Ο Όσιος Ιωάννης ο εν τω φρέατι και τα θαύματα των αγίων
Μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο Ιωάννης και η αδελφή του Θεμιστία ανατράφηκαν από τη ευσεβή μητέρα τους Ιουλιανή, η οποία τα έκρυψε κατά τη διάρκεια των διωγμών των χριστιανών. Ο Ιωάννης αναζήτησε ασφαλέστερο τόπο για προσευχή, έλαβε την ευλογία του Αιγύπτιου μοναχού Φαρμούθιου και εισήλθε σε ένα ξερό φρέαρ στην έρημο.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο Ιωάννης και η αδελφή του Θεμιστία ανατράφηκαν από τη ευσεβή μητέρα τους Ιουλιανή, η οποία τα έκρυψε κατά τη διάρκεια των διωγμών των χριστιανών.
- Ο Ιωάννης αναζήτησε ασφαλέστερο τόπο για προσευχή, έλαβε την ευλογία του Αιγύπτιου μοναχού Φαρμούθιου και εισήλθε σε ένα ξερό φρέαρ στην έρημο.
- Σύμφωνα με τον βίο του, ένας άγγελος προστάτευσε τον Ιωάννη μέσα στο φρέαρ, και εκεί πέρασε σαράντα ημέρες σε προσευχή και νηστεία, πριν λάβει τροφή μέσω του Φαρμούθιου.
- Ο Ιωάννης αναγνώρισε τις εξαπατήσεις του διαβόλου και αντιστάθηκε σε δαίμονες που εμφανίζονταν ως μέλη της οικογένειάς του και φίλοι του, παραμένοντας στο φρέαρ για δέκα χρόνια.
- Καθοδηγούμενος από έναν άγγελο, ο μοναχός Χρύσιος συνάντησε τον Ιωάννη λίγο πριν από τον θάνατό του, τον έθαψε και είδε έναν φοίνικα να φυτρώνει και να καρποφορεί πάνω στον τάφο του.
- Ο ομιλητής προτρέπει τους ακροατές να μην απορρίπτουν τις εξαιρετικές διηγήσεις των βίων των αγίων μόνο επειδή υπερβαίνουν τις συνηθισμένες προσδοκίες.
- Οι βίοι των αγίων παρουσιάζονται ως συνεχής μαρτυρία για τον ζώντα Χριστό και τη θαυματουργική του δύναμη, σύμφωνα με την υπόσχεσή του ότι οι πιστοί θα πράττουν τα έργα του.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 13 παράγραφοι
Όσιος Ιωάννης, ο επικαλούμενος εν τω φρέατι, άκμασε κατά τους πρώτους αιώνες του χριστιανισμού. Από πολύ μικρός έμεινε ορφανός από πατέρα. Αυτός, καθώς και η επίσης πολύ μικρή αδελφή του Θεμιστία, ανατρέφονταν από τη μητέρα τους, την Ιουλιανή, η οποία, αν και έμεινε χήρα σε νεότατη ηλικία, διακρινόταν για την ευσέβεια και το φόβο του Θεού που είχε. Επειδή δε τότε οι ειδωλολάτρες βασιλείς έβγαλαν διαταγή να τιμωρούνται όσοι λάτρευαν τον Χριστό, φοβήθηκε η χήρα Ιουλιανή και, αφού πήρε τα δυο της παιδιά, κατέφυγε σε κάποιο άλλο σπίτι, όπου κρυβόταν και ανέτρεφε τα δυο αδέλφια εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Ο δε γιος της Ιωάννης,
όταν ερχόταν η ώρα της προσευχής, άφηνε τη μητέρα του και πήγαινε στην εκκλησία. Προσευχόταν εκεί κρυφά και επανερχόταν στη μητέρα του. Αυτό δε το έκανε καθώς τότε όλοι οι χριστιανοί κρύβονταν για τον φόβο των ειδωλολατρών. Κάποτε, καθώς ο Ιωάννης πήγαινε στην εκκλησία για να προσευχηθεί κατά τη συνήθειά του, τον βρήκε κάποιος φιλόθεος χριστιανός, ο οποίος τον συμβούλευσε και του είπε ότι θα ήταν καλύτερα να πήγαινε στο βουνό για να προσεύχεται, παρά να πήγαινε στην εκκλησία κινδυνεύοντας έτσι να πέσει στα χέρια των ειδωλολατρών. Ο δε Ιωάννης, καθώς άκουσε τη συμβουλή αυτή, είπε στη μητέρα του: «Μητέρα μου, κάποιος φιλόθεος χριστιανός μου είπε να πάω σε αυτόν».
Έκρινα πρέπον να ζητήσω την ευχή σου και έτσι κατόπιν να πάω. Η δε μητέρα του τον άφησε να αναχωρήσει, νομίζοντας ότι θα επέστρεφε γρήγορα. Ο Ιωάννης όμως, αφού αποχαιρέτησε τη μητέρα και την αδελφή του, πήγε στην έρημο σε κάποιον Αιγύπτιο μοναχό ονόματι Φαρμουθέ. Και αφού πήρε τις ευχές εκείνου, έφυγε και πήγε στη βαθύτερη έρημο. Εκεί βρήκε ένα ξεροπήγαδο, γεμάτο σκορπιούς, φίδια και διάφορα άλλα ερπετά. Προσευχήθηκε και έτσι έριξε τον εαυτό του στο ξερό εκείνο πηγάδι που είχε βάθος περίπου είκοσι πήχες. Άγγελος όμως Κυρίου τον βάσταξε και τον φύλαξε αβλαβή. Αφού ο Άγιος κατέβηκε εκεί, τα χέρια του σε σχήμα σταυρού και στάθηκε έτσι προσευχόμενος σαράντα μέρες, χωρίς να φάγει ούτε να πιει, χωρίς να κοιμηθεί και χωρίς να κατεβάσει τα χέρια του. Τα ερπετά αμέσως έφυγαν. Άγγελος δε Κυρίου, ο οποίος έφερνε κάθε μέρα τροφή στον Φαρμουθέ που προαναφέρθηκε, έφερε άρτο και στον Ιωάννη. Επειδή όμως αυτός ήταν νέος στην ηλικία, δεν έφερνε ο Άγγελος τον άρτο σε αυτόν τον ίδιο για να μην υπερηφανευτεί, αλλά τον παρέδιδε στον Φαρμουθέ λέγοντάς του: «Ιδού, Κύριος έστειλέ σοι τον άρτον τούτον, ίνα τον φέρεις εις τον Αββάν Ιωάννην, τον εν τω ξηρώ φρέατι ευρισκόμενον». Ο δε Ιωάννης δέχθηκε τον άρτο από τον Φαρμουθέ.
Ευχαρίστησε τον Θεό και έφαγε. Δόξαζε λοιπόν τον Θεό και κάθε μέρα λάμβανε τροφή από τον Γέροντα για μερικά χρόνια. Ο δε διάβολος, μη υποφέροντας να βλέπει τους μεγάλους αγώνες του Ιωάννου, πήρε τη μορφή κάποιου δούλου του οσίου, πήγε στον Γέροντα Φαρμουθέ και τον ξεγέλασε με τα λόγια του. Τον πήρε λοιπόν και τον πήγε στο στόμιο του ξεροπήγαδου και εκεί άρχισε να συμβουλεύει τον Ιωάννη διάφορα απρεπή. Ο δε Ιωάννης κατάλαβε το τέχνασμα του διαβόλου, οπότε και τον γέροντα διόρθωσε και τον πονηρό καταντρόπιασε και έτσι απέστειλε και τους δυο χωρίς ο ίδιος να βλαβεί. Μετά από αυτά μάζεψε ο διάβολος πλήθος δαιμόνων
τους μετασχημάτισε στα πρόσωπα της μητέρας του Ιωάννου, της αδελφής, φίλων και συγγενών του, δούλων και άλλων γνωστών του. Όλοι αυτοί πήγαν στο στόμιο του πηγαδιού και θρηνούσαν και έκλαιγαν παρακαλώντας τον Όσιο να βγει τουλάχιστον για να τον δουν ή ακόμη για να τους μιλήσει. Ο δε Άγιος προσευχόταν κάτω στο πηγάδι και καθόλου δεν τους μίλησε. Έτσι οι δαίμονες έγιναν άφαντοι. Αφού δε ο Όσιος έκανε στο ξεροπήγαδο δέκα χρόνους, κατόρθωσε κάθε αρετή και ευαρέστησε στο Θεό, τότε κάποιος μοναχός ονόματι Χρύσιος που ζούσε στην έρημο τριάντα χρόνια, οδηγήθηκε από θείο Άγγελο και πήγε να ενταφιάσει τον Ιωάννη. Στάθηκε τρεις μέρες πάνω στο πηγάδι
όρκιζε τον Ιωάννη στη δύναμη του Θεού να μην του κρύψει καμιά του αρετή, αλλά να του τις ομολογήσει, καθώς φάνηκε αρεστός στο Θεό. Τότε έγινε παράδοξο θαύμα, διότι ο πυθμένας του πηγαδιού υψώθηκε κάτω από το βάθος των είκοσι πήχεων και ανέβηκε πάνω και έτσι συναντήθηκαν οι δυο όσιοι και χαιρετίθηκαν. Ο Ιωάννης διηγήθηκε στον Χρύσιο όλη τη ζωή και τους αγώνες του. Μετά, τον ασπάστηκε με φίλημα άγιο, τον αποχαιρέτησε και έτσι απήλθε προς τον Κύριο. Ο δε Χρύσιος άνοιξε τάφο και αφού έριξε το πανωφόρι του στο λείψανο του οσίου Ιωάννου, τον ενταφίασε και εκεί πάνω στον τάφο τοποθέτησε την πλάκα του στόματος του πηγαδιού.
Μετά τους συνηθισμένους ψαλμούς και φύτεψε ένα φοίνικα στον τόπο εκείνο, ο οποίος, καθώς λέγεται, αμέσως ρίζωσε, μεγάλωσε, έγινε τέλειο δένδρο, άνθησε και γέμισε καρπούς.
Το παράδοξο βλέποντας ο Χρύσιος, ευχαρίστησε τον Θεό λέγοντας: «Δόξα σοι Κύριε, ότι τους αγαπώντας και δοξάζοντάς σε, γνωρίζεις να δοξάζεις και να κάνεις κληρονόμους της βασιλείας σου». Ενώ δε ο Χρύσιος αυτά συλλογιζόταν και προσευχόταν, τον άρπαξε πνεύμα Κυρίου και τον πήγε στον τόπο που ησύχαζε.
Προσκάλεσε κάποιον ευλαβή, τον παρεκάλεσε να καταγράψει αυτά, καθώς εκείνος τα είδε και τα άκουσε.
Διαβάζουμε ή ακούμε τα συναξάρια, τους βίους των Αγίων, πολλές φορές βλέπουμε να παρουσιάζονται κάποια περιστατικά, τα οποία δεν χωράνε στη λογική μας, υπερβαίνουν τα μέτρα της πίστεώς μας, τα θεωρούμε υπερβολικά και απίθανα πράγματα και ίσως λίγο πολύ να σκανδαλιζόμαστε. Ας μην ξεχνάμε όμως και σε αυτές τις περιπτώσεις ότι «Όπου βούλεται Θεός, νικάται φύσεως τάξις» και τα λόγια του Ιδίου του Κυρίου ο οποίος είπε: «Αμήν, αμήν λέγω υμίν, ο πιστεύων εις εμέ, τα έργα α εγώ ποιώ, κακείνος ποιήσει, και μείζονα, μεγαλύτερα δηλαδή, τούτων ποιήσει». Τα συναξάρια και πίσω από τις φαινόμενες υπερβολές
ιερές μαρτυρίες για τη θαυματουργική δύναμη του Κυρίου Ιησού. Δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι ίδιες οι μαρτυρίες των πράξεων των Αποστόλων, οι οποίες συνεχίζονται δια μέσου των αιώνων. Επειδή και οι Άγιοι δεν είναι άλλο παρά μάρτυρες, δίνουν δηλαδή μαρτυρία όπως οι Άγιοι Απόστολοι, οι οποίοι είναι πρωτομάρτυρες. Μαρτυρούν για τον Θεάνθρωπο Χριστό, γι' αυτόν ο οποίος σταυρώθηκε, αναστήθηκε, αναλήφθηκε, του αιωνίως ζώντος Χριστού. Δίνουν ζωντανή και έμπρακτη μαρτυρία του Κυρίου, ο οποίος είναι ο Αυτός εις τους αιώνας, ζει μέσα τους, θαυματουργεί συνεχώς με την ίδια θεία δύναμη δια των Αγίων μαρτύρων Του.
Βίοι των Αγίων αποτελούν ζωντανές και αιώνιες μαρτυρίες για το Ευαγγέλιο του Σωτήρος ως νέας ζωής, ζωής χαριτωμένης, ζωής Αγίας, Θείας, ζωής θαυματουργικής, όπως είναι θαυματουργική η ίδια η ζωή του Χριστού. Ο ποταμός της αθανάτου Θείας Ζωής άρχισε να ρέει ακατάπαυστα από τον Θεάνθρωπο Χριστό και οι Άγιοι ως μέτοχοι και εκφραστές αυτής της Θείας Ζωής είναι το Ευαγγέλιο του Χριστού, το οποίο συνεχίζεται διαμέσου όλων των αιώνων. Στα συναξάρια, όπως και στα Ευαγγέλια, όλα είναι συνηθισμένα και όλα είναι παράδοξα. Εν τούτοις, και στις δύο περιπτώσεις, είναι
όλα πραγματικά και αληθινά κατά ένα μοναδικό τρόπο. Αληθινά και πραγματικά κατά την ίδια θεανθρώπινη αλήθεια και την ίδια θεανδρική πραγματικότητα και μαρτυρημένα με την ίδια Αγία Δύναμη.
Αγγλική μετάφρασηEN · 13 παράγραφοι
Saint John, known as John of the Well, lived in the early centuries of Christianity. His father died when John was very young. He and his little sister Themistia were raised by their mother, Juliana. Though widowed at a young age, she was known for her devotion and fear of God. When the pagan rulers ordered the punishment of those who worshipped Christ, Juliana grew afraid. She took her children to another house, where she hid and raised them in the discipline and instruction of the Lord. Her son John,
when it was time to pray, would leave his mother and go to the Church. He prayed there in secret and then returned to her. He did this because Christians at that time were hiding for fear of the pagans. One day, as John was going to the Church to pray as usual, a devout Christian met him. The man advised him to pray in the mountains instead, so that he would not risk falling into the hands of the pagans. Hearing this, John said to his mother, “Mother, a devout Christian has told me to go to him.”
“I thought it right to ask for your blessing before I go.” His mother let him leave, thinking he would soon return. But John said goodbye to her and his sister and went into the desert to an Egyptian monk named Pharmouthios. After receiving his blessing, he went farther into the desert. There he found a dry well full of scorpions, snakes, and other creeping creatures. He prayed and lowered himself into the well, which was about twenty cubits deep. But an angel of the Lord held him up and kept him unharmed. Once inside, John held his arms out in the shape of a cross and stood praying for forty days. He neither ate nor drank nor slept, and he never lowered his arms. The creatures fled at once. An angel of the Lord who brought food each day to Pharmouthios also brought bread for John. But because John was young, the angel did not bring it to him directly, lest he become proud. Instead, the angel gave it to Pharmouthios, saying, “Behold, the Lord has sent you this bread to take to Abba John, who is in the dry well.” John received the bread from Pharmouthios.
He gave thanks to God and ate. He continued to glorify God and received food from the elder every day for several years. The devil could not bear to see John’s great ascetic struggles. He took the form of someone who had served the saint, went to the elder Pharmouthios, and deceived him with his words. He led the elder to the mouth of the dry well, where the elder began giving John improper advice. John recognized the devil’s trick. He corrected the elder, put the evil one to shame, and sent them both away without suffering any harm. After this, the devil gathered a multitude of demons
and made them appear as John’s mother, his sister, his friends and relatives, his servants, and other people he knew. They all went to the mouth of the well, weeping and pleading with the saint to come out, if only so they could see him or speak to him. But John kept praying down in the well and did not speak to them at all. So the demons vanished. After John had spent ten years in the dry well, attained every virtue, and pleased God, a monk named Chrysios, who had lived in the desert for thirty years, was led by a divine angel to bury him. Chrysios stood above the well for three days
and called on John, by the power of God, to hide none of his virtues from him but to tell him about them, since John had found favor with God. Then a wondrous miracle took place: the bottom of the well rose from its depth of twenty cubits, bringing John up so that the two holy men could meet and greet one another. John told Chrysios about his whole life and his ascetic struggles. Then he embraced him with a holy kiss, said farewell, and departed to the Lord. Chrysios dug a grave, laid his outer garment over the body of Saint John, and buried him. He placed the stone that had covered the mouth of the well over the grave.
After chanting the customary psalms, Chrysios planted a palm tree there. It is said to have taken root immediately, grown into a full tree, blossomed, and borne fruit.
Seeing this wonder, Chrysios thanked God, saying, “Glory to You, O Lord. You know how to glorify those who love and glorify You and make them heirs of Your Kingdom.” As Chrysios pondered these things and prayed, the Spirit of the Lord took him back to the place where he lived in stillness.
He called a devout man and asked him to write down what Chrysios had seen and heard.
When we read or hear the synaxaria, the lives of the saints, we often come across events that our reason cannot grasp. They go beyond the measure of our faith, and we may think them exaggerated or unlikely. Perhaps they even trouble us. But in such moments, let us remember that “where God wills, the order of nature is overcome.” And let us remember the Lord’s own words: “Amen, amen, I say to you: whoever believes in Me will do the works that I do, and greater works than these.” The synaxaria, even where they seem to contain exaggerations,
are sacred testimonies to the miraculous power of the Lord Jesus Christ. They are a continuation through the centuries of the testimony found in the Acts of the Apostles. The saints, too, are witnesses. Like the holy Apostles, the first witnesses, they bear witness to the God-Man, Christ: to the One who was crucified, rose again, and ascended, to Christ who lives forever. They bear living witness through their deeds to the Lord, who is the same throughout the ages. He lives in them and continually works miracles with the same divine power through His holy witnesses.
The lives of the saints are living and enduring testimonies to the Gospel of the Savior as a new life: a life filled with grace, a holy and divine life, a life of miracles, just as the life of Christ Himself is full of miracles. The river of immortal divine life began to flow without ceasing from the God-Man, Christ. The saints share in and give expression to this divine life. In them, the Gospel of Christ continues through every age. In the synaxaria, as in the Gospels, everything is familiar and everything is wondrous. Yet in both,
everything is real and true in a singular way. It is true and real according to the same truth and reality of the God-Man, and it is attested by the same holy power.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
03 ΜΑΡΤΙΟΥ\30 03 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.