Άγιος Λογγίνος: Μαρτυρία, μαρτύριο και παράδειγμα αγάπης
Ο Λογγίνος, εκατόνταρχος στην υπηρεσία του Πόντιου Πιλάτου, είδε τα σημεία κατά τη Σταύρωση του Χριστού και ομολόγησε ότι ήταν Υιός του Θεού. Αφού φύλαξε τον τάφο του Χριστού, κήρυξε την Ανάσταση και αρνήθηκε αμοιβή για να διαδώσει ψευδή αφήγηση γι' αυτήν.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Ο Λογγίνος, εκατόνταρχος στην υπηρεσία του Πόντιου Πιλάτου, είδε τα σημεία κατά τη Σταύρωση του Χριστού και ομολόγησε ότι ήταν Υιός του Θεού.
- Αφού φύλαξε τον τάφο του Χριστού, κήρυξε την Ανάσταση και αρνήθηκε αμοιβή για να διαδώσει ψευδή αφήγηση γι' αυτήν.
- Άφησε το αξίωμά του, ταξίδεψε στην Καππαδοκία με δύο συνοδούς πιστούς και κήρυξε εκεί τον Χριστό.
- Όταν στρατιώτες ήρθαν να τον εκτελέσουν, τους υποδέχθηκε στο σπίτι του και στη συνέχεια δέχθηκε οικειοθελώς το μαρτύριο μαζί με τους συντρόφους του.
- Η αφήγηση περιγράφει πώς μια τυφλή χήρα ανέκτησε το κεφάλι του Λογγίνου που είχε πεταχτεί, απέκτησε ξανά την όρασή της και έλαβε παρηγορητικό όραμα του νεκρού γιου της.
- Η χήρα μετέφερε το λείψανό του στην Καππαδοκία και έχτισε εκκλησία προς τιμήν του.
- Η ομιλία κλείνει καλώντας τους ακροατές να μιμηθούν το παράδειγμά του: να αγαπούν τους εχθρούς τους και να αντιμετωπίζουν την εχθρότητα με ταπείνωση, υπομονή και αγάπη.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 18 παράγραφοι
Μάρτυς Λογκίνος ο Εκατόνταρχος ήταν Ιουδαίος κατά το γένος, ζούσε κατά τις μέρες της επιγείου παρουσίας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, υπηρετούσε δε ως Εκατόνταρχος στην υπηρεσία του Πιλάτου. Αυτός, κατά την ημέρα κατά την οποία ο Κύριός μας για την άπειρη ευσπλαχνία του σταυρώθηκε για να μας γλιτώσει από την προπατορική παράβαση, προστάχτηκε από τον Πιλάτο να φυλάττει με τους στρατιώτες του το σώμα του Ιησού. Και οι μεν μαθητές του Κυρίου έφυγαν για τον φόβο των Ιουδαίων, ο δε μακάριος Λογκίνος, παραμένοντας κοντά στον Εσταυρωμένο και βλέποντας τα σημεία και θαύματα τα οποία έγιναν σε εκείνη την κοσμοσωτήρια Σταύρωση, δηλαδή το σεισμό, το σκότισμα του ηλίου, τους ανοιγμένους τάφους και τους νεκρούς που βγήκαν από αυτούς, με μεγάλη φωνή είπε:
«Αληθώς Θεού Υιός είναι ούτος». Όταν δε γνώρισε την αλήθεια, την ομολόγησε χωρίς φόβο στο μέσον της συναγωγής των Ιουδαίων, λέγοντας και πάλι: «Θεού Υιός είτο ο Ιησούς κατά αλήθειαν». Έπειτα πάλι, όταν ενταφίασαν το ζωοποιό και πανάχραντο σώμα, πρόσταξε ο Πιλάτος τον ίδιο Λογκίνο να φυλάττει τον τάφο με την κουστοδία του. Μετά την Ανάσταση του Σωτήρος πήγε ο Λογκίνος με τους στρατιώτες του στη συναγωγή των Ιουδαίων και είπαν σε αυτούς όλα τα συμβάντα, δηλαδή το σεισμό ο οποίος έγινε και τον αστραπόμορφο άγγελο ο οποίος κύλησε το μεγάλο λίθο του τάφου, και ότι αληθινά αναστήθηκε ο Χριστός και έμεινε ο τάφος κενός με το σουδάριο. Οι δε προεστώτες των Ιουδαίων έδωσαν στους στρατιώτες όσα αργύρια ήθελαν
να συκοφαντήσουν την Ανάσταση, λέγοντας ότι οι Απόστολοι πήγαν τη νύχτα κρυφά και τον έκλεψαν. Και αυτά μεν είπαν οι υπόλοιποι στρατιώτες στον Πιλάτο και τους άλλους της πόλης, ο πιστός όμως Λογκίνος δεν πήρε χρήματα, αλλά με θάρρος, με ελεύθερη γνώμη και γλώσσα, ελέγχοντας το ψεύδος των Ιουδαίων, κήρυττε την αλήθεια, ότι δηλαδή ο Χριστός είναι Θεός αληθινός και αναστήθηκε από τους νεκρούς. Όταν έμαθε αυτά ο Πιλάτος και οι άρχοντες των Ιουδαίων, το μίσος που είχαν προηγουμένως κατά του Χριστού το έστρεψαν εναντίον του Λογκίνου και γύρευαν τρόπο και καιρό κατάλληλο να τον φονεύσουν. Το οποίο όταν το άκουσε ο Λογκίνος από κάποιον φίλο του, έδωσε κατά το κοινώς λεγόμενο τόπο στην οργή, έριξε τη ζώνη και τη χλαμίδα του.
Καταφρόνησε το αξίωμα, απαρνήθηκε τους συγγενείς και φίλους του και, αφού πήρε μαζί του δύο στρατιώτες οι οποίοι πίστεψαν και αυτοί στο Χριστό, πήγε στην Καπαδοκία και έγινε με τους συντρόφους του κήρυκας του Χριστού και άλλος Απόστολος. Αυτή η φήμη του Λογκίνου διαδόθηκε σχεδόν σε όλο τον κόσμο, ότι δηλαδή κήρυττε τον Εσταυρωμένο Ιησού Θεόν αληθινό. Όταν έμαθαν αυτό οι Ιουδαίοι, μαζεύτηκαν και έπεισαν τον Πιλάτο να γράψει στον Καίσαρα Τιβέριο εναντίον του Λογκίνου, ότι καταφρόνησε την αξία του και την πίστη των ειδωλολατρών και κηρύσσει έναν άνθρωπο, Ιησού Χριστόν, για βασιλέα αιώνιον και έφερε στη γνώμη του αυτή τους περισσότερους από τους Καπαδόκες και πίστεψαν. Μαζί με τα γράμματα αυτά έστειλαν οι Ιουδαίοι και αργύρια για
να καταπείσουν τον βασιλέα να αποφασίσει τη θανάτωση του Λογκίνου. Όταν πήρε λοιπόν ο Πιλάτος τη βασιλική διαταγή, η οποία έγραφε να θανατωθεί ο Λογκίνος, το έδειξε στους Ιουδαίους, οι οποίοι κίνησαν πρόθυμοι και έφτασαν εντός ολίγου στην Καπαδοκία. Έμειναν δε σε ένα μέρος έξω από την πόλη, το οποίο συνέβη να είναι πατρογονικός αγρός του Λογκίνου. Βρισκόταν δε εκεί και ο Άγιος, ο οποίος έμενε για το ήσυχο του μέρους, ζώντας ζωή ασκητική. Μη γνωρίζοντας δε οι στρατιώτες ότι αυτός ήταν ο καταζητούμενος, τον ρώτησαν εμπιστευτικά εάν γνώριζε τον τόπο στον οποίο κατοικούσε ο Λογκίνος ο Εκατόνταρχος. Το είπαν δε αυτό, διότι σκέπτονταν να πάνε ξαφνικά και να τον συλλάβουν, διότι νόμιζαν ότι αν το μάθαινε θα έφευγε για να μην τον φονέψουν και δεν γνώριζαν ότι
περισσότερο εκείνος διψούσε να λάβει θάνατο μαρτυρικό για την αγάπη του Χριστού, ο οποίος θανατώθηκε για τη σωτηρία μας, από ό,τι εκείνοι ήθελαν να επιτύχουν το σκοπό τους. Καθώς γνώρισε ο μακάριος Λογκίνος από το Πνεύμα το Άγιο τι τον ήθελαν, είπε προς αυτούς με πραότητα: «Ακολουθάτε με να σας δείξω εκείνον τον οποίον ζητάτε». Με τα λόγια αυτά πήρε τους εχθρούς του στο σπίτι του και, αφού τους φιλοξένησε πλουσιότατα, τους ρώτησε για ποια αιτία ζητούσαν με τόσο πόθο τον Λογκίνο. Εκείνοι, αφού πρώτα τον όρκισαν να μην πει σε κανέναν την υπόθεση, μετά του ομολόγησαν την αλήθεια. Ότι δηλαδή έγραψε ο βασιλέας προς τον Πιλάτο να τον θανατώσει μαζί με τους δύο άλλους συστρατιώτες του. Ο δε Άγιος τους ρώτησε ποιοι ήταν οι άλλοι δύο τους οποίους ήθελαν να αποκεφαλίσουν μαζί του.
Αφού έμαθε ότι το έλεγαν για τους συντρόφους του, τους είπε: «Αναπαυθείτε εδώ δύο μέρες στο σπίτι μου, διότι αυτοί οι τρεις θα έρθουν εδώ μεθαύριο και θα σας τους παραδώσω χωρίς να πάτε να τους αναζητήσετε». Αυτό το είπε διότι έλειπαν οι άλλοι δύο σε κάποια υπηρεσία. Αυτός δε, έχοντας πόθο να συγκοινωνήσουν και εκείνοι στο μαρτύριο, θέλησε να περιμένει μέχρι που να έλθουν, έστειλε δε σε αυτούς μήνυμα να επιστρέψουν γρήγορα. Φιλοξένησε λοιπόν τους φονευτές του ο μιμητής του Δεσπότου και τους υπηρετούσε δύο μέρες με μεγάλη φιλοτιμία. Όταν δε άκουσε ότι έρχονταν και οι άλλοι δύο, είπε στους στρατιώτες ο μακάριος: «Να ξέρετε, φίλοι μου, ότι εγώ είμαι ο Λογκίνος τον οποίο ζητάτε». Όταν άκουσαν αυτό εκείνοι εξεπλάγησαν και, βλέποντάς τον χαρούμενο και πρόσχαρο,
δεν πίστευαν ότι ήταν αυτός ο καταζητούμενος. Ύστερα, όμως, βεβαιώθηκαν γι' αυτό, πόνεσε η ψυχή τους και βαριά αναστέναξαν. Τον προέτρεψαν δε να φύγει, σώζοντάς του τη ζωή ως μισθό για τη φιλοξενία που τους πρόσφερε. Και αυτά μεν έλεγαν οι στρατιώτες συμπονώντας τον Άγιο. Εκείνος δε τους αποκρίθηκε με γενναιότητα και χαρά: «Μη λυπάστε, φίλοι μου, αλλά να παρηγορηθείτε, διότι το τέλος αυτό προξενεί σε μένα αγαλλίαση αιώνια, επειδή με αξιώνει να συνευφραίνομαι στον Παράδεισο πάντοτε με τον Δεσπότη Χριστό, ο οποίος είναι Θεός αληθινός». Αυτά και άλλα λέγοντας ο Άγιος για να πείσει τους απεσταλμένους να εκτελέσουν την προσταγή, έφτασαν και οι άλλοι δύο, τους οποίους όταν είδε χάρηκε και τους αγκάλιασε και τους καταφίλησε,
λέγοντας: «Χαίρετε, στρατιώτες και κληρονόμοι της Βασιλείας του Χριστού. Τώρα ανοίγουν τις πύλες των ουρανών οι άγγελοι για να πάνε τις ψυχές μας στον Παράδεισο». Αφού είπε αυτά ο Άγιος, έβαλε τα λαμπρά του ενδύματα σαν να τον είχαν καλεσμένο σε γάμο πλούσιο και, δείχνοντας κάποιο βουνό στο οποίο ήθελε να τον ενταφιάσουν, γονάτισαν και οι τρεις και έκοψαν οι απεσταλμένοι τις τίμιες τους κεφαλές κατά τη 16η του μηνός Οκτωβρίου. Και οι μεν μακάριες ψυχές τους ανέβηκαν στον ουρανό. Οι δε στρατιώτες οι οποίοι τους απεκεφάλισαν πήραν την κεφαλή του Λογκίνου και την πήγαν στον Πιλάτο για να βεβαιωθεί ότι τον θανάτωσαν και να χαρούν οι Ιουδαίοι. Οι Εβραίοι τους έδωσαν πολλά αργύρια.
Ο Πιλάτος δε πρόσταξε να ρίξουν την τίμια κεφαλή έξω από την πόλη. Αλλά ο Κύριος, για τον οποίο η τίμια αυτή κεφαλή κόπηκε, δεν άφησε να μείνει καταφρονημένη εκεί στην κοπριά, στην οποία την έριξαν, αλλά τη φύλαγε απείρακτη από αυτή. Και όχι μόνο έκανε αυτό το θαύμα, αλλά και άλλο θαυμαστότερο. Κάποια γυναίκα χήρα ήταν τυφλή, είχε δε υιό μονογενή, μικρή παρηγοριά στη χηρεία και την τυφλότητά της. Αυτή λοιπόν είχε στο Θεό πίστη μεγάλη και ευλάβεια. Γι' αυτό λοιπόν πήρε το ραβδί και τον γιο σαν οδηγό της και πήγε στον Άγιο Τάφο για να προσκυνήσει, ελπίζοντας στο Δεσπότη Χριστό να της δώσει το φως της ως Παντοδύναμος. Όταν έφτασε στους Αγίους Τόπους,
το χώμα της γης και το έβαλε από ευλάβεια στα μάτια της, αλλά όχι μόνο το φως της δεν βρήκε, αλλά και άλλη συμφορά μεγάλη της ήλθε, δηλαδή αρρώστησε ο γιος της, τον οποίο είχε βοηθό και οδηγό της, και πέθανε. Έκλαιγε λοιπόν η ταλαίπωρη τις συμφορές της και οδυρόταν και μοιρολογούσε τον εαυτό της. Αποκοιμήθηκε η δυστυχισμένη εκείνη γυναίκα από τον πόνο και τα δάκρυα και είδε στον ύπνο τον Άγιο να της λέγει: «Εγώ είμαι Λογκίνος ο Εκατόνταρχος, του οποίου έκοψαν την κεφαλή για τον Χριστό, την οποία αφού έφεραν εδώ την έριξαν στην κοπριά έξω από την πόλη. Πήγαινε λοιπόν στον τόπο εκείνο, σκάλισε βαθιά στην κοπριά και θα τη βρεις. Άγγιξε με αυτήν τα μάτια σου και θα αναβλέψεις».
«Θα σου δείξω δε τότε και το γιο σου σε πόση δόξα βρίσκεται, να παρηγορηθείς για τα παθήματά σου». Πράγματι η τυφλή εκείνη πήγε στον προαναφερθέντα τόπο χειραγωγούμενη από κάποιον άλλον και άρχισε με μεγάλη προθυμία να σκαλίζει την κοπριά με τα χέρια της. Όταν δε βρήκε ως ατίμητο θησαυρό την τιμία κεφαλή, αμέσως ανέβλεψε και την είδε ως αστέρα υπέρλαμπρο. Την ασπαζόταν και την καταφιλούσε με θερμότατα δάκρυα. Έπειτα, αφού την καθάρισε με επιμέλεια, την άλειψε με μύρα και επέστρεψε στο σπίτι της βαστάζοντας τον πολύτιμο μαργαρίτη. Την επόμενη νύχτα φάνηκε πάλι στον ύπνο της ο Άγιος κρατώντας τον γιο της στην αγκαλιά του σαν παιδί του.
Ο δε γιος της ντυμένος με πλούσια λαμπρά ενδύματα και χαιρόταν. Τότε της είπε ο Άγιος: «Δες το γιο σου, για τον οποίο θρηνούσες, πόση απόλαυση βρήκε. Μη λυπάσαι, λοιπόν, αλλά να χαίρεσαι, διότι ο Θεός τον αξίωσε της βασιλείας του και μου τον έδωσε συνοδεία να μην αποχωριστεί ποτέ από μένα. Πάρε λοιπόν την κεφαλή μου και το λείψανο του γιου σου και θάψ' τα σε έναν τάφο και τα δυο, να ευχαριστήσετε τον Κύριο ο οποίος ανέπαυσε το γιο σου σε τόση δόξα και ευφροσύνη αιώνια». Αφού άκουσε αυτά η γυναίκα, έβαλε σε θήκη την κεφαλή του μάρτυρος και το λείψανο του γιου της και τα μετέφερε στην πατρίδα της, Καπαδοκία, σε κάποιο χωριό που ονομαζόταν Σανδάλι. Έπαθε δε ό,τι έπαθε και ο Σαούλ,
καθώς εκείνος ζητώντας τους όνους του πατέρα του βρήκε παρ' ελπίδα βασιλεία, κατά παρόμοιο τρόπο και αυτή, ζητώντας το φως των ματιών της, και αυτό έλαβε και θερμό προστάτη βρήκε τον Άγιο. Γι' αυτό, αφού έκτισε εκκλησία στο όνομα του Αγίου Λογκίνου, εναπέθεσε ως θησαυρό σε αυτή την ιερή κεφαλή του μάρτυρος και έτσι απέκτησε πηγή ιαμάτων και για τον εαυτό της και για όλους τους συμπατριώτες της χριστιανούς. Ευχαριστώντας δε το Θεό έλεγε: «Τώρα γνώρισα πόσων αγαθών αξιούνται όσοι αγαπούν τον Κύριο. Ζητούσα οφθαλμούς σώματος, εγώ δε και τους οφθαλμούς του πνεύματος έλαβα. Λυπόμουν το θάνατο του παιδιού μου και το είδα σε δόξα μεγάλη συγκληρονόμο των Αγίων να είναι κοντά στο Θεό,
τους προφήτες και τους μάρτυρες και με τον εκατόνταρχο Λογκίνο, ντυμένους λαμπρότατα και να ψάλλουν την ιερή εκείνη φωνή: “Αληθώς Θεού Υιός είναι ούτος”».
Ο Άγιος Λογκίνος σήμερα μας έδειξε τι σημαίνει και πώς εφαρμόζεται στην πράξη το «Αγαπάτε τους εχθρούς υμών». Συνήθως μας φταίνε οι άλλοι και λίγο πολύ τρωγόμαστε μαζί τους. Μας βλάπτουν, μας κακολογούν, μας αδικούν, μας υποβλέπουν, μας παραγκωνίζουν, μας στενοχωρούν. Λίγο πολύ είναι εχθροί μας. Έτσι μάθαμε να τους βλέπουμε, έτσι να στεκόμαστε απέναντί τους, έτσι να τους αντιμετωπίζουμε. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μας λέγει ότι κανείς δεν μπορεί να μας αδικήσει παρά μόνο ο εαυτός μας.
Δεν μπορεί να μας κάνει κακό, εάν εμείς αντιμετωπίσουμε την ενδεχόμενη κακία των άλλων έτσι όπως πρέπει, αν την αντιμετωπίσουμε κατά Θεόν, δηλαδή με ταπείνωση, υπομονή, αγάπη. Ο δε Άγιος Λογκίνος μας λέγει ότι αυτοί που μας εχθρεύονται όχι μόνο δεν μπορούν να μας βλάψουν, αλλά και μεγάλοι ευεργέτες είναι. Οι φονευτές του πήγαιναν να του κάνουν το μεγαλύτερο κακό που μπορούσαν να του κάνουν, να του αφαιρέσουν τη ζωή. Και όμως αυτός τους έλεγε φίλους του αγαπημένους και με αγάπη τους φιλοξένησε.
Διότι τους έβλεπε με άλλο μάτι, τους έβλεπε με μάτι πνευματικό, τους έβλεπε ως ευεργέτες, διότι πίστευε στον Χριστό, αγαπούσε τον Χριστό και ήθελε το νωρίτερο να βρεθεί κοντύτερά του. Και εμείς, αν προσέξουμε, θα δούμε ότι η κακία των άλλων αποτελεί άριστη ευκαιρία πνευματικής ασκήσεως και αποκτήσεως πνευματικών καρπών, να την αντιμετωπίσουμε κατά Θεόν. Όχι ότι δεν υπάρχει κακία και εχθρότητα, αλλά η πνευματική αντιμετώπιση τα μετατρέπει σε ευλογία. Ακόμη και την κακία των δαιμόνων. Έτσι λοιπόν δεν έχουμε κανένα εχθρό, διότι όλους τους μετατρέπουμε σε ευεργέτες. Ο Θεός να δώσει με τις πρεσβείες του σήμερα εορταζομένου Αγίου Λογκίνου του Εκατοντάρχου έτσι όπως εκείνος να βλέπουμε και έτσι να αντιμετωπίζουμε όλους.
Αγγλική μετάφρασηEN · 18 παράγραφοι
The martyr Longinus the Centurion was Jewish by birth and lived during the earthly life of our Lord Jesus Christ. He served as a centurion under Pilate. On the day when our Lord, in His boundless compassion, was crucified to save us from the ancestral transgression, Pilate ordered Longinus and his soldiers to guard Jesus’ body. The Lord’s disciples had fled for fear of the Jews. But blessed Longinus stayed near the Crucified One. He saw the signs and wonders that took place at that Crucifixion, which brought salvation to the world: the earthquake, the darkening of the sun, the opened tombs, and the dead who came out of them. Then he cried out:
“Truly, this was the Son of God.” Once he knew the truth, he confessed it fearlessly in the midst of the Jewish assembly, saying again, “Jesus truly was the Son of God.” Later, when they buried the life-giving and most pure body of Jesus, Pilate ordered Longinus to guard the tomb with his soldiers. After the Savior’s Resurrection, Longinus and his soldiers went to the Jewish assembly and told them everything that had happened: the earthquake, the angel shining like lightning who rolled away the great stone from the tomb, and the fact that Christ had truly risen, leaving the tomb empty except for the burial cloth. The Jewish leaders gave the soldiers as much silver as they wanted
to spread a false story about the Resurrection: that the Apostles had come secretly by night and stolen His body. The other soldiers told this story to Pilate and the people of the city. But faithful Longinus took no money. He spoke freely and boldly, exposing the lie and proclaiming the truth: Christ is the true God, and He has risen from the dead. When Pilate and the Jewish leaders heard this, they turned the hatred they had felt toward Christ against Longinus and looked for a chance to kill him. A friend warned Longinus. He gave way to their anger, as the saying goes, and laid aside his soldier’s belt and cloak.
He gave up his rank and left his relatives and friends. Taking with him two soldiers who had also come to believe in Christ, he went to Cappadocia. There he and his companions preached Christ, and Longinus became like another Apostle. Word spread almost everywhere that Longinus was proclaiming the crucified Jesus as the true God. When the Jewish leaders heard this, they gathered and persuaded Pilate to write to Tiberius Caesar against Longinus. They accused him of abandoning his rank and the pagan faith, proclaiming a man named Jesus Christ as eternal king, and persuading many Cappadocians to believe the same. Along with the letter, they sent silver
to persuade Caesar to order Longinus’s death. When Pilate received the imperial order to execute Longinus, he showed it to the Jewish leaders. Men were sent at once and soon reached Cappadocia. They stopped outside the city on land that happened to belong to Longinus’s family. The Saint was staying there, drawn by the quiet of the place and living a life of ascesis, or ascetic discipline. The soldiers did not know he was the man they sought. They asked him discreetly if he knew where Longinus the Centurion lived. They hoped to take him by surprise, thinking he would flee if he learned they meant to kill him. They did not know that
Longinus longed to die as a martyr for love of Christ, who had died for our salvation, even more than they longed to carry out their mission. The Holy Spirit revealed to blessed Longinus what they wanted. Gently he said, “Come with me, and I will show you the man you seek.” With that, he brought his enemies into his home and offered them generous hospitality. Then he asked why they were so eager to find Longinus. First they made him swear that he would tell no one. Then they admitted the truth: Caesar had written to Pilate ordering the execution of Longinus and his two fellow soldiers. The Saint asked who the other two men were that they had been ordered to behead with him.
When he learned that they meant his companions, he said, “Rest here in my house for two days. All three men will come here the day after tomorrow, and I will hand them over to you. You will not have to look for them.” He said this because his two companions were away on an errand. He wanted them to share in martyrdom, so he waited for their return and sent word asking them to come quickly. In this way, this imitator of the Master welcomed his killers and served them generously for two days. When he heard that his companions were approaching, blessed Longinus told the soldiers, “My friends, you should know that I am Longinus, the man you seek.” They were astonished. Seeing him so cheerful and warm,
they could hardly believe he was the man they had come to arrest. When they were certain, their hearts ached and they sighed deeply. They urged him to flee, offering to spare his life in gratitude for his hospitality. The soldiers said this because they felt compassion for the Saint. But he answered them with courage and joy: “Do not grieve, my friends. Take comfort, for this end brings me eternal gladness. I am being granted the grace to rejoice forever in Paradise with Christ my Master, who is the true God.” The Saint said this and more to persuade the men to carry out their orders. Then his two companions arrived. He rejoiced to see them, embraced them, and kissed them,
saying, “Rejoice, soldiers and heirs of Christ’s Kingdom. The angels are opening the gates of heaven now to bring our souls into Paradise.” Then the Saint put on his finest clothes, as though invited to a great wedding feast. He pointed out a mountain where he wished to be buried. All three knelt, and the men sent to execute them cut off their honorable heads on the sixteenth of October. Their blessed souls ascended to heaven. The soldiers took Longinus’s head to Pilate as proof that they had killed him, to the delight of the Jewish leaders. The leaders gave the soldiers a great deal of silver.
Pilate ordered them to throw the honorable head outside the city. But the Lord, for whom Longinus had been beheaded, did not leave it dishonored in the refuse where they had cast it. He kept it unharmed there. And He worked an even greater wonder. There was a blind widow whose only son was a small comfort to her in her widowhood and blindness. She had great faith in God and deep devotion. So she took her staff and, with her son to guide her, went to venerate the Holy Sepulcher. She hoped that Christ the Master, in His almighty power, would restore her sight. When she reached the Holy Land,
she took some earth and, out of devotion, placed it on her eyes. But she did not regain her sight. Instead, another great sorrow came upon her: her son, her helper and guide, fell ill and died. The poor woman wept over her troubles, lamenting her son and her own plight. Worn out by pain and tears, she fell asleep and saw the Saint in a dream. He said to her, “I am Longinus the Centurion. I was beheaded for Christ. My head was brought here and thrown into the refuse outside the city. Go to that place and search deep in the refuse. You will find it. Touch your eyes with it, and you will see again.”
“Then I will show you the glory in which your son now lives, and you will be comforted in your suffering.” So the blind woman went to the place he had described, led by another person, and eagerly searched through the refuse with her hands. When she found the honorable head, a priceless treasure, she immediately regained her sight and saw it shining like a brilliant star. She embraced and kissed it, weeping heartfelt tears. Then she carefully cleaned it, anointed it with fragrant oil, and returned home carrying her precious pearl. The following night the Saint appeared to her again in a dream, holding her son in his arms as though he were his own child.
Her son was dressed in splendid clothes and was full of joy. The Saint said to her, “Look at the joy your son has found, the son you mourned. Do not grieve, but rejoice. God has counted him worthy of His Kingdom and has given him to me as a companion, never to be separated from me. Take my head and your son’s remains, and bury them together in one tomb. Give thanks to the Lord, who has given your son rest in such glory and everlasting joy.” When the woman heard this, she placed the martyr’s head and her son’s remains in a casket and carried them to her homeland of Cappadocia, to a village called Sandali. What happened to her was like what happened to Saul:
while searching for his father’s donkeys, Saul unexpectedly found a kingdom. In the same way, she sought the sight of her eyes and received it, and she found in the Saint a devoted protector. She built a church in honor of Saint Longinus and placed the martyr’s holy head there as a treasure. It became a source of healing for her and for her fellow Christians. Giving thanks to God, she said, “Now I know what blessings are granted to those who love the Lord. I sought sight for my bodily eyes, and I received sight for the eyes of my spirit as well. I grieved over my child’s death, and I saw him in great glory, sharing the inheritance of the Saints and standing near God,
among the prophets and martyrs, together with Longinus the Centurion. They were clothed in radiant garments and singing those holy words: ‘Truly, this was the Son of God.’”
Today Saint Longinus has shown us what it means to “love your enemies,” and how to live out that command. We often blame others and find ourselves at odds with them. They hurt us, speak ill of us, treat us unjustly, look at us with envy, push us aside, and cause us sorrow. In one way or another, we see them as our enemies. That is how we have learned to regard them and respond to them. Saint John Chrysostom tells us that no one can truly wrong us except ourselves.
Others cannot harm us if we respond to whatever malice they show as we should: in a godly way, with humility, patient endurance, and love. Saint Longinus shows us something more: those who act as our enemies can become great benefactors to us. His killers came to do him the worst harm they could, to take his life. Yet he called them his dear friends and welcomed them into his home with love.
He saw them with different eyes, with spiritual eyes. He saw them as benefactors because he believed in Christ, loved Christ, and wanted to be near Him as soon as he could. If we look carefully, we too will see that the malice of others gives us a precious opportunity for spiritual ascesis, for ascetic discipline, and for bearing spiritual fruit, if we respond to it in a godly way. Malice and hostility are real, but meeting them spiritually can turn them into a blessing. Even the malice of demons can become such an opportunity. In this way, we have no enemies, for we turn them all into benefactors. Through the prayers of Saint Longinus the Centurion, whom we celebrate today, may God grant us to see and respond to everyone as he did.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
10 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ\16 10 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.