Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Ο Άγιος Ιωάννης ο Νηστευτής και η οδός της μετάνοιας

Η Εκκλησία τιμά αρκετούς αγίους στις 2 Σεπτεμβρίου, με την ομιλία να επικεντρώνεται στον Ιωάννη τον Νηστευτή της Κωνσταντινούπολης. Από παιδί ο Ιωάννης ασκούνταν στη νηστεία και την εγκράτεια, ενώ έδειχνε συμπόνια και γενναιοδωρία προς τους φτωχούς.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων2 Σεπτεμβρίου17:32Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Η Εκκλησία τιμά αρκετούς αγίους στις 2 Σεπτεμβρίου, με την ομιλία να επικεντρώνεται στον Ιωάννη τον Νηστευτή της Κωνσταντινούπολης.
  • Από παιδί ο Ιωάννης ασκούνταν στη νηστεία και την εγκράτεια, ενώ έδειχνε συμπόνια και γενναιοδωρία προς τους φτωχούς.
  • Ως διάκονος και πρεσβύτερος μοίραζε πιστά την εκκλησιαστική βοήθεια, δίδασκε τον λαό και έγινε γνωστός για την ελεημοσύνη του.
  • Αφού ανέλαβε με δυσκολία τον Πατριαρχικό θρόνο Κωνσταντινουπόλεως το 582, συνέχισε να υπηρετεί χήρες, ορφανά και όσους είχαν ανάγκη, ζώντας στη φτώχεια.
  • Η ομιλία διηγείται θαύματα που αποδίδονται στις προσευχές του, όπως την κατευνασμό θύελλας, το τέλος μιας πανούκλας και θεραπείες.
  • Ο Ιωάννης διατήρησε αυστηρή άσκηση νηστείας, προσευχής και αγρυπνίας έως τον θάνατό του στις 2 Σεπτεμβρίου 595.
  • Οι διδασκαλίες του για τη μετάνοια ακολουθούν την πορεία από τον αρχικό πειρασμό έως τη συγκατάθεση και την πράξη, προτρέποντας τους πιστούς να απορρίπτουν τον πειρασμό νωρίς και να αναζητούν θεραπεία μέσω μετανοίας.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 19 παράγραφοι

Σήμερα, 2 του μηνός Σεπτεμβρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Μάμαντος, του Αγίου Ιωάννου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Νηστευτού, του Αγίου Μάρτυρος Διομήδους, των Αγίων Μαρτύρων Ιουλιανού, Φιλίππου, Ευτυχιανού, Ησυχίου, Λεωνίδου, Ευτυχίου, Φιλαδέλφου και Μελανίπου, της Αγίας Μάρτυρος Καρθαγάπης, των Δικαίων Ιερέων Ελεάζαρ και Φινέες και των Αγίων Μαρτύρων Αϊθαλά και Αμόνο.

Ο εορταζόμενος Άγιος Ιωάννης ο Νηστευτής γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Διακρίθηκε δε από παιδί για τη σπάνια εγκράτεια και την πολλή του αγάπη για τη νηστεία. Η ασκητικότητά του αυτή, στην οποία υποβαλλόταν με χαρά, του έδωσε την προσωνυμία του Νηστευτού.

Θα έκαμνε κανείς λάθος, εάν νόμιζε από αυτό ότι η ευσέβεια του Ιωάννου περιοριζόταν μόνο σε αυτή την εγκράτεια και δεν φρόντιζε για την απόκτηση και καλλιέργεια των άλλων αρετών του Ευαγγελίου. Η καρδιά του, με τη χάρη του Θεού, είχε γίνει καθαρή από κακίες, ελεύθερη από ελαττώματα, η δε φιλανθρωπία και ευσπλαχνία του ήταν από τις σπάνιες.

Να ελεεί, και αυτό ήταν η γλυκύτερή του τέρψη. Κατά την εφηβική του ηλικία άσκησε το επάγγελμα του χαράκτου. Από τότε δε η καρδιά του ήταν δοσμένη στα θεία. Μια φορά είχε δεχθεί ένα μοναχό, ο οποίος καταγόταν από την Παλαιστίνη, που ονομαζόταν Ευσέβιος, ο οποίος περπατώντας μαζί με τον Άγιο Ιωάννη και καθώς βρισκόταν στα δεξιά του Αγίου, άκουσε αόρατα μια φωνή η οποία του έλεγε: «Δεν είναι συγχωρημένο σε σένα, Αββά, να περπατάς στα δεξιά του μεγάλου Ιωάννου». Προμήνυε δε ο Θεός με τη φωνή αυτή το μεγάλο αξίωμα της αρχιερωσύνης, το οποίο θα λάβαινε ο Ιωάννης. Τις αρετές του Αγίου εκτιμώντας ο Πατριάρχης Ιωάννης III, ο από την Αντιόχεια, τον χειροτόνησε Διάκονο και του εμπιστεύτηκε τη φύλαξη των για τους πτωχούς εκκλησιαστικών χρημάτων.

Το καθήκον αυτό, καθώς και την ακριβοδίκαιη, τίμια και προνοητική διανομή των βοηθημάτων αυτών, επιτελούσε ο Ιωάννης με τρόπο τόσο τέλειο και άμεμπτο, ώστε ποτέ δεν ακούστηκε, ούτε ψιθυρίστηκε εναντίον του όχι μόνο επίκριση, αλλά ούτε ελάχιστο παράπονο. Αφού χειροτονήθηκε κατόπιν Πρεσβύτερος, στάθηκε και στο αξίωμα αυτό κατά πάντα σύμφωνος με τις εντολές του Ευαγγελίου και με τους κανόνες τους Αποστολικούς. Ήταν ο τύπος των πιστών, στο λόγο, την αναστροφή, τα έργα. Συμβούλευε και παρηγορούσε κατ' ιδίαν, δίδασκε δημόσια. Κάποτε που επέστρεφε ο Άγιος από την έξω της Κωνσταντινουπόλεως περιοχή, του έμεινε μόνο ένα πουγκί χρήματα

το οποίο μοίραζε πλούσια ελεημοσύνη και καθώς μαζεύονταν ακόμη περισσότεροι πτωχοί, αυτός έδινε ακόμη περισσότερη ελεημοσύνη. Το δε πουγκί δεν άδειαζε, αλλά περισσότερο ακόμη γέμιζε. Όταν δε ο Άγιος έφτασε στην αγορά την επωνομαζομένη Βουν, σκορπίζοντας σε όλους ελεημοσύνη, τότε βρέθηκε εκεί ένας φθονερός άνθρωπος, ο οποίος φώναξε και είπε: «Κύριε ελέησον, έως πότε δεν αδειάζεις εμάς το πουγγί αυτό;» Και αμέσως το πουγγί βρέθηκε άδειο. Ο δε Άγιος, βλέποντας με άγριο βλέμμα τον άνθρωπο εκείνο, «Ο Θεός», είπε, «να σε συγχωρέσει, αδελφέ, διότι αν συ δεν έλεγες τον φθονερό αυτό λόγο, για πολλή ώρα το πουγκί δεν θα άδειαζε». Επειδή δε ο Άγιος αυτός πιέστηκε να χειροτονηθεί Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως,

την τελευτή του Ευτυχίου, και δεν πειθόταν σ' αυτό, γι' αυτό είδε μια φοβερή οπτασία. Φάνηκε σ' αυτόν μια πολύ μεγάλη θάλασσα και ένα φοβερό αναμμένο καμίνι. Φάνηκε δε και πλήθος αγγέλων, οι οποίοι έλεγαν στον Θείο Ιωάννη: «Δεν είναι δυνατόν να γίνει το πράγμα διαφορετικά. Μόνο σιώπα. Εάν αντιλέγεις, να ξέρεις ότι θα δοκιμάσεις και τις δυο αυτές τιμωρίες, και της θαλάσσης και της καμίνου». Έτσι, αφού είδε αυτά ο Άγιος, χωρίς τη θέλησή του παρέδωσε τον εαυτό του στο θέλημα του Θεού και χειροτονήθηκε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κατά το έτος 582. Και αυτό τότε, αφού με τη μεγάλη του άσκηση πέρασε στην τελειότητα όλων των αρετών.

Ο Επίσκοπος Ενηλίας Ισίδωρος τον παρουσιάζει ως Άγιο. Ο δε Πατριάρχης Ιεροσολύμων Σοφρόνιος τον αποκάλεσε σκήνωμα πάσης αρετής. Το 586 κυρώθηκε για πρώτη φορά σε αυτόν ο τίτλος του Οικουμενικού Πατριάρχου. Την ανάρρησή του στην Πατριαρχία την γιόρτασαν προπαντός οι πτωχοί, οι χήρες και τα ορφανά σαν τη μεγαλύτερη δική τους πανήγυρη. Και δικαίως, διότι με το μεγάλο αξίωμά του τώρα ο Ιωάννης από μύριες πηγές μάζευε χρήματα, τα οποία διοχέτευε στα χέρια εκείνων που βρίσκονταν σε σκληρές βιωτικές ανάγκες. Ούτε στον Αυτοκράτορα Μαυρίκιο δεν δίσταζε να πηγαίνει για να ζητά ελεημοσύνη για τους πτωχούς του.

Είναι δε χαριτωμένο, αλλά και συγκινητικό το περιστατικό, κατά το οποίο ο Αυτοκράτορας προσποιήθηκε κάποτε ότι τότε μόνο πάλι θα έδινε νέο βοήθημα, όταν ο Πατριάρχης του υπέγραφε υπεύθυνο χρεωστικό ομόλογο, βάζοντας εγγύηση όλη του την περιουσία. Ο Ιωάννης ο Νηστευτής υπέγραψε πολύ ευχαρίστως. Ο δε βασιλέας, φυσικά, ούτε φρόντισε ποτέ να μάθει ποια ήταν η περιουσία του Πατριάρχη. Όταν δε αυτός κοιμήθηκε, ούτε κτήματα άφησε, ούτε χρήματα, ούτε αντικείμενα αξίας, ούτε φορέματα ή έπιπλα. Όλη του η περιουσία ήταν ένα ξύλινο κρεβάτι, μια πτωχική γούνα και ένα πενιχρότατο ράσο. Η μεγάλη αυτή απλότητα και φτώχεια συγκίνησε τον Αυτοκράτορα,

ο οποίος και διέταξε να μεταφέρουν στα ανάκτορα τα ευτελή εκείνα αντικείμενα σαν πολύτιμα και ιερά κειμήλια. Κατά δε τον χρόνο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής κατακλινόταν στο ξύλινο του Πατριάρχου κρεβάτι, θεωρώντας το αξιότερο από τα βασιλικά του κρεβάτια.

Μια φορά, καθώς περνούσε ο Άγιος από τον τόπο που ονομαζόταν Έβδομο, είδε ότι είχε σηκωθεί μεγάλη τρικυμία στη θάλασσα. Με προσευχή του και κάνοντας τον τύπο του τιμίου σταυρού, την μετέβαλε σε γαλήνη. Κάποτε έπεσε μεγάλο θανατικό στην Κωνσταντινούπολη. Τότε ο Άγιος έδωσε σε έναν υπηρέτη του δυο καλάθια, το μεν ένα άδειο, το δε άλλο γεμάτο από μικρές πέτρες και είπε σ' αυτόν: «Πήγαινε, στάσου στο δρόμο, τον ονομαζόμενο Βουν, μέτρα τους νεκρούς, τους οποίους θα μεταφέρουν από κει. Και όσοι θα είναι οι νεκροί, τόσες πέτρες ρίχνε μέσα στο άδειο καλάθι». Έκανε αυτό ο υπηρέτης όλη τη μέρα, μέτρησε την εσπέρα τις πέτρες και βρήκε ότι τη μέρα εκείνη είχαν βγάλει 323 νεκρούς. Το ίδιο έκανε και την επομένη μέρα και βρήκε ότι βγήκαν λιγότεροι νεκροί. Αυτό έκανε μέχρι επτά μέρες και βρήκε ότι έπαυσε εντελώς το θανατικό με την εκτενή προσευχή του Αγίου Ιωάννου. Τόση δε επιμέλεια έδειχνε στην εγκράτεια ο Άγιος αυτός, ώστε έξι μήνες δεν ήπια νερό, το δε φαγητό και ποτό του ήταν ένα μαρούλι και λίγο πεπόνι ή σταφύλια ή λίγα σύκα, από τα οποία πότε έτρωγε το ένα και πότε το άλλο.

Και αυτά καθ' όλα τα 13,5 χρόνια της Πατριαρχίας του. Ο δε ύπνος του Αγίου γινόταν με τέτοιο τρόπο. Καθόταν σε ένα τόπο, έκλινε το στήθος στα γόνατά του και αποκοιμόταν. Όμως για να μην κοιμάται περισσότερο από όσο ήθελε, άναβε ένα κερί στο οποίο έμπηγε μια μεγάλη βελόνα. Κάτω δε από το κερί έβαζε μια λεκάνη. Όταν λοιπόν καιγόταν το κερί και καθώς διαλυόταν έφτανε στο μέρος στο οποίο ήταν η βελόνα, τότε αυτή έπεφτε μέσα στη λεκάνη, από δε τον κτύπο της βελόνας ξυπνούσε ο Άγιος και σηκωνόταν αμέσως. Όταν δε κάποτε συνέβαινε να μην ακούσει τον κτύπο της βελόνας, αγρυπνούσε όλη την άλλη νύχτα. Με τέτοιον λοιπόν τρόπο πολεμούσε τα πάθη ο Τρισμακάριστος με την Αγία Γραφή, την

προσευχή και νηστεία και αγρυπνία. Αυτός ο Άγιος με προσευχή του έδιωχνε άπρακτους και τους βάρβαρους εχθρούς και όλο το ποίμνιό του φύλαγε από τους ορατούς και αόρατους εχθρούς. Μια φορά, μέρα Σαββάτου, είπαν κάποιοι στον Άγιο: «Αύριο, Δέσποτα, θα γίνει θέατρο και ιπποδρόμιο». Ήταν δε η επομένη Κυριακή της Πεντηκοστής. Ο δε Άγιος αποκρίθηκε: «Ιπποδρόμιο την Αγία Πεντηκοστή;» Παρακαλούσε λοιπόν το Θεό να δείξει σημείο για να φοβηθούν οι άνθρωποι και να εμποδιστούν από αυτό. Και ιδού του θαύματος, όταν ήρθε το δειλινό του Σαββάτου και ενώ ο ουρανός ήταν ανέφελος, έγιναν φοβεροί ανεμοστρόβιλοι, τόση δε ραγδαία βροχή έπεσε, ώστε

έφυγε αμέσως όλος ο λαός από τον τόπο του ιπποδρομίου και νόμισε ότι έφτασε η συντέλεια του κόσμου. Διότι τέτοια μεγάλη και φοβερή ταραχή των στοιχείων δεν θυμούνταν να συνέβη ποτέ στη ζωή τους. Κάποια γυναίκα που είχε άνδρα δαιμονισμένο πρόστρεξε σε ένα ερημίτη για να τον γιατρέψει. Ο δε ερημίτης της είπε: «Πήγαινε στον Αγιότατο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη και εκείνος θα γιατρέψει τον άνδρα σου». Έτσι έκανε η γυναίκα και επέτυχε εκείνο που ποθούσε. Με προσευχή του Θείου Ιωάννου έλαβε τη γιατρεία ο άνδρας της και αφού τον παρέλαβε υγιή, επέστρεψε χαρούμενη στο σπίτι της. Με τις ευχές του Αγίου αυτού πολλές στείρες γυναίκες απέκτησαν παιδιά και πολλοί ασθενείς θεραπεύτηκαν.

Ο Άγιος πατριάρχευσε δεκατρία έτη και πέντε μήνες, κοιμήθηκε ειρηνικά και απήλθε προς τον Κύριο στις 2 Σεπτεμβρίου του έτους 595. Κηδεύθηκε με ευλάβεια και ενταφιάστηκε με τιμές στο Άγιο Βήμα της Εκκλησίας των Αγίων Αποστόλων.

Ο σήμερα εορταζόμενος Άγιος Ιωάννης ο Νηστευτής έχει κατά ιδιαίτερο τρόπο ασχοληθεί με το θέμα της μετανοίας και μας έχει αφήσει συλλογή κανόνων με τους οποίους ρυθμίζεται και υποβοηθείται σαν με κανόνα, οδηγό για τη σωστή πορεία, η πνευματική ζωή του χριστιανού και ιδιαίτερα η επιστροφή του, όταν με την αμαρτία παρεκκλίνει από το σωστό δρόμο και απομακρυνθεί από το Θεό. Στην αρχή των κανόνων του μας κάνει λόγο για το πώς η ψυχή προσβάλλεται από το διάβολο και πώς είναι δυνατόν να φτάσει τελικά στη διάπραξη της αμαρτίας και να επέλθει ο πνευματικός θάνατος. Είναι χρήσιμο να γνωρίζουμε τις μεθοδίες του διαβόλου και την παθολογία της ψυχής.

Να μπορούμε έτσι να γνωρίζουμε πού βρισκόμαστε και να αποφεύγουμε τις εφόδους του πονηρού, ει δυνατόν, το συντομότερο, να επιστρέφουμε προς το σωτήρα μας. Με βάση αυτά που λέγει ο Άγιος Ιωάννης αλλά και άλλοι οδηγοί μας στον πνευματικό αγώνα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Διάβολος ενεργεί διεγείροντας τα πάθη μας. Βλέπει από την εν γένει συμπεριφορά μας ποιες αδυναμίες, ποιες επιθυμίες έχουμε και αυτές εκμεταλλεύεται. Μας φέρνει στη φαντασία ή τη σκέψη του πράγματος που συνειδητά ή ασυνείδητα επιθυμούμε και διεγείρει το πάθος. Ο λογισμός, η σκέψη που συνοδεύεται από επιθυμία, ονομάζεται εμπαθής λογισμός και η αρχική εμφάνισή της προσβολή του λογισμού.

Το πρώτο αυτό στάδιο δεν είναι αμαρτία, αλλά πρόσκληση για αμαρτία. Εάν την απορρίψουμε, γλιτώσαμε. Γι' αυτό και ο Άγιος Ιωάννης λέγει ότι είναι το στάδιο αυτό ανεπιτίμητο, δηλαδή δεν χρειάζεται κανένα επιτίμιο για διόρθωση. Εάν όμως αυτή την πρόσκληση για αμαρτία την κρατήσουμε και τη μελετάμε και μάλιστα με κάποια ευχαρίστηση, τα πράγματα γίνονται επικίνδυνα και για να ξεπλυθεί η ηδονή που είναι το δόλωμα για την αμαρτία, χρειάζεται κάποιος πόνος, κάποιες μετάνοιες. Από τη στιγμή που θα πούμε το ναι στην πρόσκληση, συγκατατεθούμε στον εμπαθή λογισμό που μας πολεμά, μπαίνουμε στην περιοχή της αμαρτίας και πρέπει θεραπευτικά να δοθούν επιτίμια. Εάν προχωρήσουμε παρακάτω, η αμαρτία ολοκληρώνεται με την πράξη

και χρειάζεται κόπος και πόνος ανάλογος με τη βαρύτητα της αμαρτίας για να έχουμε μετάνοια και αποθεραπεία της ψυχής. Συμφέρον μας είναι να ξεφύγουμε το νωρίτερο από όλη αυτή την εξέλιξη, από όλη αυτή τη διαδικασία της αμαρτίας για να έχουμε τις λιγότερες βλάβες και ει δυνατόν, ξεφεύγοντας από το στάδιο το πρώτο της προσβολής, να μην τραυματιστούμε και να προχωρήσουμε γρηγορότερα και καλύτερα το δρόμο της αρετής της σωτηρίας.

Αγγλική μετάφρασηEN · 19 παράγραφοι

Today, September 2, our Church commemorates Saint Mamas the Martyr; Saint John the Faster, Archbishop of Constantinople; Saint Diomedes the Martyr; the holy martyrs Julian, Philip, Eutychian, Hesychios, Leonidas, Eutychius, Philadelphus, and Melanippus; Saint Carthagape the Martyr; the righteous priests Eleazar and Phinehas; and the holy martyrs Aithalas and Ammon.

Saint John the Faster, whom we celebrate today, was born in Constantinople. From childhood he was known for his exceptional self-control and his great love of fasting. He embraced this ascetic discipline with joy, and it earned him the name “the Faster.”

But we would be mistaken to think that John's devotion was limited to self-control, or that he neglected the other virtues of the Gospel. By God's grace, his heart had been cleansed of evil and freed from faults. His kindness and compassion were extraordinary.

Showing mercy was his greatest joy. As a young man, he worked as an engraver, but even then his heart was devoted to God. Once he welcomed a monk from Palestine named Eusebius. As they walked together, with Eusebius on John's right, Eusebius heard an unseen voice say, “Abba, you must not walk on the right of the great John.” Through that voice, God foretold the high office of bishop that John would one day receive. Recognizing his virtues, Patriarch John III, who had come from Antioch, ordained him a deacon and entrusted him with the Church's funds for the poor.

John guarded those funds and distributed aid so fairly, honestly, and thoughtfully that no one ever voiced even the smallest complaint against him. Later, when he was ordained a priest, he lived in that office according to the commandments of the Gospel and the Apostolic Canons. He was an example to the faithful in speech, conduct, and deeds. He gave counsel and comfort in private and taught openly. Once, as he was returning from an area outside Constantinople, he had only one purse of money left.

He began giving generously from it. As more poor people gathered, he gave still more, yet the purse did not empty. It seemed to grow fuller. When he reached the marketplace called Voun, he was still giving alms to everyone. An envious man there cried out, “Lord have mercy! When will that purse of yours ever be empty?” At once, it was empty. John looked sternly at the man and said, “May God forgive you, brother. If you had not spoken those envious words, the purse would have kept giving for a long time.” Later, John was pressed to become Patriarch of Constantinople.

This was after the death of Eutychius, but John would not agree. Then he saw a terrifying vision: a vast sea and a blazing furnace. A multitude of angels appeared and said to him, “It cannot be otherwise. Be silent. If you resist, know that you will suffer both punishments, the sea and the furnace.” After this, though he did not wish it, John submitted to God's will and was made Patriarch of Constantinople in the year 582. By then, his great ascetic discipline had brought him to maturity in every virtue.

Isidore, the bishop of Enylia, called him a saint, and Sophronius, Patriarch of Jerusalem, called him a dwelling place of every virtue. In 586, the title of Ecumenical Patriarch was formally confirmed for him for the first time. The poor, the widows, and the orphans celebrated his elevation more than anyone, as though it were their own greatest feast. And rightly so: with his new office, John could gather money from many sources and place it in the hands of people facing severe hardship. He did not hesitate to approach Emperor Maurice himself to ask for alms for his poor.

One incident is both charming and moving. The emperor once pretended that he would give no further aid unless the Patriarch signed a written promise to repay it, pledging all his property as security. John the Faster signed gladly. Of course, the emperor never troubled to find out what property the Patriarch owned. When John fell asleep in the Lord, he left no land, money, valuables, fine clothes, or furniture. All he owned was a wooden bed, a poor fur covering, and a very humble cassock. His simplicity and poverty deeply moved the emperor.

The emperor ordered those humble possessions brought to the palace and kept as precious, sacred relics. During Great Lent, he would sleep on the Patriarch's wooden bed, considering it more worthy than his own royal beds.

Once, as John passed a place called Hebdomon, he saw a violent storm rise at sea. He prayed and made the sign of the precious Cross, and the sea grew calm. At another time, a deadly plague struck Constantinople. John gave a servant two baskets, one empty and the other filled with small stones, and said, “Stand on the road called Voun and count the dead carried past. Put one stone into the empty basket for each person.” The servant did this all day. That evening he counted the stones and found that 323 people had been carried out. He did the same the next day and counted fewer. He continued for seven days, until the plague had ceased entirely through Saint John's fervent prayer. John was so disciplined in fasting that for six months he drank no water. His food and drink consisted of a lettuce and a little melon, or grapes, or a few figs, eating one of these at one time and another at another time.

He kept this discipline throughout the thirteen and a half years of his patriarchate. His way of sleeping was just as austere. He sat down, bent his chest toward his knees, and fell asleep. To keep from sleeping longer than he intended, he lit a candle and stuck a large needle into it, with a basin underneath. When the candle burned down to the needle, the needle fell into the basin. The sound woke John, and he rose at once. If he happened not to hear it, he stayed awake for the rest of the night. In this way, the thrice-blessed John fought the passions through Holy Scripture,

prayer, fasting, and keeping vigil. Through his prayers, this saint also turned back barbarian enemies without their achieving anything, and he guarded his whole flock from enemies both visible and invisible. One Saturday, some people told him, “Master, there will be a theater performance and races at the hippodrome tomorrow.” The next day was the Sunday of Pentecost. John replied, “Races at the hippodrome on holy Pentecost?” He prayed that God would show a sign to make the people fearful and keep them from going. And see what happened: on Saturday evening, although the sky had been clear, violent whirlwinds arose and such a fierce rain fell that

everyone immediately fled the hippodrome. They thought the end of the world had come, for none of them remembered such a frightening upheaval in all their lives. Another time, a woman whose husband was afflicted by a demon went to a hermit seeking healing for him. The hermit told her, “Go to the most holy John, Patriarch of Constantinople, and he will heal your husband.” She went, and received what she had hoped for. Through John's prayer, her husband was healed, and she brought him home in good health, rejoicing. Through this saint's prayers, many women who had been unable to bear children had children, and many sick people were healed.

John served as Patriarch for thirteen years and five months. He fell asleep peacefully and departed to the Lord on September 2, 595. He was buried with reverence and honor in the sanctuary of the Church of the Holy Apostles.

Saint John the Faster, whom we commemorate today, gave special attention to metanoia, to repentance. He left us a collection of Canons that guide and support the Christian's spiritual life, especially our return when sin has led us off the right path and away from God. At the beginning of these Canons, he explains how the devil attacks the soul, how a person can come to commit sin, and how spiritual death can follow. It helps us to understand the devil's methods and the ways the soul can become sick.

Then we can recognize where we stand, turn away from the evil one's attacks as early as possible, and return to our Savior. Drawing on Saint John and other guides in the spiritual struggle, we can say that the devil works by stirring up our passions, our disordered desires. From our behavior, he sees our weaknesses and what we desire, and he exploits them. He brings to our imagination or our thoughts something we desire, whether we know it or not, and stirs up the passion. A thought joined to desire is called a passionate logismos, an intrusive thought. Its first appearance is called the initial assault of the thought.

This first stage is not sin. It is an invitation to sin, and if we reject it, we are safe. That is why Saint John says it calls for no penance. But if we hold on to that invitation, dwell on it, and even take some pleasure in it, we are in danger. Some effort and pain, some acts of repentance, are needed to cleanse us of that pleasure, which is sin's bait. The moment we say yes and consent to the passionate logismos, the intrusive thought attacking us, we enter the realm of sin and need penance for our healing. If we go further, sin is completed in the act itself.

Then the work and pain needed for metanoia, for repentance and the soul's healing, must answer to the seriousness of the sin. It is in our interest to leave this whole path of sin as early as we can, so that we suffer less harm. Better still, if we turn away at that first assault of the thought, we can avoid the wound altogether and go forward more quickly and surely on the path of virtue and salvation.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

09 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ\02 09.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα