Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Άγιος Ιωάννης της Ρίλας: ασκητική ζωή και ταπεινή ηγεσία

Γεννημένος κοντά στη Σόφια τον δέκατο αιώνα, ο Ιωάννης της Ρίλας μοίρασε τα υπάρχοντά του στους φτωχούς, έγινε μοναχός και αποσύρθηκε σε ζωή προσευχής και νηστείας. Ο νεαρός ανιψιός του Λουκάς προσχώρησε κοντά του, αλλά ο πατέρας του παιδιού το πήρε μακριά· ο Λουκάς πέθανε από δάγκωμα φιδιού, και ο Ιωάννης εμπιστεύθηκε τη θλίψη του στον Θεό.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων19 Οκτωβρίου15:50Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Γεννημένος κοντά στη Σόφια τον δέκατο αιώνα, ο Ιωάννης της Ρίλας μοίρασε τα υπάρχοντά του στους φτωχούς, έγινε μοναχός και αποσύρθηκε σε ζωή προσευχής και νηστείας.
  • Ο νεαρός ανιψιός του Λουκάς προσχώρησε κοντά του, αλλά ο πατέρας του παιδιού το πήρε μακριά· ο Λουκάς πέθανε από δάγκωμα φιδιού, και ο Ιωάννης εμπιστεύθηκε τη θλίψη του στον Θεό.
  • Οδηγημένος βαθύτερα στα όρη της Ρίλας από δαιμονικές επιθέσεις, ο Ιωάννης ζούσε με τροφή που του παρείχε η θεία πρόνοια και θεράπευσε έναν άνθρωπο που βασανιζόταν από δαιμόνιο.
  • Όταν ο τσάρος Πέτρος αναζήτησε τον Ιωάννη, εκείνος χόρτασε εννέα επισκέπτες με ένα καρβέλι ψωμί, αλλά αρνήθηκε να εγκαταλείψει τη μοναξιά του για να συναντήσει τον άρχοντα.
  • Ο Ιωάννης επέστρεψε στον Πέτρο το δώρο του σε χρυσάφι και τον παρότρυνε να κυβερνά με έλεος, να απορρίπτει την αδικία, να θυμάται τον θάνατο και να υπακούει στην Εκκλησία.
  • Αργότερα ο Ιωάννης ίδρυσε μονή, συγκέντρωσε μαθητές, θεράπευσε αρρώστους και πέθανε αφού κοινώνησε τα Άχραντα Μυστήρια· τα ευώδη λείψανά του συνδέθηκαν με περαιτέρω θαύματα.
  • Η διάλεξη καλεί τους άρχοντες, τους γονείς και όλους όσους ασκούν εξουσία να μιμηθούν την ταπεινοφροσύνη του Πέτρου και να επιτελούν τα καθήκοντά τους μέσα στον Χριστό και στην Εκκλησία Του.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 18 παράγραφοι

Σήμερα, 19 του μηνός Οκτωβρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη του Αγίου Προφήτου Ιωήλ, του Αγίου Μάρτυρος Ουάρου, των Αγίων Έξι Οσιομαρτύρων, οι οποίοι μαρτύρησαν μαζί με τον Άγιο Ούαρο, της Οσίας Κλεοπάτρας, των Αγίων Μαρτύρων Σαδόθ του Επισκόπου και των συναθλητών του 120 Μαρτύρων, του Αγίου Λεοντίου του Φιλοσόφου, των Αγίων Μαρτύρων Φίλικος Πρεσβυτέρου και Ευσεβίου Διακόνου και του Οσίου Ιωάννου της Ρίλας του Θαυματουργού.

Ο θεοφόρος πατέρας μας Ιωάννης γεννήθηκε σε κάποιο χωριό που ονομαζόταν Σκρίνο, το οποίο βρισκόταν κοντά στην πόλη Σόφια, από γονείς ευσεβείς και ενάρετους, Βούλγαρος κατά το γένος. Έζησε κατά το δέκατο αιώνα, όταν βασιλέας των Βουλγάρων ήταν ο Πέτρος, των δε Βυζαντινών ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογένητος. Από τη νεαρή του ηλικία ο Άγιος ήταν ευλαβής και ενάρετος, υπηρετούσε δε το Θεό με φόβο και αγάπη πολλή. Η αγάπη αυτή τον δίδαξε να φυλάττει τις εντολές του Χριστού, καθώς ο Κύριος είπε: «Ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνος εστίν ο αγαπών με». Βλέποντας δε τον νέο οι άνθρωποι, φθονεροί και αμελείς των αγαθών έργων, τον ονόμαζαν υποκριτή.

Ο Άγιος δε, χωρίς να υπολογίζει τις κατηγορίες αυτές, μοίρασε τα υπάρχοντά του στους φτωχούς και έτσι πήγε σε μοναστήρι και έγινε μοναχός. Αφού γυμνάστηκε στην ταπείνωση και στην υπακοή, αξιώθηκε να δει μια θεϊκή οπτασία, η οποία τον οδήγησε να ανέβει επάνω σε βουνό και εκεί να ησυχάσει. Ο Άγιος, αφού ανέβηκε σε αυτό και έκανε μικρή καλύβα, μόναζε τρεφόμενος με άγρια χόρτα, ντυμένος με δερμάτινο χιτώνα, και καταγινόταν σε νηστείες, προσευχές, αγρυπνίες και άλλες κακοπάθειες της ασκήσεως. Ένας ανεψιός του Οσίου, ονόματι Λουκάς, που ήταν ακόμη παιδί, έφυγε κρυφά από τους γονείς του και πήγε στο θείο του αυτόν, ποθώντας να γίνει μιμητής της ενάρετης ζωής του.

Ο πατέρας όμως του παιδιού, όταν έμαθε ότι πήγε στο θείο του, κινήθηκε από τον πονηρό και, αφού πήγε στον Όσιο, τον έβριζε με αγανάκτηση και τον ονόμαζε πλάνο και καλόγερο, διότι τάχα έκλεψε το γιο του. Άρπαξε λοιπόν το γιο από την έρημο και θέλησε να τον επαναφέρει στον κόσμο. Ο Άγιος δε, προβλέποντας ότι το παιδί έμελλε να πέσει στις παγίδες του διαβόλου, παρακάλεσε το Θεό και είπε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, δες τη θλίψη της καρδιάς μου και ποίησον μετ’ εμού σημείον εις αγαθόν. Συ γαρ είπας: Άφετε τα παιδία και μη κωλύετε αυτά ελθείν προς με. Των γαρ τοιούτων εστίν η βασιλεία των ουρανών». Φεύγοντας ο πατέρας με το παιδί από τον Όσιο, ω των κριμάτων σου Κύριε, δάγκωσε το παιδί φίδι και αμέσως εκείνο πέθανε.

Ο μεν πατέρας του παιδιού γύρισε στον Όσιο, μετανοημένος διότι πήρε το παιδί, ο δε Όσιος παρηγορήθηκε στη θλίψη του και δόξασε το Θεό, διότι με τον πρόσκαιρο θάνατο του σώματος λύτρωσε το παιδί από το μελλοντικό θάνατο της ψυχής. Μετά από αυτά, μη υποφέροντας οι δαίμονες τους πολλούς αγώνες του Οσίου, φάνηκαν μια νύχτα με σχήμα ληστών και, αφού τον έδειραν, τον έδιωξαν από τον τόπο εκείνο.

Ο Όσιος, αφού αναχώρησε, πήγε στη βαθύτερη έρημο, πάνω στο όρος Ρίλα, και κατοίκησε στο κοίλωμα κάποιου μεγάλου δένδρου. Κατά θεία δε πρόνοια, βλάστησε η ερημιά εκείνη ρεβίθια, από τα οποία τρεφόταν ο Όσιος επί πολύ καιρό. Μερικοί βοσκοί, στους οποίους ο Όσιος έδωσε ως ευλογία ποσό από τα ρεβίθια εκείνα, του πήραν κρυφά και άλλα για το δρόμο. Όμως, θέλοντας να τα φάνε, τα βρήκαν άδεια. Γι’ αυτό γύρισαν πίσω και ζήτησαν συγνώμη από τον Άγιο. Άλλοτε, κάποιος δαιμονισμένος πήγε στον Όσιο και, καθώς πλησίασε, έπεσε κάτω, κυλιόταν και έλεγε: «Φωτιά με καίει και δεν μπορώ να προχωρήσω». Αφού παρακάλεσαν οι συνοδοί του δαιμονισμένου τον Όσιο, τον έπεισαν να προσευχηθεί για εκείνον. Παρακάλεσε ο Όσιος το Θεό και έτσι θεραπεύτηκε ο δαιμονισμένος. Ύστερα ο Όσιος, αποφεύγοντας τη δόξα των ανθρώπων, απομακρύνθηκε και πήγε σε άγνωστο τόπο και, αφού βρήκε μια σπηλιά σε κάποιο ψηλό βράχο, κατοίκησε εκεί. Είδε δαίμονες, τον

έπαιρναν και τον γκρέμιζαν κάτω, αλλά ο Άγιος ανέβαινε ξανά, μέχρι που οι δαίμονες, με τη βοήθεια του Θεού, έγιναν άφαντοι. Από τότε άγγελος Κυρίου έφερνε στον Όσιο τροφή κάθε μέρα και πραγματοποιήθηκε σε αυτόν το γραμμένο: «Άρτον αγγέλων έφαγεν άνθρωπος». Κατά τον καιρό εκείνο πήγε στη Σόφια ο ευσεβής βασιλέας των Βουλγάρων Πέτρος. Όταν άκουσε για τον Άγιο, έστειλε στην έρημο εννέα κυνηγούς για να τον βρουν. Μετά πέντε μέρες βρήκαν τον Άγιο και ευλογήθηκαν από αυτόν και διηγήθηκαν τον πόθο που είχε ο βασιλέας για να τον απολαύσει. Επειδή ήταν οι άνθρωποι πεινασμένοι, τους πρόσφερε ο Όσιος το ένα ψωμί που του είχε φέρει ο άγγελος. Έφαγαν από αυτό και οι εννέα και πάλι περίσσεψε το μισό.

Εκπλάγηκαν για το θαύμα αυτό, επανήλθαν στο βασιλέα και του είπαν αυτό που συνέβη. Όταν έμαθε αυτά εκείνος, πήγε ο ίδιος στο βουνό με τους άρχοντές του για να δει τον Άγιο. Επειδή όμως δεν μπορούσε να προχωρήσει, καθώς ο τόπος ήταν τραχύς και απόκρημνος, είδε μόνο από μακριά τον ψηλό βράχο και τη σπηλιά που κατοικούσε ο Όσιος. Ο βασιλέας έστειλε δύο δούλους του για να προσκαλέσουν τον Άγιο να πάει να τον ευλογήσει. Όμως ο Όσιος δεν έστερξε να εγκαταλείψει την άσκησή του. Επαίνεσε μόνο την ευλάβεια του βασιλέα και υποσχέθηκε ότι θα ιδωθούν μεταξύ τους στη βασιλεία του Θεού, εάν κάνουν έργα μετάνοιας. Έτσι αναχώρησε ο άρχοντας στενοχωρημένος, διότι δεν πέτυχε του ποθουμένου.

Έστειλε στον Όσιο χρυσάφι και διάφορα φρούτα μαζί με μια επιστολή, στην οποία μεταξύ άλλων με ταπείνωση έγραφε: «Επειδή η μάταιη δόξα του κόσμου τούτου, οι ηδονές και ο πλούτος μας καταποντίζουν σαν κύματα θαλάσσης και, σκοτιζόμενοι από τις ταραχές και φροντίδες, δεν μπορούμε να ατενίσουμε στο φως της καθαρής μετάνοιας, γι’ αυτό επιθυμούσα να απολαύσω λίγο φωτισμό από την Αγιοσύνη Σου, Οσιότατε Πάτερ, αλλά όμως και αυτή τη χάρη στερήθηκα για το πλήθος των αμαρτιών μου. Γι’ αυτό παρακαλώ να μου στείλετε κάποια παρηγοριά με λόγο για να δροσίσω τον καύσωνα της θλίψεώς μου». Ο Όσιος δέχθηκε μόνο τα φρούτα, το δε χρυσάφι επέστρεψε.

Στην επιστολή ανταπάντησε γράφοντας μεταξύ άλλων και συμβουλεύοντας: «Εάν θέλεις να κληρονομήσεις τη βασιλεία των ουρανών, ω βασιλεύ, γίνε πράος και ευπλησίαστος στους υπηκόους σου, έχοντας τις βασιλικές αυτές αρετές, δηλαδή τη συμπάθεια και το έλεος, διότι με αυτά θα λάμπει περισσότερο η πορφύρα και το στέμμα της βασιλείας σου.

Όλους όσους εισέρχονται και εξέρχονται από το παλάτι της γαληνότητάς σου. Φεύγε τις αδικίες και τις αρπαγές. Έχε τη μνήμη του θανάτου ως σύζυγο, τους δε στεναγμούς και τα δάκρυα ως φίλτατα τέκνα. Γίνε ευπειθής και υπήκοος στην Εκκλησία του Χριστού, τη μητέρα σου, και τίμα τους εν αυτή πρωτοθρόνους.

Έτσι ο βασιλεύς των βασιλευόντων, βλέποντας την ταπείνωσή σου, να σου χαρίσει τα αγαθά τα οποία ετοίμασε για αυτούς που τον αγαπούν στη Βασιλεία των Ουρανών». Αυτή την επιστολή του Οσίου, αφού την πήρε ο βασιλέας, την καταφιλούσε και συνεχώς τη διάβαζε, εντρυφώντας σ’ αυτή σαν σε θησαυρό, και πολύ παρηγοριόταν. Ο δε Όσιος παρέμεινε στο μέρος εκείνο μέχρι το τέλος. Πολλοί ήλθαν και τον παρακάλεσαν να τους δεχτεί για να μιμούνται την ένθεη πολιτεία του. Επειδή δε έγιναν πολλοί οι μαθητές του, έκτισε εκεί εκκλησία και μοναστήρι, πολλούς προσέφερε στο Χριστό και πολλούς αρρώστους και δαιμονισμένους θεράπευσε.

Πλησιάζοντας προς το τέλος της εδώ παροικίας του, προγνώρισε το θάνατό του, κοινώνησε τα άχραντα μυστήρια. Αφού έδωσε την ευχή του στους μαθητές του, παρέδωσε την αγία του ψυχή στα χέρια του Θεού σε ηλικία 70 ετών. Μετά τον ενταφιασμό του, ο τάφος του ευωδίαζε. Όταν δε τον άνοιξαν οι μαθητές του, βρήκαν το άγιο του λείψανο ακέραιο και να ευωδιάζει. Μετά φάνηκε ο Όσιος στους μαθητές του και τους είπε να μετακομίσουν το λείψανό του στη Σόφια, όπου και έκανε πολλά θαύματα. Γι’ αυτό ο βασιλέας Χρέλιος, από ευλάβεια προς τον Άγιο, έκτισε εκεί μεγάλο μοναστήρι επ’ ονόματι της γεννήσεως της Θεοτόκου.

Όταν δε η Σόφια καταλήφθηκε από τους Ούγγρους, το λείψανο του Οσίου μεταφέρθηκε στην πόλη Οστρόγκομ. Επειδή δε ο επίσκοπος της πόλεως εκείνης δεν ευλαβούνταν τον Άγιο,

λέγοντας ότι δεν ήταν γραμμένος με τους παλαιούς Αγίους, ο Όσιος έδεσε τη γλώσσα του. Όταν δε μετανόησε και έτσι προσήλθε στο λείψανο του Αγίου, λύθηκε η γλώσσα του και μπορούσε και πάλι να μιλήσει. Βλέποντας αυτό το θαύμα, ο ηγεμόνας κόσμησε τη λάρνακα του λειψάνου με ασήμι και χρυσό και την έστειλε με τιμές πίσω στη Σόφια. Αργότερα το άγιο λείψανο μετακομίστηκε στο Τύρνοβο και μετά στο μοναστήρι της Ρίλας, όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα, αποπνέοντας άρρητη ευωδία και επιτελώντας θεραπείες σε αυτούς που προσέρχονται με πίστη προς δόξαν του Αγίου Τριαδικού Θεού και του πιστού του δούλου Ιωάννου του Θαυματουργού.

Εντυπωσιάζουν και διδάσκουν η άσκηση και τα θαύματα του Οσίου. Θα μπορούσαμε όμως να σταθούμε και να προσέξουμε το περιστατικό με τον άρχοντα Πέτρο. Αυτός ο βασιλέας ταπεινώνεται και πηγαίνει να δει και να ευλογηθεί από έναν άσημο και φτωχό κατά κόσμο, πλούσιο όμως σε αρετή και χάρη Θεού ασκητή. Και το σπουδαιότερο, με διάθεση υπακοής ζητά να νουθετηθεί από αυτόν για να μετανοήσει και να ζει κατά το θέλημα του Θεού. Κι ο Άγιος τον συμβουλεύει όχι απλώς να συμπεριφέρεται καλά προς τους υπηκόους του, αλλά να ζει εκκλησιαστική ζωή και να είναι υπήκοος Χριστού.

Θα έπρεπε να προσέξουν και να μιμηθούν το ήθος ιδιαίτερα την ταπείνωση και την ευλάβεια του ευσεβούς αυτού βασιλέα οι σημερινοί μας άρχοντες, αλλά και πόσο δεν θα ωφελούνταν από τις νουθεσίες του Οσίου Ιωάννου. Όμως και όλοι μας, και όταν ακόμη δεν κατέχουμε κάποιο μεγάλο αξίωμα, εφόσον μέσα στο στενότερο ή ευρύτερο κοινωνικό μας περιβάλλον, είτε σαν γονείς ή οικογενειάρχες ή επαγγελματίες κλπ., έχουμε κάποιο είδος εξουσίας και ασκούμε κάποιο διακόνημα, πρέπει όχι απλώς να κάνουμε καλά τη δουλειά μας, αλλά και να τη συνδέουμε με το Χριστό και την Εκκλησία Του, η οποία είναι το Σώμα του Χριστού. Εφόσον είμαστε μέλη του Σώματος του Χριστού, θα πρέπει τα πάντα να κάνουμε εν Χριστώ, κατά Χριστόν.

Διά τον Χριστόν. Καθώς μας λέγει ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ, το καλό έργο μόνο όταν γίνεται για τον Χριστό φέρνει τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος και μόνο έτσι ωφελείται και σώζεται ο άνθρωπος.

Αγγλική μετάφρασηEN · 18 παράγραφοι

Today, October 19, our Church commemorates the Holy Prophet Joel; the Holy Martyr Varus and the six holy monastic martyrs who suffered with him; Saint Cleopatra; the Holy Martyr Sadoth the bishop and his 120 fellow martyrs; Saint Leontius the Philosopher; the Holy Martyrs Felix the priest and Eusebius the deacon; and Saint John of Rila the Wonderworker.

Our God-bearing father John was born in a village called Skrino, near Sofia. His parents were devout and virtuous, and he was Bulgarian by birth. He lived in the tenth century, when Peter ruled the Bulgarians and Constantine Porphyrogenitus ruled the Byzantines. From his youth, the saint was devout and virtuous, serving God with reverence and great love. That love taught him to keep Christ’s commandments, as the Lord said: “The one who has my commandments and keeps them is the one who loves me.” But people who envied him and neglected good works called the young man a hypocrite.

The saint paid no attention to these accusations. He gave his possessions to the poor, entered a monastery, and became a monk. After learning humility and obedience, he was counted worthy to see a divine vision that led him up a mountain to live in hesychia, in inner stillness. There he built a small hut and lived as a monk, eating wild plants and wearing a leather tunic. He devoted himself to fasting, prayer, vigils, and the other hardships of ascetic discipline. One of his nephews, a boy named Luke, secretly left his parents and went to his uncle, longing to follow his virtuous way of life.

When the boy’s father learned where he had gone, the evil one stirred him up. He went to the saint, angrily insulted him, and called him a deceiver and a monk who had supposedly stolen his son. He took the boy from the wilderness, intending to bring him back into the world. Foreseeing that the child would fall into the snares of the devil, the saint prayed to God: “Lord Jesus Christ, look upon the sorrow of my heart and show me a sign for good. For You said, ‘Let the children come to me, and do not hinder them, for the Kingdom of Heaven belongs to such as these.’” As the father and child were leaving, a snake bit the boy, and he died at once. O Lord, how mysterious are Your judgments!

The boy’s father returned to the saint, repenting of having taken the child away. The saint found comfort in his sorrow and glorified God, believing that the child’s bodily death had spared him a future death of the soul. After this, the demons could no longer bear the saint’s many ascetic struggles. One night they appeared as robbers, beat him, and drove him from that place.

He went farther into the wilderness, high in the Rila Mountains, and made his home in the hollow of a great tree. By divine providence, chickpeas grew in that desolate place, and he lived on them for a long time. He gave some to a group of shepherds as a blessing, but they secretly took more for their journey. When they tried to eat them, they found the pods empty. They returned and asked the saint’s forgiveness. On another occasion, a man afflicted by a demon came to him. As the man drew near, he fell to the ground, rolled about, and cried, “Fire is burning me, and I cannot go any farther!” His companions pleaded with the saint to pray for him. The saint prayed to God, and the man was healed. Later, avoiding the praise of men, he withdrew to an unknown place. He found a cave in a high cliff and lived there. He saw demons, who

would seize him and throw him down. But the saint climbed back up each time, until, with God’s help, the demons vanished. From then on, an angel of the Lord brought him food every day, fulfilling the words of Scripture: “Man ate the bread of angels.” Around that time, Peter, the devout ruler of the Bulgarians, came to Sofia. Hearing about the saint, he sent nine hunters into the wilderness to find him. After five days they found him, received his blessing, and told him how much the ruler longed to meet him. The men were hungry, so the saint offered them the one loaf the angel had brought him. All nine ate, and half the loaf was still left.

Astonished by this miracle, they returned and told the ruler what had happened. Peter then went up the mountain with his nobles to see the saint himself. The ground was so rugged and steep that he could go no farther; he could only see from a distance the high cliff and the cave where the saint lived. He sent two servants to invite the saint to come and bless him. The saint, however, would not leave his life of ascetic discipline. He praised the ruler’s devotion and promised that they would see one another in the Kingdom of God if they performed works of repentance. So Peter left disappointed, unable to meet the man he had longed to see.

Peter sent the saint gold and various fruits, together with a letter. In it he wrote humbly: “The empty glory of this world, its pleasures and riches, engulf us like waves of the sea. Darkened by turmoil and cares, we cannot look toward the light of pure repentance. I longed to receive a little illumination from your holiness, most venerable Father, but because of my many sins I was deprived even of that grace. So I beg you to send me a word of comfort to ease the burning sorrow of my heart.” The saint accepted only the fruit and returned the gold.

In his reply, the saint counseled him: “If you wish to inherit the Kingdom of Heaven, O ruler, be gentle and approachable to your people. Show compassion and mercy, those royal virtues, for they will make the purple robe and crown of your kingship shine more brightly.

All who enter and leave the palace of your serenity. Flee injustice and theft. Keep the remembrance of death as your companion, and sighs and tears as your dearest children. Be willing to listen and obedient to the Church of Christ, your mother, and honor those who hold its highest offices.

“Then may the King of kings, seeing your humility, grant you the good things He has prepared in the Kingdom of Heaven for those who love Him.” When Peter received the saint’s letter, he kissed it again and again. He read it constantly, treasured it, and found great comfort in it. The saint remained in that place until the end of his life. Many came and asked him to receive them so they could follow his God-filled way of life. As his disciples grew in number, he built a church and a monastery there. He brought many people to Christ and healed many who were sick or afflicted by demons.

As his earthly life drew to a close, he foresaw his death and received Holy Communion, partaking of the most pure Mysteries. He gave his blessing to his disciples and entrusted his holy soul to God at the age of seventy. After his burial, a sweet fragrance came from his tomb. When his disciples opened it, they found his holy relics intact and fragrant. The saint later appeared to them and told them to move his relics to Sofia, where many miracles took place. Out of devotion to him, the ruler Hrelio built a great monastery there in honor of the Nativity of the Theotokos.

When Sofia was captured by the Hungarians, the saint’s relics were taken to the city of Esztergom. But the bishop of that city did not venerate the saint,

saying that he was not listed among the saints of old. The saint then bound his tongue. When the bishop repented and came before the relics, his tongue was freed and he could speak again. Seeing this miracle, the ruler adorned the reliquary with silver and gold and sent it back to Sofia with honor. Later the holy relics were moved to Tarnovo, and then to the Rila Monastery, where they remain to this day. They give forth an indescribable fragrance, and healings come to those who approach with faith, to the glory of God the Holy Trinity and His faithful servant John the Wonderworker.

The saint’s ascetic discipline and miracles amaze and teach us. But let us also consider what happened with Peter. This ruler humbled himself and went to see and receive a blessing from an ascetic who, in worldly terms, was poor and unknown, yet rich in virtue and the grace of God. More than that, Peter humbly asked for his guidance so that he might repent and live according to God’s will. And the saint advised him not simply to treat his people well, but to live within the Church and obey Christ.

Our rulers today should take notice and follow the humility and devotion of that godly ruler. How much they, too, could be edified by Saint John’s counsel! And this applies to all of us. Even without high office, we may have some authority or duty of service in our families or communities, as parents, heads of households, or in our work. We must do our work well and also join it to Christ and His Church, which is the Body of Christ. As members of the Body of Christ, we should do everything in Christ and according to Christ.

For Christ’s sake. As Saint Seraphim of Sarov tells us, a good deed bears the fruits of the Holy Spirit only when it is done for Christ’s sake. Only then is a person edified and saved.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

10 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ\19 10.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα