνει κανείς τι είναι από το Θεό και τι είναι από το διάβολο. Εάν μία ενέργεια είναι του πνεύματος του Θεού ή πονηρού πνεύματος.
Ονομάζεται διάκριση πνευμάτων και είναι ένα μεγάλο χάρισμα που το δίνει το Άγιο Πνεύμα και το έχουν οι Άγιοι της Εκκλησίας μας. Ο Απόστολος Παύλος στους Φιλίππους, παρόλο που η μαντευόμενη παιδίσκη έλεγε «Ούτοι οι άνθρωποι δούλοι του Θεού του Υψίστου εισίν, οίτινες καταγγέλλουσιν ημίν οδόν σωτηρίας», κατάλαβε ότι επρόκειτο για ενέργεια πονηρού πνεύματος, το οποίο και έβγαλε. Χρειάζεται λοιπόν να μην είμαστε επιπόλαιοι.
Απόστολος Παύλος. Παρασυρόμαστε από τον πονηρό. Προπαντός όμως, να μην έχουμε εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, που είναι η περηφάνεια, και να μάθουμε να ρωτάμε κυρίως τον πνευματικό μας και τους συγχρόνους Αγίους για να μας βοηθούν να ξεφεύγουμε από τις παγίδες του διαβόλου, οι οποίες, όταν εμείς με ταπείνωση και φιλότιμο αγωνιζόμαστε, γίνονται σκαλοπάτια με τα οποία ανεβαίνουμε πνευματικά και πλησιάζουμε προς το Θεό και Σωτήρα μας.
Αγγλική μετάφρασηEN · 17 παράγραφοι
Marina, a martyr of Christ, came from Antioch of Pisidia. She lived in the time of Emperor Claudius II, who reigned around AD 270.
Her mother died a few days after she was born, leaving the newborn child with her father, Edesius. He was a pagan and a priest of the pagan gods. Edesius entrusted the care and upbringing of his only daughter to a woman who lived outside Antioch.
This seems to have been God’s providence, for Christians lived there. As Marina grew older, she heard the word of faith in Christ from some of them. Kind by nature, willing to receive it, and wise and thoughtful, she welcomed the saving seed of faith into her heart. By God’s grace, it took root and in time bore fruit a hundredfold. When she confessed her faith, her father hated her with all his heart and disowned her.
Yet the more her earthly father rejected her, the more her heavenly Father received her. She revered those she saw tortured and put to death for His name, and she longed to suffer martyrdom for Christ herself, whenever His grace should bring it about. She wanted to glorify Him through her deeds as well: to suffer and be tested in her faith, so that she might share His glory in His Kingdom with the other martyrs. At that time, there was a governor in the East named Olybrius, a savage and cruel man. On his way to Antioch, he happened to see the fifteen-year-old Marina. Her beauty stirred a powerful passion in him, and he ordered her brought before his court.
So they brought her. On the way, she prayed that the Lord would give her wisdom and strength to remain faithful to the end and receive a crown with the holy martyrs. When she reached the palace, the governor asked her name, her family, and which God she believed in. She answered by confessing her faith in Christ, and they imprisoned her. The next day was a festival, when sacrifices were to be offered. They assembled and brought Marina too, hoping she would sacrifice. Their efforts were in vain. Neither flattery and promises nor threats could overcome her. ‘I do not grieve,’ she told the governor, ‘over this passing life.’
‘I willingly give my body for my immortal God and Master, just as He was crucified out of love for me.’ When the tyrant saw that Saint Marina scorned his words and his proposal to marry her, he could no longer conceal his cruelty. He ordered her mercilessly beaten with barbed whips. Her flesh was torn, and the ground was red with blood. Yet she stood firm and undefeated, as though someone else were being tortured. In her heart she called on God for help, and by His strength she bore the wounds with remarkable courage. After a long time, they stopped and shut her in prison. A few days later, they brought her before the court again and suspended her.
They tore her sides with iron claws, then imprisoned her again without food or care. She prayed and gave thanks, because the Lord had counted her worthy to suffer for love of Him. The devil, who hates all that is good, saw that his servant the governor could not defeat this young girl or make her worship the demons. So he decided to attack her himself. He took the form of a huge, terrifying dragon and lunged to swallow her. But when she invoked the name of Christ the Savior and made the sign of the Precious Cross, the dragon burst apart and vanished. Saint Marina remained unharmed and joyfully glorified God.
The evil one attacked again. This time he appeared as a man, black as an Ethiopian. Marina seized him by the hair and struck his head and back with a hammer she found there. Then he vanished.
A brilliant heavenly light shone in the prison. All Saint Marina’s wounds were healed, without a mark remaining. Filled with joy, she gave thanks and glorified God. She asked Him to count her worthy of being born anew through the waters of Holy Baptism.
Saint Marina prayed this way all night. In the morning, they led her before the governor. He marveled that her health had been restored, but credited his false gods. She declared, ‘Your senseless gods did not heal me. The true God healed me, and I will worship Him always.’ The tyrant ordered her hung from a wooden frame and burned with flaming torches. She endured the pain while thanking God. Then they brought a cauldron full of water and plunged her in headfirst to drown her. She prayed that her bonds would be loosed and that the water would become a source of eternal life, granting her the Holy Baptism she so deeply desired. And indeed...
Marina came out of the water with her bonds undone and with joy beyond words, for by God’s grace she had received illumination. A dove also appeared, calling out where everyone could hear it. It summoned her to ascend to the dwellings of Paradise, to God’s beloved resting places, where she would rejoice with the saints and rest forever. Many who heard this believed in Christ and cried out that they were ready to die for Him. The governor ordered the death of all who had just come to believe. These blessed people went willingly to their deaths. Many were killed and, baptized in their own blood, ascended to the Kingdom of God. But Olybrius remained in his impiety...
Fearing that the rest of the city would believe through Saint Marina, he ordered her put to death by the sword. They led her to the place of execution, where she offered her last prayer on earth. Then they cut off her honored head. Christians secretly took her long-suffering remains and buried them as they should, while her holy soul ascended to God’s heavenly, unending blessedness.
In today’s account of the saints, we see the devil fight against Saint Marina in different ways: indirectly through those who served him, and directly by appearing himself. By God’s grace, she fought him without fear and overcame him. The evil one, who hates all that is good, uses many tricks to deceive people and draw them away from salvation. The schemes our Holy Fathers describe and examine are frightening. Demons attack people with evil logismoi, intrusive thoughts, and often with thoughts that seem good. They also use impure images, fantasies, visions, and supposed predictions.
They use dreams and other such things as well. They often take the appearance of women, wild beasts, serpents, or crowds of soldiers to frighten people. As Saint John Climacus says, sometimes they try to keep us from doing good. At other times, they try to keep us from doing it as God wants. And sometimes they praise us for the good we have done.
They do this to lead us into pride. There are even cases when they appear as angels, as various saints, or as Christ Himself. That is why we need the ability to discern what comes from God and what comes from the devil, whether something is the work of the Spirit of God or of an evil spirit.
This is called discernment of spirits. It is a great gift given by the Holy Spirit, and the saints of our Church possess it. In Philippi, a slave girl who practiced divination said of the Apostle Paul and his companions, ‘These men are servants of the Most High God, who proclaim to us the way of salvation.’ Even so, the Apostle understood that an evil spirit was at work, and he cast it out. So we must not be careless.
As the example of the Apostle Paul shows, we can be led astray by the evil one. Above all, we must not trust in ourselves—that is pride. We must learn to ask our spiritual father, and the saints living in our own time, for guidance. They can help us escape the devil’s traps. When we struggle with humility and a willing heart, those very traps become steps by which we grow spiritually and draw near to our God and Savior.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
07 ΙΟΥΛΙΟΥ\17 07 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.