Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Άγιος Μακάριος Κορίνθου και η ζωή της παράδοσης

Γεννήθηκε στην Κόρινθο το 1731, και ο Μακάριος ασκήθηκε στην προσευχή και τη μελέτη, δίδαξε παιδιά χωρίς αμοιβή και εξελέγη αρχιεπίσκοπος το 1764. Ως αρχιεπίσκοπος εκπαίδευσε κληρικούς, τήρησε τη σωστή πρακτική του βαπτίσματος, δίδαξε το ποίμνιό του και επεδίωξε την επέκταση των σχολείων.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων17 Απριλίου18:55Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Γεννήθηκε στην Κόρινθο το 1731, και ο Μακάριος ασκήθηκε στην προσευχή και τη μελέτη, δίδαξε παιδιά χωρίς αμοιβή και εξελέγη αρχιεπίσκοπος το 1764.
  • Ως αρχιεπίσκοπος εκπαίδευσε κληρικούς, τήρησε τη σωστή πρακτική του βαπτίσματος, δίδαξε το ποίμνιό του και επεδίωξε την επέκταση των σχολείων.
  • Ο πόλεμος τον ανάγκασε να φύγει από την Κόρινθο, και αργότερα υποστήριξε την παραδοσιακή πρακτική των μνημοσύνων το Σάββατο αντί της Κυριακής.
  • Στη Χίο έζησε ασκητικά με νηστεία και προσευχή, ενώ βοήθησε στην έκδοση της Φιλοκαλίας, του Ευεργετινού και άλλων πνευματικών βιβλίων.
  • Δίδασκε με πραότητα, μοίραζε σε όσους είχαν ανάγκη, ενθάρρυνε τη συχνή Θεία Κοινωνία με προετοιμασία και καθοδηγούσε όσους προσέρχονταν στην πίστη και ετοιμάζονταν για μαρτύριο.
  • Μετά από οκτώ μήνες ασθένειας, απεβίωσε στις 17 Απριλίου 1805· η ομιλία αναφέρει θαυματουργές θεραπείες που αποδίδονται στη μεσιτεία του.
  • Η ομιλία καταλήγει ότι η ορθόδοξη παράδοση είναι η ζωή του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος, που μεταβιβάζεται μέσω των αγίων και διατηρείται για τη σωτηρία.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 19 παράγραφοι

Μακάριος, τον οποίο σήμερα εορτάζουμε, καταγόταν από την Κόρινθο, από το περίφημο γένος των Νοταράδων, το οποίο κάποτε ήταν στη Σύγκλητο Βουλή της Κωνσταντινουπόλεως και από το οποίο καταγόταν και ο Άγιος Γεράσιμος της Κεφαλληνίας. Γεννήθηκε το 1731, οι δε γονείς του Γιοργαντάς και Αναστασία ήταν από τους πρώτους της Κορίνθου. Ο τότε Αρχιεπίσκοπος Κορίνθου Παρθένιος, κατά το Άγιο Βάπτισμα, τον ονόμασε Μιχαήλ. Στην κατάλληλη ηλικία διδάχτηκε τα ιερά και κοσμικά γράμματα. Από την αρχή της νεότητάς του άρχισε να δείχνει ότι δεν είχε κλίση στα πράγματα του κόσμου τούτου, αλλά στα πνευματικά, καθώς ζούσε με πολλή ταπείνωση, σύχναζε στις εκκλησιαστικές ακολουθίες.

Αποστρεφόταν δε τις συναναστροφές των νέων και τις κοσμικές ματαιότητες. Ο πατέρας του, που ήταν μέγας στα πολιτικά, του παραχώρησε κάποια πολιτική εξουσία, αυτός όμως προτίμησε να μεταβεί στο Μέγα Σπήλαιο για να γίνει μοναχός, αλλά με την παρέμβαση του πατέρα του επέστρεψε στο πατρικό του, όπου επιδόθηκε στη μελέτη των θείων γραφών και άλλων ψυχοφελών βιβλίων, ιδίως δε του Ευεργετινού. Για διάστημα έξι ετών έκανε χωρίς μισθό το διδάσκαλο στα παιδιά των Χριστιανών. Κατά το έτος 1764 τελεύτησε ο Αρχιεπίσκοπος Κορίνθου Παρθένιος. Τότε όλοι, κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί, ως με έμπνευση Θεού, έκριναν κατάλληλο

ζητούσαν να αναλάβει την ποιμαντική φροντίδα της τοπικής Εκκλησίας ο άξιος αυτός Μακάριος. Με συστατικές επιστολές και αναφορές ανέβηκε στην Κωνσταντινούπολη και παρουσιάστηκε στην Αγία Σύνοδο, με ψήφο της οποίας χειροτονήθηκε διάκονος, ιερεύς και τέλος αρχιερεύς της Μητροπόλεως Κορίνθου και έγινε φωστήρας όλης της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Επέστρεψε στην επαρχία που από τον Θεό του έλαχε και άρχισε αμέσως, ως πιστός και φρόνιμος οικονόμος, να διδάσκει το λαό με πολλή χρηστότητα και ταπείνωση όσα συνέτειναν στη σωτηρία του. Έπαυσε από την ιεροσύνη όσους είτε από πολλή αγραμματοσύνη είτε από πολύ προχωρημένα γερατιά δεν

μπορούσαν να επιτελέσουν επαρκώς τα ιερατικά τους καθήκοντα. Απαγόρευσε τη συμμετοχή των κληρικών στα πολιτικά. Όχι μόνο δεν χειροτονούσε κανένα με χρήματα, αλλά και κανένα πριν την κατάλληλη ηλικία, αν και είχε πολλά κενά, καθώς είχε πολλούς παύσει από την ιεροπραξία. Όσους από τους αξίους δεν γνώριζαν αρκετά γράμματα, πρώτα τους έστελνε στα μοναστήρια για να τα διδαχθούν και μετά τους χειροτονούσε. Τους διακόνους, πριν τους χειροτονήσει ιερείς, τους κρατούσε κοντά του και τους μάθαινε να λειτουργούν, να βαπτίζουν και τα άλλα της ιεροσύνης. Σε όλους τους ιερείς μοίρασε ιερές κατηχήσεις για να μάθουν από κοντά τα της Αγίας μας πίστεως. Σε όλα τα χωριά μοίρασε ευρύχωρες κολυμβήθρες

να κάνουν τέλειο το βάπτισμα, έτσι όπως το διδάσκει η Αγία μας Εκκλησία. Επιθυμούσε δε και είχε πρόγραμμα στην επαρχία του να πυκνώσει τα κοινά σχολεία. Όμως το θεάρεστο αυτό έργο του Αγίου ανακόπηκε από την ακόλουθη αιτία. Το 1768 κηρύχτηκε ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος και στην Πελοπόννησο έφτασε ρωσικός στόλος. Μερικοί νόμισαν ότι θα ακολουθούσε απελευθέρωση από την τουρκική τυραννία. Οι συνετοί όμως πρόβλεψαν ότι θα ακολουθούσαν συμφορές, όπως και έγινε. Από το φόβο αυτό βιάστηκε και ο Άγιος και πήγε με όλη του τη συγγένεια στη Ζάκυνθο και μετά πήγε στο νησί της Ύδρας, όπου φιλοξενήθηκε στο εκεί μοναστήρι της Θεοτόκου.

Έγινε η ειρήνη μεταξύ των Ρώσων και των Οθωμανών, οι συνοδικοί του Πατριαρχείου, εντούτοις, καθώς ο Άγιος δεν είχε στο ρωσικό στόλο καταφύγει, χειροτόνησαν και έστειλαν άλλον στη θέση του Αγίου, στον οποίο τελικά επέτρεψαν να τελεί ανεμπόδιστα τα της αρχιερωσύνης όπου ήθελε βρεθεί. Έτσι ο Μακάριος έμεινε ακόμη ένα χρόνο στην Ύδρα και μετά, για λίγο καιρό, πήγε στον Ιερό Άθωνα. Δυστυχώς όμως την εποχή εκείνη το Άγιον Όρος είχε τις ταραχές της κολλυβολογίας. Δηλαδή είχε παρουσιαστεί η καινοτομία να γίνονται μνημόσυνα κεκοιμημένων τη μέρα της Κυριακής, πράγμα που κατέλυε την παράδοση της Εκκλησίας, η οποία λόγω του αναστάσιμου χαρακτήρα της Κυριακής ημέρας

απαγόρευε την τέλεση μνημοσύνων κεκοιμημένων τη μέρα αυτή και τα έκαμνε κατά την ειδική μέρα του Σαββάτου. Ο Άγιος πήρε σαφή παραδοσιακή θέση στο θέμα αυτό και έγραφε: «Εγώ ούτε έκαμα, ούτε θέλω κάμει ποτέ εν ημέρα Κυριακής μνημόσυνα κεκοιμημένων». Βλέποντας όμως την πολλή ορμή των αντιφρονούντων και φοβούμενος μήπως κάνουν εναντίον του κάποιο άτοπο, γύρισε στη Χίο. Ο Θεός όμως κατέδειξε το ορθό των απόψεων του Αγίου με τα σημεία της αγιότητος με τα οποία τον δόξασε. Από τη Χίο πήγε στην Πάτμο, όπου γνωρίστηκε και συναναστράφηκε με τους ομόφρονές του πνευματικούς πατέρες, ιερομόναχο Νύφωνα τον Χίο, Γρηγόριο τον Ισήριο και

Αθανάσιο τον Εξαρμένη. Μετά ένα χρόνο περίπου προσκλήθηκε από τους αδελφούς του για να μοιράσουν την πατρική περιουσία μετά το θάνατο του πατέρα τους. Ο Άγιος χάρισε στους αδελφούς του το δικό του μερίδιο και επιπλέον ελευθέρωσε πλήθος ανθρώπων από το χρέος που είχαν προς τον πατέρα του με το να κάψει όλα τα σχετικά χαρτιά. Μετά επέστρεψε στη Χίο και από εκεί πήγε στη Σμύρνη, όπου συνδέθηκε με τον Ιωάννη Μαυρογορδάτο, ο οποίος δέχτηκε να εκδώσει τη γνωστή και ψυχοφελέστατη Φιλοκαλία των Πατέρων, καθώς και την Ιερά Κατήχηση του Μητροπολίτου Μόσχας Πλάτωνος. Για την έκδοση του επίσης ψυχοφελέστατου Ευεργετινού βρέθηκε προθυμότατος ο Ιωάννης Κλαδάς. Κατά την επιστροφή του στη Χίο

τόπο κατάλληλο στο βόρειο μέρος του νησιού, τον Άγιο Πέτρο, και εκεί ησύχαζε με τον Χίο υποτακτικό του Ιάκωβο. Επιδόθηκε στους ασκητικούς αγώνες, κάνοντας όχι μόνο τις κανονισμένες, αλλά και επιπλέον νηστείες. Αγωνιζόταν στις ιερές προσευχές και τις άμετρες γονυκλισίες, κρατούσε την τάξη και τους κανόνες του μοναχικού σχήματος και έτσι γινόταν όλος θεοειδής και αναφλεγόταν με το Θείο Έρωτα. Επιδιδόταν σε πυκνές αγρυπνίες με διάκριση, με εσωτερική προσοχή της καρδίας του και ενωμένος με το Θεό έκανε τη νοερά προσευχή όπως οι Άγιοι Άγγελοι. Όμως εκτός από την εντολή της αγάπης προς το Θεό φρόντισε και εφάρμοσε και την εντολή

«Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως εαυτόν». Φρόντισε δε και ωφέλησε όχι μόνο το ελληνικό αλλά ολόκληρο το γένος των Χριστιανών με τα πνευματικά και ψυχοσωτήρια βιβλία τα οποία εξέδωσε, όπως τα προαναφερθέντα Φιλοκαλία των Πατέρων και Ιερά Κατήχηση, το Νέο Λειμωνάριο και το Νέο Μαρτυρολόγιο. Ακόμη, δίδασκε εκείνους που έρχονταν στην εκκλησία του, κατά δε τις Τεσσαρακοστές και σε άλλες εκκλησίες, είτε με τη δική του προφορική διδασκαλία είτε διαβάζοντας ψυχοφελή κομμάτια από διάφορα βιβλία. Δίδασκε δε με ομιλία ήσυχη, ήμερη και γαλήνια, όλη του δε η εμφάνιση ήταν πτωχική και ταπεινή. Και όχι μόνο τίποτε δεν ζητούσε, αλλά και έδινε σε πολλούς που είχαν ανάγκη

εκείνα που του βρίσκονταν. Βοηθούσε δε όχι μόνο σε έκτακτες ανάγκες, αλλά και τακτικά με μηνιαία επιδόματα. Δίδασκε δε όσους έβρισκαν ξένα πράγματα όχι μόνο να μην τα κατακρατούν, διότι είναι κλοπή, αλλά και ευρετικά να μην ζητούν και να μην παίρνουν. Ακόμη έγραψε και βιβλίο με ρητά ευαγγελικά, αποστολικά, κανόνες αποστολικούς και συνοδικούς και ρητά Αγίων Πατέρων που συνιστούν τη συχνή, μετά βέβαια από κατάλληλη προετοιμασία, Θεία Κοινωνία, το οποίο τελικά εγκρίθηκε και από τη Σύνοδο του Πατριαρχείου. Επιπροσθέτως, αρκετούς πρώην αρνητές της πίστεως τους προετοίμασε στο υπέρ του Χριστού μαρτύριο. Δεν τους έλεγε μόνο λίγες λέξεις

και τους κρατούσε πολλές μέρες κοντά του και τους γύμναζε με νηστείες, προσευχές, γονυκλισίες, δάκρυα και στεναγμούς, μέχρι που άναβε μέσα τους η φωτιά της αγάπης προς το Θεό και τον πόθο της υπέρ του Χριστού αθλήσεως. Τούτο απέδειξαν οι νεομάρτυρες Πολύδωρος ο Κύπριος που εορτάζεται στις 3 Σεπτεμβρίου, ο Θεόδωρος ο Βυζάντιος που εορτάζεται στις 17 Φεβρουαρίου, ο Δημήτριος ο Πελοποννήσιος που εορτάζεται στις 14 Απριλίου. Εάν δε σε αυτούς απόκειται, κατά τον Απόστολο, ο της δικαιοσύνης στέφανος, διότι ετέλεσαν τον δρόμο και την πίστην ετήρησαν, βεβαίως ο πολύτιμος αυτός στέφανος απόκειται και στον Άγιο Μακάριο ως συνεργό, βοηθό

συναγωνιστή τους. Όμως ο Άγιος ως άνθρωπος έπρεπε να πληρώσει και αυτός το κοινό της φύσεως χρέος. Κατά συγχώρηση Θεού έγινε ημιπληγικός κατά το δεξί μέρος του σώματός του και κοίτονταν πάσχοντας και συμπληρώνοντας το στέφανο των εκουσίων κόπων για την αρετή με την υπομονή και ευχαριστία στον ακούσιο αυτό πειρασμό. Ταλάνιζε δε τον εαυτό του, λέγοντας συχνά, αυτός ο μετανοημένος και Άγιος του Θεού άνθρωπος, ότι ο Θεός τον παιδεύει, διότι δεν μετανοεί. Οκτώ μήνες έμεινε στο κρεβάτι ακίνητος, καθ' όλο δε το διάστημα αυτό πλήθη Χριστιανών έρχονταν για να πάρουν τις ευχές και ευλογίες του, ο ίδιος δε μελετούσε το θάνατο και τα μετά το θάνατο.

Εξομολογούνταν συχνά και κοινωνούσε τα άχραντα μυστήρια μέρα παρά μέρα και προς το τέλος κάθε μέρα. Στις 17 Απριλίου του 1805 αναπαύθηκε εν Κυρίω και συναριθμήθηκε ο ιεράρχης μετά των ιεραρχών, ο ασκητής μετά των ασκητών, ο αλείπτης των μαρτύρων μετά των μαρτύρων. Τάφηκε έξω από την εκκλησία, κοντά στη νότια πλευρά. Μετά την ανακομιδή του Ιερού του Λειψάνου άρχισαν να γίνονται αναρίθμητα θαύματα, από τα οποία επιγραμματικά μόνο αναφέρουμε μερικά. Θεραπεία πληγιασμένου και παράλυτου χεριού κοριτσιού μετά από σταύρωμά του με το κάλυμμα της κεφαλής του Αγίου. Θεραπεία δαιμονισμένης μετά από επίθεση ενός δακτύλου του Αγίου και επίκλησή του.

Θεραπεία υδρωπικού, σωματική αλλά και πνευματική. Θεραπεία γυναίκας από σοβαρό τραύμα στο κεφάλι μετά από σταύρωμα με λείψανο του Αγίου. Θεραπεία παιδιού που μετά από χτύπημα κυρτώθηκε και δεν μπορούσε να βαδίσει, μετά από προσευχή στον τάφο του Αγίου. Θεραπεία αποστήματος στο πόδι γυναίκας με μεσιτεία του Αγίου Μακαρίου. Θεραπεία παράλυτης μετά από γυναικολογική πάθηση, κατόπιν τοποθετήσεως στον τάφο του Αγίου, παράκληση και σταύρωμα με το Άγιο του Λείψανο. Θεραπεία χωλού παιδιού που δεν μπορούσε να περπατήσει, μετά από επίκληση της βοήθειας του Θαυματουργού Αγίου. Αυτά και άλλα πολλά έκανε και κάνει η Χάρη του Θεού, η οποία, όπως τους παλαιότερους Αγίους έκανε θαυματουργούς, χάρηκε και του

και στον Άγιο αυτό Μακάριο δωρήθηκε για την αρετή και οσιότητά του.

Τις πολλές διαιρέσεις των ανθρώπων είναι και αυτή σε συντηρητικούς και προοδευτικούς, σε αυτούς που παραμένουν στα παλαιά και σε εκείνους που προχωρούν και δέχονται τα καινούργια σε ό,τι νομίζουν καλύτερο από τα προηγούμενα. Ο χριστιανός όμως τι είναι, συντηρητικός ή προοδευτικός; Η διαίρεση αυτή, τα σχήματα αυτά, συντήρηση και πρόοδος, είναι για τα ανθρώπινα πράγματα. Η συντήρηση μπορεί να είναι καλή, καθώς κρατά δοκιμασμένα πράγματα. Ο προοδευτισμός μπορεί να δικαιολογείται από το ότι ο ατελής άνθρωπος μπορεί να προχωρήσει αύριο σε κάτι καλύτερο και μεθαύριο ενδεχομένως σε κάτι ακόμη καλύτερο. Όμως ο χριστιανισμός, η Ορθοδοξία δεν είναι ανθρώπινο κατασκεύασμα

αλλά θεϊκό και δεν φέρει τις ανθρώπινες αδυναμίες. Ο χριστιανισμός και ο χριστιανός δεν είναι συντηρητικός ούτε προοδευτικός, αλλά είναι παραδοσιακός. Παράδοση δε είναι η εν Χριστώ και εν Αγίω Πνεύματι ζωή. Η ζωή που ζει η Εκκλησία, που έχει κεφαλή της το Χριστό και εμπνέεται, καθοδηγείται, ζωοποιείται από το Άγιο Πνεύμα. Είναι ο Χριστός, είναι η ζωή των Αγίων που μεταδίδεται από γενεά σε γενεά, από τον Πνευματικό Πατέρα στον Πνευματικό Υιό. Αυτή είναι η αληθινή ζωή, ο Θησαυρός μας, τον οποίο θέλουμε και προσπαθούμε να κρατήσουμε αναλλοίωτο, όχι από στείρο συντηρητισμό, αλλά για να μπορεί να σώζει τον άνθρωπο.

Η εμμονή του Αγίου Μακαρίου και όλων των Αγίων στην παράδοση είναι χαρακτηριστική. Εμμονή στην παράδοση σημαίνει εμμονή στη σωτηρία. Αλλά και τις αλλαγές που κάποιες φορές, λόγω των μεταβαλλόμενων ιστορικών συνθηκών, χρειάζεται να γίνουν και που δεν είναι αλλαγές της ουσίας, δεν τις κάνει ο καθένας. Τις κάνει το Άγιο Πνεύμα διά των οργάνων του, που είναι οι Θεοφόροι Άγιοι και οι Θεοφώτιστοι Πατέρες. Σε αυτό το ρεύμα της παραδόσεως αξίζει καθένας να εντάξει τον εαυτό του, αλλά και να αγωνιστεί να παραμείνει αναλλοίωτο, ζωοποιό.

Αγγλική μετάφρασηEN · 19 παράγραφοι

Macarius, whom we celebrate today, came from Corinth and the renowned Notaras family. Members of that family had once served in the Senate of Constantinople, and Saint Gerasimos of Cephalonia also came from it. Macarius was born in 1731. His parents, Giorgantas and Anastasia, were among the leading families of Corinth. At his Baptism, Parthenios, then Archbishop of Corinth, named him Michael. When he was old enough, he studied both sacred and secular writings. From early youth, he showed little interest in worldly things. He was drawn to spiritual life, lived with great humility, and regularly attended the services of the Church.

He avoided the social gatherings of other young people and the vanities of the world. His father, a prominent figure in public affairs, gave him some civic authority. Michael, however, preferred to go to the Great Cave Monastery to become a monk. At his father’s insistence, he returned home, where he devoted himself to Holy Scripture and other spiritually beneficial books, especially the Evergetinos. For six years he taught Christian children without pay. In 1764, Archbishop Parthenios of Corinth died. Then clergy, monks, and laypeople alike, as though inspired by God, judged Macarius worthy

and asked him to take up the pastoral care of the local Church. With letters of recommendation and petitions, he went to Constantinople and appeared before the Holy Synod. By its decision, he was ordained deacon, then priest, and finally hierarch of the Metropolis of Corinth. He became a light to the whole Orthodox Church. Returning to the diocese God had entrusted to him, he immediately began, as a faithful and wise steward, to teach the people with great kindness and humility everything that would help bring them to salvation. He removed from priestly ministry those who, through lack of learning or very advanced age,

could no longer carry out their priestly duties adequately. He forbade clergy to take part in politics. He would never ordain anyone for money, or before the proper age, even though removing many priests from ministry had left him with many vacancies. When worthy candidates lacked sufficient education, he first sent them to monasteries to study and ordained them afterward. Before ordaining deacons as priests, he kept them near him and taught them to serve the Divine Liturgy, to baptize, and to carry out their other priestly duties. He gave all the priests sacred catechetical texts so they could learn the teachings of our holy faith thoroughly. He distributed spacious baptismal fonts to every village

so that Baptism could be performed fully, as our holy Church teaches. He also planned to establish more public schools throughout his diocese. But this work pleasing to God was interrupted. In 1768, war broke out between Russia and the Ottoman Empire, and a Russian fleet arrived in the Peloponnese. Some thought liberation from Turkish rule would follow. Wiser people foresaw calamities, and that is what happened. Fearing this, the Saint hurried with his whole family to Zakynthos, then went to the island of Hydra, where he was received at the local monastery of the Theotokos.

After peace was made between the Russians and the Ottomans, the members of the Patriarchate’s Synod ordained and sent someone else to take the Saint’s place, even though he had not sought refuge with the Russian fleet. In the end, they allowed him to carry out the duties of a hierarch wherever he might be. Macarius stayed on Hydra for another year and then spent a short time on Mount Athos. Sadly, at that time the Holy Mountain was troubled by the dispute over memorial offerings. The new practice was to hold memorial services for the departed on Sundays. This went against the tradition of the Church, which, because Sunday celebrates the Resurrection,

did not allow memorial services for the departed on that day, but held them on Saturday, the day set aside for them. The Saint took a clear stand for this tradition. He wrote, “I have never held memorial services for the departed on a Sunday, and I never will.” Seeing how forcefully his opponents pressed their case, and fearing they might do him harm, he returned to Chios. Yet God showed that the Saint’s position was right through the signs of holiness with which He glorified him. From Chios he went to Patmos, where he met and spent time with spiritual fathers who shared his views: the priest-monk Niphon of Chios, Gregory Isirios, and

Athanasius Exarmenis. About a year later, his brothers called him home to divide their father’s estate after his death. The Saint gave his share to his brothers. He also freed many people from debts they owed his father by burning all the records of those debts. He then returned to Chios and went on to Smyrna, where he became acquainted with John Mavrogordatos. John agreed to publish the well-known and deeply beneficial Philokalia of the Fathers, as well as the Sacred Catechism of Metropolitan Platon of Moscow. John Kladas readily offered to publish the equally beneficial Evergetinos. On his return to Chios, Macarius found

a suitable place in the north of the island, called Saint Peter’s. There he lived in stillness with his disciple Jacob, a native of Chios. He devoted himself to ascetic struggles, keeping the appointed fasts and fasting beyond them as well. He labored in sacred prayer and made countless prostrations. He observed the order and rules of monastic life, becoming ever more Godlike and burning with divine love. With discernment, he kept frequent vigils, attended inwardly to his heart, and, united with God, practiced noetic prayer, the prayer of the nous, like the holy angels. Alongside the commandment to love God, he also took care to fulfill the commandment

“You shall love your neighbor as yourself.” Through the spiritual books he published for the salvation of souls, he helped the whole Christian people, not only the Greeks. These included the Philokalia of the Fathers and the Sacred Catechism already mentioned, as well as the New Leimonarion and the New Martyrology. He also taught those who came to his church and, during the seasons of Lent, those in other churches. Sometimes he spoke himself; at other times he read passages from spiritually beneficial books. His manner of speaking was quiet, gentle, and peaceful, and his whole appearance was poor and humble. He asked for nothing and gave to many who were in need

whatever he had. He helped people in emergencies and also gave regular monthly support. He taught people who found something belonging to another person that keeping it was theft. They should neither ask for nor accept a finder’s reward. He also wrote a book gathering sayings from the Gospels and the Apostles, Apostolic and Synodal Canons, and sayings of the holy Fathers, all commending frequent Holy Communion after proper preparation. The Patriarchate’s Synod eventually approved the book. In addition, he prepared several people who had once denied the faith to suffer martyrdom for Christ. He did more than offer them a few words:

he kept them close to him for many days and trained them through fasting, prayer, prostrations, tears, and sighs, until love for God burned within them and they longed to struggle for Christ. This was shown by the New Martyrs Polydoros of Cyprus, commemorated on September 3; Theodore of Byzantium, commemorated on February 17; and Demetrios of the Peloponnese, commemorated on April 14. As the Apostle says, the crown of righteousness awaits them, for they finished the course and kept the faith. Surely that precious crown also awaits Saint Macarius, who worked beside them as their helper

and fellow struggler. Yet the Saint, being human, also had to pay the debt common to our nature. God permitted a partial paralysis on the right side of his body. He lay suffering, and through patient endurance and thanksgiving in this unchosen trial, he completed the crown of the labors he had willingly undertaken for virtue. This repentant and holy man of God would often reproach himself, saying that God was disciplining him because he had not repented. He remained motionless in bed for eight months. Throughout that time, crowds of Christians came to receive his prayers and blessings, while he contemplated death and what follows it.

He went to Holy Confession often and received the spotless Holy Gifts every other day, and toward the end, every day. On April 17, 1805, he reposed in the Lord. The hierarch was numbered among the hierarchs, the ascetic among the ascetics, and the trainer of martyrs among the martyrs. He was buried outside the church, near its south side. After his holy relics were brought up from the grave, countless miracles began to take place. We will mention just a few. A girl’s wounded and paralyzed hand was healed after it was signed with the Cross using the Saint’s head covering. A woman afflicted by a demon was healed after one of the Saint’s fingers was laid upon her and his intercession was invoked.

A person suffering from dropsy was healed in body and soul. A woman with a serious head wound was healed after she was signed with the Cross using a relic of the Saint. A child who had been left bent over and unable to walk after an injury was healed following prayer at the Saint’s tomb. Through Saint Macarius’s intercession, a woman’s leg abscess was healed. A woman left paralyzed after a gynecological illness was healed after being placed at the Saint’s tomb, prayers of supplication, and being signed with the Cross using his holy relic. A child who was lame and unable to walk was healed after calling on the wonderworking Saint for help. The grace of God has done and continues to do these and many other things. Just as it made earlier saints wonderworkers, that grace was also

given to this Saint Macarius for his virtue and holiness.

Among the many ways people divide themselves is the division between conservatives and progressives: those who hold to old ways and those who move forward and accept new things when they believe them better than what came before. But what is a Christian: conservative or progressive? These categories, preservation and progress, belong to human affairs. Preserving what we have can be good because it keeps what has been tried and tested. Progress can also make sense, since imperfect human beings may find something better tomorrow, and perhaps something better still the day after. But Christianity, Orthodoxy, is not something human beings have made.

It is divine and does not bear human weaknesses. Christianity, and the Christian, are neither conservative nor progressive, but faithful to tradition. Tradition is life in Christ and in the Holy Spirit. It is the life lived by the Church, whose head is Christ and which is inspired, guided, and given life by the Holy Spirit. It is Christ; it is the life of the saints passed down from generation to generation, from spiritual father to spiritual son. This is true life, our treasure. We desire and strive to keep it unaltered so that it may continue to save people.

Saint Macarius, like all the saints, held firmly to tradition. To hold firmly to tradition is to hold firmly to salvation. At times, changing historical circumstances call for changes that do not alter its essence. Such changes are not for just anyone to make. The Holy Spirit makes them through His instruments: the God-bearing saints and the Fathers illumined by God. It is worth joining this living stream of tradition and striving to keep it unaltered and life-giving.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

04 ΑΠΡΙΛΙΟΥ\17 04 eid.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα