Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Άγιος Καλλίνικος και η αγάπη προς τους εχθρούς

Η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη του Αγίου Καλλινίκου και άλλων αγίων στις 29 Ιουλίου. Γεννημένος στην Κιλικία, ο Καλλίνικος κήρυττε τον Χριστό και προσείλκυε τους ακροατές του με τα λόγια του και την ενάρετη ζωή του.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων29 Ιουλίου13:45Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη του Αγίου Καλλινίκου και άλλων αγίων στις 29 Ιουλίου.
  • Γεννημένος στην Κιλικία, ο Καλλίνικος κήρυττε τον Χριστό και προσείλκυε τους ακροατές του με τα λόγια του και την ενάρετη ζωή του.
  • Στην Άγκυρα, ο ηγεμόνας Σακέρδος διέταξε να τον δείρουν και να τον βασανίσουν για την πίστη του.
  • Οδηγούμενος προς τα Γάγγρα με σιδερένια υποδήματα επενδεδυμένα με καρφιά, ο Καλλίνικος υπέμεινε την πορεία με προσευχή και θεία χάρη.
  • Όταν οι φρουροί του υπέφεραν από δίψα, προσευχήθηκε για εκείνους, και από έναν βράχο ανάβλυσε νερό.
  • Στα Γάγγρα, ο Καλλίνικος αποδέχθηκε τον θάνατο σε καμίνι, με την πεποίθηση για αιώνια ζωή με τον Χριστό.
  • Ο λόγος προτρέπει τους χριστιανούς να αγαπούν τους εχθρούς τους, να αποφεύγουν την ανταπόδοση και να απαντούν στο κακό με το καλό.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 15 παράγραφοι

29 του μηνός Ιουλίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Καλλινίκου, του Αγίου Μάρτυρος Μάμαντος, του Αγίου Μάρτυρος Βασιλίσκου του Γέροντος, του Αγίου Κωνσταντίνου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, των Αγίων Μαρτύρων Πατρός και Μητρός και των δύο τέκνων τους, του Αγίου Ιωάννου του Στρατιώτου, των Αγίων Μαρτύρων Βενιαμίν και Βυρίου και του Ευσεβούς Βασιλέως Θεοδοσίου του Νέου, δηλαδή του Μικρού.

Καλλίνικος ήταν από την Κιλικία της Μικράς Ασίας, από τη νεαρή του δε ηλικία σεβόταν τον αληθινό Θεό, τα δε είδωλα μισούσε με όλη του την καρδιά και κήρυττε φανερά και μεγαλόφωνα την πλάνη και ματαιότητά τους. Διακρινόταν για τη σύνεση και το χάρισμα του λόγου, με τα γλυκύτατα και φρόνιμα λόγια του τραβούσε τους ακροατές του και, όπως ο μαγνήτης το σίδερο, προσέλκυε τον καθένα με την ενάρετη ζωή και πολιτεία του. Έχοντας πόθο να φέρει και άλλους πολλούς στο Χριστό, πήγαινε και σε άλλους τόπους και κήρυττε παντού την ευσέβεια, διδάσκοντας το Ιερό Ευαγγέλιο. Έτσι πήγε και στην Άγκυρα της Γαλατίας, τη σημερινή πρωτεύουσα της Τουρκίας,

ήταν και τότε μεγάλη πόλη, κήρυξε δε και εκεί την ευσέβεια. Και οι μεν συνετοί και καλής διαθέσεως δέχθηκαν το σπόρο και ωφελήθηκαν, οι δε ασύνετοι και κακοδιάθετοι, ως γη πετρώδης και άκαρπος, όχι μόνο δεν καρποφόρησαν, αλλά και τον διδάσκαλο και ευεργέτη ως δίκιο μίσησαν και τον κατηγόρησαν στον ηγεμόνα της πόλεως. Εκείνος δε, ονόματι Σακερδός, πρόσταξε να φέρουν ενώπιόν του το μάρτυρα, τον οποίον απείλησε για την πίστη και το ιεραποστολικό του έργο να τον υποβάλει σε φρικτά βασανιστήρια. Ο Άγιος του απάντησε: «Μη αμελήσεις, αλλά γρήγορα ετοίμασε όλα σου τα όργανα, πυρ, ξίφη, τροχούς, στρεβλώσεις,

όποιο άλλο σκεφτείς βάσανο. Όλα αυτά και άλλα περισσότερα και φοβερότερα ποθώ για την αγάπη του Χριστού. Τα δε απολαυστικά και τερπνά της ζωής αυτής τα θεωρώ σκιές και όνειρα και μόνο τα μετά θάνατο πράγματι αθάνατα και ατελεύτητα. Τίποτε άλλο δεν φοβάμαι παρά μόνο το να στερηθώ την αιώνια εκείνη μακαριότητα και τη Θεία του Χριστού Απόλαυση. Αλλά όλα αυτά τα πρόσκαιρα κολαστήρια λογίζομαι ηδονή και απόλαυση για το Δεσπότη μου Χριστό, τον αληθινό Θεό και Σωτήρα μου». Τότε ο ηγεμόνας πρόσταξε και τον έδειραν σε όλο του το σώμα με βούνευρα. Ο δε Άγιος δεχόταν τις πληγές σαν να μην ήταν εκείνος που έπασχε.

Στο Θεό είχε υψωμένο όλο του το νου και τον ευχαριστούσε, διότι τον αξίωνε να πάθει για την αγάπη του. Ο Σακερδός, γεμάτος μανία, πρόσταξε μετά να τον καταξεσχίσουν με σιδερένια νύχια. Αλλά ο θείος Έρωτας έκανε το μάρτυρα τόσο ανθεκτικό, σαν να ήταν το σώμα του από σίδερο και όχι σάρκινο. Αλλά όλα αυτά γινόταν για την υπερβολική αγάπη την οποία είχε για τον Χριστό, που τον έκανε να μη λογαριάζει καθόλου τις μάστιγες. Βλέποντας αυτά ο τύρανος, το μη αποτελεσματικό των προσπαθειών του, το ότι δεν μπορούσε να νικήσει τον αήττητο, καταντροπιαζόταν. Έτσι πρόσταξε να βάλουν στο μάρτυρα σιδερένια υποδήματα που είχαν από μέσα μυτερά καρφιά

και να τον τραβούν να περπατά γρήγορα μέχρι που να πάνε στην πόλη Γάγκρα και εκεί να τον κατακάψουν σε καμίνι. Πήραν λοιπόν τον μάρτυρα και, αφού του φόρεσαν τα σιδερένια υποδήματα, μετά δε ίππευσαν, τον έσυραν με πολύ βία. Αν και ο πόνος από τα καρφιά ήταν φοβερός, ο Μάρτυς υπέμεινε τη βάσανο με μεγαλοψυχία, δοξάζοντας τον Κύριο, ο οποίος αόρατα τον δυνάμωνε και ανακούφιζε τους πόνους του με τη Θεία του Χάρη.

Ελπίζοντας τον Κύριο, έτρεχε πίσω από τα άλογα, λέγοντας το του Δαβίδ: «Υπομένων υπέμεινα τον Κύριο και προσέσχε μοι». «Κύριος φωτισμός μου και σωτήρ μου, τίνα φοβηθήσομαι;» Τρέχοντας έκαναν πολύ δρόμο.

Τη μέρα εκείνη πολύ ο ήλιος και ο τόπος ήταν χωρίς νερό. Οι δε στρατιώτες από την πολλή δίψα υπέφεραν υπερβολικά και κινδύνευαν. Μη έχοντας άλλη ελπίδα κατέφυγαν στον Άγιο και τον παρακάλεσαν: «Μη θυμηθείς τα κακά που σου κάναμε, αμνησίκακε Άγιε, αλλά συμπάθησέ μας και βοήθησέ μας σε αυτόν τον κίνδυνο. Δώσε μας νερό για να μην πεθάνουμε από την κακουχία. Σε κανέναν άλλον δεν ελπίζουμε να μας βοηθήσει παρά μόνο σε σένα». Καθώς άκουσε αυτά ο Άγιος, λυπήθηκε τους φονευτές του ο συμπαθέστατος και προσευχήθηκε για χάρη τους προς τον αμνησίκακο Χριστό και είπε: «Δέσποτα Θεέ παντοδύναμε, σπλαχνίσου τους ταλαίπωρους αυτούς ανθρώπους.

Καθώς κάποτε πρόσταξες στο σκληρό βράχο και βγήκε άμετρο νερό με το οποίο πότισες πολύ λαό στην έρημο, έτσι και τώρα ευδόκησε να βγει γλυκύτατο νερό στον άνυδρο αυτό τόπο, εις δόξαν του Αγίου ονόματός σου, για να μην πεθάνουν από τη δίψα οι ταλαίπωροι». Καθώς είπε ο Μάρτυς αυτά, ω του θαύματος, βγήκε από ένα βράχο άφθονο νερό, σαν να ήταν από παλιά μεγάλη πηγή. Το νερό δε εκείνο δεν βγήκε μόνο τότε, αλλά εξακολουθούσε να αναβλύζει και μετά, και από την πηγή εκείνη δεν ξεδίψασαν μόνο οι στρατιώτες εκείνοι, αλλά και οι μεταγενέστεροι που την ονόμασαν Βρύση του Καλλινίκου Μάρτυρος. Έτσι δοξάζει ο Θεός αυτούς που τον δοξάζουν.

Οι στρατιώτες απόλαυσαν τη θαυμαστή εκείνη ευεργεσία και ανέλαβαν τις δυνάμεις τους, συνέχισαν και πάλι το δρόμο τους και ευλαβούνταν τον Άγιο για το θαύμα που έγινε, αλλά πάλι για το φόβο του άρχοντα πήραν τον μάρτυρα και πορεύτηκαν για τη Γάγκρα κατά το πρόσταγμα. Αφού δε έφτασαν εκεί, δίσταζαν να τον θανατώσουν, ενθυμούμενοι την πολλή του αγαθότητα, αλλά εκείνος τους συμβούλευσε να εκτελέσουν την προσταγή, αφενός μεν για να μη τους θανάτωνε ο άρχοντας, αφετέρου δε για να μετάβαινε με τον πρόσκαιρο θάνατο στην αθάνατη ζωή, να ευφραινόταν και να απολάμβανε τον ποθούμενο. Αφού άναψαν οι υπηρέτες το καμίνι καλά, έριξαν μέσα τον Άγιο που ευφραινόταν και αγαλλόταν. Δοξολογούσε το Θεό ο Άγιος

και πολύ τον ευχαριστούσε διότι τον δυνάμωσε να τελειώσει καλώς την άθληση. Λέγοντας αυτά παρέδωσε τη μακαρία του ψυχή κατά την 29η του Ιουλίου μηνός στα χέρια του Δεσπότου Χριστού, από τον οποίο και έλαβε τον άφθαρτο στέφανο του μαρτυρίου.

Ανάμεσα στα άλλα του σημερινού συναξαρίου, τα οποία θα μπορούσε να προσέξει κάποιος και να ωφεληθεί, είναι η αγάπη προς τους εχθρούς του, του Αγίου Καλλινίκου, η οποία εκδηλώθηκε, όπως είδαμε, με την υπέρ αυτών προσευχή και το σωτήριο για αυτούς αποτέλεσμα. Το θέμα αυτό της αγάπης προς τους εχθρούς είναι πολύ σημαντικό και αξίζει έστω ακροθιγώς να αναφερθούμε σε αυτό. Καταρχάς ας πούμε ότι εφόσον υπάρχει ο διάβολος και η αμαρτία, ο άνθρωπος του Θεού είναι αναπόφευκτο να μην έχει εχθρούς, είτε νοητούς, τους δαίμονες, είτε και αισθητούς ανθρώπους. Οι θέλοντες ευσεβώς ζην, διωχθήσονται.

Καθώς επισημαίνει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ούτε ο Κύριος δεν μας πρόσταξε να μην έχουμε εχθρούς. Χρειάζεται όμως να προσέξουμε. Πρώτον, η εχθρότητα να μην είναι δική μας, δηλαδή εμείς να μην εχθρευόμαστε, να μην μισούμε τους άλλους. Δεύτερον, αν μας εχθρεύονται οι άλλοι, να μην μας εχθρεύονται δικαίως, δηλαδή για κάποιο δικό μας σφάλμα. Το να μισούμαστε αδίκως δεν είναι στην εξουσία μας και δεν είναι ευθύνη δική μας. Οι πονηροί συνηθίζουν να μισούν άδικα και μάταια, όπως τον Κύριο και τους Αποστόλους. Τρίτον, εάν υπάρχει αυτή η άδικη και αθέλητη από μας έχθρα και αδικία και κακότητα, εμείς τότε να κάνουμε το δυνατό σε μας.

Δηλαδή, να μην ανταποδίδουμε το κακό, αλλά στο κακό να απαντούμε με το καλό. Το όφελος στην περίπτωση αυτή θα είναι τεράστιο. Δηλαδή, θα είμαστε έτσι πραγματικά παιδιά του Αγίου Θεού που εκπέμπει τις ακτίνες της αγαθότητάς Του προς όλους και όχι μόνο προς ορισμένους.

Αντίθετα, η αγάπη προς τους εχθρούς είναι σημάδι τελειότητας: «Έσεσθε ουν υμείς τέλειοι, ώσπερ ο Πατήρ υμών ο Ουράνιος τέλειος εστίν». Έτσι οι εχθροί είναι δυνατόν, εάν αντί μίσους τους δείξουμε αγάπη, να μας ευεργετήσουν περισσότερο και από τους φίλους. Γι' αυτό μας προτρέπει ο χρυσορρήμων Άγιος: ας μη από ραθυμία αποστερούμε τους εαυτούς μας από τέτοιες δωρεές και έπαθλα που υπερβαίνουν κάθε λόγο, αλλά ας σπουδάσουμε με κάθε τρόπο να το κατορθώσουμε.

Αγγλική μετάφρασηEN · 15 παράγραφοι

On July 29, our Church commemorates Saint Kallinikos the Martyr; Saint Mamas the Martyr; Saint Basilisk the Elder, the Martyr; Saint Constantine, Patriarch of Constantinople; the holy martyrs who were a father, a mother, and their two children; Saint John the Soldier; Saints Benjamin and Byrios the Martyrs; and the devout Emperor Theodosius the Younger.

Kallinikos came from Cilicia in Asia Minor. From his youth he worshipped the true God. He hated idols with all his heart and openly proclaimed, in a loud voice, that they were false and empty. He was known for his good judgment and his gift for speaking. His gentle, wise words drew people to him, while his virtuous way of life attracted them as a magnet attracts iron. Longing to bring many more people to Christ, he traveled to other places, preaching the faith everywhere and teaching the Holy Gospel. In this way he came to Ancyra in Galatia, the city that is now the capital of Turkey.

Ancyra was a great city even then, and there too he preached the faith. Those who were wise and willing received the seed and were edified. But those who were foolish and ill disposed were like rocky, barren ground. They bore no fruit and even hated the man who taught and helped them, though he had done them no wrong. They accused him before the governor of the city. The governor, whose name was Sacerdos, ordered the martyr brought before him and threatened him with terrible torture for his faith and his missionary work. The saint answered, “Do not delay. Quickly prepare all your instruments: fire, swords, wheels, racks—

and any other torture you can imagine. For the love of Christ, I long to endure all these and even worse. The pleasures and delights of this life seem to me like shadows and dreams. Only what comes after death is truly immortal and without end. I fear nothing except being deprived of that eternal blessedness and the divine joy of being with Christ. For the sake of my Master Christ, my true God and Savior, I count all these passing torments as joy.” Then the governor ordered him beaten all over his body with oxhide whips. The saint received the blows as though someone else were suffering them.

He had lifted his whole nous, his spiritual mind, to God, and he thanked Him for counting him worthy to suffer for His love. Sacerdos, filled with rage, then ordered men to tear his flesh with iron claws. But divine love made the martyr so steadfast that his body seemed to be made of iron rather than flesh. His great love for Christ kept him from dwelling on the lashes at all. When the tyrant saw that his efforts had failed and that he could not overcome the unconquerable martyr, he was put to shame. So he ordered iron shoes fitted on the martyr’s feet, with sharp nails pointing inward.

He ordered the men to drag him along at a fast pace as far as the city of Gangra, where they were to burn him in a furnace. They put the iron shoes on the martyr, mounted their horses, and dragged him along with great force. Though the nails caused terrible pain, the martyr endured the torment with courage, glorifying the Lord, who invisibly strengthened him and eased his pain through His divine grace.

Trusting in the Lord, he ran behind the horses, repeating David’s words: “I waited patiently for the Lord, and He heard me.” “The Lord is my illumination and my Savior; whom shall I fear?” Running this way, they covered a great distance.

That day the sun was fierce, and there was no water in the area. The soldiers suffered terribly from thirst, and their lives were in danger. With no other hope, they turned to the saint and pleaded with him: “Do not remember the wrongs we have done you, forgiving saint. Have compassion on us and help us in this danger. Give us water, so that we do not die from this ordeal. We have no hope that anyone but you can help us.” Hearing this, the deeply compassionate saint felt pity for the men who were leading him to his death. He prayed for them to Christ, who holds no wrongs against us, and said, “Master, almighty God, have mercy on these suffering men.

Once, at Your command, abundant water came from a hard rock, and You gave a great multitude water to drink in the wilderness. Now, too, be pleased to bring forth sweet water in this dry place, for the glory of Your holy name, so that these suffering men do not die of thirst.” When the martyr had said this, what a wonder! Water poured abundantly from a rock, as though a great spring had long been there. It flowed not only that day but afterward as well. That spring quenched the thirst of the soldiers and of later generations, who called it the Spring of Kallinikos the Martyr. In this way, God glorifies those who glorify Him.

The soldiers drank the water that had come through this wondrous act of kindness and regained their strength. They set out again, treating the saint with reverence because of the miracle. Still, fearing the governor, they took the martyr on to Gangra as ordered. When they arrived, they hesitated to kill him, remembering how kind he had been. But he urged them to carry out the order: the governor would otherwise put them to death, and through this passing death he himself would enter immortal life and rejoice with the One he longed for. The men heated the furnace and cast the saint into it. He was joyful and exultant, glorifying God.

He thanked God deeply for strengthening him to complete his struggle faithfully. With these words, on July 29, he gave up his blessed soul into the hands of his Master Christ, from whom he received the imperishable crown of martyrdom.

Among the things in today’s account of the saints’ lives that we can take to heart and be edified by is Saint Kallinikos’s love for his enemies. As we have seen, he showed that love by praying for them, and his prayer saved their lives. Love for our enemies is a very important subject, and it deserves at least a few words. First, as long as the devil and sin exist, a person of God will inevitably have enemies, whether unseen enemies, the demons, or other human beings. “All who desire to live a godly life will be persecuted.”

As Saint John Chrysostom points out, even the Lord did not command us to have no enemies. But we must take care over three things. First, the hostility must not come from us: we must not treat others as enemies or hate them. Second, if others are hostile to us, they must have no just reason for it, such as some wrong we have done. We cannot control whether someone hates us unjustly, and we are not responsible for that hatred. Wicked people often hate others without cause, as they hated the Lord and the Apostles. Third, when we face this undeserved hostility and wrongdoing, we must do what lies within our power.

That means we must not repay evil with evil, but answer evil with good. The benefit will be immense. In this way we will truly be children of the holy God, who shines the rays of His goodness on everyone, not only on a few.

Love for our enemies is a sign of perfection: “Therefore you shall be perfect, just as your heavenly Father is perfect.” If we show love to our enemies instead of hatred, they may benefit us even more than our friends do. That is why Saint John Chrysostom urges us not to let carelessness rob us of such gifts and rewards, which are beyond words, but to strive in every way to attain them.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

07 ΙΟΥΛΙΟΥ\29 07.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα