Το μαρτύριο της Αγίας Κυράννας και τα σημεία της αγιότητας
Η Εκκλησία τιμά την Αγία Κυράννα της Όσσας κοντά στη Θεσσαλονίκη, της οποίας η πίστη και η παρθενία διαμόρφωσαν τη ζωή της. Ένας Οθωμανός φοροεισπράκτορας επιδίωξε να την παντρευτεί και να την απομακρύνει από τον Χριστιανισμό, αλλά εκείνη απέρριψε τις υποσχέσεις και τις απειλές του.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Η Εκκλησία τιμά την Αγία Κυράννα της Όσσας κοντά στη Θεσσαλονίκη, της οποίας η πίστη και η παρθενία διαμόρφωσαν τη ζωή της.
- Ένας Οθωμανός φοροεισπράκτορας επιδίωξε να την παντρευτεί και να την απομακρύνει από τον Χριστιανισμό, αλλά εκείνη απέρριψε τις υποσχέσεις και τις απειλές του.
- Οδηγηθείσα ενώπιον δικαστή με ψευδή κατηγορία, η Κυράννα ανακήρυξε τον Χριστό νυμφίο της και δήλωσε ότι ήταν έτοιμη να χύσει το αίμα της γι' αυτόν.
- Φυλακισμένη και επανειλημμένα δαρμένη, υπέμεινε τα βάσανα με σιωπηλή προσευχή, ενώ οι συγκρατούμενοί της διαμαρτύρονταν για τη μεταχείρισή της.
- Κατά την κοίμησή της το 1751, σύμφωνα με τη διήγηση, ένα λαμπρό φως γέμισε τη φυλακή και ακολούθησε ένα άρωμα.
- Οι χριστιανοί έθαψαν το σώμα της με ευλάβεια και την τίμησαν ως μάρτυρα.
- Η ομιλία διδάσκει ότι η Εκκλησία αναγνωρίζει την αγιότητα που φανερώνεται από τον Θεό με σημεία χάριτος, και ζητά τις πρεσβείες της Κυράννας για μια ζωή ευάρεστη σ' Αυτόν.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 14 παράγραφοι
8 του μηνός Ιανουαρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη της Οσίας Δομνίκης, του Οσίου Γεωργίου του Χωζεβίτου, των Αγίων Μαρτύρων Ιουλιανού και Βασιλίσσης και των συναθλητών τους Κελσίου και Αντωνίου, του Αγίου Ιερομάρτυρος Καρτερίου, του Αγίου Κύρου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, του Αγίου Αττικού Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, του Αγίου Προφήτου Σαμαία του Ελαμίτου, του Αγίου Αγάθωνος, των Αγίων Μαρτύρων Θεοφύλου Διακόνου και Ελλαδίου Λαϊκού, και κατά μετάθεση από την 28η Φεβρουαρίου επιτελείται η μνήμη της Αγίας ενδόξου Μεγαλομάρτυρος Κυράννας από την Όσσα της Θεσσαλονίκης.
Η Χριστού Νύμφη Κυράννα καταγόταν από κάποιο χωριό, το οποίο παλαιότερα μεν ονομαζόταν Αβυσσόκα ή Βυσσόκα, τώρα δε ονομάζεται Όσσα και βρίσκεται κοντά στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Είχε ευσεβείς και με φόβο Θεού γονείς, ήταν ωραιότατη κατά την όψη και πολύ πιο ωραία κατά την ψυχή, στολισμένη με παρθενία, διαπρέποντας με ήθη και τρόπους σεμνούς. Έτσι ζούσε η κόρη, αλλά ο αρχαίκακος όφης, που πάντα φθονεί τα καλά, επιτέθηκε εναντίον της με βάσκανο οφθαλμό και θέληση καταστροφική, διότι μην μπορώντας να τη μολύνει με έννοιες πονηρές και φθοροποιούς λογισμούς, υποκίνησε κάποιον Αγαρηνό, ο οποίος ήταν φοροπράκτορας της περιοχής εκείνης,
καταλήφθηκε από εμπαθή έρωτα προς την κόρη, ζήτησε δε με επιμονή να τη νυμφευθεί και να την αποσπάσει από την Αγία και άμωμη πίστη των πατέρων της. Φρίκη κατέλαβε με το άκουσμα την Αγία αυτή Παρθένο, η οποία και με πολλή βδελυγμία αποστράφηκε τις δυσεβείς του προτάσεις και παρέμεινε ακλόνητη στις υποσχέσεις, τις κολακίες και τις απειλές, καταφρονώντας βασανισμούς και απειλούμενο θάνατο. Αφού απέτυχε από το σκοπό του ο μιαρός και άναψε από το θυμό, μαζί με άλλους ομόφυλούς του γενιτσάρους, σαν θηρία άρπαξαν τη μακαρία Παρθένο και την πήγαν στον κριτή της Θεσσαλονίκης, καταμαρτυρώντας ψευδώς ότι είχε υποσχεθεί να αρνηθεί την πίστη της στο Χριστό και να έλθει μαζί του σε γάμο. Οι γονείς της ακολούθησαν την κόρη, αλλά μετά
καταλήφθηκαν από δειλία και κρύφτηκαν. Τότε λοιπόν οι Αγαρηνοί μεταχειρίστηκαν ποικίλους τρόπους και υποσχέθηκαν στην κόρη πολλές υποσχέσεις και άφθονες δωρεές. Αλλά η μακαρία Κυράννα στεκόταν απτόητη και αμετάτρεπτη. Με φρόνημα ουράνιο αναφωνούσε ένα μόνο λόγο: «Χριστιανή είμαι και θα είμαι, και νυμφίο έχω τον Κύριό μου και Θεό μας Ιησού Χριστό, στον οποίο και ως προίκα προσφέρω την παρθενία μου. Αυτόν από τη νεότητά μου πόθησα και ποθώ, για την αγάπη του οποίου είμαι έτοιμη να χύσω και το αίμα μου, για να γίνω κοινωνός εκείνου καθαρότερα και τελειότερα. Σας είπα λοιπόν, τι ακόμη θέλετε; Εγώ αυτή είμαι και θα είμαι πάντα με τη δύναμη
τη χάρη του νυμφίου μου και σωτήρος Χριστού». Αφού είπε αυτά, απ' εκεί και πέρα σιωπούσε και δεν έδινε καμιά απόκριση στους δυσεβείς, αλλά με πολλή ευψυχοσύνη και σεμνότητα, κλίνοντας την κεφαλή, προσευχόταν νοερά στο νυμφίο της Χριστό για να τη δυναμώσει στον αγώνα της μέχρι τέλους. Εκείνη την ώρα γέμισε η καρδιά της θεία αγαλλίαση, άρρητη ενέργεια του Αγίου Πνεύματος και χαρά ουράνια και, φανταζόμενη νοερώς τον ωραίο κάλλει παρά πάντας γλυκύτατο σωτήρα Χριστό, φαινόταν σαν να βρισκόταν στον παράδεισο και να έχει ξεχάσει την παρούσα ζωή και πολύ επιθυμούσε γρήγορα να αποθάνει για το Χριστό για να ζήσει μαζί του αιώνια. Βλέποντας λοιπόν οι Αγαρηνοί
τη χαρά που έλαμπε στο πρόσωπό της, που εκχύθηκε από τα βάθη της ψυχής της μακαρίας, καθώς και το αμετάθετο της γνώμης της, την έβαλαν στη φυλακή και τα δεσμά. Ο δε δυσεβής εκείνος γενίτσαρος έμπαινε ελεύθερα στη φυλακή εκείνη και πολλές θλίψεις και κακώσεις προξενούσε στην αθληφόρο, φέρνοντας μερικές φορές και άλλους ομόφρονές του για μεγαλύτερη ταλαιπωρία της μάρτυρος. Αλλά αυτή, ατενίζοντας το θείο του Χριστού κάλλος, καθόλου δεν πρόσεχε στα ψυχοφθόρα τους λόγια, αλλά έκλινε κάτω την κεφαλή και σιωπηλά επικαλούνταν το όνομα του Κυρίου. Οι δε ασεβείς τύραννοι πρώτα με κολακίες καλόπιαναν τη μάρτυρα και μετά με απειλές και θυμό και τιμωρίες στράφηκαν εναντίον της, και ο μεν την χτυπούσε με ξύλο,
με μαχαίρι, άλλος με λακτίσματα και άλλος με τις γροθιές, και έτσι αποχωρούσαν αφήνοντάς την ημιθανή. Και αυτά μεν γίνονταν τις μέρες, τις νύκτες δε ο δεσμοφύλακας τη σήκωνε από τις μασχάλες, έχοντας τα χέρια δεμένα με σιδερένιες αλυσίδες, και την κτυπούσε και την έδερνε ανηλεώς, μέχρι που κουραζόταν να τη κτυπά, και έτσι κρεμασμένη και εκτεθειμένη στο ψύχος του χειμώνα, την εγκατέλειπε και αποχωρούσε. Η δε Αγία με άτρεπτη υπομονή και ησυχία και σιωπή φαινόταν να είναι πάνω από τα δυνατά, σαν να έπασχε άλλη, και με όλο της το νου πρόσεχε στις ουράνιες απολαύσεις. Τις μέρες εκείνες ήταν στο δεσμωτήριο συγκάθειρκτοι μερικοί χριστιανοί
Εβραίοι και Οθωμανοί για επίμεμπτες πράξεις, οι οποίοι βλέποντας αυτά και κινούμενοι με πολύ οίκτο έλεγχαν τον δεσμοφύλακα ως άσπλαχνο που τιμωρούσε έτσι σκληρά αθώα γυναίκα. Άλλος δε πάλι χριστιανός δεν έπαυε με πολλή πραότητα και λόγους συμπάθειας να του υπενθυμίζει την αδέκαστη κρίση του Θεού που θα έπεφτε πάνω του για την προς τη μάρτυρα θηριωδία του. Αλλά εκείνος μη προσέχοντας τα λόγια τούτα, μάλλον γινόταν πιο σκληρός και περισσότερο βασάνιζε την Παρθένο. Εκείνη δε, καθώς δυναμωνόταν με το θείο έρωτα και τρεφόταν με το θεϊκό πόθο, ούτε θυμό γενιτσάρου φοβόταν, ούτε καμπτόταν στις παρακλήσεις των ομοπίστων χριστιανών που την παρακαλούσαν κάτι να φάγει.
Είχαν περάσει πολλές μέρες χωρίς τροφή καθόλου να γευθεί. Κατά την έβδομη μέρα, αφού βασανίστηκε και πάλι η Αγία με τα χέρια του ωμότατου γενιτσάρου που προαναφέρθηκε, αυτοί που ήταν στη φυλακή έλεγξαν και απείλησαν τον δεσμοφύλακα διότι άφηνε τον καθένα να μπαίνει και να τυραννάει τη μάρτυρα. Ο δεσμοφύλακας συνήλθε και μετάνιωσε και όταν ξανά ήρθαν οι γενίτσαροι δεν τους άφησε να μπουν. Εκείνοι χολώθηκαν πολύ και κινήθηκαν εναντίον του στους προύχοντές τους. Αυτό ερέθισε πολύ τον δεσμοφύλακα, άναψε από το θυμό, άρπαξε σαν μαινόμενο θηρίο και κρέμασε τη μάρτυρα και αφού πήρε ένα ξύλο, με τα δυο του χέρια την κτυπούσε αλύπητα. Οι άλλοι φυλακισμένοι
βλέποντας την τόση απανθρωπιά άρχισαν να φωνάζουν και εκείνος, αφήνοντας κρεμασμένη και μισοπεθαμένη την Αγία, πήγε σε κάποιο δωμάτιο, εκεί έπεσε κάτω και άρχισε να κλαίει ελεγχόμενος από τη συνείδησή του. Ενώ ήταν κρεμασμένη ακόμη η Αγία, ξαφνικά, ω του θαύματος, φως έντονο έλαμψε στη φυλακή που κατέβηκε πάνω από τη στέγη σαν αστραπή και περικύκλωσε το σώμα της μάρτυρος, ξεχύθηκε σε όλο το δεσμωτήριο και το φώτιζε σαν λαμπρός ήλιος, ενώ ήταν νύχτα και κόντευαν μεσάνυχτα. Θάμβος κατέλαβε τους εκεί χριστιανούς, καθώς είδαν το υπερφυσικό αυτό θέαμα και φώναζαν το «Κύριε ελέησον». Οι Εβραίοι έπεσαν κάτω και οι Οθωμανοί καταλήφθηκαν από μεγάλο φόβο
νόμιζαν ότι θα τους κάψει η φωτιά από τον ουρανό ως δίκαιη τιμωρία για το άδικο πάθος της χριστιανής. Τότε κάποιος ευσεβής χριστιανός, κατά προτροπή του έντρομου δεσμοφύλακα, πλησίασε την Αγία και τη βρήκε ήδη τελειωμένη. Και το μεν θεϊκό φως έφυγε, χύθηκε δε άρρητη ευωδία. Κατέβασε με πολλή ευλάβεια το κατάστικτο από τα μαρτυρικά στίγματα σώμα της Μακαρίας και αφού άναψε φώτα και θυμίασε καθώς έπρεπε, κάθισε εκεί κοντά και δόξαζε τον Χριστό για τη διακονία που τον αξίωσε να επιτελέσει. Ήταν το έτος 1751. Όταν ξημέρωσε όλα αυτά διαδόθηκαν και έγιναν γνωστά στην πόλη οι μεν ευσεβείς χαίρονταν για τη νίκη και το θρίαμβο της μάρτυρος, οι ασεβείς δε καταντροπιάζονταν. Ευλαβείς χριστιανοί πήραν το τίμιο λείψανο της Αγίας και το ενταφίασαν με δάκρυα αγαλλιάσεως και κατανύξεως, τα δε ενδύματα της Αγίας τα μοιράστηκαν οι πιστοί προς αγιασμό, εις δόξαν του Φιλανθρώπου Θεού και Σωτήρος Χριστού. Ευχαριστώ.
Χριστιανοί, αγωνιζόμαστε να κάνουμε το θέλημα του Θεού, να ευαρεστήσουμε σε Αυτόν, να σωθούμε. Όμως δεν αρκεί αυτό. Χρειάζεται και από την άλλη πλευρά, την πλευρά του Θεού, να έχουμε τις ενδείξεις, τις διαβεβαιώσεις ότι πράγματι ευαρεστούμε σε Αυτόν και ότι δεν πλανόμαστε και ότι ο χρόνος της ζωής μας και οι κόποι μας δεν πάνε χαμένοι. Διότι μπορεί να ζούμε για τον εαυτό μας και να νομίζουμε ότι ζούμε για το Θεό, να αμαρτάνουμε και να νομίζουμε ότι ζούμε φυσιολογικά και άγια. Έλεγε ο Κύριος για τους μαθητές του: «Έρχεται ώρα ίνα πας ο αποκτείνας υμάς δόξη λατρείαν προσφέρειν τω Θεώ». Έρχεται η ώρα
την οποία καθένας που θα σας φονεύει θα νομίζει ότι όχι μόνο δεν εγκληματεί, αλλά ότι με το φόνο αυτό προσφέρει λατρεία στο Θεό. Οι Άγιοι είχαν αυτή τη βεβαιότητα, αυτή τη μαρτυρία από το Θεό, ότι ευαρέστησαν σε Αυτόν και βάσει αυτής της θεϊκής μαρτυρίας η Εκκλησία μας τους ανακηρύσσει Αγίους. Δεν τους κάνει η Εκκλησία Αγίους, αλλά απλώς επισημοποιεί και διακηρύσσει αυτό που έδειξε και δείχνει ο Θεός, δηλαδή την αγιότητά τους. Τέτοια θεϊκά σημάδια αγιότητος, ενεργού παρουσίας της χάριτος του Θεού, μεταξύ των άλλων, είναι τα θαύματα που επιτελούν οι Άγιοι, η έλαμψη του ακτίστου, του Θείου Φωτός και η άρρητη ευωδία που
είδαμε να περιλάμπει την Αγία και να γεμίζει τη φυλακή κατά τη μακάρια τελευτή της. Έτσι ο Θεός κατέδειξε περίτρανα και περίλαμπρα ότι η Κυράννα με τη μέχρι θανάτου πίστη της ευαρέστησε αληθινά ενώπιόν Του, ότι πράγματι ήταν Αγία. Δικαίως λοιπόν και εμείς σήμερα ως Αγία την τιμούμε και τις Άγιες και θεοπειθείς ευχές της ζητούμε για να ζήσουμε θεάρεστα και να τύχουμε του μακαρίου τέλους το οποίο επέτυχε αυτή με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Αγίου Τριαδικού Θεού. Γένοιτο.
Αγγλική μετάφρασηEN · 14 παράγραφοι
On January 8, our Church commemorates Venerable Domnica and Venerable George of Choziba; the Holy Martyrs Julian and Basilissa and their fellow martyrs Celsus and Antony; Saint Carterius the Hieromartyr; Saint Cyrus, Archbishop of Constantinople; Saint Atticus, Patriarch of Constantinople; the Holy Prophet Shemaiah the Elamite; Saint Agathon; and the Holy Martyrs Theophilus the Deacon and Helladius the Layman. Transferred from February 28, we also commemorate the holy and glorious Great Martyr Kyranna of Ossa, near Thessaloniki.
Kyranna, the bride of Christ, came from a village once called Avyssoka or Vyssoka, now called Ossa, near Thessaloniki. Her parents were devout and God-fearing. She was beautiful in appearance, and more beautiful still in soul, adorned with virginity and distinguished by modest conduct. This was how the young woman lived. But the ancient serpent, who always envies what is good, turned his malicious eye upon her and sought to destroy her. Unable to defile her with wicked ideas and destructive logismoi, intrusive thoughts, he stirred up a Muslim tax collector in that district.
The man became consumed with passionate desire for Kyranna. He insisted that she marry him and abandon the holy and undefiled faith of her fathers. The holy virgin was horrified. She rejected his impious proposals with disgust and stood firm against his promises, flattery, and threats, scorning both torture and the death he threatened. When his purpose failed, the wicked man burned with anger. Together with other Janissaries, he seized the blessed virgin like a wild beast and brought her before the judge of Thessaloniki. They falsely claimed that she had promised to renounce her faith in Christ and marry him. Her parents followed their daughter, but then
fear overcame them, and they hid. The men then tried various ways to persuade Kyranna, promising her many gifts. But blessed Kyranna stood fearless and unshaken. With her heart set on heaven, she gave them one answer: ‘I am a Christian, and I will remain one. My bridegroom is my Lord and our God, Jesus Christ, and to Him I offer my virginity as my dowry. I have loved Him since my youth, and I love Him still. For His sake I am ready even to shed my blood, so that I may share in His life more purely and fully. I have told you. What more do you want? This is who I am, and who I will always be, through the power
and grace of my bridegroom and Savior, Christ.’ Having said this, she fell silent and gave the impious men no further answer. With courage and modesty, she bowed her head and prayed inwardly to Christ, her bridegroom, asking Him to strengthen her in her struggle to the end. At that moment her heart filled with divine gladness, the inexpressible divine uncreated energy of the Holy Spirit, and heavenly joy. As she inwardly beheld Christ, the sweetest Savior, more beautiful than all others, she seemed already to be in Paradise, forgetful of this present life. She longed to die soon for Christ and live with Him forever. When the men saw
the joy shining on her face from the depths of her soul, and saw that she would not change her mind, they put her in prison and chains. The impious Janissary could enter the prison freely, and he inflicted much suffering on the victorious martyr. At times he brought others who thought as he did to torment her further. But Kyranna kept her gaze on the divine beauty of Christ. She paid no attention to their soul-destroying words; she bowed her head and silently called upon the name of the Lord. Her cruel persecutors first tried to win her over with flattery. Then they turned to threats, anger, and punishments. One struck her with a stick,
another with a knife, another kicked her, and another beat her with his fists. Then they left her half dead. This happened by day. At night the jailer raised her by her arms, bound her hands with iron chains, and beat her mercilessly until he grew tired. He left her hanging there, exposed to the winter cold. Yet the saint showed unwavering patient endurance and hesychia, inner stillness, and remained silent. She seemed to endure more than human strength could bear, as though someone else were suffering. With all her nous, her spiritual mind, she attended to the joys of heaven. At that time, several Christians were imprisoned there
along with Jews and Ottomans accused of wrongdoing. Seeing what happened, they were moved with pity and rebuked the jailer for treating an innocent woman so cruelly. One Christian, speaking gently and compassionately, kept reminding him of God’s impartial judgment, which would come upon him for his brutality toward the martyr. But the jailer paid no heed. He only grew harsher and tormented the virgin more. Strengthened by divine love and sustained by her longing for God, she neither feared the Janissary’s anger nor yielded when her fellow Christians begged her to eat something.
Many days had passed without her tasting any food. On the seventh day, the cruel Janissary tortured the saint again. The other prisoners rebuked and threatened the jailer for letting anyone enter and torment her. The jailer came to his senses and repented. When the Janissaries returned, he refused to let them in. Furious, they went to complain about him to their superiors. This enraged the jailer. Like a raging beast, he seized the martyr and hung her up. Then he took a stick in both hands and beat her without mercy. The other prisoners
saw such inhuman cruelty that they began to shout. The jailer left the saint hanging there, half dead, and went into a room. There he fell to the ground and began to weep, troubled by his conscience. While she was still hanging, suddenly—O miracle!—a brilliant light shone in the prison. It came down over the roof like lightning, surrounded the martyr’s body, and spread through the whole prison, lighting it like the bright sun, though it was night and nearly midnight. The Christians there were awestruck by this supernatural sight and cried, ‘Lord have mercy.’ The Jews fell to the ground, and the Ottomans were seized with great fear.
They thought fire from heaven would consume them as just punishment for the unjust suffering of the Christian woman. At the terrified jailer’s urging, a devout Christian approached the saint and found that she had already died. The divine light departed, and an indescribable fragrance spread through the prison. With great reverence, he took down the blessed martyr’s body, marked all over by her sufferings. He lit lamps and offered incense, as was fitting. Then he sat nearby and glorified Christ for granting him the grace to perform this service. It was the year 1751. At daybreak, word of all this spread through the city. The faithful rejoiced at the martyr’s victory and triumph, while the impious were put to shame. Devout Christians took the saint’s precious remains and buried them with tears of gladness and katanyxis, compunction. The faithful shared her clothing as a blessing, to the glory of our loving God and Savior Christ. Thank you.
As Christians, we struggle to do God’s will, to please Him, and to be saved. Yet we also need signs from God, assurances that we truly please Him, that we are not deceived, and that our years of life and our labors are not wasted. We might be living for ourselves while imagining that we live for God. We might be committing sin while thinking that our life is normal and holy. The Lord said to His disciples, ‘The hour is coming when whoever kills you will think he is offering service to God.’ The hour is coming
when anyone who kills you will believe that he is doing no wrong, and even that by killing you he is offering worship to God. The saints had this assurance, this testimony from God, that they had pleased Him. On the strength of that divine testimony, our Church proclaims them saints. The Church does not make them saints; it formally recognizes and declares the holiness that God has revealed and continues to reveal. Among the divine signs of holiness and of the active presence of God’s grace are the miracles the saints perform, the radiance of the uncreated divine light, and the indescribable fragrance that
we saw surround the saint and fill the prison at her blessed death. In this radiant way, God showed clearly that Kyranna, through her faithfulness even unto death, had truly pleased Him and was indeed a saint. So today we rightly honor her as a saint and ask for her holy prayers, which find favor with God, that we may live in a way pleasing to Him and attain the blessed end she attained, through the grace and love for mankind of God, the Holy Trinity. May it be so.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
01 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ\08 01.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.