Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος και η Κλίμαξ των αρετών
Γεννήθηκε περί το 579 και σε ηλικία δεκαέξι ετών μπήκε στη μοναχική ζωή στο Όρος Σινά, όπου μαθήτευσε κοντά στον γέροντα Μαρτύριο. Για δεκαεννέα χρόνια ασκήθηκε στην ταπείνωση και την υπακοή, αφήνοντας στην άκρη το δικό του θέλημα.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Γεννήθηκε περί το 579 και σε ηλικία δεκαέξι ετών μπήκε στη μοναχική ζωή στο Όρος Σινά, όπου μαθήτευσε κοντά στον γέροντα Μαρτύριο.
- Για δεκαεννέα χρόνια ασκήθηκε στην ταπείνωση και την υπακοή, αφήνοντας στην άκρη το δικό του θέλημα.
- Μετά τον θάνατο του Μαρτυρίου έζησε σαράντα χρόνια στην ερημία στον Θωλά, αφιερωμένος στην προσευχή, την εγκράτεια και τη μνήμη του θανάτου.
- Η διάλεξη διηγείται πώς οι προσευχές του Ιωάννη έσωσαν τον μαθητή του Μωυσή από έναν πέτρινο βράχο που έπεφτε και ελευθέρωσαν έναν άλλο μοναχό από τον πειρασμό.
- Όταν τον επέκριναν ως πολύλογο, ο Ιωάννης σταμάτησε να διδάσκει μέχρι να μετανοήσουν και να του ζητήσουν να συνεχίσει.
- Αργότερα διετέλεσε ηγούμενος της μονής του Σινά και στη συνέχεια επέστρεψε στην ερημία· άφησε δύο έργα: την Κλίμακα της θείας ανόδου και Προς τον Ποιμένα.
- Ένα απόσπασμα από την Κλίμακα περιγράφει τη μετάνοια και τη χαρμόσυνη πένθιμη κατάνυξη ως δρόμο από την αποφυγή της αμαρτίας προς την ταπείνωση, την υπομονετική καρτερία και την προσευχή για τους άλλους.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 22 παράγραφοι
Σιναΐτης, ο αποκαλούμενος της Κλίμακος, υπήρξε μέγας ασκητής και ασκητικός συγγραφέας, γεννήθηκε δε περί το 579 μετά Χριστόν. Γιος οικογενείας ευσεβούς και ευπόρου, είχε λάβει καλή εκπαίδευση. Αυτός ο κεχαριτωμένος Όσιος, σε ηλικία δεκαέξι ετών, πήγε στο όρος Σινά, όπου εκτός από τους κοινοβιάτες αδελφούς του εκεί περιφήμου μοναστηριού, ήταν σε διάφορες τοποθεσίες του και πολυάριθμοι αναχωρητές. Προσήλθε σε έναν από τους καλύτερους αναχωρητές, τον Μαρτύριο, ο οποίος ανέλαβε να τον καθοδηγεί πνευματικά και ασκητικά. Μετά τετραετία δέχθηκε τη μοναχική κουρά, εξακολουθούσε όμως να μένει κοντά στον Μαρτύριο,
αγωνιζόμενος τον καλόν αγώνα. Εξόρισε από την ψυχή του το ίδιο θέλημα, για να μην τον πλανήσει, καθώς πλανώνται όσοι είναι αυτάρεσκοι και φίλαυτοι και θέλουν να κάνουν τα θελήματα και τις ορέξεις τους, οδηγώντας έτσι τους εαυτούς τους στην απώλεια. Με τόση δε ταπείνωση υποτασσόταν σε εκείνα τα οποία του πρόσταζε ο γέροντάς του, σαν να ήταν η ψυχή του ανενέργητη στα δικά της θελήματα, αν και ήταν διδάσκαλος άριστος και δόκιμος σε όλη την εγκύκλιο και κατά κόσμον σοφία. Και όμως αυτός υποτασσόταν σε έναν αμαθή κατά κόσμον γέροντα και διδασκόταν από αυτόν την ουράνια επιστήμη και αγγελικά μαθήματα. Λοιπόν, αφού πολιτεύτηκε έτσι 19 χρόνια,
στολίστηκε με τους πολυτίμους στεφάνους της μακαρίας υποταγής, απήλθε προς τον Κύριο ο πνευματικός του πατέρας και προστάτης, ο οποίος τον οδήγησε σε τέτοια αγία και θεάρεστη κατάσταση, και ανήλθε προς τον ποθούμενο από αυτόν Θεόν, για να στεφανωθεί κατά τους κόπους του και να είναι μετά θάνατον, καθώς ήταν και στη ζωή αυτή, μεσίτης προς Αυτόν και πρέσβης θερμότατος υπέρ του μαθητού του. Αφού τον έθαψε με λύπη μεγάλη, εξήλθε και αυτός έπειτα στο στάδιο της ησυχίας, κρατώντας σαν όπλα δυνατά τις ευχές και τις παραγγελίες του γέροντός του, κατοίκησε δε σε κάποιο μεμονωμένο κελί μακριά από το μοναστήρι, έως πέντε μίλια, σε τόπο ο οποίος σήμερα ονομάζεται Θολάς.
Παρέμεινε ο Όσιος σαράντα χρόνια, χωρίς να παραμελήσει ούτε στιγμή το σκοπό του, επειδή άναβε πάντοτε στην καρδιά του η αγάπη του Θεού. Έτρωγε μεν από όλες τις τροφές που επιτρέπεται να τρώνε οι μοναχοί, όμως έτρωγε πολύ λίγο, τόσο μόνο όσο χρειαζόταν για να ζει και όχι για να χορταίνει. Αυτό δε το έκαμνε σοφότατα, για να μην υπερηφανεύεται ότι νηστεύει και να μην ενοχλείται και νικάται από την υπερηφάνεια. Και πάλι με τη λιγοστή βρώση, την οποία έτρωγε, έθλιβε και χαλιναγωγούσε την αχόρταστη δέσποινα, την κοιλία. Με το ότι καθόταν στην έρημο και δεν είχε συναναστροφή με ευειδή πρόσωπα, απέσβεσε τη φλόγα της σαρκικής επιθυμίας. Εξολόθρευσε δε και τη φιλαργυρία,
η οποία είναι κατά τον μακάριο Παύλο ειδώλων προσκύνησις, με την ελεημοσύνη την οποία έδιδε και με το λίγο και αναγκαίο το οποίο κρατούσε για τον εαυτό του. Με την αδιάλειπτη δε του θανάτου ενθύμηση, κεντούσε πάντοτε την ψυχή του και την βίαζε να αποδιώκει την οκνηρία, εξαναγκάζοντάς την να ασχολείται σε μόνα τα θεία έργα με πολλή σπουδή και ταχύτητα. Με τη μάχαιρα της πολυχρονίου υπακοής του, την οποία έκανε τόσους χρόνους, είχε σφαγμένη την τυραννίδα του θυμού και νεκρωμένη τελείως την από την οργή έξαψη. Ομοίως σιωπώντας και μη βγαίνοντας από το κελί του, θανάτωσε την κενοδοξία και τον βλαβερό έπαινο, καθώς και τη φαρμακερή φήμη και τη δόξα των ανθρώπων,
οι οποίες συλλαμβάνουν και περιπλέκουν την ψυχή, την απομυζούν και την απονεκρώνουν και δεν την αφήνουν να έχει πλέον την ζωή, δηλαδή τον Θεό και τις αρετές, αλλά τον πονηρό διάβολο και τα έργα του. Ως χαρίσματα δε έλαβε από τον Θεό την μακαρία ταπείνωση, η οποία είναι ο ακρότατος και τελειώτατος καθαρισμός του ανθρώπου, καθώς και την αέναη πηγή των δακρύων του. Πενθούσε και στέναζε ο Όσιος, καθώς θρηνούν και στενάζουν αυτοί που δέρνονται με ράβδους και κατακεντούνται με πυρωμένα σίδερα. Χρησιμοποιούσε δε και τον ύπνο με μεγάλη εγκράτεια αυτός ο επίγειος άγγελος και ουράνιος άνθρωπος, κοιμόμενος τόσο μόνο όσο να μη βλαβεί η ουσία του νοός του από την υπερβολική αγρυπνία του.
Μια ώρα τη νύχτα, την δε υπόλοιπη, καθώς και όλη την ημέρα, εργαζόταν και προσευχόταν. Πριν κοιμηθεί προσευχόταν ώρα πολύ και καταγινόταν στην ανάγνωση και στη σύνθεση των βιβλίων του, χαλιναγωγώντας έτσι και εμποδίζοντας την οκνηρία. Όλη δε η ζωή του ήταν προσευχή αέναη και έρωτας και αγάπη προς τον Θεό. Γι' αυτό όλοι επιθυμούσαν να ακούν πάντοτε τις ψυχωφελείς του νουθεσίες. Μεταξύ αυτών ήταν κάποιος μοναχός, ονόματι Μωυσής, ο οποίος παρακάλεσε πολύ τον Όσιο να τον δεχθεί ως μαθητή και υποτακτικό του και να τον οδηγήσει στην αληθινή και ουράνιο φιλοσοφία της μοναχικής πολιτείας.
Μάλιστα για το σκοπό αυτό έβαλε και μεσίτες πολλούς από τους πατέρες για να επιτύχει η αίτησή του. Μετά πολλά τον δέχθηκε ο Μακάριος και κάποια μέρα τον πρόσταξε να φέρει χώμα από άλλο παχύτερο τόπο για να φυτέψουν και να καλλιεργήσουν λάχανα. Ο Μωυσής πήγαινε και έκαμνε άοκνα την υπηρεσία του. Όμως επειδή κάποια μέρα έφτασε το μεσημέρι και έκαιγε πολύ ο ήλιος, καθώς κουράστηκε ο Μωυσής και απέκαμε από τη μεταφορά, έπεσε να αναπαυθεί λίγο κάτω από κάποιο μεγάλο βράχο, ο οποίος όμως έμελλε σε λίγο να αποσπαστεί και να καταπέσει. Ο δε φιλάνθρωπος Θεός, ο οποίος δεν θέλει να λυπεί τους γνησίους δούλους του σε τίποτε, πρόλαβε κατά τη συνήθειά του και γλίτωσε τον Μωυσή
από τον επικείμενο θανάσιμο κίνδυνο. Την ώρα που κοιμόταν ο Μωυσής κάτω από το βράχο, προσευχόταν και ο Άγιος στο κελί του, έχοντας το νου του προσηλωμένο στο Θεό κατά τη συνήθειά του, και εκεί του ήρθε λίγος λεπτότατος ύπνος. Είδε τότε ότι τον ξυπνούσε κάποιος ιεροπρεπής και σεβάσμιος άνθρωπος και τον ονείδιζε λέγοντας: «Ιωάννη, πώς κοιμάσαι αμέριμνος ενώ ο Μωυσής κινδυνεύει να θανατωθεί;» Τότε σηκώθηκε αμέσως ο Άγιος και άρχισε να προσεύχεται για το μαθητή του με πολλή θερμότητα. Ο δε Θεός υπάκουσε σ' αυτόν και ελευθέρωσε τον Μωυσή από τον ανέλπιστο θάνατο. Διότι ενώ κοιμόταν και κόντευε να πέσει ο βράχος πάνω του και να τον συντρίψει, νόμισε ότι τον φώναζε ο Όσιος να φύγει από εκεί το συντομότερο.
Τότε σηκώθηκε εκείνος έντρομος, πήδησε από τη σκιά που κοιμόταν και αμέσως αποσπάστηκε ο βράχος και έπεσε στον τόπο όπου κοίτονταν. Κατά την ώρα του εσπερινού ήλθε στο κελί ο Μωυσής και όταν ρωτήθηκε από τον Όσιο εάν του συνέβη κάποιος πειρασμός τη μέρα εκείνη ή ανέλπιστη βλάβη, διηγήθηκε εκείνος το περιστατικό και ότι εάν δεν ξυπνούσε από τη φωνή του Οσίου και δεν έφευγε από τον τόπο που κοιμόταν, ο βράχος ασφαλώς θα τον συνέτριβε. Όταν άκουσε αυτά, ο μέγας και ταπεινόφρων Ιωάννης δεν φανέρωσε στο μαθητή του το όραμα, το οποίο είδε στον ύπνο του, ούτε ότι δεήθηκε στο Θεό για αυτόν, αλλά υμνούσε και δόξαζε τον πολυεύσπλαχνο Κύριο και τον ευχαριστούσε,
που λύτρωσε το μαθητή του από τον αιφνίδιο θάνατο. Κάποιος μοναχός ονόματι Σαπ βασανιζόταν πολύ από το δαίμονα της πορνείας και με μεγάλη λύπη κατέφυγε στο μεγάλο αυτό πνευματικό γιατρό και ανέφερε το σαρκικό πόλεμο που είχε, παρακαλώντας με στεναγμούς και θερμά δάκρυα να τον ελευθερώσει από το πάθος του. Ο δε θείος Πατέρας, αφού θαύμασε για την πίστη και τη μεγάλη του ταπείνωση, του είπε: «Ας σταθούμε αδελφέ και οι δυο σε προσευχή και ο αγαθός και πολυεύσπλαχνος Κύριος δεν θα παραβλέψει την ταπεινή μας δέηση, αλλά θα μας δώσει το ζητούμενο». Έτσι και πριν τελειώσει η δέησή τους και ενώ ο ενοχλούμενος αδελφός ήταν κάτω με το πρόσωπο στη γη, ο Θεός έκανε το θέλημα του αγαπητού του δούλου Ιωάννου,
κατά το λόγο του προφητάνακτος Δαβίδ: «Θέλημα των φοβουμένων αυτόν ποιήσει και της δεήσεως αυτών εισακούσεται». Από τον αδελφό έφυγε ο δαίμονας και ο πόλεμος της πορνείας, μη υποφέροντας να μαστίζεται με τη ράβδο της καθαρής και ενεργητικής προσευχής του Αγίου. Ο δε αδελφός εκείνος, βλέποντας τον εαυτό του ελεύθερο και εντελώς ανενόχλητο από το δαιμόνιο εκείνο, έχαιρε δοξάζοντας τον Θεό και ευχαριστούσε πολύ τον δούλο του Ιωάννη για τη χάρη την οποία πήρε με τη μεσιτεία του. Επειδή δε ο Όσιος ήταν λόγιος και έμπειρος στο να διδάσκει,
άφθονα και άοκνα τους ποταμούς της διδασκαλίας του, σε εκείνους που προσέρχονταν σ' αυτόν, για να ωφεληθούν πνευματικά. Όμως κάποιοι πονηροί και φθονεροί άνθρωποι, από φθόνο τον ονόμαζαν λάλο και φλύαρο. Ο δε Άγιος, αγαπώντας να διδάσκει και να ωφελεί εκείνους οι οποίοι προσέρχονταν σ' αυτόν όχι μόνο με το λόγο αλλά πολύ περισσότερο και με το έργο, δηλαδή με τη σιωπή του, σιώπησε εντελώς επί πολύ χρόνο και κατέπαυσε τον μελισταγή διδασκαλικό λόγο του για να διακόψει την αφορμή των ζητούντων κατά το γεγραμμένον αφορμήν, κρίνοντας καλύτερα να ζημιώσει λίγο τους εραστάς των καλών, στους οποίους θα προξενούσε και με τη σιωπή του ωφέλεια, παρά να κινήσει εναντίον του σε μεγαλύτερη κατάκριση εκείνους τους αγνώμονες κριτές και να τους κάνει να επιμείνουν στην κακία τους. Έτσι εκείνοι ντράπηκαν για τη σιωπή και τη μεγάλη υπομονή και ταπείνωση την οποία έδειξε ο Άγιος,
γνωρίζοντας πόσες βλάβες και ζημίες έγιναν από αυτούς στους άλλους, τον παρακάλεσαν να ανοίξει πάλι την πηγή της διδασκαλίας του και να ποτίζει τις διψασμένες ψυχές καθώς συνήθιζε, να συγχωρέσει δε και αυτών το αμάρτημα. Αυτός δε επειδή δεν έμαθε ποτέ να αντιλέγει και να εναντιούται, υπάκουσε αμέσως και πάλι άρχισε να διδάσκει τα σωτηριώδη και ωφέλιμα όπως και προηγουμένως. Στο ασκητήριο του Θολά παρέμεινε ο Όσιος μέχρι το 639. Κατά επίμονη απαίτηση των κοινοβιατών αδελφών της Μονής Σινά, δέχθηκε και έγινε επί μερικά έτη ηγούμενός τους. Νοσταλγώντας όμως την ερημική του ζωή, άφησε την ηγουμενία αφού έπεισε τους αδελφούς του Σινά να στέρξουν στην εκλογή του αδελφού του Γεωργίου.
Επανήλθε στο κελί του, στη θέση Θολά, όπου και τελειώθηκε περί το 649, σε ηλικία δηλαδή περίπου 70 ετών. Ο Όσιος Ιωάννης άφησε δύο συγγράμματα, την Κλίμακα, την οποία οι μοναχοί ονόμαζαν και Αγία Κλίμακα ή Κλίμακα του Παραδείσου ή Κλίμακα των Αρετών, και Λόγον προς τον Ποιμένα. Ο Ιωάννης είχε φίλο τον ηγούμενο στη Μονή Ραϊθού, κοντά στην Ερυθρά Θάλασσα. Την ιδέα της συγγραφής της Κλίμακος και τον τίτλο της θεωρείται ότι υπέβαλε ο Ιωάννης αυτός. Τον παρακάλεσε να χρησιμοποιήσει την πολυμάθειά του, την πείρα του και τη μεγάλη του πνευματικότητα σε συγγραφή βιβλίου, το οποίο είναι σαν μια πνευματική κλίμακα η οποία φτάνει
στις πύλες του ουρανού και φέρει έως εκεί με ασφάλεια αυτούς που την χρησιμοποιούν.
Από το πνευματικότατο, το θεοφώτιστο βιβλίο του Οσίου Ιωάννου, του οποίου τη μνήμη σήμερα η Εκκλησία μας επιτελεί, παραθέτουμε το ακόλουθο απόσπασμα, με το οποίο και θα κλείσουμε το σημερινό μας συναξάρι. Γράφει λοιπόν ο Όσιος μεταξύ των άλλων στον έβδομο περί χαροποιού πένθους λόγο: «Πένθος είναι ένα κεντρί ή βέλος χρυσό και υπέρλαμπρο, το οποίο γεννάται από την όρεξη και μπήγεται γυμνό από την οσία λύπη στα βάθη της καρδιάς για να την κεντά πάντοτε να μισεί και να φεύγει τα γήινα και να επαγρυπνεί στα θεία προστάγματα και να αγαπά τον Θεό με στερεά και καθαρή έφεση και με προθυμία ολόψυχη και να κατανοεί πως είναι κάθε υπερβολή να η αμαρτωλή
τον λυπεί νύχτα και μέρα με τις παρακοές και παραβάσεις της και να μετανοεί θρηνώντας απαρηγόρητα όχι μόνο διότι μέλλει να αποδιωχθεί από τη βασιλεία του και να κολαστεί ως παρήκοη, αλλά και διότι τον πειράζει ακόμη και δεν τον αγαπά κατά την εντολή του και το χρέος της ούτε υποτάσσεται σ' αυτόν ως πλάσμα του ούτε τον ευχαριστεί για τις καθημερινές του προς αυτήν μεγάλες του ευεργεσίες και χαρίσματα και να κατανύγεται και να εξομολογείται και να μετανοεί όλες τις αμαρτίες της. Κατάνυξη είναι ένας βασανισμός παντοτινός και αέναος, που βιάζει το λογισμό να εξετάζει με φόβο και τρόμο τις αμαρτίες του και να τις εξομολογείται στο Θεό με θάρρος, ο οποίος βασανισμός ζητεί
να ανάψει μια καυστική φλόγα στην καρδιά του αμαρτωλού, να κλαίει για αυτές πάντοτε με μεγάλη λύπη του και να παρηγορείται με την ελπίδα της μετανοίας του και να σβήνει με τα δάκρυά του την φλόγα της επιθυμίας του. Μετάνοια είναι να αποστερεί κανείς το σώμα του αυτοπροαιρέτως και χωρίς λύπη του από κάθε όρεξη και σωματική ανάπαυση και να φεύγει από όλα τα αμαρτήματα ωσάν από θηρία θανατηφόρα και άγρια.
Ίδιον είναι εκείνων, όπου ακόμη προκόπτουν σ' αυτό το μακάριο πένθος, να εγκρατεύονται από όλα τα αμαρτήματα και να ασπάζονται την σιωπή ως ακίνδυνη και να ταπεινώνουν το πρόσωπό τους, οι οποίοι είναι άξιοι να τους αποδεχτεί ο Θεός με ευμένεια.
Εκείνων δε όπου προέκοψαν ήδη και έφτασαν εις το μέσον του πένθους είναι ίδιον να μην οργίζονται μήτε να κρατούν κάποια μνησικακία στην καρδιά τους και αυτοί είναι πράγματι αξιέπαινοι. Ίδιον δε εκείνων που έγιναν στο πένθος τέλειοι είναι να ταπεινώνονται πάντοτε και να επιθυμούν να τους καταφρονούν οι άνθρωποι και να διψούν να τους υβρίζουν και να πεινούν να τους θλίβουν και να υπομένουν με τη θέλησή τους τους παρά τη θέλησή τους πειρασμούς και τις πικρίες που τους συμβαίνουν, σαν και τις αυτοπροαίρετες θλίψεις που κάμνουν μόνοι τους και τις υποφέρουν για την ψυχική τους σωτηρία και να καλύπτουν αυτούς που πταίουν και αμαρτάνουν και να μην τους κατακρίνουν, αλλά να ικετεύουν το Θεό για εκείνους με όλες τις δυνάμεις τους.
Τον παρακαλούν και για τον εαυτό τους κι όσοι κάνουν αυτό είναι άξιοι μεγάλων βραβείων και στεφάνων και πολύ μακάριοι και τρισευδαίμονες διότι θα χορταστούν από την αθάνατη και ουράνια του Θεού Τράπεζα, η οποία ποτέ δεν φαίνεται αηδιαστική αλλά μάλιστα κινεί την επιθυμία σε μεγαλύτερη όρεξη.
Αγγλική μετάφρασηEN · 22 παράγραφοι
John of Sinai, known as John Climacus, was a great ascetic and writer on the ascetic life. He was born around AD 579. The son of a devout and prosperous family, he received a good education. At sixteen, this grace-filled saint went to Mount Sinai. There, besides the brothers living together in the renowned monastery, many hermits lived in various places on the mountain. He went to one of the most accomplished hermits, Martyrius, who took charge of his spiritual and ascetic formation. Four years later John was tonsured a monk, but he continued to live near Martyrius,
fighting the good fight. He cast his own will out of his soul so that it would not lead him astray, as happens to those who are self-satisfied and ruled by self-love, who insist on their own wishes and desires and so lead themselves to ruin. He submitted with such humility to everything his elder commanded that his soul seemed to have no will of its own. Yet he was an excellent teacher, well trained in every branch of worldly learning. Even so, he submitted to an elder with no worldly education and learned from him the wisdom of heaven and the ways of the angels. After living like this for nineteen years,
he was adorned with the precious crowns of blessed obedience. Then his spiritual father and protector, who had guided him to such a holy and God-pleasing state, departed to the Lord. Martyrius went to the God he longed for, to be crowned for his labors and, after death as in this life, to intercede fervently with Him for his disciple. John buried him with great sorrow. Then he too went out into the arena of hesychia, inner stillness, carrying his elder’s prayers and instructions as powerful weapons. He settled in a solitary cell about five miles from the monastery, in a place now called Tholas.
The saint remained there for forty years, never losing sight of his purpose for a moment, because love for God always burned in his heart. He ate all the foods monks were permitted to eat, but very little of them: only enough to live, never enough to eat his fill. He did this wisely, so that he would not take pride in fasting and be overcome by pride. At the same time, by eating so little, he restrained the insatiable mistress that is the belly. By living in the desert, away from attractive faces, he put out the flame of bodily desire. He also destroyed the love of money,
which, as the blessed Paul says, is idolatry. He did so by giving alms and keeping only the little he needed for himself. By remembering death without ceasing, he kept stirring his soul to cast off idleness and devote itself eagerly to the works of God. With the sword of his many years of obedience, he had slain the tyranny of anger and put its heat to death. Likewise, by keeping silent and staying in his cell, he put to death vainglory and harmful praise, along with the poisonous reputation and glory that come from other people,
which entangle the soul, drain it, and leave it lifeless. They keep it from having God and the virtues as its life, and give it over instead to the wicked devil and his works. God granted John blessed humility, the highest and most complete purification of a person, and an unfailing fountain of tears. He mourned and groaned like those beaten with rods and pierced with red-hot irons. This earthly angel and heavenly man was also strict about sleep. He slept only enough to keep excessive wakefulness from harming his nous, his spiritual intellect.
He slept for one hour at night. For the rest of the night, and throughout the day, he worked and prayed. Before sleeping, he prayed for a long time and occupied himself with reading and writing his books, keeping idleness in check. His whole life was unceasing prayer and ardent love for God. That is why everyone longed to hear his counsel, which benefited their souls. Among them was a monk named Moses, who earnestly asked the saint to accept him as a disciple under obedience and guide him in the true, heavenly wisdom of monastic life.
To help his request succeed, Moses even asked many of the fathers to speak on his behalf. At last the blessed John accepted him. One day he told Moses to bring soil from a more fertile place so they could plant and grow vegetables. Moses went about the task tirelessly. But one day, when the midday sun was burning and Moses was exhausted from carrying the soil, he lay down to rest beneath a large rock. Before long, the rock was about to break loose and fall. God, who loves mankind and does not wish His faithful servants to suffer harm, intervened as He is wont to do and saved Moses
from the deadly danger that was coming. While Moses slept beneath the rock, the saint was praying in his cell, his nous, his spiritual intellect, fixed on God as usual. A very light sleep came over him. He saw a dignified and venerable man waking him and rebuking him: “John, how can you sleep without a care when Moses is in danger of being killed?” The saint got up at once and began to pray fervently for his disciple. God heard him and delivered Moses from an unexpected death. For as Moses slept, with the rock about to fall and crush him, he thought he heard the saint calling him to get away at once.
Terrified, Moses sprang up and out of the shade where he had been sleeping. Immediately the rock broke loose and fell on the very spot where he had lain. At Vespers, Moses came to the cell. The saint asked whether he had faced any temptation or unexpected harm that day, and Moses told him what had happened: if the saint’s voice had not awakened him and he had not moved, the rock would surely have crushed him. When the great and humble John heard this, he did not tell his disciple about the vision he had seen in his sleep, or that he had prayed to God for him. He simply praised and glorified the most merciful Lord and gave Him thanks
for delivering his disciple from sudden death. Another monk, named Sap, was greatly tormented by the demon of lust. In deep sorrow he came to this great spiritual physician and told him of the battle with bodily desire. With groans and warm tears, he begged to be freed from the passion. The holy father was moved by his faith and great humility and said, “Brother, let us both stand in prayer. The good and most merciful Lord will not overlook our humble supplication, but will grant what we ask.” Before they had even finished praying, while the troubled brother lay face down on the ground, God granted the request of His beloved servant John,
in the words of David, prophet and king: “He will fulfill the desire of those who fear Him, and He will hear their supplication.” The demon and the struggle with lust left the brother, unable to bear the blows of the saint’s pure and powerful prayer. Finding himself free and no longer troubled by that demon, the brother rejoiced and glorified God. He also thanked God’s servant John for the grace he had received through John’s intercession. And because the saint was learned and skilled at teaching,
he poured out the streams of his teaching freely and tirelessly for those who came to him seeking spiritual benefit. But some malicious and envious people called him a chatterbox. John loved to teach and edify those who came to him, through his words and even more through his actions. So he became completely silent for a long time, withholding the sweet flow of his teaching. He did this to remove any occasion for those who were looking for one to accuse him. He judged it better for those who loved what was good to lose a little of his teaching, while still benefiting from his silence, than for those ungrateful critics to condemn him further and persist in their malice. His silence, great patient endurance, and humility made them ashamed,
and, recognizing how much harm they had caused others, they begged him to open the spring of his teaching again and refresh thirsty souls as he used to do. They also asked him to forgive their sin. John had never learned to argue or resist, so he obeyed at once and resumed his saving and edifying teaching. The saint remained at his hermitage in Tholas until 639. At the persistent request of the brothers living together at the monastery of Sinai, he agreed to serve as their abbot for several years. But he missed his life in the desert, so he stepped down after persuading the brothers at Sinai to accept the election of his brother George.
He returned to his cell at Tholas, where he departed this life around 649, at about seventy years of age. Saint John left two works: The Ladder of Divine Ascent, which the monks also called the Holy Ladder, the Ladder of Paradise, or the Ladder of Virtues, and To the Shepherd. John had a friend, also named John, who was the abbot of the monastery at Raithu, near the Red Sea. It is thought that this John proposed both the idea and the title of The Ladder. He asked John Climacus to draw on his wide learning, experience, and deep spiritual life to write a book like a spiritual ladder reaching
to the gates of heaven and bringing those who climb it safely there.
From the deeply spiritual, God-illumined book of Saint John, whose memory our Church celebrates today, we offer the following passage to close today’s account of his life. In the seventh discourse, on joyful penthos, or mourning for sin, the saint writes: “Mourning for sin is a golden, radiant goad or arrow. Born of longing, it is driven deep into the heart by holy sorrow. It continually urges the heart to hate and flee earthly things, to attend to God’s commandments, and to love Him with a firm and pure desire and wholehearted eagerness. It makes the sinful soul understand how grievously
she saddens Him day and night by her disobedience and transgressions. She repents and weeps inconsolably, not only because she may be cast out of His Kingdom and punished for her disobedience, but also because she still offends Him. She does not love Him as His commandment requires and as she ought; as His creature, she does not submit to Him or thank Him for the great kindness and gifts He gives her each day. So she feels katanyxis, deep compunction, confesses her sins, and repents of them all. Compunction is a constant, unceasing anguish that presses a person to examine his sins with fear and trembling and confess them openly to God. This anguish seeks
to kindle a burning flame in the sinner’s heart, so that he always weeps over those sins with deep sorrow, takes comfort in the hope of repentance, and quenches the flame of desire with his tears. Metanoia, repentance, is to deny the body, willingly and without sorrow, every craving and bodily comfort, and to flee every sin as though it were a deadly, savage beast.”
Those who are still making progress in this blessed mourning for sin characteristically abstain from every sin, embrace silence as a safe refuge, and humble themselves. They are worthy to be received by God with favor.
Those who have already made progress and reached the middle stage of penthos, mourning for sin, no longer grow angry or harbor resentment in their hearts. They are truly worthy of praise. Those who have become perfect in this mourning always humble themselves. They desire to be looked down on, thirst to be insulted, and hunger to endure hardship. They willingly bear the temptations and bitterness that come upon them against their will, just as they bear the hardships they choose for the salvation of their souls. They cover the faults of those who stumble and sin. They do not condemn them, but plead with God for them with all their strength.
They pray to God for themselves as well. Those who do this are worthy of great rewards and crowns. They are blessed beyond measure, for they will be filled at God’s immortal, heavenly table. Its food never grows wearisome; it only awakens a still greater longing for it.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
13 ΤΡΙΩΔΙΟΥ\D KYR NHST & 30.03 eid.mp3
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.