Άγιος Λουκάς ο Ευαγγελιστής: ζωή, συγγραφικό έργο και κληρονομιά
Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Αγίου Λουκά του Ευαγγελιστή στις 18 Οκτωβρίου, μαζί με άλλους αγίους και μάρτυρες. Ο Λουκάς περιγράφεται ως γιατρός, ζωγράφος και σοφός άνθρωπος από την Αντιόχεια, αν και οι παραδόσεις διαφέρουν ως προς το πότε έγινε χριστιανός.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Αγίου Λουκά του Ευαγγελιστή στις 18 Οκτωβρίου, μαζί με άλλους αγίους και μάρτυρες.
- Ο Λουκάς περιγράφεται ως γιατρός, ζωγράφος και σοφός άνθρωπος από την Αντιόχεια, αν και οι παραδόσεις διαφέρουν ως προς το πότε έγινε χριστιανός.
- Μία παράδοση τον ταυτίζει με τον μαθητή που περπάτησε με τον Κλεόπα προς την Εμμαούς και είδε τον αναστημένο Χριστό στην κοπή του άρτου.
- Ο Λουκάς κήρυξε στα έθνη και συνόδευσε τον Απόστολο Παύλο στις ιεραποστολικές του περιοδείες και στη φυλάκισή του.
- Το Ευαγγέλιό του αφηγείται τη ζωή του Χριστού, ενώ οι Πράξεις των Αποστόλων καταγράφουν την Πεντηκοστή, την πρώτη Εκκλησία και την αποστολή του Παύλου.
- Η εκκλησιαστική παράδοση του αποδίδει τη ζωγραφική εικόνων του Χριστού και της Θεοτόκου και αφηγείται τη διακονία και τον θάνατό του στην Ελλάδα.
- Η διάλεξη περιγράφει τη μεταφορά των λειψάνων του Λουκά στην Κωνσταντινούπολη και θεραπείες που αποδίδονται στη μεσιτεία του.
- Το παράδειγμα του Λουκά καλεί τους χριστιανούς να αναπτύσσουν πιστά τα χαρίσματά τους και να τα προσφέρουν στη διακονία του Χριστού.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 15 παράγραφοι
Σήμερα, 18 του μηνός Οκτωβρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη του Αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού Λουκά, του Αγίου Μάρτυρος Μαρίνου του Γέροντος, του Αγίου Μάρτυρος Μνάσονος Επισκόπου Κύπρου και των Αγίων Τεσσαράκοντα Παίδων και των Αγίων Νεοφανών Μαρτύρων Γαβριήλ και Κυρμιδόλη, οι οποίοι άθλησαν στην Αίγυπτο το 1522.
Ο Ευαγγελιστής και Απόστολος του Χριστού Λουκάς καταγόταν από τη Μεγάλη Αντιόχεια. Εξασκούσε το επάγγελμα του γιατρού, αλλά ήταν και άριστος ζωγράφος. Γνώριζε και χρησιμοποιούσε άριστα την ελληνική γλώσσα, ήταν όμως ακόμη γνώστης και της εβραϊκής και της συριακής. Πήγε στην Αίγυπτο και ήλθε στην Ελλάδα όπου έγινε κάτοχος όλης της ελληνικής σοφίας, της γραμματικής, της ρητορικής, της φιλοσοφίας. Καθώς οι γονείς του ήταν Έλληνες, ήταν και αυτός αρχικά ειδωλολάτρης. Πότε και πώς προσήλθε στον χριστιανισμό, φαίνεται να υπάρχουν διαφορετικές απόψεις. Κατά μία, δεν υπήρξε αυτόπτης και μαθητής του Κυρίου, αλλά όταν βρισκόταν στη Θήβα της Βοιωτίας και
εξασκούσε την ιατρική κατά το 42 μετά Χριστόν, επί των ημερών του Αυτοκράτορα Τίτου Κλαυδίου, συνάντησε τον Απόστολο Παύλο και από αυτόν πίστεψε στον Χριστό. Κατά άλλη άποψη, συνάντησε τον Χριστό στη Γαλιλαία, άκουσε το κήρυγμά του και, καθώς ήταν γη αγαθή, πίστεψε σ' αυτόν. Τον ακολούθησε ολόψυχα και ήταν παρών σε όλα του τα θαύματα. Όμως δεν ήταν ένας από τους δώδεκα Αποστόλους, αλλά από τους εβδομήκοντα. Ήταν παρών με τους άλλους μαθητές στα Πάθη και τη Σταύρωση του Κυρίου. Μετά δε την Ανάσταση, κατά το απόγευμα της ημέρας εκείνης, και καθώς πορευόταν με τον Κλεόπα πηγαίνοντας προς τους Εμμαούς, τους συνάντησε ο Κύριος εν ετέρα μορφή και τότε μεν δεν τον αναγνώρισαν.
Όταν δε κάθισαν στην τράπεζα για να φάνε και καθώς έκοψε ο Χριστός τον Άρτο, τον είδαν με την προηγούμενη γνωστή τους μορφή και τότε τον αναγνώρισαν. Αυτός δε αμέσως έγινε άφαντος. Αλλά και κατά την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος, κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, ήταν κι αυτός εκεί και έλαβε την ίδια χάρη με τους άλλους Αποστόλους. Όταν δε μετά από αυτά οι Άγιοι Απόστολοι διασκορπίστηκαν στα διάφορα μέρη της Οικουμένης για να κηρύξουν το Ευαγγέλιο του Χριστού, τότε κι ο Απόστολος Λουκάς στάλθηκε στα έθνη, δηλαδή στους ειδωλολάτρες. Έτσι, αφού κατά την παραγγελία του Κυρίου άφησε τους συγγενείς, τους φίλους, την πατρίδα, την περιουσία, τα πάντα, περιερχόταν πόλεις και χωριά,
διδάσκοντας το σωτήριο κήρυγμα. Εν τω μεταξύ είχε προσέλθει στην πίστη του Χριστού και ο Απόστολος Παύλος. Τότε τον συνάντησε ο Απόστολος Λουκάς και τον ακολούθησε, διαδίδοντας και αυτός τον Λόγο του Θεού. Και όχι μόνο τη Θράκη, τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία, την Πελοπόννησο, την Ασία, την Κύπρο, τη Συρία, την Ιουδαία περιήλθε αποστολικώς μαζί με τον Μέγα Παύλο, αλλά και δέσμιος πήγε από την Ιερουσαλήμ στη Ρώμη. Για την αγάπη του Χριστού και του Ευαγγελίου κινδύνεψε και κακοπάθησε στη στεριά και τη θάλασσα, καθώς διηγείται ο ίδιος στις Πράξεις των Αποστόλων. Πολύ δε τον αγάπησε και ο Απόστολος Παύλος, γι' αυτό και στις επιστολές του τον ονομάζει Αγαπητό.
Ευαγγελίστηκε τον Ιησού Χριστό, όχι μόνο με τον προφορικό λόγο, αλλά και τον γραπτό. Δεκαπέντε χρόνια μετά την Ανάληψη του Κυρίου, κατέγραψε όσα είδε και άκουσε από τον Χριστό, αλλά και τους Αποστόλους, και μάλιστα κατά τρόπο ακριβέστερο και ρητορικότερο των άλλων Ευαγγελιστών. Μόνος αυτός έγραψε για τη σύλληψη του Τιμίου Προδρόμου και τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Τη γέννηση του Κυρίου, τα θαύματά του και την Ανάληψή του τα περιγράφει κατά τρόπο παραστατικότατο, τα Πάθη του κατά τρόπο λεπτομερέστερο, συνέγραψε δε τις περισσότερες παραβολές. Μετά έγραψε και άλλο βιβλίο, τις «Πράξεις των Αποστόλων», στο οποίο διηγείται την Ανάληψη του Κυρίου, την Πεντηκοστή,
τον λιθοβολισμό του Πρωτομάρτυρα Στεφάνου, τον φωτισμό του ευνούχου της βασιλίσσης της Αιθιοπίας από τον Απόστολο Φίλιππο και προπαντός τη μεταστροφή και το ιεραποστολικό έργο του Αποστόλου Παύλου και πώς τον πήγανε δέσμιο από την Ιουδαία στη Ρώμη, μέχρι την οποία τον ακολούθησε ο θείος αυτός Λουκάς. Μετά από αυτά πήγε μόνος του στη Λιβύη και την Αίγυπτο, όπου δίδασκε το Ιερό Ευαγγέλιο. Όχι μόνο δε αυτά έκανε ο Απόστολος αυτός, αλλά καθώς λέγουν, πρώτος ζωγράφισε την εικόνα του Κυρίου. Επίσης ζωγράφισε και τρεις εικόνες της Κυρίας Θεοτόκου όταν ακόμη ζούσε εδώ, τις πήγαινε να τις δει και να πει εάν της αρέσουν. Η Παναγία μας τις ευλόγησε και είπε:
«Χάρις του εξ εμού γεννηθέντος είη δι' εμού μετ' αυτών». Από αυτές τις τρεις εικόνες η μία λέγεται ότι βρίσκεται στην Παναγία Σουμελά, η δεύτερη στη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου στην Πελοπόννησο και η τρίτη στη Μονή του Κύκκου στην Κύπρο.
Περπατώντας και διδάσκοντας το Ιερό Ευαγγέλιο, έφτασε και στις Θήβες της Βοιωτίας, όπου σε λίγο καιρό και με τη δύναμη του Χριστού πολλούς ειδωλολάτρες βάπτισε, ιερείς χειροτόνησε, εκκλησίες ανήγειρε προς δόξαν Θεού. Έφυγε από τη ζωή αυτή πλήρης ημερών, σε ηλικία ογδόντα ετών, κατ' άλλους μεν κατά τρόπο ειρηνικό, στη Θήβα ή την Πάτρα, κατ' άλλους δε είχε θάνατο μαρτυρικό.
Κατά μία άποψη, τον κρέμασαν από κάποιο δένδρο ελιάς. Έτσι, τον αγώνα τον καλόν ηγώνισται, τον δρόμο τετέλεκε, την πίστη τετήρηκε και απήλθε προς τον Αγωνοθέτη και Στεφοδότη Χριστό, ο οποίος, θέλοντας να τον δοξάσει και επειδή ήταν κάτοχος της ιατρικής επιστήμης, κάθε χρόνο κατά την ημέρα της μνήμης του, δηλαδή τη 18η Οκτωβρίου, έβρεχε πάνω στον τάφο του κολλύρια, τα οποία όσοι είχαν πάθηση των ματιών και μόνο εάν χρίονταν με αυτά, θεραπεύονταν. Κατά την εποχή κατά την οποία βασίλευε στην Κωνσταντινούπολη ο γιος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, Κωνστάντιος, ο Άγιος Αρτέμιος, ο οποίος μαρτύρησε επί του Ιουλιανού του Παραβάτη,
κατ' εντολή του Αυτοκράτορα παρέλαβε τα Ιερά Λείψανα του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου από τις Παλαιές Πάτρες, του Αποστόλου Τιμοθέου από την Έφεσο, του Αποστόλου Λουκά από τις Θήβες της Βοιωτίας και τα μετέφερε στην πόλη. Κατασκευάστηκαν τρία αργυρά κιβώτια, στα οποία τοποθετήθηκαν τα λείψανα των Αγίων αυτών Αποστόλων, και όταν τελείωσε η κατασκευή του Ναού των Αγίων Αποστόλων, την οποία είχε αρχίσει ο Μέγας Κωνσταντίνος, τα λείψανα τοποθετήθηκαν εκεί, κάτω από το δεξιό μέρος της Αγίας Τραπέζης, όπου παρέμειναν μέχρι το 1204, οπότε αρπάχτηκαν από τους Λατίνους και μεταφέρθηκαν στη Δύση. Τότε, κατά τη μεταφορά των προαναφερθέντων τιμίων λειψάνων,
συνέβη το εξής θαυμαστό γεγονός. Ο βασιλέας είχε στο παλάτι κάποιο ευνούχο λεγόμενο Ανατόλιο. Αυτός αρρώστησε βαριά. Οι βασιλικοί γιατροί δεν μπορούσαν να τον θεραπεύσουν και πρόγνωσαν το σύντομο θάνατό του. Εκείνος δε, απελπισμένος από κάθε ανθρώπινη βοήθεια, σκέφτηκε να προστρέξει στη βοήθεια του Αποστόλου Λουκά. Έβαλαν λοιπόν τη θήκη η οποία είχε το λείψανο του Αποστόλου αυτού πάνω στον Ανατόλιο και, ω του θαύματος, αμέσως σηκώθηκε ο άρρωστος και βαστάζοντας το τίμιο λείψανο το πήγε στο ναό όπου επρόκειτο να το αποθέσουν. Όταν ο Αυτοκράτορας και όλος ο λαός της πόλεως είδαν το θαύμα αυτό, δόξασαν τον Θεό τον δοξαζόμενο εν
τοις Αγίοις αυτού.
Ο εορταζόμενος Απόστολος και Ευαγγελιστής Λουκάς ήταν ένας προικισμένος, ταλαντούχος άνθρωπος, με χαρίσματα φυσικά και επίκτητα, ευρυμαθής, πολύγλωσσος, επιστήμονας γιατρός, καλλιτέχνης ζωγράφος. Όλα αυτά τα τάλαντα όχι απλώς τα είχε, όχι απλώς τα καλλιέργησε και τα εργάστηκε, αλλά τα πρόσφερε και τα εργάστηκε για τον Χριστό. Η περίπτωσή του, όπως και των άλλων Αγίων, μας θυμίζει την παραβολή των ταλάντων, κατά την οποία οι καλοί δούλοι επαινέθηκαν και αμείφθηκαν, όχι διότι απλώς εργάστηκαν τα τάλαντα, αλλά διότι φάνηκαν πιστοί, δηλαδή τα εργάστηκαν και τα αύξησαν για τον Κύριό τους. Και εμείς είμαστε ταλαντούχοι.
Ας μη πει κανένας ότι εγώ δεν είμαι επιστήμων ή δεν είμαι καλλιτέχνης, δεν έχω κάτι σπουδαίο. Και μόνο το ότι είμαστε άνθρωποι και υπάρχουμε και ζούμε είναι σημαντικότατο. Αλλά σημασία δεν έχει τι έχει κανείς, αλλά εάν το εργάζεται και προπαντός εάν το εργάζεται φιλότιμα για τον Χριστό. Ας ευχηθούμε, με τις ευχές και κατά το παράδειγμα του Αποστόλου Λουκά, ό,τι είμαστε και δεν είμαστε, ό,τι έχουμε και δεν έχουμε, να τα προσφέρουμε στον Κύριό μας, να δουλέψουμε τα τάλαντά μας για Αυτόν, κι έτσι να αξιωθούμε να ακούσουμε την ευκταία φωνή: «Ευ, δούλε αγαθέ και πιστέ, επί ολίγα ήσουν πιστός, επί πολλών σε καταστήσω».
Αγγλική μετάφρασηEN · 15 παράγραφοι
Today, October 18, our Church commemorates Saint Luke the Apostle and Evangelist; Saint Marinus the Elder, a martyr; Saint Mnason, bishop of Cyprus and martyr; the Holy Forty Children; and the newly revealed martyrs Saints Gabriel and Kyrmidolis, who suffered martyrdom in Egypt in 1522.
Luke, the Evangelist and Apostle of Christ, came from the great city of Antioch. He worked as a physician and was also an excellent painter. He knew and used Greek exceptionally well, and he also knew Hebrew and Syriac. He went to Egypt and then came to Greece, where he mastered Greek learning: grammar, rhetoric, and philosophy. Since his parents were Greek, he too was at first a pagan. There are differing accounts of when and how he became a Christian. According to one, he had not seen the Lord with his own eyes or been His disciple. Instead, while living in Thebes in Boeotia and
practising medicine in the year 42 after Christ, during the reign of Emperor Claudius, he met the Apostle Paul and came to believe in Christ through him. According to another account, he met Christ in Galilee, heard His preaching, and, being like good soil, believed in Him. He followed Him wholeheartedly and was present at all His miracles. He was not one of the Twelve Apostles, but one of the Seventy. He was with the other disciples during the Lord’s Passion and Crucifixion. After the Resurrection, that same afternoon, as he and Cleopas were walking toward Emmaus, the Lord met them in another form, and at first they did not recognize Him.
But when they sat down to eat and Christ broke the artos, the blessed bread, they saw Him in the familiar form they had known and recognized Him. He immediately vanished from their sight. Luke was also there when the Holy Spirit descended on the day of Pentecost, and he received the same grace as the other Apostles. After this, when the Holy Apostles went out to different parts of the world to preach the Gospel of Christ, the Apostle Luke was sent to the nations, to the pagans. Obeying the Lord’s command, he left his relatives, friends, homeland, possessions, and everything else behind. He travelled through cities and villages,
teaching the message of salvation. Meanwhile, the Apostle Paul had also come to faith in Christ. Luke met him and followed him, spreading the Word (Logos) of God as well. Together with the great Apostle Paul, he travelled on apostolic missions through Thrace, Macedonia, Thessaly, the Peloponnese, Asia, Cyprus, Syria, and Judea. He even went as a prisoner from Jerusalem to Rome. For the love of Christ and the Gospel, he faced danger and hardship on land and at sea, as he himself relates in the Acts of the Apostles. The Apostle Paul loved him dearly and calls him beloved in his letters.
He proclaimed Jesus Christ both by speaking and by writing. Fifteen years after the Lord’s Ascension, he wrote down what he had seen and heard from Christ and the Apostles, doing so with particular precision and eloquence. He alone wrote about the conception of the honoured Forerunner and the Annunciation to the Theotokos. He vividly describes the Lord’s birth, miracles, and Ascension, gives a fuller account of His Passion, and records many of His parables. Later he wrote another book, the Acts of the Apostles, in which he recounts the Lord’s Ascension and Pentecost,
the stoning of Stephen the First Martyr, the illumination of the Ethiopian queen’s eunuch through the Apostle Philip, and above all the conversion and missionary work of the Apostle Paul. He tells how Paul was taken as a prisoner from Judea to Rome, accompanied all the way by this godly Luke. Afterwards, Luke went alone to Libya and Egypt, where he taught the Holy Gospel. And that was not all. According to tradition, this Apostle was the first to paint an icon of the Lord. He also painted three icons of the Lady Theotokos while she was still living on earth and brought them to her to see whether she liked them. Our Most Holy Theotokos blessed them and said:
“May the grace of Him who was born of me be with them through me.” Of these three icons, one is said to be at the monastery of the Most Holy Theotokos of Soumela, the second at the Monastery of the Great Cave in the Peloponnese, and the third at Kykkos Monastery in Cyprus.
As he travelled and taught the Holy Gospel, he came to Thebes in Boeotia. There, in a short time and through the power of Christ, he baptized many pagans, ordained priests, and built churches to the glory of God. He departed this life at the age of eighty. According to some accounts, he died peacefully in Thebes or Patras; according to others, he died as a martyr.
According to one account, he was hanged from an olive tree. Thus he fought the good fight, finished the race, kept the faith, and went to Christ, who sets the contest and awards the crown. Christ wished to glorify him and, because Luke had been a physician, caused eye ointment to rain upon his tomb every year on his feast day, October 18. Those suffering from diseases of the eyes were healed simply by applying it. During the reign in Constantinople of Constantius, son of Constantine the Great, Saint Artemius, who later suffered martyrdom under Julian the Apostate,
received the holy relics of the Apostle Andrew from Old Patras, of the Apostle Timothy from Ephesus, and of the Apostle Luke from Thebes in Boeotia, at the emperor’s command, and brought them to the city. Three silver reliquaries were made to hold the relics of these holy Apostles. When the Church of the Holy Apostles, begun by Constantine the Great, was completed, the relics were placed there beneath the right side of the holy altar. They remained there until 1204, when the Latins seized them and took them to the West. During the transfer of these precious relics,
the following wondrous event took place. The emperor had a eunuch in his palace named Anatolius. He became gravely ill. The imperial physicians could not heal him and expected him to die soon. Despairing of all human help, he thought to seek the aid of the Apostle Luke. They placed the reliquary containing the Apostle’s relics upon Anatolius, and, wonder of wonders, the sick man rose at once. Carrying the precious relics, he took them to the church where they were to be laid. When the emperor and all the people of the city saw this miracle, they glorified God, who is glorified in
His Saints.
The Apostle and Evangelist Luke, whom we celebrate today, was a gifted man. He had natural talents and skills he had acquired: he was widely learned, spoke many languages, was a trained physician, and was an accomplished painter. He did more than possess and develop these talents. He offered them and put them to work for Christ. His life, like the lives of the other Saints, reminds us of the Parable of the Talents. The good servants were praised and rewarded because they proved faithful: they used what had been entrusted to them and increased it for their master. We, too, have talents.
Let no one say, “I am not a scholar or an artist; I have nothing remarkable to offer.” The very fact that we are human beings, that we exist and live, is of great importance. What matters is how we use what we have and, above all, whether we put it to work wholeheartedly for Christ. Through the prayers and example of the Apostle Luke, let us pray that we may offer our Lord all that we are and all that we have, with all our gifts and all our limitations. Let us put our talents to work for Him, so that we may be counted worthy to hear the words we long for: “Well done, good and faithful servant. You have been faithful over a little; I will set you over much.”
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
10 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ\18 10.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.